Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

7.
Η Μέριλιν σηκώθηκε από το κρεβάτι λίγο πριν τις οκτώ. Έτρεξε ξιπόλητη στο μπάνιο και χώθηκε κάτω από το ζεστό νερό. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να το παρακάνει διαφορετικά τα ρίγη θα επέστρεφαν πιο δυνατά από πριν. Όταν ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει βγήκε και τυλήχτηκε πάλι με μια άλλη πετσέτα ρωζ αυτή τη φορά. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα για να ντυθεί. Θα πήγαινε, το είχε πια αποφασίσει.
Το φόρεμα ήταν κόκκινο και στενό, αναδείκνυε με τον καλύτερο τρόπο τις γραμμές του σώματός της.Δεν το φορούσε συχνά, αυτά δεν επιτρέπονταν εδώ. Μα για ποιον ντυνόταν έτσι; Κι αν κάποιος την έβλεπε να τρέχει προς την παραλία; Τι θα του έλεγε τότε; Η κοινωνία ήταν κλειστή σε μια τόσο μικρή πόλη. Στέναξε αγανακτισμένη κι άφησε στην άκρη το κραγιον της. Ήταν το μοναδικό της κραγιον, της το είχε χαρίσει λίγο καιρό πριν κι αυτό η καλύτερή της φίλη. Είχε χρήματα η ανζελίν μα ήταν συνετή και πήγαινε πολύ συχνά στην εκκλησία. Καθώς έβγαινε από το σπίτι άρχισε να αναρωτιέται μήπως είχε απομακρυνθεί από το θεό τον τελευταίο καιρό. Μα βέβαια, όλα είχαν αλλάξει από κείνη τη μέρα που πρωτοαντίκρυσε τον Ομάρ. Οι περισσότερες παλιές της συνήθιες είχαν παραμερισθεί, εκτός βέβαια από το διάβασμα και τη ζωγραφική. Αυτά δε θα τα εγκατέλειπε ποτέ. Μα το θεό και την εκκλησία… εκείνη πάντα εκεί έτρεχε όταν κάτι τη βασάνιζε από τότε που ήταν παιδί. Κι όταν ερχόταν σε ρήξη με τον πατέρα της, ο οποίος αν και τη λάτρευε δεν την καταλάβαινε πάντα, πάλι εκεί πήγαινε κι άδειαζε κλαίγοντας τον εαυτό της. αΛήθεια, ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε μπει εκεί μέσα; Στάθηκε για μια στιγμή προσπαθώντας να θυμηθεί. Και πράγματι δεν άργησε να τα καταφέρει. Ήταν τότε που κατάλαβε για πρώτη φορά το παιδί μέσα της. Φόβος βαθύς την είχε κυριεύσει και τα πόδια και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Τα είχε παρατήσει όλα κι είχε τρέξει στο γνωστό κι αγαπημένο της καταφύγιο. Την ανζελίν δεν την είχε σκεφθεί ακόμη για να της μιλήσει, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Στην εκκλησία, είχε γονατίσει μπροστά από τις εικόνες κι είχε αφήσει τα δάκρυα ελεύθερα να τρέξουν μα η λύτρωση δεν είχε έρθει. Μόνο όταν ένα βαρύ κι αποφασιστικό χέρι είχε ακουμπήσει στον ώμο της είχε πεταχθεί όρθια. Μπροστά της στεκόταν μια γηραιά κυρία, η νάνση, τη γνώριζε καλά, σχεδόν την είχε μεγαλώσει μαζί με τον πατέρα της αφού η μητέρα της είχε χαθεί πολύ νωρίς. Η μέριλιν δε δίστασε καθόλου. Με μάτια υγρά ακόμη, έπεσε στην αγκαλιά της αρχίζοντας να τραυλίζει ακατάσχετα. Η νάνση την είχε βάλει να καθίσει στο πιο κοντινό κάθισμα που είδε και κάθισε κι εκείνη κοντά της. Έβγαλε από την τσέπη της ένα μεταξωτό μαντιλάκι με άρωμα λεβάντας και της το πρόσφερε ευγενικά, αφού πρώτα της σκούπισε τα μάτια με αργές και στοργικες κινήσεις.
Μόνο όταν η κοπέλα ηρέμησε κάπως άνοιξε το στόμα της να μιλήσει.
-τι είναι αυτό που σε ταράζει τόσο, κόρη μου; Η φωνή της έπεσε με βία σχεδόν πάνω στους τοίχους και η μέριλιν σκίρτησε και πάλι. Μα το χέρι αναπαυόταν ακόμη στον ώμο της. Μίλησε σιγανά ύστερα από λίγο.
-έχω μέσα μου το βάρος της αμαρτίας. Πλανεύτηκα από τη σάρκα, εγώ, που είχα ορκιστεί να μείνω αγνή ως τη μέρα του γάμου μου…
-μη σταματάς, κόρη μου, καμιά αμαρτία δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μη μπορούμε να μιλήσουμε γι’’αυτήν. Πες τα μου όλα.
-ήρθε μέσα από τη θάλασσα, το ήξερα πως θα ερχόταν, φαντάσου, γνώριζα το όνομά του, αλήθεια σου λέω. Δεν ξέρω πως έγινε μα το γνώριζα. Σαν να μου το είχε πει στο αφτί ο άνεμος ένα από κείνα τα ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς μου, όταν κοιτούσα από το παράθυρο τα κορίτσια που πήγαιναν στους χορούς. Γιατί εμένα δε με άφηνε ο πατέρας να πάω, Μόνο μια φορά ήθελα να είμαι εκεί.
-του το έλεγα κι εγώ πως έπρεπε να σε αφήσει μα δεν άκουγε. Έλεγε πως μόνο εσύ του είχες απομείνει από τότε που έχασε τη μητέρα σου. Μα τώρα πια μεγάλωσες, κι αν θέλεις μπορείς να πας στο χορό.
-τώρα είναι αργά. Η μέριλιν κούνησε το κεφάλι με πίκρα. Τώρα έκανα το σφάλμα.
-αν ήταν η αγάπη που σε οδήγησε σε αυτό, τότε δε μιλάμε για σφάλμα κόρη μου. Η γυναίκα έσφιξε τα δάκτυλά της με απόγνωση.
-όχι, καλή μου Νάνση, δεν ήταν μήτε αγάπη μήτε έρωτας αυτό που με έσπρωξε στην αγκαλιά του. Ήταν η τρέλλα, η ορμή, το κύμα, δεν ξέρω. Ίσως να έφταιγαν και τα πινέλα μου που ήταν εκεί δίπλα και με κοιτούσαν, σκέψου, ούτε αυτά δε μπόρεσαν να με συγκρατήσουν. Τα δάκρυα ανέβηκαν και πάλι στα μάτια της αλλά τα έδιωξε πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ένα έντονο κείμενο.
    Ωραία συνεχίζεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: