Η άρπα της αμάντας

Ο νεαρός πολεμιστής έφτασε επιτέλους έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας του βασιλιά. Θα είχε χαθεί το δίχως άλλο αν η μεγάλη μητέρα δεν του έδινε νοερές οδηγίες. το παλάτι ήταν τεράστιο και τουθύμιζε έντονα λαβύρινθο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε εδώ μέσα. Είχε ακούσει πολλά από τα μέλη της αδελφότητας της οποίας μέλος ήταν κι ο ίδιος βέβαια αλλά δεν είχε χρειασθεί να πάρει μέρος σε κάποια αποστολή μέσα στο παλάτι.
Στο παρελθόν μια ομάδα 5 ανδρών από το γειτονικό βασίλειο είχε επιχειρήσει να δολοφονήσει το βασιλιά αλλά η προσωπική του φρουρά τους είχε εξολοθρεύσει έναν έναν. Μα τότε εκείνος ήταν πολύ μικρός και δε γνώριζε καλά την τέχνη του πολέμου. Σπούδαζε ωστόσο και μελετούσε για να γίνει «άγγελος της αλήθειας». Κι όταν τελικά λίγα χρόνια πριν η μεγάλη μητέρα του χάρισε το πρώτο του αληθινό σπαθί, η ραλκ το είχε κοσμήσει με ένα κατακόκκινο ρουμπίνι το οποίο είχε πλήθος μαγικών ιδιοτήτων. Έφερε αυθόρμητα το χέρι του πάνω του και το έσυρε κατά μήκος της επιφάνειας του ώσπου το άγγιξε. Αυτό το άγγιγμα είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσει να χαλαρώνει, πράγμα ανεπίτρεπτο για έναν πολεμιστή.
Η νεράιδα λίγκρα κοιτάχτηκε στο μικροσκοπικό καθρέφτη που κουβαλούσε μαζί της. Αυτό που είδε της άρεσε, ήταν ίδια με εκείνη, ο βασιλιάς δε θα υποπτευόταν τίποτα. Η σκέψη της έφερε γέλια αλλά κατόρθωσε να τα καταπνίξει. Δεν ήταν ώρα για τέτοια τώρα. Έστριψε στον επόμενο διάδρομο κρύβοντας πάλι τον καθρέφτη και τότε τον είδε. Ο πολεμιστής στεκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα χαιδεύοντας απαλά το σπαθί του. Κι αυτή η κίνηση της άρεσε γιατί έκρυβε μέσα της κάποιου είδους τρυφερότητας. Τον πλησίασε χαμογελώντας, ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Σίγουρα η στρίλντα θα ήταν στο πλευρό της.
Ο βασιλιάς είχε ξαπλώσει εδώ και πολλές ώρες αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Κι αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο αφού ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που σκέφτονταν πολύ κι ενεργούσαν μετά από περίσκεψη και σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής και του συμφέροντος. Ωστόσο το βράδυ εκείνο ο ύπνος είχε καθυστερήσει υπερβολικά να έρθει. Αναρωτήθηκε τι ώρα να ήταν κι άπλωσε το χέρι να πιάσει το χρυσό του ρολόι. Το πήρε και κοίταξε κάπως αφηρημένα τους δείκτες. Το ρολόι εκείνο, ήταν δώρο της πρώτης του γυναίκας, της μάρλα. Το κράτησε για λίγες στιγμές ακόμη κι ύστερα το ακούμπησε με προσοχή δίπλα του. Κάτι του έλεγε πως ο ύπνος δε θα ερχόταν εύκολα, πόσο μάλλον τώρα που στη μνήμη του είχε εμφανισθεί εκείνη. Είχε καιρό να τον επισκεφθεί.
Ο δάλκιρ είδε τη γυναίκα να τον πλησιάζει αλλά όπως ήταν φυσικόδεν την αναγνώρισε, αφού δεν είχε δει ποτέ τη βασίλισσα μάρλα. Τράβηξε γρήγορα αλλά αθόρυβα το υπέροχο σπαθί και το έστρεψεπρος εκείνη. Η «μάρλα» γέλασε σιγανά κι ο πολεμιστής το κατέβασε αυτόματα. Μόνο τώρα που ήταν τόσο κοντά του παρατήρησε πόσο όμορφη ήταν. Μελαχρινή, λεπτή με μάτια που άστραφταν καταπράσινα. Ήταν τυληγμένη μέσα σε ένα γαλάζιο πέπλο που τη σκέπαζε από πάνω ως κάτω.
-ποια είσαι; Ρώτησε προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του ουδέτερη. Τι θέλεις εδώ τέτοια ώρα; Ξέρεις που βρίσκεσαι;
Η «μάρλα» τον πλησίασε κι άλλο αλλά πριν κάνει τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν σταμάτησε. Μια γαργαλιστική, υπέροχη μυρωδιά έφτανε στα ρουθούνια της. Δεν της πήρε παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα να καταλάβει τι ήταν.ο νεαρός αυτός δεν ήταν ενάς κοινός θνητός, πριν τη μεταμόρφωσή του ζούσε στον κόσμο των ξωτικών. Ήταν καταπληκτικό το πόσο γρήγορα ένιωσε το σώμα της να ανταποκρίνεταιστις σκέψεις της. Τελικά ο πολεμιστής ήταν τυχερός, αφού η επιθυμία της για το κορμί του θα του χάριζε τη ζωή. Η μυρωδιά του την τρέλαινε
-Ξέρω που βρίσκομαι, νεαρέ μου, ξέρω και τι ώρα είναι. Όσο για το όνομά μου… τι να το κάνεις; Τον πλησίασε κάνοντας τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν κι άπλωσε το χέρι να αγγίξει τα μαλλιά του. Ήταν απαλά, σχεδόν μεταξένια κι αυτό ενίσχυσε την αποφασιστικότητά της. Τον τράβηξε απαλά προς το μέρος της αλλά ο Δάλκιρ θέλησε να την απωθήσει.
-δε μου είπατε ποια είστε και τι κάνετε εδώ, σας παρακαλώ, αφήστε με. Η νεράιδα Λίγκρα δεν έδωσε καμία σημασία στα λόγια του. Αντίθετα, άπλωσε το χέρι της στη μέση του, τραβώντας τη θήκη με το σπαθί. Ο πολεμιστής έκανε να αρπάξει το χέρι της αλλά η κίνηση δεν ολοκληρώθηκε. Το χέρι του κρεμόταν παράλυτο από τον ώμο του. Η Λίγκρα γέλασε ξανά και τον αγκάλιασε ορμητικά. Το άρωμά της είχε την ίδια καταλυτική επίδραση πάνω του. ΆΛωστε δεν θα ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που μαγευόταν από τα κάλη και θέλγιτρά της.
-δεν το βλέπεις κι εσύ πως δεν οφελεί να αντιστέκεσαι;
-έχω μια αποστολή να φέρω εις πέρας. Η φωνή του βγήκε πνιχτή καθώς η νεράιδα πίεζε ελαφρά το πρόσωπό του στο στήθος της.
-τι αποστολή; Κινδυνεύει κανείς ή μήπως ετοιμαζόμαστε για πόλεμο;
-όχι από όσο ξέρω, αλλά έχω ένα μήνυμα για το βασιλιά.
-Τι μήνυμα; Θα του το δώσεις αργότερα. Το δεξί της χέρι γλίστρησε μέσα από τα ρούχα του άνδρα κι ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε μέσα από τα χείλη του τα οποία η νεράιδα έσπευσε να κλείσει με τα δικά της. Το πρόσωπο της ραλκ εμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά του αλλά εκείνη το αντικατέσθησε με το δικό της.
-είμαι… προσπάθησε να πει ο δάλκιρ όταν το φιλί έφτασε στο τέλος του!
-ναι, ξέρω, είσαι πολεμιστής, μα ταυτοχρόνως είσαι κι ένας πολύ πολύ όμορφος άνδρας. Φίλησε τρέμοντας τα μαλλιά του. Να μύριζαν άραγε έτσι τα ξωτικά πάντα;
-λοιπόν είπε παλεύοντας να ανακτήσει έστω και για λίγο ένα μέρος της χαμένης της ψυχραιμίας. έλα μαζί μου.
-πΟύ;
-θα δεις, μη ρωτάς.
-Ξέρεις το παλάτι;
-πολύ καλά.
-και πού θα πάμε;
-κάπου ήσυχα, κάπου πολύ όμορφα μα μη ρωτάς.
-πρέπει… τον φίλησε ξανά.
-όλα θα γίνουν όπως πρέπει μα μη μιλάς άλλο. Τον παρέσυρε μακριά από το δωμάτιο του βασιλιά χαμογελώντας. Τι πείραζε να το διασκεδάσει λίγο; Τα τόσα χρόνια της απομόνωσης κοντά στη στρίλντα είχαν κι αυτά τις συνέπειές τους πάνω της. Σίγουρα εκείνη θα τον ήθελε νεκρό αλλά η νεράιδα είχε μια καλύτερη ιδέα.
Αλήθεια, πόσα χρόνια να είχαν περάσει από τότε που τον είχε επισκεφθεί ξανά στη μνήμη του, έστω και για λίγο; Πέντε, έξι; Δε μπορούσε να θυμηθεί με σιγουριά. Κατέβασε τα πόδια του από το κρεβάτι κι ακούμπησε την πλάτη του σε ένα μαξιλάρι παίρνοντας καθιστή στάση. Τα τελευταία λεπτά είχε αρχίσει να νιώθει κάπως παράξενα. Η θύμιση της μάρλα είχε αρχίσει να τον κυριεύει. Ήρθαν όλα στο νου του αρχίζοντας από εκείνη τη μέρα που την είδε στο ναό. Ήταν η γιορτή προς τιμήν της θεάς στρίλντας. Το άγαλμά της δέσποζε ολόχρυσο στο κέντρο του ναού, ενώ μια ομάδα από 15 κορίτσια, παρθένες σίγουρα, έψαλε έναν υπέροχο ύμνο για κείνη.
Την ξεχώρισε αμέσως τη μάρλα, ήταν η πιο όμορφη. Την είχε κοιτάξει με λαχτάρα κι εκείνη δεν είχε διστάσει στιγμή να του ανταποδώσει το βλέμμα. Εκείνη ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής του. Δε θυμόταν πόσο χρυσάφι είχε απλώσει τους επόμενους μήνες στα πόδια της θεάς για να την πείσει να του την παραχωρήσει. Μα αλίμονο, ήταν για τόσο λίγο… Ωστόσο μπορεί η ευτυχία του να μην είχε κρατήσει πολύ αλλά ήταν από τους τυχερούς που την είχαν αισθανθεί.
Κι όταν εκείνη είχε φύγει, του είχε χαρίσει την αΜάντα.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ωραία συνέχεια, με μια μίξη της αίσθησης του επείγοντως με ένα άρωμα ερωτισμού. Η νεράιδα κάνει του κεφαλιού της βλέπω, για να δούμε αν θα χαλάσει τα σχέδια της Στρίλντα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: