Η άρπα της Αμάντας

Η ραλκ αφέθηκε με προσπάθεια στα χάδια του άνδρα της. Ήταν οπωσδηποτε πολύ δυνατός, και πώς να μην ήταν αφού κυβερνούσε όλη τη θάλασσα; Αν δεν υπήρχε ο δάλκιρ στο νου της τώρα θα έλιωνε ευτυχισμένη στην αγκαλιά του. Ο δάλκιρ, προσπάθησε να διώξει τη σκέψη του γιατί αυτή θα την πρόδιδε στο θεό σύζυγό της. Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε στο φιλί του που βάθαινε όλο και περισσότερο. Σιγά σιγά ένιωθε το σώμα της να χαλαρώνει στα χέρια του κι η εικόνα του αγαπημένου προσώπου άρχισε να ξεθωριάζει.
-πες μου πως με αγαπάς, απαίτησε ο θεός με το στόμα του κολλημένο πάνω στο δικό της.
-ναι, σε αγαπάω, πολύ, αποκρίθηκε στη στιγμή η ραλκ κολλώντας το σώμα της στο δικό του. Δεν ήθελε να σκέφτεται, δεν έπρεπε.
Ο δάλκιρ πλησίαζε όλο και περισσότερο το παλάτι. Δεν ένιωθε φόβο ούτε ταραχή. Το μόνο που τον κυρίευε ήταν η ακράτητη επιθυμία να σώσει το βασιλιά του και να αποδείξει στη μεγάλη μητέρα τη χρησιμότητά του. Αν όλα πήγαιναν καλά, τότε τα νέα θα έφταναν ως το παλάτι του θεού της θάλασσας,ως τα αφτιά της λατρεμένης του Ραλκ. Ένα ρίγος τον διαπέρασε στη σκέψη της κι ασυναίσθητα έσφιξε στο χέρι τη λαβή του σπαθιού του. Λίγο αργότερα έφτανε μπροστά από την κεντρική πύλη την οποία φρουρούσαν δυο οπλισμένοι στρατιώτες. Σταμάτησε λίγα βήματα μακριά για να μπορέσει να θυμηθεί καθαρά τα λόγια της μεγάλης μητέρας. Κι όταν αυτό έγινε χαμογέλασε ικανοποιημένος. Άρχισε να περπατάει και πάλι ενώ σκεφτόταν τη μαγική φράση που θα τον έκανε αόρατο για τα μάτια των θνητών. Έφτασε κοντά τους και κράτησε την ανάσα του. Εκείνοι φλυαρούσαν μεταξύ τους εντελώς ατάραχοι, ήταν φανερό πως το ξόρκι έκανε τη δουλειά του.
Πέρασε λοιπόν από μπροστά τους και συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις, θα του χρειάζονταν για να μπορέσει να περάσει την πύλη. Με δάχτυλα που έτρεμαν άγγιξε το φυλαχτό της μεγάλης μητέρας και γονάτισε.
Απ’το φεγγάρι ζήτησα να’ρθει στο προσκεφάλι σου… Η αμάντα ξύπνησε και τέντωσε τα αφτιά της. Ήταν δυνατό;
Να σου χαρίσει όνειρα… Αυτό ήταν το τελευταίο τραγούδι που της έμαθε η ρέλια! Λϊγο πριν αποκοιμηθεί προσπαθούσε να το φέρει στο νου της χωρίς όμως αποτέλεσμα εξαιτίας της μεγάλης κούρασης και της έντονης νύστας αλλά τώρα που το άκουγε… Γιατί το άκουγε, δεν υπήρχε αμφιβολία και τη φωνή αυτή θα την αναγνώριζε πάντα, ήταν η ρέλια! Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό της. Το τραγούδι συνεχιζόταν κι όταν τέλειωνε άρχιζε ξανά από την αρχή πλησιάζοντάς την. Μόνο όταν άκουσε ένα ελαφρύ χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου πήρε την απόφαση να σηκωθεί από το κρεβάτι της και να πάει να δει. Με την κίνηση αυτή, η πετσέτα που την τύληγεπριν από κάποιες ώρες έπεσε στο πάτωμα κι η πριγκίπισσα έμεινε εντελώς γυμνήγια μια ακόμη φορα αλλά δε φάνηκε να το αντιλαμβάνεται. Τώρα το τραγούδι ακουγόταν πεντακάθαρα σχεδόν, η ρέλια της τραγουδούσε έξω από το παράθυρο ζητώντας να ανοίξει. Με χέρια που έτρεμαν άνοιξε το τζάμι και μια παγωμένη ριπή ανέμου μπήκε στο δωμάτιο. Μα μαζί με αυτή, μπήκε και η νεράιδα Λίγκρα την οποία φυσικά η νεαρή κοπέλα δεν ήταν σε θέση να δει. Η Λίγκρα που είχε γίνει ένα με τον άνεμο γλίστρησε κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας της και χάθηκε.Μα πριν χαθεί, πρόλαβε να ρίξει μια ματιά στο γυμνό σώμα της κοπέλας, ήταν πανέμορφο. Το χάραξε στη μνήμη της, θα ερχόταν η ώρα να ασχοληθεί και με αυτό.
Η αμάντα ανατρίχιασε από το κρύο κι έκλεισε το παράθυρο. Το τραγούδι είχε σταματήσει το ίδιο ξαφνικά όπως είχε αρχίσει. Έμεινε σαστισμένη τουρτουρίζοντας στη μέση του δωματίου προσπαθώντας να βγάλει Κάποιο νόημα χωρίς όμως να τα καταφέρνει. Όταν κουράστηκε τυλήχτηκε ξανά στη χνουδωτή πετσέτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι ξανά. Καμιά φορά η φαντασία έπαιζε παράξενα παιχνίδια, αυτό το ήξερε κι άλωστε δεν πήγαιναν παρά λίγες μέρες από το θάνατο της ρέλιας. αΛήθεια, πόσο άδικα είχε πεθάνει, ο γιατρός του παλατιου όσες φορές κι αν την εξέτασε δε μπόρεσε να προσδιορίσει την αιτία θανάτου.
Μόνο όταν βρέθηκε μέσα στο παλάτι ο δάλκιρ πίστεψε πως τα είχε καταφέρει. Έμεινε για λίγες στιγμές ασάλευτος, κουβαριασμένος στο πάτωμα να προσπαθεί να βρει την ανάσα του. Τελικά εκείνο το φυλαχτό ήταν πολύ ισχυρό. Έπρεπε να ρωτήσει τη μεγάλη μητέρα ποιος το είχε κατασκευάσει για το χατίρι της. οΙ φήμες έλεγαν πως το φορούσε στο λαιμό της τα τελευταία εκατό χρόνια. Εκείνος πάντως δε μπορούσε να πει με σιγουριά από πότε το θυμόταν. Αμέσως μόλις ένιωσε καλύτερα στάθηκε ξανά στα πόδια του προσπαθώντας να προσανατολισθεί. Βρισκόταν στη δυτική πτέρυγα του παλατιού. Άρχισε να σκέφτεται, το δωμάτιο του βασιλιά, αυτό όπου κοιμόταν τα τελευταία χρόνια ήταν στην ανατολική πτέρυγα. Μόνο σε αυτό είχε κάνει λάθος το μαγικό φυλαχτό αλλά δεν τον πείραζε. Όλα εκεί μέσα ήταν ήσυχα, κανείς δε φαινόταν πουθενά. Σίγουρα αν υπήρχε και κάποιος άλλος πολεμιστής, εχθρός του στέμματος θα τον αντιλαμβανόταν. Η Ραλκ τον είχε διδάξει πώς να οξύνει τη διαίσθησή του κι αυτό τον είχε βοηθήσει σε πολλές και δύσκολες περιπτώσεις. Βεβαιώθηκε πως το σπαθί του κρεμόταν ακόμη στη μέση του κι άρχισε να προχωράει. Είχε διασχίσει κάμποσους διαδρόμους όταν ένιωσε την απειλή. Ωστόσο δε σταμάτησε, αυτή η αίσθηση κινδύνου τον βοηθούσε να προσανατολίζεται. Όσο πιο κοντά έφτανε στην πτέρυγα των βασιλικών διαμερισμάτων τόσο δυνάμωνε. Ήταν φανερό πως κάποιος ήταν πιο γρήγορος από αυτόν. Τάχυνε το βήμα του παρακαλώντας να μην είχε φτάσει πολύ αργά.
Η ραλκ έσφιξε τον άνδρα της στην αγκαλιά της. Ετοιμαζόταν να αγγίξει το τελευταίο όριο της υπέρτατης έξτασης. Λίγες φορές τα είχε καταφέρει να φτάσει ως το τέλος τόσο γρήγορα. Μα αυτή η φορά ήταν εντελώς ξεχωριστή. Το σώμα της ήταν υποταγμένο σε κείνον, παραδωμένο στη θέλησή του. Όχι πως δεν το απολάμβανε αλλά ένα κομμάτι της δεν ήταν εκεί. Πάντα προσπαθούσε να πείθει τον εαυτό της πως ο άνδρας εκείνος ήταν ο δάλκιρ κι αυτό δεν ήταν πάντα τόσο δύσκολο αφού μαζί του δεν είχε φτάσει τόσο μακριά. Όχι πως δεν το ήθελε αλλά γνώριζε καλά ποιες θα ήταν οι κυρώσεις μιας τέτοιας πράξης. Κανείς δε θέλει να τραβήξει πάνω του την οργή ενός θεού και μάλιστα τόσο ισχυρού.
Όταν κατάλαβε τι γινόταν ήταν αργά πια για να αντιδράσει. Ούρλιαζε το όνομά του ξανά και ξανά, έχοντας πεταχθεί από το κρεβάτι. Ένιωθε πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό αλλά δε μπορούσε να το σταματήσει. Το στήθος της πονούσε αφόρητα και μια εικόνα είχε παγώσει μπροστά στα μάτια της. Έβλεπε το δάλκιρ μέσα σε ένα μεγάλο,παράξενο καράβι και γύρω από το σώμα του ήταν κουλουριασμένο ένα τεράστιο φίδι.
Δάαααλκιρ!! Η κραυγή σχεδόν την ξέσχιζε κάνοντας τον πόνο στο στήθος της να δυναμώσει κι άλλο.
Δυο σιδερένια χέρια την άδραξαν βάζοντάς τη να καθίσει στο κρεβάτι και πάλι. Ύστερα ένιωσε το στόμα της να ανοίγει και λίγες σταγόνες από ένα ξανθοκόκκινο υγρό να γλιστρούν στο λαιμό της. Ο ύπνος ΄ήρθε πολύ γρήγορα.όλοι μέσα στο παό λάτι γνώριζαν τις σπάνιες ικανότητές της κι έτσι τα ουρλιαχτά της δεν τρόμαξαν κανέναν. Δε θα ξυπνούσε παρά το επόμενο πρωί.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Πολύ ωραία συνέχεια και με ένα αγωνιώδες τέλος!
    Μου άρεσε πού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: