Archive for Δεκέμβριος 2010

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Δεκέμβριος 5, 2010

Οι επόμενες ώρες ήταν μαγικές, δε θα τις ξεχνούσε ποτέ. Μάθαινε πράγματα που δεν ήξερε πως υπήρχαν. Κι εκείνος εξακολουθούσε να της μιλάει, σχεδόν χωρίς διακοπή, ενώ καθοδηγούσε το σώμα της. Κάποτε τη ρώτησε αν μετάνιωνε που είχε έρθει να τον βρει κι εκείνη βιάστηκε να τον διαβεβαιώσει πως λίγες φορές είχε νιώσει τόσο καλά. Δε θα το μετάνιωνε ποτέ.
Κι ήρθε κι η δεύτερη νύχτα, κι ο Ομάρ άρχισε να μιλάει και πάλι για την αφρική. Η μέριλιν τον είχε παρακαλέσει να την πάρει μαζί του αλλά εκείνος είχε αρνηθεί αμέσως. Δεν ήταν για κείνη η θάλασσα. Έτσι της είπε.
-θα είσαι απασχολημένη εδώ, μην αμφιβάλεις. Άλωστε θα έρθω να σε βρω σε λίγα χρόνια. Τότε εκείνη είχε γελάσει νευρικά.
Μα πώς μιλούσε έτσι για τα χρόνια; Πόσο θα άντεχε να τον περιμένει; Για ώρα μάλωναν, προσπαθώντας να πείσουν ο ένας τον άλλον προβάλλοντας επιχειρήματα. Τελικά όταν ο Ομάρ θέλησε να την τραβήξει και πάλι στην αγκαλιά του εκείνη τον είχε χτυπήσει με λύσσα κι είχε πεταχτεί όρθια. Εκείνος ξαφνιάστηκε και προσπάθησε ξανά. Αλλά ήταν νέα και γρήγορη. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε φορέσει το φόρεμά της κι είχε φτάσει στο άνοιγμα της σπηλιάς που μέχρι λίγο πριν ήταν το βασίλειό της.
-δε θέλω να σε ξαναδώ, του είχε φωνάξει βγαίνοντας. Αφού είναι να σε χάσω δε θέλω να σε ξαναδώ. Μη με ψάξεις πια. Ο άνεμος θα σβήσει από τη μνήμη μου το όνομά σου, έτσι όπως το έφερε σε εμένα.Εκείνος όμως την πρόλαβε.
-Δε θα με ξεχάσεις, δε μπορείς τώρα πια.
-Γιατί;
-γιατί με έχεις μέσα σου. Τότε δεν είχε καταλάβει, μα δε θα αργούσε.
Είχε βγει από τη σπηλιά χωρίς να του πει τίποτα άλλο. Ωστόσο η δική του φωνή έφτανε εύκολα ως τα αφτιά της. Έλεγε πως θα τη συναντούσε ξανά, πως θα την έπαιρνε μαζί του. πΙο πολλά δε μπόρεσε να ακούσει γιατί άρχισε να τρέχει με όλη της τη δύναμη για να απομακρυνθεί από κείνη τη φωνή.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Δεκέμβριος 3, 2010

9.
-Πού πάμε;
-στη σπηλιά που θα γίνει για αυτή τη νύχτα το βασίλειό σου. Κι άλωστε εκεί σε περιμένουν τα πινέλα σου.
-τα μάζεψες χθες;
-Ναι, φυσικά. Ξέρω πόσο τα αγαπάς.
-Μα τότε, είδες και τη ζωγραφιά, έτσι δεν είναι;
-Βέβαια, την είδα.
-Σου άρεσε;
Της χάιδεψε τα μαλλιά, με ένα χάδι σχεδόν κτητικό που τάραξε το κορμί της κι έφτασε ως την ίδια της την ψυχή.
-Ήταν πολύ όμορφη. Δεν ξέρω πως τα κατάφερες να με φτιάξεις έτσι, εγώ είμαι σκληρός, σχεδόν γέρος.
-σε έφτιαξα όπως ακριβώς είσαι. Εντάξει, δε μοιάζεις με πρίγκηπα αλλα δεν πειράζει. Του χαμογέλασε φευγαλαια.
Εκείνος μίλησε πιο σιγά από ο,τι συνήθιζε και η Μέριλιν κατάλαβε πως κάτι σημαντικό θα έβγαινε από τα χείλη του.
-Θα μου τη χαρίσεις τη ζωγραφιά;
-Μα αυτό δε μπορώ να το κάνω.
-γιατί όχι;
-θέλω να την έχω μαζί μου, να σε θυμάμαι αφού θα φύγεις.
Γέλασε και την τράβηξε μαζί του. Είχαν φτάσει στη σπηλιά. Έσκυψε για να μπει και την πήρε στην αγκαλιά του. Πόσο ωραία ήταν η αίσθηση αυτή. Δεν ήθελε να τελειώσει, κρατούσε και την ανάσα της.
-Μην ανησυχείς, είπε αποθέτοντάς τη πάνω σε μια ψάθα. Ελπίζω πως θα σου δώσω κάτι άλλο για να με θυμάσαι ώσπου να επιστρέψω. Κάτι πιο σημαντικό από μια ζωγραφιά, ακόμη κι αν είναι τόσο όμορφη όσο η δική σου. Την τράβηξε κάτω από την ψάθα και την έφερε στα χείλη του.
-Μα τι θα μου δώσεις;
-θα το δεις, θα το μάθεις.
-Πότε;
-όταν έρθει η ώρα. Μα πρώτα πες μου, θα μου τη χαρίσεις, σε παρακαλώ, της έπιασε σφιχτά και τα δυο χέρια φέρνοντας τα στο πρόσωπό του.
-Είναι δική σου. Η φράση γλίστρησε αβίαστα από το λαιμό της κι εκείνος φίλησε τη ζωγραφιά και την έκρυψε και πάλι στην προηγούμενη της θέση.
-Σε ευχαριστώ πριγκίπισσα, θα σου το ανταποδώσω αυτό. Την πήρε ξανά στην αγκαλιά του κι άρχισε να τη χαιδεύει στα μαλλιά και στο πρόσωπο.
Εκείνη δε σάλευε, απολαμβάνοντας όσα ένιωθε για πρώτη φορά.
-Με φοβάσαι ακόμη;
-κάπως λιγότερο. Η απάντηση φάνηκε να τον ικανοποιήσε. Έτσι, έφερε σιγά σιγά το πρόσωπό του κοντά στο δικό της τόσο που τα χείλη τους απείχαν ελάχιστα πια. Η ανάσα του μύριζε θάλασσα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε τότε η Μέριλιν.
-Ο κύκλος, είπε ψιθυριστά, είναι το πιο ανεξιχνίαστο, το πιο μαγικό μα και το πιο σκοτεινό σχήμα. Ετοιμάζεται να μας ρουφήξει μέσα του. Τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά της που ήταν λεία μα άκαμπτα. Τα άνοιξαν με κάποια προσπάθεια. Για μια στιγμή ένιωσε να πνίγεται μα σύντομα η αίσθηση αυτή χάθηκε για να δώσει τη θέση της σε ένα πλήθος άλλες, πιο ευχάριστες κι έντονες. Χωρίς να καταλαβαίνει τι έκανε, τύληξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του άνδρα που σταμάτησε να τη φιλάει.
-αν σκοπεύεις να με πλανέψεις για να μη φύγω, φοβάμαι πως δε θα δυσκολευτείς να το πετύχεις. Εκείνη δεν απάντησε, πάσχιζε να βρει την ανάσα της. Έτσι, μίλησε ξανά ο Ομάρ.
-Ίσως και να χαρίσω στον κύκλο μια μέρα ακόμη, κι έτσι να έχουμε μια μέρα και δυο νύχτες. Τι λες;
-δεν, δεν ξέρω.
-Θα μάθεις, μην ανησυχείς. Μια πριγκίπισσα πρέπει να τα ξέρει όλα ακόμη κι αν αυτός που της τα μαθαίνει είναι ένας απλός υπηρέτης της, ένας φτωχός ταξιδευτής. Τη φίλησε ξανά με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό. Το φιλί ήταν πιο έντονο κι απαιτητικό κι αυτό την τρόμαξε. Τραβήχτηκε με κόπο για να τον κοιτάξει.
-Πας πολύ γρήγορα, είπε με φωνή σπασμένη.
Την πλησίασε γνέφοντας καταφατικά.
-έχεις δίκιο, το λάθος ήταν δικό μου, βιάστηκα. Θα επανορθώσω αμέσως αν μου το επιττρέψεις.
-δεν ξέρω, αυτό που έγινε δε μου άρεσε.
-Μα τότε δε θα ξαναγίνει. Γονάτισε πάλι δίπλα της και αργά κι απρόσμενα άρχισε να της τραγουδάει. Εκείνη όμως δεν αιφνηδιάστηκε, αντίθετα, ακούμπησε με προσοχή το κεφάλι της στον ώμο του κι άρχισε να χαλαρώνει.
Μόνο όταν σταμάτησε βρήκε τη δύναμη να του μιλήσει.
-το ξέρω αυτό το τραγούδι, μου το έλεγε ο πατέρας μου.
-Σε αγαπούσε πολύ, είμαι σίγουρος. Κι εγώ σε αγαπάω, κι ας μην το πιστεύεις, κι ας μην το καταλαβαίνεις. Θα το δεις, θα το δεις. Τα χέρια του μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά της κι εκείνη αναστέναξε, τώρα ένιωθε πολύ καλύτερα. Έτσι, ο Ομάρ την αγκάλιασε πολύ προσεκτικά κι απαλά, με το σώμα του μόλις να αγγίζει το δικό της. Άρχισε να της τραγουδάει ξανά, σταματώντας πότε πότε για να αγγίξει με τα χείλη του τα δικά της όχι για να τα ανοίξει, μα για να τα χαιδέψει, πολύ απαλά.
Χρειάστηκε να περάσει όλη εκείνη η νύχτα και να έρθει το ζεστό πρωινό για να βγει το φόρεμά της αλλά εκείνος δε φάνηκε να ενοχλείται. Μόνο όταν στη συνηθισμένη του ερώτηση αν δηλαδηή τον φοβόταν πήρε απάντηση πως όχι άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά. Ωστόσο τώρα δεν τραγουδούσε, μόνο της μιλούσε για τα ταξίδια του και για τις περιπέτειές του. Κι εκείνη τον άκουγε άπληστα μην τολμώντας να τον διακόψει ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να ελέγξει το σώμα της, που αντιδρούσε παρράξενα στο άγγιγμά του. Και μόνο αφού είδε πως η πίεση γινόταν αφόρητη, τον διέκοψε, για να τον αγκαλιάσει πιο σφιχτά. Εκείνος γέλασε σύντομα και της πρόσφερε τα χείλη του.