Η άρπα της Αμάντας

Ο δάλκιρ και η Λίγκρα ήταν ξαπλωμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ήταν σίγουρο πως ο νεαρός πολεμιστής δενη ΄ταν σε θέση να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει μαζί της. Πάντως, αυτό που μπορούσε να πει με βεβαιότητα ήταν πως εκείνη τη στιγμή ένιωθε σωματικά τουλάχιστον απόλυτα ικανοποιημένος. Προφανώς το ίδιο ίσχυε και για εκείνη. Του χαμογελούσε δείχνοντας έτοιμη να κοιμηθεί.
-δεν ήταν πολύ όμορφα; Τον ρώτησε καθώς ανασηκωνόταν ύστερα από λίγο. Η νύστα είχε χαθεί από τα μάτια της. Τη μιμήθηκε προσπαθώντας να επανέλθει στην πραγματικότητα και να θυμηθεί που βρισκόταν.
Τώρα που η ερωτική επιθυμία είχε κορεσθεί, ήταν πολύ πιο εύκολο για τη μνήμη να κάνει τη δουλειά της. Όλα ήρθαν στο νου του αυτόματα. Τα μάτια του άστραψαν καθώς πεταγόταν όρθιος.
-θέλησες να με αποπλανήσεις, γρύλισε τραβώντας τη να σηκωθεί κι εκείνη.
-ήξερες πως ο βασιλιάς κινδύνευε, σίγουρα ήσουν μέσα στο σχέδιο και θέλησες να εμποδίσεις εμένα που ερχόμουν για τη σωτηρία του. Ποιος σε έστειλε; Και ποια είσαι επιτέλους;
-πρέπει να νιώθεις χαρούμενος για τις στιγμές που πέρασες μαζί μου. Η λίγκρα άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε το κεφάλι του.
-Ξέχνα το βασιλιά σου τώρα, μια νέα ζωή αρχίζει από σήμερα για σένα.
-τι μου λες; Έσκυψε να πάρει το σπαθί του. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ένιωσε κάτι μεταλικό και κρύο να ακουμπά το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Την επομενη στιγμή έπεφτε στη γή, πάνω στο σπαθί του, το οποίο ευτυχώς ήταν ακόμη αχρησιμοποιήτο μέσα στη θήκη του, έχοντας χάσει τις αισθήσεις του.
Η λίγκρα έσκυψε από πάνω του και του χάιδεψε ξανά τα μαλλιά. Δε θα μπορούσε πια να ζήσει χωρίς αυτή τη μυρωδιά. Τον σκέπασε με τα ρούχα του κι ύστερα άρχισε να φοράει και το δικό της πέπλο. Τώρα άρχιζε το δεύτερο και κρισιμότερο μέρος της δικής της αποστολής.
Η μεγάλη μητέρα των θεών ένιωσε το πνεύμα προτού καλά καλά ακούσει τα λόγια του. Είχε πάρει και πάλι τη μορφή του ξωτικού για να μπορεί να κινείται πιο ελεύθερα κι έτσι το πνεύμα τη βρήκε μέσα στο δάσος. Το καλωσόρισε αμέσως και του ζύτησε να της μιλήσει. Το πνεύμα συστήθηκε κι εξήγησε πως ήταν η ψυχή ενός κοριτσιού που είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν, προσπαθώντας να σώσει τον αγαπημένο της. Κι ύστερα όταν εκείνη έδειξε πως το καταλάβαινε συνέχισε λέγοντας πόσο πολύ έμοιαζε στο δάλκιρ ο αγαπημένος της. Το ξωτικό τινάχτηκε, κάνοντας τα φύλλα γύρω του να αρχίσουν έναν τρελό κυκλικό χορό. Μόλις κατάλαβε πως το πνεύμα εκείνο ανήκε στην ομάδα προστασίας του νεαρού. Προσπάθησε να ηρεμήσει, καθώς ζητούσε από το πνεύμα να συνεχίσει να μιλάει στη γλώσσα του κι εκείνο το έκανε πρόθυμα. Εξήγησε πως η επιβίωση του δάλκιρ αποτελούσε το λόγο της ύπαρξής του και πως κάθε φορά που αυτό ήταν δυνατό, τον ακολουθούσε για να τον προστατεύει. Το ίδιο είχε κάνει κι αυτό το βράδυ μόνο που συνέβαιναν πολύ περίεργα πράγματα. Ως τη στιγμή που ο δάλκιρ μπήκε στο παλάτι όλα είχαν κυλήσει φυσιολογικά. Τα ξόρκια και το φυλαχτό της θεάς δεν τους είχαν απογοητεύσει. Ωστόσο από τη στιγμή που πλησίασε τα βασιλικά διαμερίσματα το πνεύμα άρχισε να χάνει επαφή μαζίτου. Όχι πως ο πολεμιστής γνώριζε πως ήταν εκεί και τον πρόσεχε, πόσο μάλλον τώρα που ήταν άνθρωπος αλλά ήθελε να τον προστατεύει.
Ωστόσο μια γυναίκα πανέμορφη κι αποφασιστική τον είχε πλησιάσει κι από εκείνη τη στιγμή ο,τι κι αν έκανε το πνεύμα για να βρεθεί κοντά του δεν έφερνε αποτέλεσμα. Λες και κάποια δύναμη το εμπόδιζε. Κάθε φορά που τον εντόπιζε κάτι το απωθούσε, διώχνοντας το προς τα πίσω. Κι αυτό ήταν παράξενο αφού οι δυνάμεις του συγκεκριμένου πνεύματος ήταν μεγάλες.
Η μεγάλη μητέρα άκουγε χωρίς να τολμά να διακόψει αλλά το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Μόνο μια θεά θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Μόνο η στρίλντα γνώριζε την κάθε τους κίνηση.
Ευχαρίστησε το πνεύμα δίνοντας του την υπόσχεση πως θα φρόντιζε το δάλκιρ, αλλά πριν φύγει από το δάσος του ζήτησε να συγκεντρώσει όλη την ομάδα των προστατών του. Θα τους χρειαζόταν όλους.
Μπήκε πιο βαθιά στο δάσος κι άρχισε να υφαίνει τα ξόρκια της. Η λίγκρα, γιατί αναμφίβολα για αυτήν επρόκειτο, δεν ήταν καθόλου εύκολος αντίπαλος. Μισή ώρα αργότερα ένιωθε εντελώς αποκαμωμένη αλλά γνώριζε πως είχε κάνει ο,τι καλύτερο μπορούσε. Το μόνο που της έμενε τώρα, ήταν να περιμένει.
Δυο ελαφρά χτυπήματα στην πόρτα του δωματίου έκαναν το βασιλιά να πεταχθεί όρθιος. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αρπάξει ένα ξιφίδιο που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα στο ρολόι. Έτρεξε προς την πόρτα.
-Ποιος είναι; Η φωνή του ακουγόταν τραχιά από τις τόσες ώρες της αγρύπνιας.
-Άνοιξέ μου, είπε η λίγκρα μιμούμενη τέλεια τη φωνή της μάρλα. Τα γόνατα του βασιλιά λύθηκαν και το ξιφίδιο έπεσε από τα χέρια του κάνοντας έναν ξερό κρότο.
-δεν τα χρειάζεσαι τα όπλα, τον διαβεβαιώσε η νεράιδα μισοχαμογελώντας.
-Ποια είσαι;
-Ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι. Άνοιξέ μου λοιπόν, δε θέλεις να με δεις; Δεν είναι κρίμα να ζω μόνο στις αναμνήσεις σου;
-μάρλα; Δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις. Η φωνή του ανέβηκε κάμποσους τόνους καθώς ανασηκωνόταν.αΚούμπησε το χέρι του στο χερούλι της πόρτας παραλείποντας να πιάσει το ξιφίδιο.
-αν θέλεις μπορείς να με δεις, να με αγγίξεις, μα δε θα περιμένω για πολύ. Ήρθα για λίγο από το δικό μου κόσμο και σε λίγες ώρες θα πρέπει να επιστρέψω εκεί. Σκέψου κι αποφάσισε.
Ο βασιλιάς ξεκλείδωσε σαν υπνοτισμένος και την είδε να διασχίζει το δωμάτιο. Έπεσε στην αγκαλιά του πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη.
Τα χέρια του τυλήχθηκαν γύρω στη λεπτή της μέση κι άρχισαν να τη σφίγγουν δυνατά. Η ανάσα της νεράιδας κόπηκε αλλά το απόλαυσε. Τώρα την καταλάβαινε τη στρίλντα που για χατίρι του πρόδωσε τους άλλους θεούς.
Είσαι στ’αλήθεια εσύ; Χαλάρωσε το σφίξιμο και πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του.
-Βέβαια, εγώ. Δε με βλέπεις;
-είσαι πανέμορφη. Τη φίλησε σχεδόν βίαια.
-Μα από πού έρχεσαι; Γιατί με εγκατέλειψες;
-από έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από το δικό σου μα μη ρωτάς πιο πολλά. Έχουμε στη διάθεσή μας μόλις μισή νύχτα, δε θέλεις να την εκμεταλευτούμε; Χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του. Λϊγες στιγμές αργότερα ο βασιλιάς τη μετέφερε στο μεγάλο κρεβάτι.
Λίγο πριν την ξαπλώσει στα πουπουλένια σκεπάσματα η Λίγκρα άπλωσε το χέρι κι άρπαξε το πεταμένο ξιφίδιο. Τότε ένιωσε για πρώτη φορά τονπόνο. Ήταν βαθύς, το στήθος της συνθλιβόταν. Έσφιξε τα δόντια κι έκρυψε το όπλο κάτω από το μαξιλάρι. Ο βασιλιάς ξάπλωσε δίπλα της και την τράβηξε ξανά πάνω του.
-πόσο σου έλειψα;
-πολύ, πάρα πολύ. Άρχισε να χαιδεύει την πλάτη της. Ο πόνος στο στήθος της όλο και δυνάμωνε, αυτό δεν ήταν φυσιολογικό. Κάποιος την είχε αντιληφθεί και προσπαθούσε να την εμποδίσει.
Έπρεπε λοιπόν να δράσει γρήγορα, αυτή τη φορά δεν υπήρχε χρόνος για απόλαυση. Πήρε το ξιφίδιο ενώ με το ελεύθερο χέρι της αγκάλιαζε το βασιλια.
-κι εμένα μου έλειψες πολύ. Άγγιξε με τα χείλη της τα δικά του, πολύ τρυφερά ενώ ακουμπούσε τη λάμα στην πλάτη του. Εκείνος δεν ένιωσε το κρύο άγγιγμα του θανάτου, η μάρλα ήταν εκεί, θα περνούσε μαζί της κάποιες ώρες, μόνο αυτόείχε σημασία.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Υπέροχη συνέχεια! Η Λίγηκρα έχει σίγουρα μια ροπή στην ηδονή αλλά ξεγελάει τους πάντες. Μου αρεσε πολύ η ιδέα με το πνεύμα του κοριτσιού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: