η άρπα της Αμάντας

Τα πνεύματα συγκεντρώθηκαν γύρω από την αρχηγό. Κανένα δε μίλησε πρώτο αν κι όλα ήθελαν να το κάνουν. Εκείνη έπαιρνε τις αποφάσεις κι εκείνη κρατούσε τα κλειδιά της επικοινωνίας μαζί τους. Όταν μίλησε στην άηχη γλώσσα τους κατάλαβαν πως οι χειρότεροι φόβοι τους επαληθεύονταν ήδη.
-ο νεαρός δάλκιρ δεν επικοινωνεί μαζί μου. Δεν ανταποκρίνεται σε κανενός είδους ερέθισμα. Εσεις; Κάνατε όλοι την προσπάθειά σας;
Ένα ένα τα πνεύματα το επιβεβαίωσαν.
-τότε είναι φανερό πως κάτι κακό του συνέβη. Πριν λίγο μίλησα και με τη μεγάλη θεά των ξωτικών. Δυστυχώς ούτε εκείνη είναι σε θέση να επικοινωνήσει μαζί του για να τον βοηθήσει.
-και τι κάνουμε τώρα; Ήταν το πνεύμα ενός άνδρα που είχε πεθάνει πολεμώντας σε μια επιδρομή ληστών στο βασίλειο τριάντα χρόνια πριν.
-μόνο μια λύση βλέπω, αποκρίθηκε η αρχηγός σκορπώντας κύματα γλυκιάς γαλήνης τριγύρω. Μόνο η αγάπη μπορεί να βοηθήσει, αν δεν είναι ήδη αργά δηλαδή.
-αναφέρεσαι στην προικισμένη νεαρή ραλκ; Μίλησε ξανά το πνεύμα του άνδρα.
-ακριβώς. Το ξέρω βέβαια πως είναι παντρεμένημα όλοι γνωρίζετε πως έχει χαρίσει την καρδιά της στο Δάλκιρ.
-Αναμφίβολα οι μοίρες την προίκισαν με όλα όσα της χρειάζονται για να παίξει το δικό της ρόλο στη διαμόρφωση της νέας πραγματικότητας αλλά τι θα μπορούσε να κάνει από το παλάτι της; Είναι σχεδόν φυλακισμένη εκεί κάτω. Αν είναι να βοηθήσει το νεαρό τότε θα πρέπει να δραπετεύσει, έτσι δεν είναι;
-ακριβώς έτσι είναι, έχω ένα σχέδιο. Εγώ δε μπόρεσα να ζήσω όσα ήθελα, εκείνη όμως πρέπει να τα καταφέρει. Και με αυτά τα λόγια διέλυσε την ομάδα.
Ο δάλκιρ άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να προσανατολισθεί. Του πήρε ελάχιστες στιγμές να καταλάβει πως ήταν ακόμη στο ίδιο δωμάτιο εκεί όπου τον είχε αφήσει η γυναίκα. Ανασηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται. Το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει στο δωμάτιο του βασιλιά, είχε χάσει βέβαια την αίσθηση του χρόνου πιστεύοντας πως είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτάαπό την αναχώρησή της. Έτοιμος πια, ζώστηκε το σπαθί και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Δοκίμασε να την ανοίξει αλλά εκείνη ήταν κλειδωμένη και το κλειδί έλειπε από την κλειδαριά. Ωστόσο αυτό δεν τον ανησηχούσε ιδιαίτερα αφού γνώριζε το κόλπο της συρίκνωσης. Γονάτισε κι έπιασε με προσοχή το φυλαχτό της μεγάλης μητέρας. καθώς το χάιδευε τα μαγικά λόγια έρχονταν στο νου του. Σιγά σιγά ένιωσε το σώμα του να συρικνώνεται και σύντομα είχε το μέγεθος του χεριού ενός παιδιού. Αλλά ξαφνικά το ξόρκι σταμάτησε κι ο Δάλκιρ έμεινε εκεί ασάλευτος σε αυτό το μέγεθος. Μια βρισιά ξέφυγε από τα χείλη του κι αυτό τον έκανε να θυμώσει με τον εαυτό του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβριζε με τέτοιον τρόπο. Μα ποιος είχε τη δύναμη να σταματήσει το ξόρκι; Τότε ένιωσε κάποιον να τον σηκώνει και να τον ρίχνει σε ένα σκοτεινό μέρος.
-Μη φοβάσαι και μη φωνάζεις, ήταν η φωνή της. Θα πάμε ένα ταξίδι πολύ μακρινό αλλά θα περάσουμε πολύ όμορφα.
-τι έκανες στο βασιλιά;
-ο βασιλιάς μας μόλις πέρασε στη σφαίρα της ανυπαρξίας.
-πώς τόλμησες; Άρχισε να χοροπηδάει μέσα από το πέπλο της νεράιδας αλλά εκείνη το συγκράτησε.
-Ήθελες να φύγεις από εμένα; Πού θα πήγαινες; Στους φίλους σου; Θα αποκτήσεις άλλους, πιο ισχυρούς.
-δε θέλω, άφησε με… Η φωνή του πνίγηκε καθώς εκείνη του έκλεινε το στόμα.
-Μη φοβάσαι, θα δεις τι ωραία θα περάσουμε. Βγήκε από το παλάτι και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα άρχισε την κάθοδό της. Η Στρίλντα την περίμενε.
Η ραλκ ξύπνησε το επόμενο πρωί με το σώμα της μουδιασμένο. Το κεφάλι της πονούσε και τα μάτια της ήταν υγρά όταν τα άνοιξε. Προσπάθησε να ανακαθίσει στο κρεβάτι αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν πολύ αδύναμη. Έφερε στο νου της τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας και τότε τα θυμήθηκε όλα καθαρά. Έκανε έρωτα με τον άνδρα της όταν τη συγκλόνισε εκείνη η καταραμένη αίσθηση του κινδύνου. Κι αυτός που κινδύνευε ήταν ο δαλκιρ. Η σκέψη της έφερε πόνο και σύντομα άρχισε να κλαίει. Αφού όλα αυτά έγιναν χθες τη νύχτα τώρα ήταν πολύ αργά για να επέμβει με κάποιο τρόπο. Παρόλ’αυτά πίεσε τον εαυτό της και τελικά κατόρθωσε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι. Ένωσε τα χέρια της και προσπάθησε να εστιάσει στα γεγονότα που είχε δει.
Ωστόσο λίγο αργότερα διαπίστωσε πως ένα παράξενο πέπλο κάλυπτε τον αγαπημένο της κι αυτό την παραξένεψε αφού ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν αντιμετόπιζε τέτοιου είδους προβλήματα μαζί του. τώρα ο Δάλκιρ φαινόταν απρόσιτος, δε μπορούσε να τον δει σχεδόν καθόλου. Η τελευταία φορά που τον είχε δει καθαρά ήταν χθες το βράδυ όταν ακόμη βρισκόταν στην αγκαλιά του άνδρα της. Η ανάμνηση την τάραξε ακόμη περισσότερο. Ο δάλκιρ ήταν καθισμένος ανάμεσα σε δυο γυναίκες μέσα σε κείνο το καράβι, κι άλλες σκηνές έρχονταν τώρα στο νου της αλλά όλα αυτά αφορούσαν τη νύχτα που μόλις είχε περάσει.
Οποιαδήποτε προσπάθεια να μεταφερθεί στο παρόν ή στο μέλλον έπεφτε στο κενό κι αυτό τη βύθισε σε μαύρη θλίψη.
Το πνεύμα αρχηγός διάλεξε αυτή ακριβώς τη στιγμή για να της μιλήσει. Η ραλκ που πάντα τα πήγαινε περίφημα με τα πνεύματα σταμάτησε να κλαίει και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε όσα της έλεγε.
Το πνεύμα ανέφερε την ταυτότητά του κι ύστερα της μίλησε για τους προστάτες του δάλκιρ. Η ραλκ είχε ακούσει από τη μεγάλη μητέρα για την ύπαρξη αυτής της ομάδας αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που δεχόταν την επίσκεψη ενός τέτοιου είδους πνεύματος. Όταν κατάλαβε πως κανείς δε μπορούσε να επικοινωνήσει με το δάλκιρ χλώμιασε κι άρχισε και παλι να τρέμει αλλά το πνεύμα τη διαβεβαίωσε πως αν ο δάλκιρ δε βρισκόταν πια στη ζωή και η ίδια θα το έβλεπε ολοκάθαρα και η δική του ομάδα θα είχε διαλυθεί αυτόματα αφού δε θα υπήρχε πια λόγος να υπάρχει. Αυτό καθησύχασε κάπως το ξωτικό. Αφού ζούσε, θα τον έβρισκε.
Τότε ήταν που ρώτησε το πνεύμα αν είχε κάποιο σχέδιο δράσης κι αυτό άρχισε να της εξηγεί. Κάθε τόσο εκείνη επιδοκίμαζε και το συμπλήρωνε όσο καλύτερα μπορούσε. Δε χρειάστηκε να τη ρωτήσει το πνεύμα αν θα δεχόταν να ρισκάρει τη ζωή της προκειμένου να σώσει τον αγαπημένο της. Θα έφευγε αμέσως μόλις ρύθμιζε όλες τις λεπτομέρειες. Το μόνο που ήθελε πριν, ήταν να συναντηθεί για μια τελευταία φορά με τη μεγάλη μητέρα. Αυτή θα είχε να της δώσει πολλές συμβουλές και θα την εφοδίαζε και με κάποιο καλό ξόρκι. Η ίδια δε γνώριζε και πολλά από αυτά. Είχε μάθει να στηρίζεται κυρίως στις πνευματικές τις ικανότητες. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους όλοι στον κόσμο των ξωτικών τη θεωρούσαν πολύτιμη.
Το πνεύμα την άφησε μόνη όταν βεβαιώθηκε πως είχε καταλάβει αυτά που είχε έρθει να της πει.
Όταν έμεινε μόνη η ραλκ άρχισε να υφαίνει το πρώτο της ξόρκι. Ήξερε καλά πως δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες να φτιάξει γύρω της μια προστατευτική ασπίδα αλλά έπρεπε να προσπαθήσει, αλλιώς δε θα μάθαινε ποτέ να το κάνει αυτό.
Τότε ήταν που η πόρτα πίσω της άνοιξε και στο δωμάτιο μπήκε ο σύζυγός της. Η ραλκ τον χαιρέτισε χαμογελώντας και σηκώθηκε για να τον καλοδεχθεί. Δεν έπρεπε να υποψιασθεί τίποτα για τα σχέδιά της διαφορετικά δε θα την άφηνε στιγμή μόνη.
-καλημέρα της είπε φιλώντας τη τρυφερά στο μέτωπο. Είσαι καλά σήμερα;
-ναι, ακόμη λίγο αδύναμη αλλά καλά. Σεανησύχησα χθες ε;
-πΟλύ, ακόμη δεν το έχω συνηθίσει εντελώς αυτό που γίνεται… καταλαβαίνεις αλλά έπραξα το σωστό. Σου έδωσα το φίλτρο. Κι έτσι κοιμήθηκες.
-σε ευχαριστώ, αν δεν το έκανες δε θα έκλεινα μάτι. Κάθισε δίπλα της.
-Κι αφού είσαι καλύτερα πες μου, ποιος είναι αυτός ο δαλκιρ;

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Μας έκοψες πάνω στο καλύτερο!
    Ωραία συνέχεια, ο Δάλκιρ έχει μπλέξει άσχημα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: