Archive for Φεβρουαρίου 2011

Σεμίρα

Φεβρουαρίου 28, 2011

Κεφάλαιο πρώτο
Η σεμίρα σταμάτησε να παίζει, σβήνοντας με αριστοτεχνικό τρόπο την τελευταία φράση του τραγουδιού. Τα δάκρυα που ως τότε τα συγκρατούσε με αφάνταστη δυσκολία βρήκαν την ευκαιρία να βγουν στην επιφάνεια και να στολίσουν τα μάγουλά της.
-Όχι, κόρη μου, μην το κάνεις αυτό, σε παρακαλώ.
Η φωνή της άρρωστης γυναίκας ακούστηκε πολύ αχνά.
-δε θέλω να κλαις, δε σου αξίζει, η φωνή σου είναι τόσο γλυκιά! Σε ικετεύω, έλα εδώ, και σκούπισε αμέσως τα μάτια σου. Δε θέλω να είναι αυτή η τελευταία μου ανάμνηση από εσένα.
Η κοπέλα ρίγησε αλλά πάλεψε με τα δάκρυα και κατόρθωσε να τα πνίξει.
Άφησε στην άκρη ευλαβικά σχεδόν το λαούτο της και σηκώθηκε. Πλησίασε το στενό κρεβάτι και γονάτισε εκεί, αγκαλιάζοντας το λεπτό ταλαιπωρημένο σώμα της γυναίκας.
-Μαμά, μη λες τέτοια λόγια, δε θα πάθεις τίποτα. Ο γιατρός είπε πως θα περάσει. Θα κάνεις υπομονή και θα…
-σεμίρα, μη μου λες ψέματα, ξέρω τι με περιμένει. Το τέλος για μένα είναιπολύ κοντά, προσπάθησε να το δεχθείς για να συνεχίσεις τη ζωή σου όσο πιο φυσιολογικά μπορείς.
Η Σεμίρα ένιωσε πάλι δάκρυα να ανεβαίνουν στο λαιμό της αλλά ήξερε πως δε θα υπέκυπτε σε αυτά. άρχισε να χαιδεύει με αφάνταστη στοργή το πρόσωπο της μητέρας της. Ήταν ιδρωμένο, γεμάτο ρυτίδες, με μάγουλα σκαμμένα από την αρρώστια.
-Θα κάνω ό,τι μου πεις, μαμά, μουρμούρισε σιγανά, μιλώντας πιο πολύ στον εαυτό της.
-αυτό το τραγούδι που έπαιξες πριν λίγο ήταν ό,τι καλύτερο άκουσα τους τελευταίους μήνες. Είναι σαν να γράφτηκε για σένα.
Ένα ελαφρύ κοκκίνισμα απλώθηκε στα μάγουλα της νέας. Η μητέρα της έπαιζε και η ίδια κάποτε, κι αγαπούσε πολύ αυτό το όργανο. Βέβαια δεν ήταν αυτή η τέχνη της αλλά με τα χρόνια είχε αποκτήσει άριστη σχέση μαζί του. Όλες οι γυναίκες της οικογένειας αγαπούσαν τη μουσική, η κάθεμια με το δικό της μοναδικό τρόπο.
Έτσι τα λόγια της προκάλεσαν μια βαθιά ευχαρίστηση που όμοιά της είχε καιρό να νιώσει.
-Χαίρομαι που σου άρεσε, μαμά, ήταν για σένα το τραγούδι. Πάντα αυτό δεν έκανα όταν ήσουν λυπημένη;
-Ναι, γι’αυτό ήσουν πάντα η αγαπημένη μου. Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;
Το στομάχι της κοπέλας σφίχτηκε. Αν το ήξερε…
-ναι, το ξέρω, πάντα το ήξερα κι ας μην το συζητούσαμε ποτέ. Και η μάλβα το ήξερε, μάλιστα σαν μεγαλύτερη που ήταν το κατάλαβε πολύ νωρίτερα από εμένα. Λες γι’αυτό να μας άφησε;
Ένας ξερός βήχας τάραξε το κορμί της άρρωστης και η Σεμίρα ένιωσε να την κυριεύουν οι τήψεις. Τι την έπιασε κι έλεγε τέτοια πράγματα μια τόσο δύσκολη στιγμή;
Με προσοχή ακούμπησε το πρόσωπο της μητέρας της στο μαξιλάρι και σηκώθηκε. Πλησίασε το τραπέζι που βρισκόταν πλάι στο κρεβάτι και πήρε βιαστικά ένα μαντίλι κι ένα μικρό γυάλινο μπουκαλάκι. Έριξε πάνω του λίγε σταγόνες κι έπειτα πλησίασε τρέχοντας τη μητέρα της.
-πάρε αυτό, θα σε ανακουφίσει.
Εκείνη το πήρε τρέμοντας και το έφερε μπροστά στη μύτη της. Άρχισε να εισπνέει βαθιά, παίρνοντας αργές ανάσες. Σιγά σιγά ο βήχας άρχισε να υποχωρεί και η Σεμίρα ένιωσε αμέσως ανακουφισμένη.
Κι ύστερα από λίγο η μητέρα της μίλησε ξανά, με φωνή κάπως πιο δυνατή και σταθερή.
-ναι, η Βάλμα το ήξερε. Μα δε νομίζω πως αυτός ήταν ο λόγος που έφυγε και μας άφησε.
-δε χρειάζεται να το συζητήσουμε αυτό τώρα, προέχει η υγεία σου…
-Σεμίρα, δε μου μένει πολύς χρόνος, είναι καλύτερα να μη με διακόπτεις, διαφορετικά θα ξεχάσω αυτά που θέλω να σου πω.
Η κοπέλα έγνεψε και μαζεύτηκε σε ένα κουβάρι στα πόδια του κρεβατιού. Ήξερε πως η μητέρα της είχε δίκιο.
-Πιστεύω πως ήταν ο χαρακτήρας της που την έκανε να φύγει. Ήταν πάντα φιλόδοξη και σκληρή, καθόλου συναισθηματική. Μας αγαπούσε βέβαια αλλά με τον δικό της τρόπο. Ξέρεις πόσο πολύ έκλαψα όταν έφυγε, ξέρεις πόσο πολύ ήθελα να γυρίσει.
-Ναι, μαμά, το ξέρω. Κι εσύ ξέρεις πως προσπάθησα να τη βρω, αλλά ό,τι κι αν έκανα δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα. Εξαφανίσθηκε κι ούτε μια φορά δε γύρισε να μας δει, έστω για λίγο. Για πολύ καιρό έκλαιγα τα βράδια πριν κοιμηθώ, ενώ προσευχόμουν να γυρίσει. Φαίνεται πως δεν της λείψαμε ποτέ.
Η γυναίκα αναδεύθηκε μέσα στα σκεπάσματα και η σεμίρα δαγκώθηκε μουδιασμένη.
-Η αδερφή σου μας αγαπάει, αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ. Κάποια μέρα θα έρθει να σε βρει. Κι όταν γίνει αυτό θέλω να την καλοδεχθείς, να την αγκαλιάσεις και να μην την αφήσεις να φύγει ποτέ ξανά! Δώσε μου το λόγο σου πως θα το κάνεις.
-Θα το κάνω, σου το ορκίζομαι. Κι ακόμη σου λέω πως θα συνεχίσω να την αναζητώ, κι αυτό για χάρη σου, γιατί ποτέ δε μου χάλασες χατίρι.
Ένας αναστεναγμός ξέφυγε τότε από τα μισόκλειστα χείλη της άλλης γυναίκας.
-Και τώρα που τακτοποιήθηκε κι αυτό, θέλω να μιλήσουμε για κάτι άλλο.
Η σεμίρα περίμενε νιώθοντας ανυπομονησία ξαφνικά.
-δε σου έχω κάνει ποτέ ένα ακριβό δώρο.
-Μα τι λες, μαμά;
-Ναι, λέω την αλήθεια, χρόνια το σκεφτόμουν αυτό.
-είμαι πολύ ευχαριστημένη με όσα μου έχεις προσφέρει.
Εκείνη συνέχισε σαν να μην την είχε ακούσει.
-έκανα κι εγώ τα σχέδιά μου για σένα. Βρήκα το δώρο που σου ταίριαζε και το αγόρασα.
Η Σεμίρα στράφηκε να τη δει, τα μάτια της είχαν γίνει τεράστια από την κατάπληξη.
-γιατί ξαφνιάζεσαι; Περίμενες πως θα έκανα κάτι λιγότερο για σένα; Σήκω λοιπόν, θέλω να μου πεις αν σου αρέσει, αν ήταν σωστή η επιλογή μου.
Η Σεμίρα σηκώθηκε περιμένοντας τη να συνεχίσει.
-είναι μέσα στο κουτί με τα κοσμήματά μου, ξέρεις που τα έχω, έτσι δεν είναι;
-Ναι, βέβαια.
-Φέρε λοιπόν εδώ το κουτί, μην καθυστερείς.
Η κοπέλα πέρασε με προσοχή το χέρι πάνω από τα ίσια μακριά μαλλιά της. Ήταν κατακόκκινα, λαμπερά κι απόλυτα αστραφτερά. Της άρεσε η υφή τους, κι όχι μόνο σε εκείνη δηλαδή. Οι άνδρες γοητεύονταν από την εμφάνισή της. Ήταν λεπτή, με δαχτυλιδένια μέση και καλοσχηματισμένα άκρα. Το πρόσωπό της ήταν αψεγάδιαστο, κι έκοβε την ανάσα σε όσους το κοιτούσαν για πολλή ώρα. Κι ήταν αυτό που την είχε βοηθήσει να φτάσει ως εδώ. Είχε ανοίξει πόρτες διάπλατα για κείνη, είχε κάνει όλα όσα χρειαζόταν για να καταλήξει να ζει σε αυτό το παλάτι.
Τράβηξε το χέρι από τα μαλλιά της και χαμογέλασε ικανοποιημένη. Η μέρα εκείνη ήταν πολύ σημαντική για κείνη. Σε λίγες ώρες θα παντρευόταν. Βέβαια δεν ήταν η αγάπη που την είχε σπρώξει σε αυτή την απόφαση αλλά ο υπολογισμός, το συμφέρον και η φιλοδοξία. Όχι πως δεν της άρεσε ο Αρντάν, κάθε άλλο. Ήταν αναμφίβολα πολύ ωραίος άνδρας. Το σώμα του ήταν γυμνασμένο, τα μαλλιά του μαύρα πλαισίωναν ένα πρόσωπο που ταίριαζε περισσότερο σε άγαλμα. Η φωνή του πλούσια και βαθιά, της προκαλούσε ρίγη τα βράδια που της ψιθυριζε λόγια αγάπης.
Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα στη θέση της θα τον λάτρευε και θα έδινε τα πάντα για να μοιραστεί τη ζωή της μαζί του. Μα εκείνη δεν ήταν ικανή να αγαπήσει κανέναν. Στην ψυχή της δεν υπήρχε χώρος για συναισθήματα, ήταν σκληρή, σκληρή και όμορφη, θύμιζε χρυσάφι. Αυτό της είχε πει ο αρντάν την πρώτη μέρα που την είχε συναντήσει στη δεξίωση εκείνης της κοπέλας. Είχε μαγευθεί αμέσως από την ομορφιά της κι όταν της ζήτησε να χορέψουν θαμπώθηκε από το πνεύμα της. Τη φλέρταρε χωρίς καθυστέρηση και λίγο αργότερα έγιναν ζευγάρι. Τώρα που το σκεφτόταν πίστευε πως ίσως έπρεπε να το καθυστερήσει λίγο περισσότερο αυτό αλλά δεν άλλαζε τίποτα πια. Κ ίσως αυτό να μην είχε τόση σημασία αφού όλα είχαν γίνει όπως ακριβώς τα είχε σχεδιάσει. Ο Αρντάν της είχε ζητήσει να γίνει γυναίκα του πριν λίγες μέρες κι εκείνη είχε δεχθεί ξεσπώντας σε κλάματα ευτυχίας.

Advertisements

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Φεβρουαρίου 27, 2011

Ο Ιγνάτιο άφησε το κάθισμά του και ήρθε πιο κοντά της.
-τι συνέβη τότε; Μιλήστε μου. Η Ανζελίν κόμπιασε.
-έγιναν πολλά, δεν ξέρω από πού να αρχίσω.
-Από όπου κρίνετε πως είναι το πιο σωστό.
-Ας είναι. Η μέριλιν είναι μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της ήταν ναυτικός, είχε πάρει μέρος σε αρκετές μάχες, ήθελε να βοηθά τη χώρα του. Πέθανε πριν λίγα χρόνια αφήνοντάς της μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία. Είναι συνετή κοπέλα, δε θα τη σπαταλήσει. Λατρεύει τη ζωγραφικήκαι το διάβασμα, είναι καλλιεργημένη κι ευαίσθητη. Μα όλα αυτά τα χρόνια ήταν μόνη κι αυτό δεν το άντεχε άλλο. Ο πατέρας της ήταν υπερπροστατευτικός και δεν την άφηνε να βγαίνει πολύ και να συναναστρέφεται τους άνδρες της ηλικίας της.
Είναι βαθιά ρομαντική και είχε πλάσει στο νου της έναν άνδρα, αληθινό πρίγκηπα. Αν τον έβρισκε θα του έδινε τα πάντα. Γι’αυτό φοβάμαι τόσο.
-μη φοβάστε, πείτε μου τι έγινε πέρισι.
-Δεν ξέρω ακριβώς την ιστορία, δεν ξέρω με ποιον έμπλεξε… σταμάτησε ξαφνικά.
-Δημιούργησε κάποια σχέση;
-περίπου. Γνώρισε κάποιον, έναν άγνωστο που ήρθε με καράβι. Κανείς δεν τον είχε ξαναδεί. Τον συνάντησε στη θάλασσα και πέρασε μαζί του σχεδόν δυο μερόνυχτα. Κανείς, ούτε εγώ δεν ξέρω που την πήγε. Την παρακάλεσα να μου πει την αλήθεια αλλά δεν το έκανε αν και ξέρω πως με εμπιστεύεται.το κρατάει μέσα της. Μα από όλη αυτή την ιστορία προέκυψε κι ένα μωρό. Ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι, αξιολάτρευτο. Σε λίγο θα κλείσει τρεις μήνες ζωής. Μαζί θα το μεγαλώσουμε, θα είμαι κοντά της πάντα. Μα ξέρω πως δεν είναι καλά.
-Γιατί; Δεν τη γέμισε η χαρά της μητρότητας;
-Μα ναι, βέβαια. Ωστόσο δεν είναι αυτό το μόνο που καθρεφτίζεται στα μάτια της.
-Τι θέλεις να πεις;Ενικός ασυναίσθητα.
-δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Νιώθω πως απομακρύνεται από κοντά μας.
-γιατί το λέτε αυτό;
-Βλέπω τα μάτια της, κάποιες στιγμές σκουραίνουν, χάνεται. Χαμογελάει παράξενα, δεν ξέρω τι συμβαίνει.
-Μήπως σκέφτεται εκείνον τον άνδρα;
-ναι, είναι πολύ πιθανό αυτό. Ήταν η πρώτη μου σκέψη.
-Δεν τον συνάντησε ποτέ ξανά από τότε που την άφησε;
-από όσο ξέρω όχι. Ίσως να νοσταλγεί τις στιγμές που έζησε μαζί του. Θέλω να κάνω κάτι να τη βοηθήσω. Ο τόνιο της είχε μιλήσει πολλές φορές, προσπαθούσε να την πείσει πως όλη η ζωή είναι μπροστά της.
-πόσων χρόνων είναι;
-όσο κι εγώ περίπου. Είναι κι όμορφη, γλυκιά. Θέλω να τη βγάλω από αυτή την κατάσταση. Τι να κάνω;
-πώς περνάει το χρόνο της; Υποθέτω πως έχει αφοσιωθεί στη φροντίδα του παιδιού της.
-Ω ναι, το προσέχει το μωρό, πάρα πολύ. Δεν του λείπει τίποτα. Μα τις υπόλοιπες ώρες τις περνάει κλεισμένη στο σπίτι της διαβάζοντας και ζωγραφίζοντας. Δε μιλάει σε κανέναν εκτός δηλαδή από ελάχιστα άτομα. Κι ο τόνιο δυστυχώς ήταν ένα από αυτά τα άτομα. Δείχνει χαρούμενη, μα βασανίζεται.
Ο Ιγνάτιο κούνησε το κεφάλι του.
-κυρία μου νομίζω πως σας καταλαβαίνω καλά. Στο παρελθόν έχω χειρισθεί παρόμοια περίπτωση. Η κοπέλα βασανιζόταν χρόνια εξαιτίας της θύμισης του παιδικού της έρωτα. Εκεί δεν υπήρχε παιδί μα εκείνη είχε οδηγηθεί σε ακρότητες. Τη βοήθησα όσο πιο πολύ μπορούσα. Στην αρχή δε με άκουγε μα σιγά σιγά με άφησε να δω μέσα της. Το ίδιο θα κάνω και με τη φίλη σας. Αρκεί να με αφήσει. Σας ικανοποιεί αυτή η λύση;
-ναι, βέβαια. Μα πώς θα γίνει; Θα την προσεγγίσετε σιγά σιγά;
-θα περιμένω να έρθει εδώ. Αργά η γρήγορα θα το κάνει. Και τότε θα της μιλήσω. Θα δω τι γίνεται μέσα της. Κι όταν δω θα αποφασίσω και πως θα πράξω.
-Μα έχει καιρό να ανοίξει την ψυχή της σε κάποιον!
-Μη φοβάστε, κυρία μου, όλα θα γίνουν. Προσευχηθείτε για κείνη, αυτό θα κάνω κι εγώ κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
Η ανζελίν σηκώθηκε να φύγει.
-σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση, ευχαριστώ που με ακούσατε.
Ο Ιγνάτιο της έσφιξε το χέρι.
-Να βρίσκεστε δίπλα της. Σας χρειάζεται. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και βγήκε από την εκκλησία.
Η ανζελίν πήγε κατευθείαν στο σπίτι της κι έκλεισε όλα τα παράθυρα. Ένιωθε παράξενα φέρνοντας στο νου της τη συνομιλία της με το νέο ιερέα. Ήταν πολύ διαφορετικός από τον πατέρα Τόνιο, πιο νέος, πιο όμορφοςκατά κάποιο τρόπο, αν και δεν ήταν η ομορφιά το βασικό του γνώρισμα κι αναμφίβολα πιο μορφωμένος. Μιλούσε συνετά, και έπαιρνε γρήγορα αποφάσεις. Κι αυτό της άρεσε. Για μια στιγμή κάτι σα χαρά την πλημμύρισε μα έπειτα χάθηκε στη θύμιση της Μέριλιν. Είχε κάνει καλά άραγε που του τα είχε πει όλα για κείνη; Ήταν εντελώς άγνωστη σε αυτόν. Δεν την είχε δει ποτέ. Κι ίσως να τα άκουγε σαν μια ιστορία, αλλά όχι δε μπορούσε να συνέβαινε αυτό. Αφού της είχε πει πως είχε ξανακάνει κάτι ανάλογο. Κι άλωστε γι’αυτό δεν είχε έρθει εκεί;
Ετοίμασε ένα ζεστό ρόφημα και κάθισε στο σαλόνι της. Θα προσπαθούσε να κατευνάσει τον εαυτό της. Μα η μέριλιν πως θα αντιδρούσε όταν μάθαινε τι είχε κάνει; Να διέθετε άραγε την απαραίτητη διακριτικότητα ο Ιγνάτιο ώστε να μην την αποκαλύψει; Μα ναι, έτσι έπρεπε να ήταν. Φαινόταν έξυπνος άνθρωπος, σίγουρα την ήξερε καλά τη δουλειά του. Ήπιε μια γουλιά και ξάπλωσε πίσω στα μαξιλάρια.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Φεβρουαρίου 24, 2011

10.
Σηκώθηκε από τον καναπέ. Δεν ήθελενα σκέφτεται άλλο εκείνες τις μέρες. Έκλαιγε συνέχεια και ούτε η Ανζελίν ούτε κανένας άλλος δεν ήταν σε θέση να την ηρεμήσει. Δεν τους έλεγε το μυστικό της, πρώτη θα το ανακάλυπτε η νάνση, στην εκκλησία λίγους μήνες αργότερα.
Έφτασε νυχοπατώντας ως την κρεβατοκάμαρα του μωρού. Το είδε να κοιμάται κι έτσι έφυγε ξανά. Μπήκε κι εκείνη στο δικό της δωμάτιο και χώθηκε κάτω από το βαρύ πάπλωμα.
Ο Ιγνάτιο μπήκεστο νησί λίγο μετά το μεσημέρι. Το κρρύο ωστόσο ακόμη κι εδώ ήταν τσουχτερό αναγκάζοντάς τον να κουμπώσει όλα τα κουμπιά του σακακιού του. Το είχε ξεχάσει το κρύο αυτού του τόπου. Εκεί όπου έμενε ως σήμερα η ζέστη ήταν σχεδόν ανυπόφορη. Θα έπρεπε να εφοδιαζόταν με μερικά πιο κατάλληλα ρούχα. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα σπίτια. Κάποια ήταν μικρά και πολύ παλιά, κάποια άλλα μεγάλα και χτισμένα πολύ πρόσφατα. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ένα υπέροχο, μεγάλο με έναν πανέμορφο κήπο. Μόνο που τίποτα σχεδόν δεν υπήρχε εκεί αφού η εποχή δεν ήταν η καλύτερη για λουλούδια. Ωστόσο ήταν φανερό πως κάποιος τον φρόντιζε, γιατί ο,τι φυτρώνει το χειμώνα ήταν κάπου εκεί. Αναρωτήθηκε πόσα λουλούδια θα υπήρχαν εκεί την άνοιξη. Ξαφνικά θέλησε να μπει μέσα, να μυρίσει ο,τι υπήρχε ακόμη αλλά σύντομα μάλωσε τον εαυτό του διαπιστώνοντας πως ο κήπος ήταν περιφραγμένος. Κι άλωστε δεν ήταν αυτή η δουλειά του. Άρχισε να απομακρύνεται από το σπίτι αργά αργά. Το μέρος είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που το θυμόταν. Μα τότε ο καιρός ήταν πιο μαλακός, ή μήπως έτσι του φαινόταν; Μήπως είχε αρχίσει να γερνάει; Τότε κατάλαβε πως αυτό που περνούσε για κρύο δεν ήταν τίποτα άλλοπαρά υγρασία. Κοντοστάθηκε. Μα τι γινόταν πια σε τούτο το νησί;; Μήπως είχε χαθεί;Μάλλον είχε ξεχάσει τη γλυκιά μυρωδιά της θάλασσας, τη σαγήνη της…
Βρήκε την εκκλησία και στάθηκε απ’έξω κοιτώντας την προσεκτικά. Το κτίριο ήταν καινούριο, φρεσκοβαμμένο μαλίστα. Χάιδεψε την πόρτα με τις άκρες των δακτύλων του διστάζοντας να μπει. Ύστερα σταυροκοπήθηκε και την άνοιξε. Έπρεπε να το γνωρίσει το μέρος, να το αγαπήσει, μόνο τότε θα αγαπούσε τους ανθρώπους και μόνο τότε θα τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Έκλεισε ξανά την πόρτα πίσω του κι άρχισε να περπατά, προσπαθώντας να γνωρίσει το χώρο. Κάθε τόσο σταματούσε για να μυρίσει κάποιο αντικείμενο. Λίγο αργότερα κατάλαβε πως του άρεσε η μυρωδιά του χώρου. Κι αυτό ξαφνικά τον έκανε να νιώσει πιο δυνατός. Τα τελευταία χρόνια το μόνο που έκανε ήταν να γράφει, ξεχνώντας τους ανθρώπους. Η μόνη του σκέψη ήταν να αναριχηθεί στα διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα και τώρα έβλεπε πόσο λάθος είχε κάνει. Μα για όλα έφταιγε ο αλμπέρτο, δε χωρούσε αμφιβολία. Μα αν δεν ήταν κι ο αλμπέρτο δε θα παρατούσε ποτέ εκείνο το γραφείο μέσα στο οποίο είχε περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το είχε αφήσει αλήθεια; Κι αν ναι για πόσο; Δεν ήταν σίγουρος αλλα θα το ανακάλυπτε.
Μπήκε στο εσωτερικό, θέλοντας να βρει τον κόσμο που είχε αφήσει γι’αυτόν ο προκάτοχός του, Ο αλμπέρτο του είχε πει πως είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν. Δε δυσκολεύτηκε να βρει το μικρό δωμάτιο, το οποίο εκείνος χρησιμοποιούσε για σπίτι. Έμενε εκεί, αναμφίβολα. Υπήρχε ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα ένα μικροσκοπικό γραφείο και μια κουζίνα. Τα κοίταξε όλα προσεκτικά, μισοχαμογελώντας. Ήταν αλήθεια πως δεν είχε συνηθίσει να ζει ακριβώς έτσι μα θα τα κατάφερνε. Εντάξει, ίσως αγόραζε κάποια ακόμη έπιπλα, ίσως μετακόμιζε κάπου πιο άνετα, μα θα τα κατάφερνε. Σε καμιά περίπτωση δε θα γύριζε προτού δοκιμάσει την παλιά του ζωή. Κάθισε στο κρεβάτι κι άνοιξε τη βαλίτσα του. Άρχισε να βγάζει από μέσα ρούχα, βιβλία δίσκους και διάφορα άλλα είδη. Πρώτα τακτοποίησε τους δίσκους μέσα σε ένα ράφι. Η μουσική που λάτρευε θα τον ακολουθούσε πάντα, όπου κι αν πήγαινε. Αγαπούσε τα χορωδιακά κομμάτια της εποχής του μεσαίωνα και διέθετε μια απίστευτα μεγάλη συλλογή από αυτά. Τα άκουγε σχεδόν κάθε στιγμή της μέρας και της νύχτας. Τον βοηθούσαν να σκέφτεται να παίρνει αποφάσεις και να επικοινωνεί με το θεό όπως του άρεσε να λέει σε κάποιους παλιούς κι αγαπημένους φίλους. Ήθελε να βλέπει τον εαυτό του μεγάλο μα στην πραγματικότητα μόλις πριν λίγο καιρό είχε περάσει τα σαράντα του χρόνια. Ωστόσο το διάβασμα τόσων θρησκευτικών βιβλιων και τα βαριά του καθήκοντα του είχαν χαρίσει μια απίστευτη ωριμότητα κι ένα βάθος σκέψης που το εκτιμούσαν όλοι όσοι τον γνώριζαν. Δεν ήταν ψηλός, ούτε όμορφος, τα μάτια του έμοιαζαν πάντα κουρασμένα και το χαμόγελό του ήταν στραβό μα ειλικρινές. Τις ώρες που κυκλοφορούσε έξω από την εκκλησία ντυνόταν απλά, χωρίς τίποτα περιττό πάνω του. Κρατούσε ένα βιβλίο στο χέρι και περιπλανιόταν φαινομενικά χωρίς σκοπό στα σοκάκια της πόλης.
Τέλειωσε με τα πράγματα κι ετοιμάστηκε να ξαπλώσει όταν άκουσε τη μεγάλη πόρτα της εκκλησίας να ανοίγει κι ύστερα να κλείνει. Βγήκε με προσοχή από το δωμάτιο και προχώρησε προς τα εκεί. Σύντομα έμπαινε και πάλι στον κυρίως χώρο.
Μια νεαρή κοπέλα με σγουρά κόκκινα μακριά μαλλιά στεκόταν μπροστά σε μια μεγάλη ασημένια εικόνα. Ο ήχος των βημάτων του, την έκαναν να στραφεί απότομα προς το μέρος του. Τον κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα τον πλησίασε βιαστικά, απλώνοντας το χέρι της.
-Καλησπέρα, είπε εκείνος πιάνοντας το.
-Καλησπέρα και σε εσάς, η φωνή της μόλις που ακουγόταν.
-είμαι ο νέος ιερέας, θα το μαντέψατε υποθέτω.
Εκείνη έγνεψε αόριστα.
-Μου πέρασε από το νου.
-έφτασα μόλις πριν λίγες ώρες. Με λένε Ιγνάτιο. Εσάς;
-ανζελίν. Καλωσήρθατε. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω.
-Κι εγώ το ίδιο. Είστε η πρώτη που συναντώ. Και μια όμορφη παρουσία είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Η ανζελίν κοκκίνισε και στράφηκε πάλι προς την εικόνα.
-ελπίζω να μη σας ενοχλώ, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
-Καθόλου, το αντίθετο. Εγώ είμαι που πρέπει να αποσυρθώ για να σας αφήσω να προσευχηθείτε με ηρεμία και γαλήνη. Εκείνη τον κοίταξε ξανά.
-Τη γαλήνη όλοι την έχουμε ανάγκη, κι εγώ γι’αυτή ήρθα, μα δε με ενοχλείτε καθόλου. Ξέρετε έρχομαι συχνά εδώ, σχεδόν κάθε μέρα. Μιλούσα πολύ με τον τόνιο. Ο καημενος πέθανε όπως ξέρετε, θα μου λείψει πολύ.

Η άρπα της Αμάντας

Φεβρουαρίου 19, 2011

Η ραλκ συνάντησε τη μεγάλη μητέρα σε ένα πολυτελές σαλόνι, διακοσμημένο με κάθε λογής όστρακα. Τώρα είχαν και οι δυο τη μορφή ανθρώπων και η γλώσσα στην οποία θα μιλούσαν δεν θα ήταν αυτή των ξοτικών αφού ο ρόλος της εδώ ήταν αυτός της οικοδέσπινας. Την πλησίασε κι ακούμπησε το χέρι στα μαλλιά της που είχαν αρχίσει να αραιώνουν.
-Καλωσήρθες, μεγάλη μητέρα, είπε παίρνοντας θέση δίπλα της. Η φωνή της ήταν έτοιμη να αρχίσει να τρέμει.
-Καλώς σε βρήκα κόρη μου. Της χαμογέλασε με στοργή. Πώς είσαι; Ξεκουράστηκες αρκετά χθες; Όταν σε άφησα φαίνόσουν κάπως… ταραγμένη. Είχε διαλέξει τις λέξεις της με προσοχή γιατί γνώριζε πως εκεί μέσα υπήρχε πάντα κάποιος που άκουγε την κάθε τους λέξη.
-ναι, ξεκουράστηκα μεγάλη μητέρα, είμαι αρκετά καλύτερα. Υπάρχουν βέβαια σκέψεις που παιδεύουν το νου μου και με βασανίζουν αλλά ελπίζω τελικά πως όλα θα πάνε καλά. Η μεγάλη μητέρα έπιασε το χέρι της και λίγο αργότερα η ραλκ ένιωσε κάτι μέσα της να δονείται. Κι αυτό ήταν απόλυτα λογικό, αφού επικοινωνούσε με μια θεά. οΙ λέξεις που της έλεγε δεν ήταν τίποτα άλλο εκτός από κάποιο καλό πρόσχημα. Στην πραγματικότητα άλλο ήταν το μήνυμα που της έφερνε.
-μίλησες με το πνεύμα αρχηγό; Ρώτησε η φωνή στο μυαλό της.
-ναι, μου εξήγησε πως ο δάλκιρ είναι αποκλεισμένος. Προσπάθησα πολλές φορές να επικοινωνήσω μαζί του μα δεν τα κατάφερα κι αυτό με φοβίζει. Ξέρεις πού τον έχουν;
-Ξέρω, μόλις πριν από λίγο το ανακάλυψα. Τον έχει αρπάξει η νεράιδα Λίγκρα.
-Και τον κρατά αιχμάλωτο;
-ναι.
-Πού;
-εδώ και κάποιες ώρες έχει αρχίσει η κάθοδος. Η ραλκ χλώμιασε.
-μη μου πεις πως πηγαίνουν στο κρυστάλλινο παλάτι, το είδα χθες μητέρα… τα χείλη της συσπάστηκαν ανεπαίσθητα ενώ η ανθρώπινη φωνή της εξακολουθούσε να φλυαρεί πετώντας από το ένα θέμα στο άλλο.
-ναι, τον πάει στη Στρίλντα. Έχουν ξεκινήσει το ταξίδι εδώ και κάποιες ώρες αλλά επειδή εκείνη δεν είναι θεά αλλά νεράιδα, δε μπορεί να το κάνει τόσο σύντομα όσο η ίδια η θεά.
-Και σε ποιο σημείο έχουν φτάσει;
-σε λίγο θα μπουν στο καράβι και θα διασχίσουν το μαύρο νερό.
-δε μπορεί, μητερα, δε μπορεί. Η ραλκ ετοιμαζόταν να αρχίσει να ουρλιάζει αλλά το χέρι μέσα στο δικό της τη συγκράτησε.
-το ξέρεις καλά πως όσοι ταξίδεψαν σε κείνα τα νερά δε γύρισαν στον κόσμο των ζωντανών.
-Το γνωρίζω, κόρη μου, μα ο δάλκιρ είναι δυνατός.
-είναι, βεβαία αλλά το πρώτο πράγμα που θα κάνει η Στρίλντα είναι να υποτάξει τη θέλησή του. Θα τον ποτίσει με κείνο το καταραμένο υγρό κι εγώ θα τον χάσω για πάντα, θα χάσω την αγάπη του, θα με λησμονήσει.
-σώπα και μη σκέφτεσαι τέτοια άσχημα πράγματα. Σου είπε το πνεύμα τι προτείνει;
-ναι, μητερα. Προτείνει να κάνω το μακρινό ταξίδι ως την κατοικία του πατέρα των θεών και να τον ικετεύσω να επέμβει.
-κι εσύ, τι απάντησες;
-μα είναι να το ρωτάς; Δέχθηκα. Δε θα αφήσω να συμβεί κακό στο δάλκιρ.
-έτσι μπράβο, κόρη μου. Το ξέρεις βέβαια πως τα πράγματα δε θα είναι εύκολα, ίσως να αρνηθεί να σε βοηθήσει, ίσως να ζητήσει κάποιο αντάλλαγμα.
-θα δώσω τα πάντα, ακόμη κι αυτό που μου χάρισαν οι μοίρες αν είναι να τον σώσω. Θα κάνω ο,τι μου πει.
-έχεις σκεφθεί την πιθανότητα να σε στείλει κι εσένα στη στρίλντα;
-ναι, φυσικά, θα πάω κι ας μην επιστρέψω ποτέ. Το χέρι σφίχτηκε πάνω σε κείνο της γερασμένης γυναίκας.
-δεν περίμενα άλλη απάντηση από σένα. Με κάνεις περήφανη. Τα πνεύματα κι εγώ θα σε καθοδηγούμε. Και οι άγγελοι της αλήθειας θα είναι κοντά σου. Βέβαια οι μέρες που έρχονται είναι δύσκολες, αφού όπως ίσως θα γνωρίζεις δολοφονήθηκε ο βασιλιάς της ανατολής.
-ναι, κάτι ένιωσα μα δεν έδωσα σημασία στους κραδασμούς. Λες να το έκανε η λίγκρα;
-έτσι πιστεύω μα δε γνωρίζω πιο πολλά. Θα ψάξω όμως την αλήθεια. Το μόνο που λέω με βεβαιότητα είναι πως η αμάντα τώρα χρειάζεται κάποιον από εμάς κοντά της. Ήθελα να στείλω εσένα, είσαι η πιο κατάλληλη γι’αυτό, αλλά εσύ έχεις άλλη δουλειά τώρα.
-Και ποιον θα στείλεις;
-τη δάρκα. Εντάξει δεν τα καταφέρνει τόσο καλά όσο εσύ αλλά είναι δεινή πολεμίστρια και η ομάδα των πνευμάτων που την προστατεύει είναι πολύ ισχυρή.
-Της μίλησες γι’αυτό;
-όχι ακόμη, θα της αναθέσω σε λίγο την αποστολή. Δε νομίζω πως η ιδέα να μείνει στο παλάτι αθέατη για λίγο θα τη δυσαρεστήσει. Χαμογέλασε πονηρά, εσύ τι λες;
-δε διαφωνώ μητέρα. Μα πες μου, τι θα κάνω με τον άνδρα μου; Δε θα με αφήσει να φύγω αν δε βρούμε κάποια πειστική δικαιολογία.
-ας’το σε μένα αυτό. Θα κάνει ο,τι του πω. Εσύ κοίτα να ετοιμαστείς όσο πιο γρήγορα μπορείς. Δεν έχω άλλο τέτοιο φυλαχτό να σου δώσω αλλά θα είμαι δίπλα σου να σε προσέχω. Μην αφήσεις το φόβο να μπει μέσα σου.
-μην ανησυχείς μητέρα, δε φοβάμαι. Είμαι ήδη έτοιμη για το ταξίδι. Το καλύτερο όπλο μου είναι η αγάπη μου για το Δάλκιρ.
-έτσι θέλω να σε ακούω να μιλάς. Και τώρα βιάσου, πήγαινε να ετοιμάσεις ο,τι σου χρειάζεται κι εγώ θα μιλήσω στον άνδρα σου. Και με αυτά τα λόγια άφησε το χέρι της ραλκ.
-Λοιπόν κύριοι, γνωρίζω πως αισθάνεσθε τώρα. Κάποιος δολοφόνησε το βασιλιά και πατέρα μου το προηγούμενο βράδυ κι αυτό σημαίνει πως η ειρήνη που με τόσες θυσίες έχτισε απειλείται.
Η αμάντα ήταν όρθια στο κέντρο του δωματίου. Μιλούσε δυνατά και καθαρά με μια αποφασιστηκότητα άγνωστη και στην ίδια. Όλοι γύρω την άκουγαν με σεβασμό. Το κορίτσι είχε μεταμορφωθεί σε βασίλισσα. Τώρα το μόνο που έλειπε ήταν το ίδιο το στέμμα.
-αν μου επιτρέπετε πριγκίπισσα, μίλησε ο Κραν κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
-ναι, σε ακούω.
-ο Κεμ μίλησε για κάποιον Μπάρτον πουήρθε να μιλήσει στο βασιλιά αλλά δεν πρόλαβε να τον δει. Μήπως θα μπορούσες να μας πεις δυο λόγια γι’αυτόν;
-τον γνώρισα πριν λίγο Κραντ. Μας έρχεται από τη δύση, τον έστειλε ο βασιλιάς, δεν ξέρω πιο πολλά. Θα μιλήσω όμως μαζί του και πάλι σε λίγη ώρα. Αμέσως μόλις έχω κάποιο νέο θα συγκαλέσω συμβούλιο. Προς το παρόν, τους κοίταξε έναν έναν στα μάτια, θέλω να σας ζητήσω να συνεχίσετε να υπηρετείτε τούτη τη χώρα με το ίδιο πάθος που δείχνατε ως σήμερα. Μόνο αν είμαστε ενωμένοι θα καταφέρουμε να πάμε μπροστα.
Της έδωσαν όλοι το λόγο τους με μια φωνή κι ύστερα αποχώρησαν. Τελευταίος έμεινε ο κραντ. Όταν έμεινε μόνος μαζί της την πλησίασε κι ακούμπησε το πανάλαφρο χέρι του στο κεφάλι της.
-Ξέρω, είπε, πως το πλήγμα είναι πολύ βαρύ για εσένα. Μέσα σε λίγες μέρες έχασες δυο πρόσωπα που λάτρευες. Μα μη φοβάσαι, είσαι δυνατή, κι έχεις τη φλόγα που χρειάζεσαι για να κυβερνήσεις.
Εγώ θα είμαι κοντά σου και θα σε υπηρετώ όσο καλύτερα μπορώ. Σε ξέρω από τότε που ήσουν μωρό, δε θέλω να δω να γκρεμίζεσαι, θέλω να σε δω να ανθίζις. Η κοπέλα του χαμογέλασε αλλά ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Εκείνος το σκούπισε με το μανίκι της στολής του.
-Μη λυγίσεις, βασίλισσα, είπε βγαίνοντας από το δωμάτιο, όχι τώρα. Εκείνος δε θα το ήθελε ποτέ αυτό.

χρόνια πολλά

Φεβρουαρίου 14, 2011

10.
Ο γουίλιαμ άρχισε να περπατάει ακόμη πιο αργά από πριν. Η συνομιλία του με το τζέρεμι Σκοτ τον είχε ταράξει βαθιά. Λίγο πριν μπει στο δωμάτιο είχε προσπαθήσει να μαντέψει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρούσε στις κατηγορίες, είχε προσπαθήσει να τον φανταστεί να σκληραίνει αλλά τελικά όλες αυτές οι προσπάθειες ήταν μάταιες. Ο τζέρεμι σκοτ ήταν καταδικασμένος να ζει στη σκιά των άλλων, εξαρτημένος από αυτούς κι από τα πάθη του. Το μόνο για το οποίο ήταν βέβαιος ο γουίλιαμ ήταν πως από δω και μπρος θα φρόντιζε την κόρη της άσλει, ώσπου να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.
Λίγο πριν φτάσει έξω από το δωμάτιο του αΛ θυμήθηκε το φιαλίδιο με την ουσία και τη λίστα του γιατρού. Την έβγαλε από το σακάκι του κι άρχισε να τη διαβάζει γρήγορα. Δε δυσκολεύτηκε να την εντοπίσει, ο γιατρός είχε κάνει καλή δουλειά. Ήξερε τώρα πως σε λίγη ώρα θα χτυπούσε το κινητό του και θα ήταν εκείνος που θα τον καλούσε, να του πει πως τα είχε καταφέρει.
Χτύπησε την πόρτα του αΛ καταστρώνοντας σχέδια και χώνοντας ξανά τη λίστα στην τσέπη του. Εκείνος ήρθε και του άνοιξε. Δε χαμογελούσε, τα μάτια του έδειχναν κουρασμένα και τα μάγουλά του είχαν ρουφηχθεί προς τα μέσα. Η αλλαγή ήταν δραματική, η καρδιά του αστυνομικού σφίχτηκε.
Το έργο του θα γινόταν ακόμη πιο δύσκολο.
-ελπίζω να μη σε διακόπτω, είπε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε, γυρνώντας στον ενικό που είχαν χρησιμοποιήσει και την προηγούμενη φορά.
Ο αΛ μπήκε μέσα κάνοντάς του χώρο να περάσει.
-Δε διακόπτεις, δεν υπάρχουν και πολλά τα οποία μπορώ να κάνω πια. Ο γουίλιαμ μπήκε χωρίς να κλείσει. Είδε πως ο επιτραπέζιος υπολογιστής του αλ ήταν ανοιχτός και η καρέκλα του γραφείου τραβηγμένη.
-Με τι ασχολείσαι;
-διάβαζα τη μελέτη ενός υποψήφιου διδάκτορα, έκανε κάποιους ενδιαφέροντες συσχετισμούς της γλωσσολογίας με την ψυχολογία.
-θα του ρίξω κι εγώ μια ματιά. Πλησίασε στο γραφείο και κοίταξε την ιστοσελίδα.
-λοιπόν; Έχεις καταλήξει κάπου;
-ναι, ξέρω τι ακριβώς της συνέβη.
Ο Αλ γύρισε να τον δει και μια λάμψη πέρασε από τα μισοσβησμένα του μάτια.
-όσο περνούν οι ώρες αρχίζω να συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί. Ήρθαν και την πήραν, δε μπορώ να φέρνω στο νου μου τη σκηνή.
-δε χρειάζεται να τη σκέφτεσαι. Υπάρχουν άλλα που πρέπει να συζητήσουμε. Τι κάνει η Μέρεντιθ;
-είναι στο δωμάτιό της, έγινε κάτι;
-Ναι, αποφάσισα να μιλήσω και στους δυο μαζί, αν βέβαια συμφωνείς κι εσύ.
-Φυσικά, θα πρέπει να την προσέχω, δεν ένιωθε και πολύ καλά πριν.
Ο Γουίλιαμ δεν είπε τίποτα για λίγο.
-θέλεις να την ειδοποιήσω να έρθει;
-Ναι, αν σου είναι εύκολο. Στο μεταξύ θα πάω κι εγώ να κάνω ένα τηλεφώνημα και θα επιστρέψω σε πεντε λεπτά.
-Σύμφωνοι. Ο αλ στράφηκε προς τη συσκευή του τηλεφώνου που ήταν δίπλα στο πληκτρολόγιο.
Ο γουίλιαμ βγήκε πάλι στο διάδρομο κι άρχισε να περπατάει βιαστικά, δεν έπρεπε να τον ακούσει κανείς.
Όταν έφτασε κοντά στα δωμάτια που φιλοξενούσαν τους ξένους, τα οποία τώρα ήταν άδεια, έβγαλε από την τσέπη το κινητό του και το άνοιξε. Είδε πως είχε ήδη μια κλήση από το γιατρό και χαμογέλασε ξαναβρίσκοντας λίγη από τη χαμένη αυτοπεποίθησή του. Όλα κυλούσαν όπως έπρεπε, όλα θα τέλειωναν.
Σχημάτισε τον αριθμό του αστυνομικού τμήματος κι έπειτα περίμενε, όπως είχε κάνει τόσες και τόσες φορές.
Μετά το τέταρτο κουδούνισμα ήρθε να τον συντροφεύσει η βαθιά φιλική φωνή του Ντικ.
-Γουίλ, εσύ;
-Γεια σου, φίλε, όλα καλά εκεί;
-Βέβαια, παίζουμε σκάκι με τον τομ και σε περιμένουμε. Γέλασε ξερά με το αστείο του κι ο γουίλιαμ τον μιμήθηκε άτονα.
-λέγε λοιπόν, τι έγινε με την κοπέλα; Τη σκότωσαν;
-έκανε απόπειρα αυτοκτονίας μα κάποιος που δεν το γνώριζε ήρθε να την αποτελειώσει.
Ένα κοφτό σφύρηγμα γλίστρησε από τα χείλη του άλλου.
-ήταν βέβαιο. Κι εσύ βέβαια τον ανακάλυψες, σωστά;
-Σωστά.
-ποιος;
-Μη βιάζεσαι, Ντικ, πρώτα θα το μάθει ο ίδιος πως τον ανακάλυψα κι ύστερα εσύ κι όλοι οι άλλοι.
-έπρεπε να το είχα φανταστεί. Ξεφύσηξε με ψεύτικη απόγνωση.
-μην ανησυχείς, σε λίγα λεπτά θα τα φανερώσςω όλα. Κι όπως καταλαβαίνεις υπάρχει μπόλικη δουλειά για σένα και τους υπόλοιπους εδώ, γι’αυτό φροντίστε να τελειώσετε σύντομα την παρτίδα.
Ο Ντικ χαχάνισε.
-Τι θέλεις να κάνω;
-Ξεκινήστε αμέσως. Όταν σου πω θα μπείτε στο σπιτι, θα είμαστε σε επαφή, θα σου δώσω όσες οδηγίες χρειάζεσαι.
-σϋμφωνοι, ερχόμαστε. Το τηλέφωνο έκλεισε.
Ένιωσε την πρώτη σουβλιά πόνου στο στομάχι του καθώς επέστρεφε στο δωμάτιο του αλ. Το είχε παρακάνει με το γλυκό, χρειαζόταν οπωσδήποτε ένα χωνευτικό, μα τώρα δεν υπήρχε χρόνος για τέτοια. Η έλεν θα τον φρόντιζε όταν θα γύριζε στο σπίτι.
Βρήκε τον αλ και τη μέρεντιθ καθισμένους στο κρεβάτι με τα χέρια τους πλεγμένα. Κι όπως τους κοίταζε άρχισε να αναρωτιέται πόσο γρήγορα θα άλλαζε αυτή η εικόνα.
-Πώς είστε, τη ρώτησε παίρνοντας θέση στο γραφείο του αλ. Λίγο τον ένοιαζε αν δεν του άρεσε αυτό.
-Νιώθω έντονη αδυναμία, κύριε γουίλιαμ, και το στομάχι μου ανακατεύεται.
-δεν έφαγες πολύ, γλυκιά μου, είπε ο αλ χαιδεύοντας της απαλά το χέρι.
-Θα έχετε το χρόνο να ξεκουραστείτε αργότερα. Λυπάμαι πολύ που σας αναστατώνω αλλά είμαι αναγκασμένος να το κάνω αυτό, θα καταλάβετε.
Εκείνη κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας κι ο γουίλιαμ είχε πάλι εκείνη την αίσθηση πως έμοιαζε με την έλεν. Μα δεν ήταν ώρα για συναισθηματισμούς, έπρεπε να αρχίσει.
-είδε κανείς από τους δυο τη Μαντλέν μετά το μεσημεριανό φαγητό;
-εγώ. Η μέρεντιθ τράβηξε μαλακά το χέρι της από κείνο του Αλ για να το ακουμπήσει στον ώμο του.
-Λοιπόν;
-Πήγα στο δωμάτιό της, ήθελα να βεβαιωθώ πως ήταν καλά. Επιτέλους, είχε παραδοθεί στον ύπνο. Υπάρχει ενδοεπικοινωνία στην κρεβατοκάμαρά της, αν ξυπνούσε θα το μαθαίναμε αμέσως.
-Πολύ καλά. Εσύ, αλ, την είδες;
-Πήγα και κάθισα κι εγώ για λίγο κοντά της, τη χάιδεψα και της μίλησα γλυκά, το έχει ανάγκη, είναι τόσο μικρή κι αθώα…
-είναι πράγματι. Χαίρομαι που είναι καλά.
Έβγαλε πάλι το κινητό και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο παλεύοντας να νικήσει τη νευρικότητά του που συνεχώς αύξανε. Πάντα τον δυσκόλευε αυτό το κομμάτι της δουλειάς, μα δε γινόταν διαφορετικά. Έτσι, πήρε βαθιά ανάσα προτού μιλήσει.
-Συγκέντρωσα τα δώρα όλων. Θα θέλατε να ακούσετε ποια ήταν αυτά;
-ασφαλώς.
-λοιπόν, ο Τζέρεμι Σκοτ αγόρασε για τη γυναίκα του ένα υπέροχο δακτυλίδι, θα του κόστισε μια περιουσία αναμφίβολα.
-Πάντα της έκανε πανάκριβα δώρα. Η φωνή της μέρεντιθ του θύμισε ξανά τιτίβισμα.
-Η ρόντα της πήρε ένα άρωμα. Η μάρκα του είναι γνωστή.
-Αλήθεια; Ενδιαφέρον. Ο γουίλιαμ κοίταξε τον αλ ο οποίος δε μιλούσε καθόλου. Μα έπειτα στράφηκε ξανά προς τη Μέρεντιθ.
-Βρίσκετε; Εσείς της πήρατε ως γνωστόν ένα μενταγιον, το βρήκα καταπληκτικό αν θέλετε τη γνώμη μου.
Εκείνη μισοχαμογέλασε.
-Χαίρομαι που σας άρεσε.
-το μόνο που λείπει είναι το δώρο του αλ. Μα γιατί;
Εκείνος τραβήχτηκε από το αγκάλιασμα της μέρεντιθ κι έσκυψε το κεφάλι.
-Το ξέχασα, θυμήθηκα πως σήμερα ήταν τα γενέθλιά της μόλις λίγο πριν το πρωινό. Αποφάσισα να πάω για ψώνια αμέσως μετά, αλλά δεν πρόλαβα.
Ο Γουίλιαμ ξέσπασε σε ένα γέλιο κοφτερό αλλά πλούσιο.
-είχα την ελπίδα πως θα είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Πώς περιμένετε να σας πιστέψω;
Ο Αλ ετοιμάστηκε να σηκωθεί όρθιος.
-δε σε καταλαβαίνω, τι θέλεις να πεις; Μου διέφυγε, τόσο παράξενο είναι αυτό; σΚεφτόμουν τη Μέρεντιθ, το μωρό μας…
-έλα τώρα, Αλ, δε νομίζεις πως είναι ώρα να σταματήσεις τα ψέματα; Μόλις λίγες ώρες πριν ήσουν έτοιμος να βάλεις τα κλάματα αναλογιζόμενος πως η άσλει πέθανε ακριβώς τη μέρα των γενεθλίων της. Στεκόμαστε στην πόρτα και μου ζητούσες να κάνω κάτι για κείνη, να βρω την άκρη, σήμερα κιόλας, το ξέχασες;
-Όχι, δεν το ξέχασα. Τίποτα δεν ξέχασα όσο κι αν προσπάθησα.
-αν είστε ειλικρινείς θα τελειώσουμε πιο γρήγορα, κι όλα θα γίνουν πιο εύκολα. Ξέρω λοιπόν πως το δώρο που είδα, το μενταγιον με τη φωτογραφία δεν ήταν δικό σου μέρεντιθ. Αυτό το αγόρασε ο αλ για την άσλει.
-εκείνη πήγε να διαμαρτυρηθεί αλλά ο αλ πίεσε το χέρι της σταματώντας την.
-Δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις, γλυκιά μου, δε βλέπεις πως τα ξέρει όλα;
Εκείνη άρχισε να τρέμει κι ασυναίσθητα στριμώχτηκε πιο κοντά του. Κι αυτό για κάποιο λόγο άρεσε στο γουίλιαμ.
-Δε νομίζω πως έχεις τόσα λεφτά, μα κι αν είχες δε θα τα ξόδευες για την άσλει. Λοιπόν, Αλ, έχεις πει στη Μέρεντιθ πως η Μαντλέν είναι δική σου κόρη;
-Τι είναι αυτά που λες, αστυνόμε; Ο αλ έσπρωξε την κοπέλα κι αυτή τη φορά πετάχτηκε όρθιος.
-την αλήθεια, γιατί δεν το παραδέχεσαι, πάλι τα ίδια θα λέμε;
Ο αλ είχε τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές ενώ η μέρεντιθ είχε αρχίσει να κλαίει σιγανά. Τα δάκρυα έλαμπαν στα μάτια της πριν αρχίσουν να πλαισιώνουν το λεπτό της πρόσωπο, κι εκείνη πάλευε να τα σκουπίσει με το μανίκι της δαντελένιας της ρόμπας.
-Λοιπόν, Αλ, δεν τη βλέπω να ξαφνιάζεται, απλά υποφέρει και κλαίει. Μια γυναίκα που ταράζεται βαθιά, δεν αντιδρρά με αυτόν τον τρόπο. Γι’αυτό κάθισε κάτω σε παρακαλώ, κι απάντησε σε αυτά που σε ρωτάω.
Ο αλ το έκανε μα αυτή τη φορά πήγε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε βίαια σχεδόν έτσι όπως προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα του.
-τι θα ήθελες να μάθεις αστυνόμε;
-Τα πάντα. Πότε έμαθε την αλήθεια για σας η μέρεντιθ.
-Πριν λίγους μήνες. Τώρα είχε πάρει εκείνη το λόγο. Το κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά επειδή κάθε φορά που μιλούσα στον ΑΛ για γάμο εκείνος άλλαζε θέμα βρίσκοντας κάποια γελοία δικιολογία.
-ένα βράδυ που πηγαίναμε βόλτα με το αυτοκίνητό της, άρχισε να με πιέζει. Οδηγούσε νευρικά, χωρίς να προσέχει καθόλου, είχα αρχίσει να φοβάμαι πως θα καταλήγαμε κολλημένοι σε κάποιο δέντρο. Τώρα μιλούσε ο αλ.
-Και λοιπόν;
-της τα είπα όλα, από φόβο για τη ζωή μου. Εκείνη με άκουσε ως το τέλος χωρίς λέξη. Όταν σταμάτησα να μιλάω άρχισε να κλαίει, με κατηγόρησε πως της κατέστρεψα τη ζωή.
-Κι αυτό έκανες, εσύ τι θα έλεγες αν μάθαινες πως σε είχαν διαλέξει για κάλυψη; Πώς θα αντιδρούσες αν κάποιος σου έλεγε πως σε χρησιμοποιεί; Πως το έκανε για χρόνια ολόκληρα;
Ο ΑΛ δεν είπε τίποτα.
-Τι έγινε μετά, Μέρεντιθ; Γιατί δεν έφυγες;
-Γιατί τον αγαπούσα, πολύ. Είμαστε όλοι μπλεγμένοι σαν το κουβάρι. Ήξερα πως κανείς δε θα ήταν ευτυχισμένος εδώ μα δεν είχα τη δύναμη να φύγω.
-το ήξερες πως σκόπευε να το σκάσει με την άσλει;
-Ναι, θα το είχα καταλάβει ακόμη κι αν δε μου το ομολογούσε ο ίδιος.
-Και τι έκανες;
-περίμενα, δεν είχα άλλη επιλογή. Περίμενα και σκεφτόμουν έναν τρόπο να τον δέσω για πάντα μαζί μου.
-τι σκέφθηκες;
-να τα πω όλα στο τζέρεμι ΣΚοτ.
Ο γουίλιαμ χαμογέλαςε ικανοποιημένος από την απάντηση. Αυτό που έλεγε ήταν λογικό.
-Γιατί δεν το έκανες; Πάντως να ξέρεις πως τα γνώριζε όλα από την αρχή, πολύ πριν από εσένα δηλάδή.
Η Μέρεντιθ κι ο ΑΛ τον κοίταξαν με αληθινή κατάπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Ήταν φανερό πως τους είχε ξαφνιάσει.
-δε μπορεί, είπε τελικά ο αΛ με φωνή πνιγμένη στο λαιμό του. Δε λες αλήθεια!
-γιατί δε χώριζε λοιπόν; Η μέρεντιθ σταμάτησε βάζοντας τα χέρια στο στόμα, καταλαβαίνοντας πόσο ανόητο είχε ακουστεί αυτό που μόλις είχε πει.
-για τον ίδιο λόγο που δεν το έκανες κι εσύ, γλυκιά μου. Λοιπόν; Τι έγινε στη συνέχεια;
-με πρόλαβαν οι εξελίξεις. Ο αλ την έπιασε με τον άνδρα της ένα βράδυ κι αυτό τον πλήγωσε βαθιά. Είδα για πρώτη φορά την απόγνωση στα μάτια του κι άρχισα να αναρωτιέμαι αν επιτέλους με καταλάβαινε. Τότε αποφάσισα να παίξω το παιχνίδι ως το τέλος, δέχτηκα να με χρησιμοποιήσει και πάλι.
-με ποιο τρόπο; Τη ρώτησε αν και γνώριζε την απάντηση.
-Κάναμε έρωτα, ήταν σκληρός μαζί μου, αλλά δε με ένοιαζε. Το έκανε για να την εκδικηθεί αλλά έκανα τα πάντα για να το αγνοήσω.
Κι έπειτα άρχισε να καβγαδίζει όλο και πιο συχνά μαζί της και να περνάει τα βράδια μαζί μου. Σιγά σιγά γινόταν όλο και πιο τρυφερός, και η άσλει όλο και πιο θλιμμένη.
Όταν άρχισαν οι ζαλάδες και συνειδητοποίησα πως είχα καθυστέρηση κατάλαβα πως όλα ήταν στο χέρι μου. Πήγα μαζί της στο γιατρό, μα αυτό το ξέρετε ήδη. Όταν βεβαιώθηκα πως ήμουν έγκυος ορκίστηκα πως θα κρατούσα το παιδί κι άρχισα να κάνω σχέδια για μια κοινή ζωή με τον αΛ.
-Πώς τα πήρες τα νέα;
-Ξαφνιάστηκα, ως και λίγο καιρό πριν λογάριαζα να φύγω με την Άσλει. Ποτέ δεν της το συγχώρησα αυτό που μου έκανε, εγώ τη λάτρευα κι εκείνη έπαιζε την ερωτευμένη με το βλάκα το Τζέρεμι…
-δε χρειάζεται να τον βρίζις, θα μπορούσε να σου είχε κάνει κακό αν το ήθελε.
Ο Αλ κούνησε το κεφάλι.
-έχεις δίκιο, δεν τα βάζω μαζί του στην πραγματικότητα. Ακόμη και μετά το πρώτο βράδυ με τη μέρεντιθ συνέχισα να ικετεύω την Άσλει να φύγουμε μαζί. Εκείνη δε δεχόταν, έλεγε πως ο Τζέρεμι ήταν αδύναμος πολύ. κΙ όταν πια μαθεύτηκαν τα νέα για το μωρό τότε κατάλαβα πως είχε χαθεί κάθε ελπίδα για εμάς τους δυο. Η άσλει μου το ξεκαθάρισε πως με αγαπούσε, πως θα με αγαπούσε πάντα μα δεν ήθελε για τίποτα να κάνει η Μέρεντιθ έκτρωση. Είπε πως θα ήμουν ευτυχισμένος μαζί της και μου χάρισε για τελευταία φορά λίγες στιγμές υπέρτατης ευτυχίας.
Η Μέρεντιθ μόρφασε.
-το ξέρατε πως ετοιμαζόταν να φύγει;
Για ακόμη μια φορά σάστισαν και οι δυο. Η Μέρεντιθ συνήλθε πρώτη, για να αφήσει ένα ουρλιαχτό γεμάτο απόγνωση κι ο Γουίλιαμ βεβαιώθηκε πως δεν ήξερε τίποτα.
-Πότε σκόπευε να φύγει;
-άμεσα, είχε ήδη βγάλει τα εισιτήρια. Θα πήγαινε στο Παρίσι.
Το χαμόγελο του αλ ήταν γεμάτο πίκρα.
-αν το είχα καταλάβει δε θα την άφηνα ποτέ να το κάνει αυτό.Θα έβρισκα κάποιο τρόπο να τη μεταπείσω.
-τι θα έκανες; Θα με σκότωνες; Δε θα προλάβαινες γιατί εγώ ενεργώ πιο γρήγορα.
Ο Γουίλιαμ έφτασε στην πόρτα και την κλείδωσε σφίγγοντας στα χέρια του το κλειδί.
-μέρεντιθ, είπε αργά τονίζοντας την κάθε συλλαβή, πες μας πώς τη σκότωσες;
-θα σας τα πω όλα.
Τότε ήταν που ο Αλ έπεσε πάνω της με όση δύναμη είχε. Τα χέρια του τυλήχτηκαν γύρω από το μακρύ λευκό λαιμό της κι ετοιμάστηκαν να σφίξουν δυνατά, μα ο Γουίλιαμ ήταν εκεί. τον απομάκρυνε χωρίς κανένα πρόβλημα, σπρώχνοντάς τον δυνατά. Εκείνος βρέθηκε στην άλλη άκρη του δωματίου απορημένος. Κροτάλιζε τα δόντια του ανίκανος να μιλήσει.
-ηρέμησε, αλ, το ξέρουμε πως δεν είχες ιδέα. Το ξέρω πως η μέρεντιθ έκλεψε το δώρο σου και πως το έκρυψε κάπου για να το παρουσιάσει έπειτα σαν δικό της.Την κάλυψες χωρίς να ξέρεις!
-ήθελα να της θυμίσω τις όμορφες στιγμές που περάσαμε μαζί, θα πάλευα ξανά να τη μεταπείσω. Η ανάσα του άνδρα έγινε ακανόνιστη. Θα έπαιρνα όρκο πως… δε μπόρεσε να συνεχίσει, πήρε στα χέρια του το πρόσωπό του κι άρχισε να κλαίει.
Ο γουίλιαμ στράφηκε ξανά προς τη μέρεντιθ. Αυτή η κοπελίτσα είχε διαλύσει δυο άνδρες και είχε σκοτώσει μια γυναίκα αδιαφορώντας για το παιδί της το οποίο ισχυριζόταν πως λάτρευε.
-Λέγε, λοιπόν, γιατί το έκανες; Πώς το σχεδίασες;
-δε μου έφτανε το παιδί που είχα μέσα μου, ήξερα πως ο αΛ βασανιζόταν, τα βράδια δεν κοιμόταν καλά, ήξερα πως όσο εκείνη ανέπνεε θα υπήρχε πάντα ελπίδα να τον κλέψει από εμένα.
-εσύ με έκλεψες από κείνη.
Ο ΑΛ τους πλησίασε και παλι κι ο γουίλιαμ του έκανε νόημα να σταματήσει βοηθώντας τον να καθίσει.
-Ησύχασε, τοξέρω πως δεν είχες ιδέα για αυτό που έκανε η μέρεντιθ.
-αν είχα θα τη σκότωνα.
-Αν το ήξερα πως σκόπευε να φύγει η άσλει ίσως και να την είχα αφήσει να φύγει, για να μη σας βυθίσω όλους στο πένθος.
Το αποφφάσισα πριν μια εβδομάδα, διάλεξα αυτή τη μέρα επίτηδες, κάπου είχα διαβάσει κάτι παρόμοιο. Δεν είχα τη δύναμη να την πυροβολήσω, κι έτσι κατέληξα στο δηλητήριο. Έχω μια φίλη γιατρό, μια μέρα που έλειπε ο Τζέρεμι μπήκα κρυφά στο φαρμακείο του και της διάβασα κάποιες ουσίες χωρίς να της πω βέβαια την αλήθεια. Είπα πως ο Αλ αντιμετόπιζε κάποιο πρόβλημα και πως χρειαζόμουν τη συμβουλή της όσο περίμενα έναν άλλο γιατρό. Εκείνη δε μένει εδώ κοντά κι έτσι δεν παρεξηγήθηκε, με βοήθησε πρόθυμα. Μου μίλησε για κείνο το φιαλίδιο αλλά εγω δεν το πήρα πολύ νωρίς, από φόβο μήπως το ανακαλύψει ο ζωγράφος.
Μόλις χθες που ο τζέρεμι ήταν απασχολημένος με κάτι άλλο κατάφερα να το πάρω μαζί με μια σύριγγα. Ήμουν έτοιμη πια. Το βράδυ η άσλει μας έφτιαχνε μαργαρίτες και προσπαθούσε να πείσει τον άνδρα της να οργανώσει μια έκθεση ζωγραφικής. Κι έπειτα την έπιασαν τήψεις μάλλον που τον απατούσε κι έγινε πολύ γλυκιά μαζί του. Καταλάβαμε πως ήταν ώρα για ύπνο. Αποσυρθήκαμε λοιπόν κι εγώ περίμενα να κοιμηθεί ο αλ ισχυριζόμενη πως ήμουν πολύ κουρασμένη. Προσποιήθηκα πως νύσταζα και ξάπλωσα. Εκείνος με ακολούθησε με την καρδιά βαριά. Κάποτε τον πήρε ο ύπνος, ύστερα από κάμποσες ώρες κι εγώ κατάφερα να γλιστρήσω έξω από το δωμάτιο, μαζί με αυτά που χρειαζόμουν. Είχα δώσει ήδη πολύ χρόνο στην άσλει.
Μπήκα νυχοπατώντας στο δωμάτιό της, ευτυχώς δεν είχε κλειδώσει, όχι πως αυτό θα ήταν πρόβλημα. τΗν πλησίασα και την ξεσκέπασα. Μου φάνηκε πολύ χλωμή, της έκανα την ένεση και τώρα που το σκέφτομαι… Το χέρι της μου φάνηκε πολύ δροσερό.
Μια κραυγή ξέφυγε από το στόμα του αλ κι ο Γουίλιαμ ένιωσε τον πόνο στο στομάχι του να δυναμώνει. Έπρεπε να τελειώνει, είχε κάνει τη δουλειά του. Πήρε το κινητό του από το γραφείο και πάτησε ένα δυο κουμπιά.
Η Μέρεντιθ συνέχιζε στο μεταξύ.
-είδα τα χάπια της στο κομοδίνο κι ένα ποτήρι μισογεμάτο με κάτι αλλά δε φαντάστηκα πως θα προσπαθούσε να βάλει τέλος στη ζωή της. Το δωμάτιο βέβαια μύριζε αλκοολ. Αν το είχα σκεφθεί δε θα διακινδύνευα ποτέ τόσο. Ανατρίχιασε και σταμάτησε.
-Το ξέρεις βέβαια πως το παιδί σου θα γεννηθεί στη φυλακή.
Εκείνη δεν απάντησε.
-Τη ζήλευα, σαν τρελή, κάθε φορά που γελούσε εγώ τρελαινόμουν. Αν ξέρατε πως τον κοιτούσε τον Αλ…
-τι μου έκανες… μούγκρισε εκείνος ενώ σκούπιζε τα μάτια του με την ανάστροφη του χεριού του.
-έκανα το καλύτερο για το παιδί μας, αΛ. Με την άσλει ζωντανή δε θα ήταν ευτυχισμένο, ποτέ.
-η άσλει θα το αγαπούσε.
-έχει κι η Άσλει μια κόρη, μέρεντιθ, μην το ξεχνάς! Ο Γουίλιαμ σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε τον αλ. Κάποιο φωτάκι είχε ανάψει στο κινητό του.
-έλα μαζί μου, πρέπει να φύγουμε από εδώ.
-τι θα γίνει με τη Μέρεντιθ; Θα τη συλλάβουν; Είναι έγκυος.
-το ξέρω πως είναι έγκυος, ναι, θα γίνει αυτό που πρέπει, μα να το ξέρεις πως το παιδί δε θα πάθει τίποτα. Εσύ ωστόσο πρέπει να φύγεις για λίγο από τούτο το σπίτι. Θα σε καλέσουμε για ανάκριση αλλά σε διαβεβαιώπως θα έχει εντελώς τυπικό χαρακτήρα.
-δεν έκανε τίποτα ο αΛ, δεν του είχα φανερωσει τα σχέδιά μου!
-γιατί το έκανες αυτό;
-ήθελα να ζήσουμε μαζί, σε αγάπησα, σε αγαπάω, πολύ!είχα την ελπίδα πως κανείς δε θα με ανακάλυπτε,φαίνεται πως έκανα λάθος.Γι αυτό κατηγόρησα το τζέρεμι σκοτ το πρωί.
-τώρα κανείς δε θα ζήσει ευτυχισμένος, ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε το παιδί μας.
-ναι, μάλλον. Τα μάτια της μέρεντιθ βούρκωσαν.
-δεν είχα άλλη επιλογή, αγάπη μου.
Ο Γουίλιαμ ξεκλείδωσε και τον τράβηξε έξω από το δωμάτιο κλειδώνοντας ξανά έπειτα την πόρτα.
-είναι ώρα να φύγουμε από εδώ. Δε θέλω να το δεις αυτό. Πήγε και πήρε την τσάντα με τα πράγματά του.
Ο Αλ τον κοίταξε με απορία.
-Θα την πάρουν, δεν έχω καμιά πια.
-έχεις το παιδί σου, τη Μαντλέν, θα τη φροντίσει ο τζέρεμι για λίγο καιρό, το έχω κανονίσει. Ύστερα θα γυρίσεις, όταν νιώσεις καλύτερα και θα τα κανονίσετε όλαμεταξύ σας.
-Χριστέ μου, πώς έγινε αυτό; Πού θα πάω;
-βάλε το σακάκι σου, γρήγορα. Δεν έχουμε χρόνο.
Τον τράβηξε προς την εξώπορτα. Δεν άντεχε να μένει άλλο εκεί μέσα. ΟΙ υπόλοιποι ήταν ήδη εκεί και τους περίμεναν.
Τους συνάντησαν στην είσοδο.
-Ξέρετε που πρέπει να πάτε, Σωστά;
-ναι.
-Ελπίζω να έχει κάποιος το νου του μην τύχει και θελήσει να φύγει από το παράθυρο.
-εσύ τη δουλειά σου, κι εμείς τη δική μας γουίλιαμ. Ο Ντικ τον χτύπησε χαιδευτικά στην πλάτη.
-έχετε δίκιο. Λοιπόν, αλ, φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Έχεις το λόγο μου πως όλα είναι υπό έλεγχο. Πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο, θα σε δω στο τμήμα αύριο το πρωί.
Ο αλ έγνεψε μια φορά κι άρχισε να περπατάει πολύ αργά, σέρνοντας τα πόδια του. Αυτό δεν ήθελε να το δει.
Ωστόσο όταν έστριψε στη γωνία άκουσε μια δυνατή γυναικεία κραυγή. Δε γύρισε να δει, δε μπορούσε.
-εδώ μέσα είναι όλα, είπε ο γουίλιαμ δίνοντας στο Ντικ το μικρό του φορητό υπολογιστή. Κι άλωστε εκεί θα είμαι κι εγώ, θα σας δώσω όλες τις πληροφορίες με κάθε λεπτομέρεια.
Ο ντικ συγκατένευσε παίρνοντας το λαπτοπ.
-πΟιος ήταν αυτός που έφυγε; Ο άνδρας της;
-Όχι, κάτι χειρότερο.
Ο γουίλιαμ άρχισε να προχωράει κι ο ίδιος.
-Πού πας; Φεύγεις;
-Ναι, δεν αντέχω άλλο εδώ. Θα πάω για λίγο στο σπίτι κι έπειτα θα επιστρέψω στη δουλειά. Θα σας δω εκεί.
-εντάξει. Ο Ντικ μπήκε στο σπίτι. Ήξερε ποιον έψαχνε και τι ακριβώς έπρεπε να κάνει.
Ο γουίλιαμ τάχυνε το βήμα του ότανβ εβαιώθηκε πως κανείς δεν τον έβλεπε. Το κλειδί του γραφείου μέσα στο οποίο βρίσκονταν όλα τα πειστήρια, ήταν στη θήκη του υπολογιστή. Θα τα καταφερναν για λίγο και χωρίς αυτόν. Θα τους συναντούσε αργότερα.
Για την ώρα το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στο σπίτι του και να αγκαλιάσει την έλεν. Κι αν εκείνη ήταν εντάξει, ίσως να της έλεγε και με λίγα λόγια την υπόθεση. Αυτό βέβαια θα απαιτούσε κάποιο χρόνο, θα το σκεφτόταν. Ίσως πάλι να άφηνε τις αποκαλύψεις για αύριο, κι αν το τηλέφωνό του δε χτυπούσε περισσότερες από είκοσι φορές να της πρότεινε να δούνε μαζί εκείνη την ταινία τρόμου. Ήταν περίεργος να μάθει ποιος έγραφε τα μηνύματα στον τοίχο εκείνου του σπιτιού!
Τέλος

χρόνια πολλά

Φεβρουαρίου 13, 2011

9.
Έκλεισε το ημερολόγιο και μαζί με το μενταγιον τα κλείδωσε μέσα στο συρτάρι του γραφείου. Έπειτα έριξε το κλειδί στην τσέπη του και σηκώθηκε. Τεντώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του, ήθελε ένα τσιγάρο, φυσικά δεν είχε αφού απέφευγε συστηματικά να αγοράζει. Μόνο που ένιωθε να κυιριεύεται από το άγχος. Είχε έρθει η στιγμή.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο προσπαθώντας να αποφασίσει από πού θα ξεκινούσε. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Θα κατηγορούσε κάποιον, θα τσακωνόταν σχεδόν με όλους αφού θα επισκεπτόταν τον καθένα χωριστά. Μα ίσως όχι ακριβώς χωριστά…
Έχοντας πάρεικάποτε την απόφασή του άρχισε να περπατάει αργά στο μακρύ διάδρομο. Σε λίγο πέρασε μπροστά από το δωμάτιο που του είχε ετοιμάσει η ρόντα, δε θα το χρειαζόταν τελικά. Η παραμονή του εκεί θα ήταν πιο σύντομη από όσο περίμενε αρχικά. Κατανίκησε την επιθυμία να μπει μέσα και να ρίχνει μια ματιά συνεχίζοντας το δρόμο του. Στο δωμάτιο του τζέρεμι σκοτ τον οδήγησε η μουσική. Δεν έπαιζε δυνατά, μα το αφτί του ήταν εξασκημένο κι έτσι δε δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει κάποιο έργο του Ντεμπισί. Ήταν ένα έργο για πιάνο, ερωτικό κι άπειρα αισθαντικό. Έμεινε για ώρα απ’έξω, απολαμβάνοντάς το και ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του. Λίγο πριν τελειώσει είχε την αίσθηση πως ο τζέρεμι σκοτ το είχε βάλει για να το αφιερώσει στη γυναίκα του που δε ζούσε πια.
Χτύπησε δυο φορές την πόρτα πολύ απαλά κι όταν άκουσε τη φωνή του να τον καλεί μπήκε.
-υπέροχο κομμάτι, κύριε Σκοτ. Λατρεύω το ντεμπισί.
Ο τζέρεμι που ως τότε καθόταν στο κρεβάτι του με ένα βιβλίο ανοιχτό στα γόνατά του το έκλεισε και σηκώθηκε βάζοντάς το πάνω στο γραφείο του.
-μου αρέσει κι εμένα, είπε, πλησιάζοντάς τον. Το αναγνωρίσατε το έργο, σωστά;
-Πολύ σωστά. Ένας μοναδικά ωραίος ερωτικός θρήνος. Το ακούω από το πρωί, με κάνει να νομίζω πως εκείνη είναι εδώ. Μα καθίστε, μη στέκεστε.
Ο αστυνομικός τον ευχαρίστησε και κάθισε σε μια υπέροχη στριφογυριστή πολυθρόνα στο κέντρο του δωματιου.
Ο χώρος ήταν άνετος, είδε μια μικρή βιβλιοθήκη, κατάφορτη από βιβλία, κι άλλο ένα τραπεζάκι γεμάτο με cd. Δίπλα από το κρεβάτι ένα μεγάλο κομοδίνο με πολλά συρτάρια και πιο κεί ένα στερεοφωνικό συγκρότημα τελευταίας τεχνολογίας.
Ο τζέρεμι άναψε ένα τσιγάρο κι ύστερα άρχισε να παίζει με τον καπνό που ανέβαινε προς τα πάνω. Κι έτσι όπως τον κοίταζε ο γουίλιαμ κατάλαβε γιατί ήταν τόσο δύσκολο για την άσλει να τον αφήσει και να φύγει με τον Αλ για κάποιο μακρινό μέρος. Έμοιαζε ασθενικός, μόνος κι αβοήθητος. Νευρικός, χαμένος σε έναν δικό του κόσμο.
-Πώς πάει η έρευνα; Η φωνή του τζέρεμι τον έκανε να επιστρέψει στο παρόν.
-Πολύ καλά, καλύτερα από ό,τι υπολόγιζα.
Το τσιγάρο άρχισε να τρέμει στα δάκτυλα του άλλου άνδρα.
-αυτό είναι καλό, παρήγορο. Θέλω να μάθω τα πάντα, μόνο έτσι θα βρω λίγη ανακούφιση. Μόνο έτσι θα ησυχάσει και η άσλει.
Να έπαιζε θέατρο άραγε; Αν ναι, ήταν τέλειος ηθοποιός.
-Ναι, θα τα μάθετε όλα, όσα δεν ξέρετε δηλαδή.
-σας είπα ήδη όσα ήξερα. Εσείς λοιπόν τα έχετε ανακαλύψει όλα, σωστά;
-έτσι πιστεύω.
-Πείτε μου λοιπόν, σας παρακαλώ. Η φωνή του ανέβηκε δυο τόνους κι ο Γουίλιαμ ανατρίχιασε.
Της πήρατε για δώρο γενεθλίων ένα δακτυλίδι, γιατί;
-επειδή της άρεσαν τα κοσμήματα.
-Μόνο γι’αυτό;
-Κι επειδή ήθελα να τη δέσω, να την κρατήσω για πάντα κοντά μου.
-Μπήκατε καθόλου στο δωμάτιο της Άσλει χθες το βράδυ; Μετά, όταν σας άφησε για να πάει για ύπνο.
-όχι, δηλαδή ναι.
-Και; Τι κάνατε εκεί;
-τίποτα, την κοιτούσα να κοιμάται. Ήθελα να ξαπλώσω μαζί της, λίγο πριν την κρατούσα στην αγκαλιά μου μα δεν έκανα τίποτα.
-γιατί;
-δεν ήθελα να την ξυπνήσω, φοβόμουν.
-δε μου το είπατε το πρωί.
-δεν το θεώρησα σημαντικό, δεν ήθελα να με θεωρήσετε ύποπτο.
-πόσο συχνά κάνετε ενέσεις, κύριε σκοτ;
Το τσιγάρο γλίστρησε από το χέρι του καίγοντάς του τα δάκτυλα. Ο τζέρεμι άρχισε να βήχει δυνατά, ένας άσχημος κοφτός μα βαθύς βήχας που δεν άρεσε καθόλου στο γουίλιαμ. Όταν ξαναμίλησε η φωνή του είχε ανεβεί κι άλλο.
-Πολύ συχνά.
-Για ποιο λόγο;
-Υποφέρω από έντονους πόνους κύριε Γουίλιαμ.
-δηλαδή; Τι είδους;
-Πόνους στα χέρια και στα πόδια, πόνους που με κάνουν να παραλύω. Έχω προβλήματα, αρθρήτιδες, προβλήματα επειδή παίζω πολύ συχνά πιάνο κι επειδή γενικά η κατασκευή μου δε με βοηθάει να κάνω αυτά που θέλω. Η άσλει μου έκανε τις ενέσεις κάποιες φορές, κάποιες άλλες ο αλ ή ένας άλλος γιατρός.
-έχεις πολλές σύριγγες;
-Πολλές.
-κι όλα τα σύνεργα για τις ενέσεις και ισχυρά παυσίπονα;
-ναι, τα έχω όλα αυτά. Γιατί; Τι συνέβη;
-Κάποιος έκανε μια ένεση στην άσλει χθες το βράδυ.
Ο τζέρεμι άρπαξε το κεφάλι του και το έσφιξε δυνατά.
-δε μπορεί, δε μπορεί… μου λέτε ψέματα…
-Καθόλου, αυτή είναι η αλήθεια. Εσείς ξέρετε να κάνετε ενέσεις;
-Ναι. Μα δεν ήμουν εγώ… δεν ήμουν εγώ…
-Ξέρατε πως η άσλει ήταν δυστυχισμένη;
Ο τζέρεμι έπλεξε τα χέρια του μεταξύ τους.
-δυστυχισμένη; Όχι, δεν ήταν, σας το είπα την είχα πιάσει να κλαίει μα δεν ήταν τίποτα σοβαρό.
-είχατε κανένα παράπονο από κείνη;
-Κανένα. Η άσλει ήταν αψεγάδιαστη.
Ο Γουίλιαμ άρχισε να νιώθει άβολα. Μήπως ο άνθρωπος αυτός δεν ήξερε τίποτα για το δράμα της γυναίκας του; Έπρεπε να το μάθει γιατί αν το αγνοούσε δεν έπρεπε να είναι αυτός που θα τον ξυπνούσε.
-Πείτε μου την αλήθεια, σας παρακαλώ, γιατί της το κάνατε αυτό; Γνωρίζατε κάτι κακό που είχε κάνει;
-όχι, δεν το έκανα εγώ, τη λάτρευα την άσλει. Ήταν το φως μου, ο λόγος που συνέχιζα να υπάρχω.
-Ξέρω πως μια φορά θελήσατε να πεθάνετε, πως κάνατε απόπειρα. Σωστά;
-σωστά.
-γιατί;
-ακριβώς επειδή νόμιζα πως την έχανα. Πίστευα πως είχε αρχίσει να απομακρύνεται, δεν την ήθελα τη ζωή μου χωρίς αυτήν. Τελικά με πρόλαβε ο Αλ, η Άσλει ήταν συντετριμμένη, με αγκάλιασε σφιχτά και με χάιδεψε για ώρα πολλή. Είπε πως δε θα με άφηνε.
-μάλιστα. Κι έτσι εσείς σταματήσατε τις απόπειρες.
Ο γουίλιαμ άπλωσε το χέρι και πήρε ένα τσιγάρο χωρίς να ρωτήσει. Την είχε πάρει την απάντησή του. Ο τζέρεμι σΚοτ τα ήξερε όλα και την κρατούσε όπως μπορούσε κοντά του.
-ξέρατε πως το παιδί της άσλει δεν είναι δικό σας;
-τι;
-Ξέρετε πως είναι του Αλ; Πως η άσλει ήταν μαζί του από παιδί σχεδόν;
-Τι λέτε; Ο τζέρεμι σκοτ πετάχτηκε όρθιος. Ήταν κάθιδρος.
-το ξέρετε πως ήταν έτοιμη να φύγει μαζί του μα τη σταμάτησε ένα απρόοπτο γεγονός;
-σταματήστε… σας παρακαλώ, σας ικετεύω. Ένας ξερός κρότος ακούστηκε κι ο τζέρεμι Σκοτ σωριάστηκε στο πάτωμα.
Ο γουίλιαμ έτρεξε ανήσυχος δίπλα του. Έκλαιγε δυνατά, με τα χέρια κολλημένα γύρω από το σώμα του. Δεν έδειχνε να ντρέπεται, σπάραζε κυριολεκτικα έτσι που ο αστυνομικός άρχισε και πάλι να αμφιταλαντεύεται.
-ναι, ναι, όλα τα ήξερα, όλα με κάθε λεπτομέρεια. Η άσλει νόμιζε πως ήμουν στο σκοτάδι, πως δεν είχα ιδέα μα δεν είμαι χαζός κύριε γουίλιαμ. Τα είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή, από τότε που έμαθε για την εγκυμοσύνη. Κι ύστερα όταν ήρθε στο σπίτι μας ο αλ όλα μπήκαν στη θέση τους. Το ξέρω πως τον λάτρευε, κι αυτός το ίδιο, τον συναντούςε στα κρυφά πολλά βράδια, κάποιες φορές τσακώνονταν οι δυο τους και τότε βυθίζονταν και οι δυο σε μια βαθιά θλίψη. Νόμιζαν πως εγώ δε μπορούσα να τα συσχετίσω, νόμιζαν πως ήμουν τόσο αφοσιωμένος στην τέχνη ώστε να μην καταλαβαίνω τι γινόταν στο ίδιο μου το σπίτι, αλλά έκαναν μεγάλο λάθος.
Είμαι αδύναμος κύριε γουίλιαμ, δυσκολεύομαι να παρω πρωτοβουλίες, μα αν μπορούσα θα του έκανα κακό του αλ. Δεν ξέρετε πόση προσπάθεια έπρεπε να καταβάλω για να του φερθώ καλά, με κάποια φιλικότητα. Ναι, είμαι πολύ αδύναμος, δεν εμπιστεύομαι το σώμα μου αλλά αν το εμπιστευόμουν, αν είχα λίγη περισσότερη αυτοπεποίθηση θα τον σκότωνα. Ένα βράδυ θα τρύπωνα κρυφά στο δωμάτιό του και θα τον μαχαίρωνα. Μα τα χέρια μου είναι άχρηστα, μόλις που τα καταφέρνω να παίζω και να κρατάω τα πινέλα μου. Κι εκείνος είναι πολύ δυνατός άνδρας, κι αυτό της άρεσε της άσλει. Εμένα τι να με κάνει; Αν δεν της είχα φτιάξει εκείνον τον πρώτο πίνακα δε θα με αγαπούσε. Εντάξει, με ερωτεύθηκε, το πιστεύω αυτό, δε θα με παντρευόταν αν δεν ένιωθε τίποτα για μένα, δεν είναι γυναίκα που κάνει πράξεις υποκινημένη μόνο από συμφέρον. Ναι, κάτι ένιωθε για μένα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν συγκρινόταν με αυτό που αισθανόταν για τον Αλ. Ήταν κύμα σφοδρό, την έτρεφε και τη σκότωνε μαζί.
-Μήπως χθες το βράδυ δεν το αντέξατε αυτό, μήπως τελικά βρήκατε τον τρόπο να τη σκοτώσετε, βάζοντας στη σύριγγα μια μικρή δόση κάποιας ουσίας που σκοτώνει; Βάζω στοίχημα πως υπάρχουν πολλές τέτοιες στο προσωπικό σας φαρμακείο, κάνω λάθος;
Ο τζέρεμι προσπάθησε να σηκωθεί μα χωρίς αποτέλεσμα.
-θέλω να σας αποδείξω πως δεν το έκανα εγώ, αν μπορούσα να κάνω κακό σε κάποιον θα το έκανα στον εαυτό μου. Το προσπάθησα κιόλας στο παρελθόν αλλά με πρόλαβε ο αλ, έλεγε πως δεν έπρεπε να κάνω τέτοια πράγματα, πως η ζωή είναι πολύτιμη, πως είχα μια γυναίκα που με λάτρευε. Πόσο ψεύτης ήταν…
Ένα πνιγμένο βογκητό ξέφυγε από τα μισόκλειστα χείλη του αλλά τελικά κατόρθωσε να σηκωθεί.
-εΛάτε να δείτε, πάμε στο φαρμακείο μου.
Ο Γουίλιαμ σηκώθηκε και τον ακολούθησε.
Ο τζέρεμι άνοιξε ένα μεγάλο ντουλάπι με κρύσταλλο σαν βιτρίνα κι ο αστυνομικός έμεινε να χαζεύει τα αμέτρητα μπουκαλάκια και τις σύριγγες. Ο τζέρεμι άρχισε να δείχνει κάποια μπουκαλάκια, πολύ μικρά και να λέει το όνομα του καθενός.
Κάποια περιείχαν ουσίες πολύ δραστικές που θα μπορούσαν σίγουρανα σκοτώσουν ακόμη κι ελέφαντα.
-αυτό είναι… Η φωνή του έμεινε μετέωρη, δεν το πιστεύω, δε μπορεί…
-τι συμβαίνει; Ο αστυνομικός ένιωσε τα μάγουλά του να φλογίζονται απότομα.
Ο τζέρεμι άπλωσε το τρεμάμενο χέρι του και του έδωσε ένα μισοάδειο φιαλίδιο. Το πήρε και διάβασε την ετικέτα, δεν την ήξερε αυτή την ουσία μα θα ρωτούσε γι’αυτή το γιατρό.Ίσως και να ήταν στη λίστα που του έδωσε, θα τη διάβαζε αμέσως μόλις έφευγε από εκεί.
-μου την έδωσε ο αλ, είναι πολύ ισχυρή, φονική… Ξαφνικά έγινε κάτωχρος. πΟτέ δεν την είχα δοκιμάσει, ήταν για πολύ δυνατούς πόνους… ως χθες το πρωί το φιαλίδιο ήταν εντελώς γεμάτο, είμαι σίγουρος, κάθε μέρα τα ελέγχω, κάθε μέρα από φόβο μήπως συμβεί κάποιο ατύχημα. Κάποιος την πήρε, με σύριγγα προφανώς.
Άνοιξε άλλο ένα συρτάρι και μια κραυγή αληθινής απελπισίας ξέφυγε από το στόμα του.
-Λείπει μια σύριγγα, είχα δεκατρείς, δεκατρείς! Αυτός που πήρε το δηλητήριο πήρε και τη σύριγγα, με αυτά σκότωσαν την καημένη την άσλει.
-παραδεχθείτε την αλήθεια, σας παρακαλώ, όλα θα είναι καλύτερα έτσι. Ο Γουίλιαμ συνέχιζε να τον πιέζει γνωρίζοντας πως δε θα έβγαινε τίποτα έτσι. Ήταν ο μόνος τρόπος να το κάνει να πει όσα περισσότερα ήξερε, ήταν βέβαιο ωστόσο πως δεν τον είχε κάνει αυτός το φόνο. Αν το ήθελε θα την είχε σκοτώσει πολλά χρόνια πριν. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που η οργή τους φουντώνει και τους οπλίζει το χέρι.Ταπεινωνόταν τόσα χρόνια για να έχει έστω κι έτσι την άσλει, δε μπορούσε να φτάσει πιο χαμηλά.
Ο τζέρεμι ήταν έτοιμος να γονατίσει ξανά, σπάραζε, έκλαιγε με τα χοντρά δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του. Το θέαμα ήταν άσχημο, οδυνηρό. Κι ο Γουίλιαμ τον λυπήθηκε επιτέλους.
-Σταματήστε, σας παρακαλώ. Ηρεμήστε και καθίστε, θέλω να μιλήσουμε για λίγο, όσο πιο ήσυχα μπορούμε. Καταλαβαίνω πόσο φορτισμένες είναι αυτές οι στιγμές μα χρειάζεται τεράστια ψυχραιμίααπό μέρους σας.
Ο Τζέρεμι κούνησε κάμποσες φορές καταφατικά το κεφάλι και σκούπισε τα μάτια του με ένα χαρτομάντιλο. Έπειτα πήγε και κάθισε σε έναν μικρό καναπέ, κοντά στον αστυνομικό.
-αν πιστεύετε πως το έκανα εγώ, δεν έχετε παρά να με συλλάβετε.
-σας ζήτησα να ηρεμήσετε, κύριε. Μάθετε πως δε σας κατηγορεί κανείς για φόνο.
Είχε μιλήσει ξερά, με τόνο καθαρά επαγγελματικό, αλλά δεν του άρεσε ο ήχος της φωνής του κι έτσι μαλάκωσε κάπως όταν πρόφερε την επόμενη φράση.
-Η Άσλει έκανε απόπειρα αυτοκτονίας χθες, μετά τις μαργαρίτες κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα από κάποιο αλκοολούχο ποτό και στη συνέχεια πήρε μπόλικα ηρεμηστικά χάπια. Ήταν αποφασισμένη να πεθάνει.
Τα μάτια του τζέρεμι γούρλωσαν κι έγιναν τεράστια.
-Γιατί; Είχε μιλήσει τόσο βραχνά που έκανε τον άλλο άνδρα να ανατριχιάσει.
-εδώ που φτάσαμε δεν έχει νόημα να σας κρύβω την αλήθεια. Η μέρεντιθ είναι έγκυος, μόλλις λίγων εβδομάδων. Η Άσλει το έμαθε, πήγε μάλιστα μαζί της στο γιατρό, κι αυτό την τσάκισε.
-Γι’αυτό την έπιασα να κλαίει, μονολόγησε σχεδόν.
-ακριβώς. Δεν σκόπευαν να ρίξουν το παιδί κι αυτό τη σκότωσε ουσιαστικά. Κατάλαβε πως δε θα ζούσε ποτέ όσα ήθελε με τον αλ. Όλα γκρεμίστηκαν μέσα της. Ούτε το παιδί της δε σκέφθηκε.
-η καημένη η μαντλέν, τι θα απογίνει;
-θέλω να τη φροντίσετε όσο καλύτερα μπορείτε, είναι κομμάτι της άσλει. Το ξέρω πως αυτό που ζητάω είναι δύσκολο για εσάς, μα η άσλει ήταν σίγουρη πως την αγαπατε τη μικρή, κι ας μην το δείχνετε τόσο συχνά.
-της μοιάζει πολύ, γι’αυτό την αγαπάω, επειδή είναι δικό της κομμάτι. Η άσλει θα μπορούσε να με είχε εγκαταλείψει εδώ και καιρό. Δε θα το συγχωρούσα στον εαυτό μου αν άφηνα αβοήθητο το παιδί της. Μα ο πραγματικός της πατέρας πού θα είναι; Μη μου πείτε πως αυτός…
-Όχι, δε θα το πω.
-Μα τότε ποιος;
-θα το μάθετε σύντομα, πιστέψτε με. Μα τώρα δώστε μου το λόγο σας πως θα την προσέχετε!
-τον έχετε. Έμεινε σιωπηλός για λίγο.
-δηλαδή τι έγινε ακριβώς; Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας κι έπειτα; Μπήκε και κάποιος άλλος στο δωμάτιό της για να την αποτελειώσει;
-ναι, αυτό ακριβώς έγινε.
-Κι αν αυτό δε συνέβαινε, θα ζούσε η γυναίκα μου;
-είναι αμφίβολο. Πήρε μεγάλες ποσότητες, ήθελε να είναι σίγουρη πως θα πέθαινε.
-αδύνατο… γι’αυτό ήταν τόσο θερμή μαζί μου χθες το βράδυ, γι’αυτό μου μίλησε έτσι, με αποχαιρετούσε.
Ο Γουίλιαμ έγνεψε καταφατικά με έμφαση. Τώρα ένιωθε πως την ήξερε καλά την άσλει, την είχε μάθει μέσα σε μια μέρα, χωρίς να μιλήσει μαζί της ούτε μια φορά.
-Πείτε μου, σας παρακαλώ, τι θα γίνει τώρα;
-θα τιμωρηθεί ο ένοχος, θα γίνουν όλα σωστά, έχετε το λόγο μου. Εσείς κοιτάξτε να ηρεμήσετε κι όλα θα πάνε καλά. Σηκώθηκε αργά, τα πόδια του είχαν μουδιάσει.
Ο τζέρεμι σΚοτ σηκώθηκε κι αυτός με τη σειρά του.
-δεν ξέρω τι να σας πω, κύριε γουίλιαμ, σας ευχαριστώ, ελπίζω πως θα κάνετε το καθήκον σας.
-Να είστε σίγουρος γι’αυτό.
Ο γουίλιαμ προχώρησε προς την πόρτα.
-τι θέλετε να κάνω;
-Να μείνετε εδώ, θα καταλάβετε πότε θα πρέπει να βγείτε.
-Θα σας ξαναδώ;
-ασφαλώς, μένουν πολλά ακόμη να κουβεντιάσουμε. Θα κάνω αυτό που πρέπει κι ύστερα θα φύγω, μα να είστε σίγουρος πως θα σας επισκεφθώ πολύ σύντομα. Θα ήθελα να μιλήσουμε για τη μαντλέν και να ρίξω μια ματιά στους πίνακές σας.
Σταμάτησε να πάρει ανάσα και για μια στιγμή σκέφθηκε να του πει πως η άσλει ήταν έτοιμη να το σκάσει με τον αλ, μα το μετάνιωσε. Τον είχε πονέσει αρκετά.
-Θα σας περιμένω, ακουστηκε πίσω του η ραγισμένη φωνή του Τζέρεμι σκοτ.

Χρόνια πολλά

Φεβρουαρίου 12, 2011

8.
Άρχισε να της γράφει μια απάντηση αλλά η σκέψη της ταινίας και της ήρεμης βραδιάς μαζί της είχε αρχίσει ήδη να χάνεται. Το μόνο που ήθελε ήταν να φτάσει ως το τέλος, γρήγορα, τώρα αν ήταν δυνατό.
Είπε πως όλα πήγαιναν καλά εδώ, πως πίστευε ότι κόντευε να τελειώσει μα πως όπως και να είχε δε θα επέστρεφε πριν περάσουν λίγες ώρες. Μίλησε ακόμη για το φαγητό της υπηρέτριας ρωτώντας την αν είχε φάει ποτέ πάπια με πορτοκάλι. Κι έπειτα έστειλε το μήνυμα.
Όταν άρχισε να τρώει την πανακότα, αποφάσισε να ανοίξει και το δώρο της μέρεντιθ. Αναρωτιόταν τι είδους κόσμημα να βρισκόταν μέσα σε κείνο το μεγαλούτσικο κουτί. Το έβαλε λοιπόν πάνω στο γραφείο και προσεκτικά τράβηξε τη λεπτή κορδελίτσα.
Είδε ένα υπέροχο χρυσό μενταγιον, μεγάλο, σχεδόν επιβλητικό κι ολοστρόγγυλο. Εντυπωσιασμένος βαθιά έκανε στην άκρη το μπωλ με το γλυκό και το πήρε στα χέρια του. Ήταν βαρύ και λείο. Του θύμιζε έντονα τις περιγραφές που είχε διαβάσει σε κάποια βιβλία μυστηρίου για παρόμοια κοσμήματα που με τη φωτογραφία που έκρυβαν μέσα τους απειλούσαν να φέρουν στο φως το φοβερό μυστικό που στοίχιωνε μια ολόκληρη οικογένεια.
Αυτή η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει, μα το χαμόγελο εκείνο δεν ήταν αποτέλεσμα βαθιάς χαράς αλλά μιας καθυστερημένης συνειδητοποίησης.
Με δάκτυλα που είχαν αρχίσει να τρέμουν βρήκε τη μικρή σχισμή στο κέντρο του και το άνοιξε. Δεν είχε πέσει έξω, το χαμόγελο πλάτυνε πιο αυθεντικό αυτή τη φορά.
Η φωτογραφία ήταν μικρή μα πολύ καθαρή. Η άσλει γελούσε, γελούσε με όλο της το σώμα και το πρόσωπο. Ήταν σε μια παραλία, καθισμένη στην άμμο, με τα κύματα να σκάνε στα πόδια της. Η ομορφιά της ήταν ασύλληπτη, ό,τι και να σκεφτόταν για κείνη θα ήταν λίγο. Δε μπορουσε να πει πόση ώρα την κοιτούσε, ούτε κι είχε σημασία.
Η σκέψη τον χτύπησε όταν αποφάσισε να κλείσει το μενταγιον για να συγκεντρωθεί ξανά στα υπόλοιπα. Ήταν δυνατό να της έκανε ένα τέτοιο δώρο η μέρεντιθ, είχε τόσα λεφτά; Κι αν ναι, πού την είχε βρει αυτή τη φωτογραφία;
Τότε ήταν που άρχισε να γελάει δυνατά, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να το σταματήσει. Όλα ήταν τόσο απλά, τόσο σωστά ξαφνικά…
Έβαλε στην άκρη το κουτάκι με το κόσμημα, η άσλει μπορεί να μην το φορούσε ποτέ γύρω από το λαιμό της, θα το έκανε όμως η κόρη της μια μέρα, ο ίδιος θα φρόντιζε γι’αυτό.
Έπειτα συνέχισε να τρώει το γλυκό με ακόμη μεγαλύτερη όρεξη από πριν. Όταν τελείωσε το άφησε κι αυτό και πήρε στα χέρια του το αλμπουμ με τις φωτογραφίες. Ήταν οικογενειακό αλμπουμ, ξεκινούσε με το γάμο της άσλει και συνέχιζε ως τις μέρες λίγο πριν το θάνατό της προφανώς. Αυτό το τελευταίο το κατάλαβε από τις φωτογραφίες της μικρής Μαντλέν. Αλήθεια, τι να έκανε; Μήπως έπρεπε να δώσει εντολή να μετακινηθεί κάποια από τις γυναίκες στο δικό της δωμάτιο; Μα δε θα το είχαν φροντίσει μόνες τους; Ήταν δυνατό να την είχαν αφήσει ολομόναχη;
Στις φωτογραφίες του αλμπουμ η άσλει δε χαμογελούσε πολύ συχνά, μα κι όταν τύχαινε να το κάνει το χαμόγελο εκείνο δε θύμιζε σε τίποτα το πρόσωπό της στην παραλία. Ήταν άδειο και ψεύτικο.
Μα είχε πει πολλά στο Γουίλιαμ, πάρα πολλά. Όλα ταίριαζαν τώρα, τα πάντα είχαν γίνει οργανωμένα. Και το ημερολόγιο θα του έλεγε κι άλλα, όχι πολλά, απλά θα επιβεβαίωνε κι αυτό τις φωτογραφίες.
Το πήρε και το άνοιξε προσπαθώντας να αποφασίσει ποια κείμενα να διαβάσει. Οι σελίδες ήταν πολλές και πυκνογραμμένες. Αν το έκρινε απαραίτητο θα το διάβαζε όλο και περισσότερες από μια φορές μα ήξερε πως δε χρειαζόταν. Το κομμάτι που έψαχνε ήταν πολύ συγκεκριμένο. κΙ όταν πίστεψε πως το βρήκε άρχισε το διάβασμα.
16 μαίου
«όλα είναι έτοιμα, όλα εκτός από εμένα. Η τελετή έχει κανονιστεί, ο στολισμός, τα ρούχα… τα πάντα είναι εκεί και με περιμένουν, μα δεν ξέρω αν θα μπορέσω να πάω. Ο ΑΛ είπε πως θα έρθει να με συνοδεύσει στην εκκλησία, κι αυτό ήταν αρκετό για να μαλώσουμε άσχημα. Πώς τόλμησε να μου πει κάτι τέτοιο; Δεν έχει καρδιά;
Πώς μπόρεσε να μου τα πει αυτά ενώ έχουμε περάσει τόσα μαζί;
Όταν τσακώθηκα άσχημα με το τζέρεμι πριν από λίγες μέρες εκείνος ήταν εκεί, ήρθε στο σπίτι μου και χωρίς να με ρωτήσει τίποτα μου είπε να ντυθώ και να τον ακολουθήσω. Το έκανα, σαν να ήμουν υπνοτισμένη. Ήξερα μέσα μου πως θα με έκανε να νιώσω καλύτερα, κι έτσι έγινε.
Με πήγε σε μια ήσυχη παραλία γεμάτη πανέμορφα κοχύλια. Μου μάζεψε μερικά και τα έφτιαξε κολιε για το λαιμό μου. Δεν ξέρω που βρήκε κλωστή, ήταν τόση η χαρά μου που δεν το σκέφθηκα εκείνη τη στιγμή. Μου το πέρασε στο λαιμό και είπε πως θα ήθελε να το φυλάξω κάπου. Κι εγώ που ως τότε γελούσα διώχνοντας το βάρος από πάνω μου άρχισα να κλαίω. Έκλαιγα δυνατά, δεν ήθελα να σταματήσω.
Κι εκείνος σάστισε αλλά τελικά ξεπερασε το ξάφνιασμα και με πήρε στην αγκαλιά του. Τα ρούχα του γέμισαν με άμμο, δεν το πρόσεξε όμως. Άρχισε να με κουνάει ρυθμικά μπρος πίσω και να μου μιλάει πολύ γλυκά. Είπε πως αν συνέχιζα έτσι θα πάθαινα κάτι άσχημο. Εγώ καταφερα να μουρμουρισω πως είχα κάνει λάθος, πως δε θα παντρευόμουν το τζέρεμι, πως ήθελα να φύγω μαζί του.
Τότε προσπάθησε να μου βαλει μυαλό εξηγώντας μου πως αν τον άφηνα θα πληγωνόταν, ίσως μάλιστα να έκανε και κακό στον εαυτό του. Αυτό δεν το ήθελα μα φοβόμουν ξαφνικά.
Κι όταν τον ρώτησα τι έπρεπε να κάνω είπε πως θα τα κανόνιζε όλα εκείνος, πως θα ήταν πάντα κοντά μου, πως θα ερχόταν να με βρει όποτε το ήθελα. έΝιωσα καλύτερα και τον ρώτησα αν θα με αγαπούσε για πάντα, κι εκείνος με φίλησε στα μαλλιά πολύ τρυφερά και μου υποσχέθηκε πως δε θα έπαυε ποτέ να με αγαπάει.
Μα εγώ είμαι εγωίστρια, δε θα μου έφτανε ποτέ μόνο αυτό. Τον έβαλα να μου υποσχεθεί πως δε θα παντρευόταν ποτέ, το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη κι εγώ ένιωσα κάπως καλύτερα.
Έτσι τον αγάπησα τον αλ, με έναν τρόπο εντελώς κτητικό κι ολοκληρωτικό».
Γύρισε βιαστικά μερικές σελίδες κι άρχισε να διαβάζει άλλο ένα κομμάτι.
«Παντρεύτηκα, λέγομαι πια κυρία άσλει Σκοτ. Απίστευτο, δεν ακούγεται ωστόσο άσχημα. Ο Τζέρεμι λέει πως μου ταιριάζει πολύ το όνομά του. Η τελετή ήταν μεγαλόπρεπη, η δεξίωση ονειρεμένη. ΟΙ καλεσμένοι διασκέδασαν πολύ κι όταν ετοιμαζόμαστε να μπούμε στο αυτοκίνητο για να πάμε στο αεροδρόμιο έτρεχαν πισω μας φωνάζοντας χαρούμενα και στέλνοντάς μας ευχές για ευτυχισμένο ταξίδι του μέλιτος. Θα κάναμε το γύρο της Ευρώπης. Όταν μου το είχε προτείνει ο τζέρεμι εγώ είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ που δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη για λίγο.
Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό το ταξίδι, κι επιτέλους θα τα κατάφερνα. Τώρα που γράφω αυτές τις σελίδες ο άνδρας μου, πώς το ακούτε, μιλάει στο σαλόνι του ξενοδοχείου με κάποιον εκτιμητή έργων τέχνης. Με κάλεσαν να καθίσω μαζί τους αλλά αρνήθηκα ευγενικά. Προτίμησα να καθίσω εδώ για να αποτυπώσω τις σκέψεις μου. Θέλω να μείνουν ζωντανές για πάντα, θέλω να μοιραστώ με κάποιον το κενό που νιώθω. Εκείνος δεν είναι εδώ, και πώς θα μπορούσε άλωστε να είναι;
Με αποχαιρέτισε την τελευταία μου νύχτα πριν το γάμο. Την περάσαμε μαζί, ήταν μια υπεροχη νυχτα, καλύτερη από ό,τι περίμενα. Δεν ήθελα να τελειώσει, ούτε κι εκείνος μα όλα τελειώνουν.
οΙ ζαλάδες που με είχαν εγκαταλείψει για λίγο επέστρεψαν πιο έντονες. Ο τζέρεμι έχει αρχίσει να ανησυχεί, θα πάμε σε κάποιο γιατρό σύντομα».
οΙ σελίδες διαδέχονταν όλο και πιο γρήγορα η μια την άλλη. Τώρα δεν έριχνε ούτε ματιά στις ημερομηνίες, διάβαζε σκόρπια κομμάτια εδώ κι εκεί, παλεύοντας να πείσει τον εαυτό του πως είχε έρθει η ώρα να κάνει αυτό που έπρεπε.
«είμαι έγκυος, έγκυος. Δε μπορώ να το πιστέψω. Το μάθαμε χθες το πρωί. Είχαμε κατεβεί για πρωινό στο ξενοδοχείο, πεινούσα, ο Τζέρεμι μου έφτιαχνε ένα ψωμάκι με μαρμελάδα βατόμουρο ενώ εγώ πάλευα να ανοίξω τα μάτια μου. Δεν είχα κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ, στριφογύριζα ανήσυχη μα ευτυχώς δεν παραμιλούσα. Ούτε κι εκείνος κατόρθωσε να κοιμηθεί έτσι που έκανα. Μόλις ωστόσο πήρα το λαχταριστό ψωμάκι κι ετοιμάστηκα να δαγκώσω μια μπουκιά, κάτι έγινε στο στομάχι μου κι όλα άρχισαν να γυρίζουν.
Μια πολύ εξυπηρετική υπάλληλος έσπευσε να μας βοηθήσει. Κι ύστερα ήρθε και κάποιος άλλος άνδρας, μάλλον γκρουμ πρέπει να ήταν και μαζί με το τζέρεμι με κουβάλησαν στο δωμάτιο. Με ξάπλωσαν στο κρεβάτι κι ο άνδρας μου του ζήτησε να ειδοποιήσει έναν καλό γιατρό. Του είπε πως δεν τον ένοιαζαν τα χρήματα.
Κι ο γιατρός ήρθε μέσα σε λίγα λεπτά και σύντομα ήταν σε θέση να μας ανακοινώσει τα νέα. Εγώ στην αρχή δεν καταλάβαινα αυτά που άκουγα, έλεγα στον εαυτό μου πως δεν ήταν δυνατό, πως δε μπορούσε να είναι αλήθεια. Πρόσεχα τόσο και με τους δυο… Μέσα σε μια ακόμα ζάλη άκουγα το τζέρεμι να γελάει ενθουσιασμένος. Το ήθελε τόσο πολύ, μου το είχε πει ένα βράδυ αλλά εγώ έκοψα τη συζήτηση λέγοντας πως δεν ήμουν ακόμη έτοιμη. Ωστόσο το μετάνιωσα λίγο αργότερα, του είχα μιλήσει με σκληρό τρόπο. Ο καημένος δεν το κουβέντιασε ποτέ ξανά. Μα τώρα το παιδί είχε έρθει, κι εγώ για τίποτα στον κόσμο δε θα το έριχνα.
Άρχισα να σκέφτομαι πως όταν τύχαινε να κρατήσω στην αγκαλιά μου κάποιο μωρό μιας φίλης ένιωθα πολύ παράξενα, όμορφα κι έντονα. Δεν είναι πως δεν τα ήθελα τα παιδιά, δεν είναι πως με ενοχλούσαν οι φωνούλες τους που διαρκώς δυνάμωναν μόνο που… πολύ απλά δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού».
Ο Γουίλιαμ όμως ήξερε, δεν είχε μάλιστα καμιά αμφιβολία. Άπλωσε το χέρι και πήρε το ποτήρι με το χυμό που είχε αρχίσει να ζεσταίνεται εδώ και ώρα και ήπιε λαίμαργα. Μετά προσπέρασε κάμποσες σελίδες και σταμάτησε όταν είδε κάτι που το βρήκε ενδιαφέρον.
«σε λίγες μέρες θα γεννήσω. Έχω βαρύνει πολύ, φοβάμαι λίγο όταν σκέφτομαι τη διαδικασία του τοκετού. Όλες οι γυναίκες με τις οποίες μιλάω προσπαθούν να με καθησυχάσουν. κΙ ανάμεσά τους η ρόντα. Δουλεύει στο σπίτι μας, δεν ξέρω αν το έγραψα κι αλλού. Έπρεπε να την προσλάβω, δεν είχα κι άλλη επιλογή. Ξέρει πολλά για μένα και πρέπει να προσέχω. Χθες της χάρισα μια ζακέτα, μου άρεσε πολύ μα δε θα τη φορούσα ξανά. Τη δοκίμασε, μπορώ να πω πως την κολακεύει.
Δεν είναι πως την πήρα στο σπίτι μόνο γι’αυτό, τη συμπαθώ κατά κάποιο τρόπο, κάποτε η σχέση μας ήταν ειλικρινής και ανιδιοτελής. Τις κρατάω μέσα μου αυτές τις αναμνήσεις, τις χρειάζομαι.
Ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, δε μένει πια καμιά αμφιβολία, κι εκείνη το ξέρει μάλλον, θα φανεί μόλις γεννήσω».
«την κράτησα στην αγκαλιά μου, είναι τόση δα μικρή, τόσο γλυκιά… Μυρίζει υπέροχα, η μυρωδιά της μου θυμίζει κάτι μεταξύ κρέμας με βανίλια και πούδρας. Είναι τόσο ζεστή, τόσο μοναδικά θερμή.
Μου λείπει ο αλ, πάρα πολύ».
«του τηλεφώνησα, μόλις άκουσα τη φωνή του ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου και τον έφραξε, έτσι δε μπόρεσα να πω λέξη. Δεν πειράζει όμως, μιλούσε εκείνος, όλα τα κατάλαβε. Πάντα τα καταλαβαίνει όλα, με ξέρει τόσο καλά…
Τον πήρα ξανά έπειτα από δυο μέρες. Του είπα με φωνή όσο πιο σταθερή μπορούσα πως είχα αρχίσει να μην τρώω, πως δε μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια, είπα ακόμη πως είχα αρχίσει να κλαίω αδικιολόγητα ενώ έκανα κάτι άλλο, την ώρα που έτρωγα ή δοκίμαζα κάποιο καινούριο φόρεμα.
Τότε άρχισε να φωνάζει τόσο δυνατά που το τηλέφωνο παραμόρφωνε τα λόγια του. Μόνο την τελευταία φράση του μπόρεσα να ξεχωρίσω, με ρωτούσε αν ήθελα να έρθει αμέσως. Είπα όχι ουρλιάζοντας και το έκλεισα πανικόβλητη, ηθελα τόσο πολύ να έρθει, τόσο μα τόσο πολύ.
Με βρήκε η ρόντα πεσμένη στο κρεβάτι και τρόμαξε, κόντευα να λιποθυμήσω. Μου έφτιαξε ένα ζεστό ρόφημα, δεν το ξέρω το βότανο, μύριζε λεμόνι και πορτοκάλι, και με ανάγκασε να το πιω όλο. Δεν διαμαρτυρήθηκα καθόλου ξέροντας πως αν με έβλεπε έτσι ο τζέρεμι όλα θα κατέρρεαν.
Μα δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες γι’αυτό. Ο τζέρεμι είναι πολύ απασχολημένος αυτές τις μέρες. Κάτι ζωγραφίζει, δουλεύει έναν πίνακα τον οποίον εμπνεύστηκε από ένα έργο του σοπέν, σταγόνες λέγεται αν θυμάμαι καλά. Χαίρομαι τόσο που ζωγραφίζει και πάλι με όρεξη… δε με βλέπει πολύ αυτές τις μέρες αλλά δεν παραπονιέμαι, δε θα το κάνω ποτέ αυτό. Ο τζέρεμι πρέπει να είναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος».
«έρχεται ο Αλ, επιτέλους! Θα είναι εδώ σε τρεις μέρες. Ο τζέρεμι σταμάτησε για λίγο τη ζωγραφική και δε δυσκολεύτηκε καθόλου να καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλα με εμένα. Έφερε ένα γιατρό να με δει κι εκείνος μίλησε για κατάθλιψη που δεν ήταν και ψέμα. Αρχίσαμε να συζητάμε την ιδέα ενός πιο μόνιμου γιατρού κι έτσι καταλήξαμε στον αλ, δεν ήταν καθόλου δύσκολο.
Αμέσως μόλις τον πήρα τηλέφωνο και του εξήγησα είπε πως θα ήταν δίπλα μου όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Θα τον δω»!

Χρόνια πολλά

Φεβρουαρίου 11, 2011

7.
Θέλησε να ανοίξει τη βαλίτσα μα για κάποιο λόγο δίστασε για μια στιγμή. Είχε την αίσθηση πως παραβίαζε κάτι, δεν ήξερε να πει με σιγουριά τι. Ωστόσο νίκησε η λογική και με μια νευρική κίνηση ξεκλείδωσε τη βαλίτσα και την άνοιξε.
Όπως ήταν φυσικό τα πρώτα πράγματα που αντίκρυσε ήταν γυναικεία ρουχα, ρούχα κατάλληλα για κάθε εποχή. Ζεστά δερμάτινα και τζιν παντελόνια, φορέματα καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, πουλωβερ, μπλουζάκια και πουκάμισα. Σε άλλες θήκες είδε νεσεσερ γεμάτα καλυντικά για μακιγιαζ, για τη φροντίδα του σώματος και του προσώπου, αρώματα και κρέμες. Η άσλει τα είχε όλα αυτά σε αυθονία, μάλλον πρόσεχε πολύ την εμφάνισή της.
Έκλεισε τη βαλίτσα και βάζοντάς τη στη θέση της τράβηξε με κάμποση προσπάθεια τις άλλες δυο. Η μια ήταν γεμάτη με βιβλία, πολλά βιβλία αστυνομικής κι ερωτικής λογοτεχνίας. δΙάβασε βιαστικά τους τίτλους και τα ονόματα ορισμένων συγγραφέων. Κάποιους δεν τους ήξερε κι ας διάβαζεκι ο ίδιος πολύ.
Τα cd είχαν μια τεράστια ποικιλία μουσικών ειδών, τζαζ, μπαλάντες, ιμπρεσιονιστική μουσική, μουσική μινιμαλ κι ένα σωρό άλλα τέτοια.
Ήταν φανερό πως η άσλει σκοτ σκόπευε να φύγει, για πάντα μάλλον από τούτο το σπίτι. Δεν την κατηγορούσε, κι εκείνος το ίδιο ήθελε, εκεί μέσα τα πάντα ήταν κάπως παράξενα, κάπως μουντά…
Η Τρίτη και τελευταία βαλίτσα ήταν γεμάτη με διάφορες κάρτες, κάποιες λίγες πιστωτικές, κάποιες άλλες αναμνηστικές από διάφορα μέρη όπου προφανώς είχε επισκεφθεί η άσλει. Υπηρχαν ακόμη μπιζουτιέρες καλά κλεισμένες, γεμάτες με κοσμήματα, καρφίτσες και βραχιόλια, κολιε και δαχτυλίδια. Αναρωτήθηκε πόσο θα άξιζαν όλα αυτά.
Τα παραμέρισε όλα κι άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά και πιο γρήγορα. Βρήκε ένα σωρό αλμπουμ γεμάτα φωτογραφίες μα δεν τα άνοιξε. Αυτά του έφεραν στο νου το αλμπουμ εκείνο που του είχε αφήσει η ρόντα στο γραφείο. Έπρεπε να ασχοληθεί και με αυτό σε λίγο.
σΤην επόμενη θήκη είδε μερικές στίβες μετρητών, δεν κάθισε όμως να τα μετρήσει, ήξερε πως αυτό θα τον αναστάτωνε, δεν είχεξαναδεί ποτέ τόσα λεφτά μαζεμένα. Μα καλά, ήταν ανόήτη; Θα ταξίδευε έχοντας μαζί της όλον αυτόν τον πλούτο;
Ο πάτος της βαλίτσας ήταν γεμάτος με πίνακες ζωγραφικής. Κάποιοι ήταν έτοιμοι, κάποιοι άλλοι μισοτελειωμένοι. Ωστόσο παρουσίαζαν τεράστιο ενδιαφέρον. Τους τράβηξε έξω και κάθισε στο πάτωμα. Άρχισε να τους εξετάζει έναν έναν, ώσπου βρήκε αυτόν που έψαχνε.
Ο πίνακας ήταν μεγάλος, εκπληκτικός. Ήταν η άσλει σκοτ, πανέμορφη, θύμιζε θεά. Χαμογελούσε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι της. Στεκόταν όρθια με το ένα χέρι στη μέση της, στο άλλο κρατούσε κάτι που έμοιαζε με μουσικό όργανο, ωστόσο ο αστυνομικός δε μπορούσε να βρει το όνομά του. Μικρή σημασία είχε ωστόσο, θα ρωτούσε το ζωγράφο, το τζέρεμι ΣΚοτ.
Στοιχημάτιζε όσα είχε και δεν είχε πως αυτός ήταν ο πρώτος του πίνακας με την άσλει. Εκείνος που όταν τον έφτιαξε κατάλαβε πως την είχε ερωτευθεί.
Η Άσλει ετοιμαζόταν να το σκάσει, μα θα τον έπαιρνε μαζί της, ήταν πολύ σημαντικός για κείνη.
Τον γύρισε από την άλλη και διάβασε την ημερομηνία, τα πάντα ταίριαζαν.
Αναστέναξε βαθιά και ξαφνιάστηκε από τον ήχο της ίδιας του της φωνής. Δεν το έκανε συχνά αυτό.
Έβαλε τα πράγματα πίσω στη βαλίτσα και την έσυρε ξανά κάτω από το κρεβάτι.
Ύστερα πήγε κι άνοιξε όλες τις ντουλάπες, το κάθε ράφι. Ελάχιστα πράγματα υπήρχαν εκεί μέσα, ήταν αδύνατο να μην είχε καταλάβει η Ρόντα τι συνέβαινε.
Δε χρειαζόταν να το καθυστερεί άλλο, θα του μιλούσε τώρα, θα του τα έλεγε όλα.
Πήγε προς την πόρτα αφού βεβαιώθηκε πως όλα ήταν στη θέση τους.την άνοιξε και βγήκε προσπαθώντας να ελέγξει τα συναισθήματά του. Ένιωθε πως αν τη γνώριζε την άσλει, θα τη συμπαθούσε πολύ, κι ας είχε κάνει τόσα λάθη. Ήταν μια γυναίκα που ζούσε έντονα την κάθε στιγμή, μια γυναίκα που είχε αγαπήσει κι είχε αγαπηθεί όσο λίγες.
-όλα καλά, ρόντα;
-όσο καλά μπορού, απάντησε εκείνη.
-θα πάμε κάπου να μιλήσουμε;
-Ναι. Μπορούμε να πάμε πίσω στο γραφείο.
-Έχεις δίκιο. Άρχισαν να προχωρούν. Η 7η συμφωνία εξακολουθούσε να παίζει, μόνο που προφανώς είχε τελειώσει γιατί τώρα ακουγόταν το έντονο πρώτο μέρος.
Μπήκαν στο γραφείο κι ο Γουίλιαμ κλείδωσε ξαφνιάζοντάς την υπηρέτρια.
-Κάθισε, ρόντα. Πήγε και βολεύτηκε κι ο ίδιος μπροστά από το δικό του γραφείο.
-γιατί κλειδώσατε;
-έπρεπε. Οι άνθρωποι πιέζονται στους κλειδωμένους χώρους και μιλούν ευκολότερα και πιο γρήγορα.
-θα πω αυτά που πρέπει.
-Ναι, θα συνεργαστούμε άψογα, χαίρομαι που κατάλαβες πως αυτό πρέπει να γίνει. Πες μου λοιπόν, πότε θα έφευγε η ρόντα;
-αϋριο το πρωί.
-Πού θα πήγαινε;
-στο Παρίσι. Την έδεναν πολλά με αυτό το μέρος.
-Με ποιον;
-μόνη νομίζω.
-Νομίζεις;
-Δεν είμαι σίγουρη.
-Πού είναι το εισιτήριο της;
-στην τσάντα της. Είναι κρεμασμένη πίσω από την πόρτα. Ήξερε πως κανείς άλλος εκτός από εμένα δεν το γνώριζε.
-Είσαι σίγουρη γι’αυτό το τελευταίο;
-Απόλυτα.
-γιατί θα έφευγε;
-επειδή δεν άντεχε άλλο εδώ.
-μίλα πιο καθαρά, γλυκιά μου.
-ήταν ερωτευμένη με τον αλ, τρελά ερωτευμένη, από τότε που ήταν παιδια.
-τι μου λες… Για συνέχισε!
-δεν το άντεχε που ήταν έγκυος η Μέρεντιθ.
Ο γουίλιαμ ανασήκωσε τα φρύδια, αληθινά έκπληκτος αυτή τη φορά.
-κι εσύ πώς το ξέρεις;
-είδα τα τεστ, τα έκανε πριν πάει στο γυναικολόγο.
Κι η καημένη η Μέρεντιθ νόμιζε πως ήταν μυστικό!
-τι θα έκανε στο Παρίσι; Σίγουρα θα σου είχε μιλήσει γι’αυτό.
-Είπε πως θα δούλευε σε μια εταιρία, σε μια νομική εταιρία.
-Πότε προσελήφθη εκεί;
-Πριν λίγες μέρες, δεν ξέρω πότε είχε κάνει την αίτηση, προφανώς όχι πολύ νωρίτερα.
-Μάλιστα. Και την κόρη της θα την άφηνε εδώ;
-Ναι, με τον πατέρα της. Την είχα ρωτήσει κι εγώ σχετικά, άρχισε να κλαίει και μου ορκίστηκε πως θα γύριζε να την πάρει σε λίγο καιρό.
-είχε ποτέ σχέση με τον αλ; Είπες πως τον αγαπούσε πάρα πολύ.
Η ρόντα δάγκωσε τα χείλη της συλλογισμένη.
-ναι, ήταν μαζί για ένα διάστημα στο Παρίσι, είχαν μια παράξενη εξάρτηση ο ένας από τον άλλον. Χώριζαν μα μετά από λίγο τα έβρισκαν πάλι. αΚόμη και πριν το γάμο της είχε περάσει τη νύχτα μαζί του.
-Κι αυτό το ξέρεις;
-Μα ναι, τη βοήθησα.
-Πώς;
-Ήμουν μια από τις φίλες τις οποίες ανέφερε στο ημερολόγιό της.
-Το διάβασες κι αυτό;
-Εκείνη μου διάβαζε κάποια αποσπάσματα.
-Για ποιο λόγο;
-δεν ξέρω, τα θυμόταν κι έκλαιγε.
-ήσουν λοιπόν στο Παρίσι, τι έκανες εκεί;
-Ξεκίνησα να σπουδάζω χορό, είχα και μια σχέση με ένα μάγειρα αλλά δεν πήγε καλά. Η Άσλει με βοήθησε να ορθοποδήσω, με πήρε στο σπίτι της όταν παντρεύτηκε.
-γιατί; Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό, το ξέρεις.
-το έκανε επειδή ήμουν έμπιστη.
Ο γουίλιαμ γέλασε σιγανά αλλά της έκανε νόημα να συνεχίσει, δεν ήθελε να πει δυνατά αυτό που σκεφτόταν.
-Κι επιπλέον τη βοηθούσα, την κάλυπτα, με καταλαβαίνεις.
Αν την καταλάβαινε…
-Τον έβλεπε τον αλ και μετά το γάμο, ερωτικά θέλω να πω…
-ναι, πάντα τον έβλεπε, δε μπορούσε να ζήσει μακριά του κι έτσι τον κάλεσε εδώ. Στους άλλους είπε πως ήταν η κατάθλιψη εξαιτίας της γέννας, μα εγώ δεν το πιστεύω.
-Καλα και το τζέρεμι γιατί τον παντρεύτηκε;
-τον αγαπούσε κι αυτόν, μα με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό. Τον θαύμαζε, είναι υπέροχος ζωγράφος. Ήξερε πόσο εύθραυστη είναι η υγεία του… έχει προβλήματα, δεν ήθελε να τον αφήσει μόνο.
-δεν ήθελε μα θα το έκανε.
-ναι, δεν πήγαινε άλλο.
-τη μέρεντιθ γιατί την ήθελε κι εκείνη εδώ μέσα;
-για να ελέγχει την κατάσταση. Αυτή ήταν που πρότεινε στον αλ να κάνει μια σχέση, ξέρεις, για κάλυψη.
-έξυπνο. Δηλαδή παντρεύτηκε το Τζέρεμι από θαυμασμό;
-Κι όχι μόνο, ήξερε πως θα ανέβαινε κοινωνικά. Θα είχεένα τεράστιο σπίτι, λεφτά, κοσμήματα, θα ταξίδευε πολύ… πάντα της άρεσαν τα ταξίδια της Άσλει.
-Ωστόσο τον ήθελε και τον Αλ, σωστά;
-ναι, έλεγε πως ήταν το οξυγόνο και η πληγή της που δεν έκλεινε.
-Κι εκείνος; Την αγαπούσε πολύ;
-Πάρα πολύ, εγκατέλειψε τα πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη για να τρέξει κοντά της.
-Και τη μέρεντιθ;
-Η Μέρεντιθ όπως είπα ήταν βιτρίνα, μαζί τη διάλεξαν άλωστε.
-α έτσι, και η εγκυμοσύνη;
Η ρόντα άργησε να απαντήσει λες κι αμφέβαλε κατά κάποιο τρόπο.
-Η άσλει κι ο αλ σκόπευαν να φύγουν μαζί, το σχεδίαζαν χρόνια. Μα κάποιο βράδυ ο αΛ την έπιασε με τον άνδρα της, ξέρετε τι θέλω να πω. Η ίδια πάλεψε να του εξηγήσει πως ό,τι έκανε έγινε επειδή εκείνος ένιωθε μόνος, ευάλωτος, επειδή ήταν άρρωστος…
-ναι κι εκείνος θύμωσε κι αποφάσισε να της το ξεπληρώσει, σωστά;
-ακριβώς. Τον θυμάμαι καλά τον τσακωμό τους, ο κύριος τζέρεμι είχε πάει να αγοράσει χρώματα, η Μέρεντιθ για καφέ με μια φίλη της…
«μόνο που γύρισε νωρίτερα και παραποίησε την ιστορία».
-Λοιπόν;
-Ο αλ έλεγε πως θα τη σκότωνε κι εκείνη έκλαιγε. Τρόμαξα μα σε λίγο ηρέμησαν.
-Κι ύστερα τι;
-Τα σχέδια άλλαξαν, η άσλει τα λάτρευε τα παιδιά. Είπε πως δε θα έφευγαν πια μαζί κι άρχισε να οργανώνει το δικό της ταξίδι.
-Και ποιος λες πως τη σκότωσε;
-Αυτό δεν το ξέρω, και οι δυο είναι ύποπτοι.
-ο τζέρεμι κι ο αλ, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
-ναι.
-δηλαδή ο τζέρεμι σκοτ δεν είχε ιδέα για όλα αυτά;
-Όχι, είμαι βέβαιη. Είναι οξύθυμος άνθρωπος, αν κάτι ήξερε θα είχαμε πολλές φασαρίες. Θα τσακωνόταν άσχημα με τον αΛ.
-Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Ο γουίλιαμ άπλωσε αφηρημένος το χέρι πάνω στο γραφείο κι έπιασε το δεύτερο δώρο. Το πήρε και το έριξε σε μια τσέπη του.
-τι της αγόρασες;
-ένα άρωμα.
-δώρο αποχωρισμού, έτσι δε λένε;
Η ρόντα χαμογέλασε με πίκρα.
-ναι, έτσι λένε. Θα έφευγε και θα με άφηνε.
-Θα σου έλειπε τόσο;
-ναι, πολύ.
-Και τα μετρητά σωστά;
Το πρόσωπό της έγινε κόκκινο μα δεν άργησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της.
-Όχι, κύριε γουίλιαμ, αυτά δε θα μου έλειπαν. Δεν ήμουν εγώ που τη σκότωσα. Με είχε εξασφαλίσει. Μου έδωσε αρκετά ώστε να μην ανησυχώ για τα επόμενα χρόνια.
-Για να εξαγοράσει τη σιωπή σου.
-ναι, και γι’αυτό. Μα όσο κι αν δεν το πιστευετε είμαστε δεμένες μεταξύ μας.
-δε σε ανέφερε στο ημερολόγιο!
-ήταν νωρίς, θα με βρείτε στις επόμενες σελίδες του.
-ναι, αυτό είναι πιθανό.
Η ρόντα περίμενε αμίλητη.
-τι θα κάνεις τώρα που πέθανε;
-θα περιμένω να μάθω την αλήθεια κι ύστερα θα φύγω. Δεν ξέρω που θα πάω ακόμη,μα δε θα αργήσω να βρω τον προορισμό μου. Δεν έχω λόγο να μένω εδώ πια.
-δεν ανησυχώ για σένα, θα τα καταφέρεις. Και τώρα πήγαινε, δε σε χρειάζομαι για την ώρα. Αφού ήσουν καλό κορίτσι όλα θα πάνε καλά για σένα. Δε σε βαραίνουν όσα ξέρεις;
-σε λίγο δε θα έχουν καμιά σημασία.
-δεν έχεις τήψεις;
-τη βοηθούσα.
-κι ο τζέρεμι;
-ήταν παραπάνω από ό,τι άντεχε, την είχε για πολύ καιρό. Κι άλωστε το είπα ξανά, τον αγαπούσε κι εκείνον πολύ.
-ναι, δεν αμφιβάλω γι’αυτό. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου φέρεις ακόμη λίγη πανακότα;
-ασφαλώς, άλωστε κανείς δεν την τρώει σήμερα.
-Της άρεσε της Άσλει;
-ναι. Όλα τα γλυκά μα τα απέφευγε όσο μπορούσε, ήθελε να προσέχει.
-ήταν πανέμορφη.
Εκείνη συμφώνησε κι έπειτα αποσύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Όταν βεβαιώθηκε ο Γουίλιαμ πως δεν τον παρακολουθούσε σηκώθηκε κι αυτός. Είχε έρθει η ώρα να μαζέψει και τα υπόλοιπα δώρα. Θα τα έπαιρνε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κι έπειτα θα επέστρεφε στο γραφείο για να ασχοληθεί με το ημερολόγιο.
Βρήκε το δώρο της μέρεντιθ στη συμφωνημένη θέση. Το κουτί ήταν για κόσμημα αλλά κάπως πιο μεγάλο από τα συνηθισμένα. Δεν κάθισε ωστόσο να το επεξεργαστεί εκεί, έπρεπε να πάρει κι αυτό του αλ, έτσι με όλα συγκεντρωμένα θα έβγαζε τα συμπεράσματά του. Μόνο που το δώρο του αλ δεν ήταν πουθενά.
Θυμός τον κυρίευσε για να εξατμισθεί ωστόσο την επόμενη στιγμή. Βαθιά μέσα του το ήξερε πως κάποιο δώρο θα έλειπε, μόνο που ευχόταν να μην ήταν το δικό του.
Μπήκε πάλι στο γραφείο κι είδε αμέσως τη διπλή μερίδα του γλυκού που ήταν φωλιασμένη σε ένα βαθύ μπωλ. Και δίπλα του είδε ένα μεγάλο ποτήρι χυμό. Του άρεσαν οι χυμοί, είχε κάνει καλά η ρόντα που πήρε μόνη την πρωτοβουλία. Δε θα παρέλειπε να την ευχαριστήσει πριν φύγει.
Έβγαλε το λαπτοπ και το άνοιξε. Είχε μήνυμα από την έλεν. Το είχε στείλει περίπου την ώρα που ετοιμαζόταν να συναντήσει τους άλλους στην κουζίνα. Έλεγε πως είχε διαλέξει μια ωραία ταινία μεταφυσικού τρόμου και του έδινε λίγα στοιχεία για την υπόθεση. Μια κοπέλα μετακόμιζε σε ένα σπίτι που της έκανε δώρο η γιαγιά της αλλά κάθε φορά που καθάριζε κάποιον τοίχο εμφανιζόταν μπροστά στα μάτια της μια σειρά παράξενων κρυπτογραφημένων μηνυμάτων. Η ταινία είχε αποσπάσει θερμές κριτικές των ειδικών σε κάμποσους σχετικούς διαγωνισμούς.
Η έλεν φαινόταν ενθουσιασμένη, κι όσο παράξενο κι αν ήταν κατόρθωσε να του μεταδώσει λίγο από αυτόν τον ενθουσιασμό μέσα σε λίγες γραμμές. Θα ήταν ωραία να την έβλεπαν μαζί την ταινία, θα γελούσαν και θα έκαναν εικασίες για το περιεχόμενο των μηνυμάτων.

Χρόνια πολλά

Φεβρουαρίου 10, 2011

6.

-πήγαινε στην τραπεζαρία, θα έρθω κι εγώ σε ένα λεπτό.
Ο αλ έγνεψε καταφατικά κι έστριψε στο διάδρομο ενώ ο Γουίλιαμ ακολούθησε αντίθετη κατεύθυνση.
Μπήκε στο μεγάλο σαλόνι κι ο άνδρας που ήταν εκεί έσπευσε να τον συναντήσει στην πόρτα.
Αντάλλαξαν χειραψία χαμογελώντας ο ένας στον άλλον.
-συγνώμη, φίλε, δεν ήθελα να σε κάνω να περιμένεις τόσο πολύ.
Ο Άλλος χαμογέλασε και τον οδήγησε σε ένα διθέσιο καναπέ.
-Κανένα πρόβλημα.Ξέρω πως είναι αυτά τα πράγματα.
-τι έκανες εδώ;
-την περισσότερη ώρα την πέρασα παρέα με τον αλ. Είναι πολύ καλός γνώστης του αντικειμένου, είχε ενδιαφέρον η συζήτηση μαζί του.
Ο γουίλιαμ κατένευσε χαμογελώντας ακόμη.
-Πού κατέληξες;
-σ’αυτά που έγραψα.
-αυτοκτονία;
-Ναι. Το προσπάθησε μα κάποιος την αποτελείωσε.
-έτσι πιστεύω κι εγώ.
-Ξέρεις και ποιος το έκανε;
-ναι, έτσι πιστεύω, μα δεν είμαι κι εντελώς σίγουρος. Μένει ακόμη να δω κάτι κι ύστερα θα είμαι σίγουρος.
-Και μετά; Θα αρχίσεις τις επισκέψεις στα δωμάτιά τους κατά τον προσφιλή σου τρόπο;
Ο γουίλιαμ σηκώθηκε μισογελώντας ακόμη.
-Μάλλον.
-Θα μπορέσω να συνεχίσω την έρευνα; Θέλω να βεβαιωθώ για την ουσία που βρέθηκε στο αίμα της.
-Ναι, φυσικά. Έχεις καμιά ιδέα;
-Κάτι που σκοτώνει, απλά και γρήγορα. Θα σου πω… έχω έτοιμη μια λίστα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη κι όταν το έβγαλε κρατούσε ένα τετράγωνο διπλωμένο χαρτί. Το έτεινε στο γουίλιαμ που το πήρε για να το βάλει γρήγορα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του.
Ζεσταινόταν πολύ, μα δεν ήθελε να το βγάλει, δεν εμπιστευόταν κανέναν εκεί μέσα.
-Πότε θα πάρουν το πτώμα;
-σε λίγο, όταν τελειώσεις μαζί του.
-Ναι, θα πάω στο δωμάτιο μετά το φαγητό.
-θα μείνεις να φας δηλαδή;
-ναι. Δε θα φύγω καθόλου.
-έπρεπε να το φανταστώ.
-εσύ; Τι θα κάνεις;
-θα πάω σε κάποιο εργαστήριο, να μελετήσω το δείγμα που της πήρα.
-θα περιμένω να με ειδοποιήσεις, αμέσως μόλις έχεις κάποιο νέο.
-μείνε ήσυχος.
-αλήθεια; Πώς της τη χορήγησαν;
-Ένεση.
-σωστά, πώς αλλιώς;
Άρχισε να πηγαίνει προς την πόρτα.
-θα τα καταφέρεις πάντως, δεν ανησυχώ, αν κι έτσι όπως τους είδα όλους αυτούς εδώ… δε μου πολυαρέσουν, εκτός από τον αλ.
Ο γουίλιαμ δεν απάντησε, μόνο που του κούνησε το χέρι βγαίνοντας. Τα φώτα που ήταν αναμμένα τον οδήγησαν στο σωστό χώρο, δεν ήταν δύσκολο.
Η κουζίνα των Σκοτ ήταν ευρύχωρη γεμάτη υπέροχα αρώματα. Όταν μπήκε είδε πως όλοι κάθονταν γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Ο αλ είχε το χέρι του περασμένο γύρω από τους ώμους της μέρεντιθ, ο τζέρεμι όπως πάντα έσφιγγε με τα δάκτυλα τουςκροτάφουςτου ενώ η ρόντα γέμιζε τα πιάτα με αχνιστό φαγητό.
Όλες οι κουβέντες σταμάτησαν με την είσοδο του αστυνομικού. Εκείνος έκανε πως δεν το πρόσεξε καθώς πήγαινε να καθίσει στη θέση που του υπέδειξε με τα μάτια η υπηρέτρια.
-εΛπίζω να μην άργησα πολύ, είπε απολογητικά ενώ καθόταν.
-Όχι, καταλαβαίνουμε πως η δουλειά σας είναι πολύ σημαντική. Ήταν ο τζέρεμι που είχε μιλήσει καθώς τραβούσε τα χέρια γύρω από το κεφάλι του για να δέσει την πετσέτα του γύρω από το λαιμό του.
Η ρόντα έβαλε μπροστά στο γουίλιαμ ένα γεμάτο πιάτο που μύριζε κανέλα κι ύστερα πήγε και κάθισε στη δική της θέση, στην άκρη του τραπεζιού. Ο αστυνομικός είδε καθώς έπαιρνε το πιρούνι και το μαχαίρι το βλέμμα που της έριξε η Μέρεντιθ, δεν του είχε πει ψέματα λοιπόν, δεν τη συμπαθούσε.
-Πείτε μας αλήθεια, έχετε κάνει κάποια πρόοδο; Ο τζέρεμι άρχισε να ανακατεύει το φαγητό του. Δεν έδειχνε να πεινάει πολύ.
-Νομίζω πως ναι, όλα θα τα μάθετε σύντομα, μόνο που μένουν ακόμη κάποια πράγματα.
-Όπως;
-να… ξέρω πως είχε τα γενέθλιά της σήμερα η Άσλει κι ακόμη πως θα της κάνατε ένα παρτάκι, σωστά;
Όλοι έγνεψαν καταφατικά μα κανένας δε μίλησε.
Ο γουίλιαμ μεκοψε με προσοχή μια μικρή μπουκιά κρέας πριν συνεχίσει.
-Όπως λοιπόν γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις μοιράζονται δώρα στο πρόσωπο που γιορτάζει. Δε συμφωνείτε;
Τους έριξε μια ματιά. Το χέρι του αλ σφίχτηκε πιο πολύ γύρω από τη Μέρεντιθ η ρόντα άφησε με θόρυβο το πιρούνι της ενώ ο τζέρεμι έγνεφε καταφατικα χωρίς να καταλαβαίνει.
Ο Γουίλιαμ μάσησε αργά το κρέας, ήταν καλοψημένο κι εύγευστο.
-υποθέτω λοιπόν πως κανείς από εσάς δεν πρόλαβε να αφήσει το δώρο του στο δωμάτιο της άσλει, δεν της το έδωσε κανείς, σωστά;
Ο τζέρεμι μίλησε επιτέλους.
-εγώ το έχω φυλαγμένο στο δωμάτιό μου. Σκόπευα να της το δώσω σήμερα το βράδυ, κάποια στιγμή που θα έμενα μόνος μαζί της.
-Πολύ ωραία. Εσύ αλ;
-είναι στη ντουλάπα μου.
-Μέρεντιθ;
-στο δωμάτιό μου.
-ρόντα;
-το ίδιο. Της πήρα κι εγώ δώρο.
-Πολύ καλά, αυτό δείχνει πως την αγαπούσατε και την είχατε στο νου σας. Ακούστε λοιπόν τι θα γίνει. Μόλις τελειώσουμε το φαγητό μας θα πάτε και θα πάρετε ο καθένας το δώρο του.
Θα το αφήσετε εκεί που θα σας πω εγώ.
Έκοψε άλλη μια μπουκιά κρέας.
-ο τζέρεμι θα το αφήσει στο δωμάτιο της νεκρής, η Μέρεντιθ στο δωμάτιο της Μαντλέν, πάνω στο κρεβάτι. Ο αλ στο μεγάλο σαλόνι, στον πιο κεντρικό καναπέ και η ρόντα στο γραφείο όπου σας δεχόμουν το πρωί.
Έπειτα θα αποσυρθείτε ο καθένας στο δωμάτιό του και θα με περιμένετε. Θα έρθω να σας βρω εγώ. Με καταλάβατε όλοι;
-ναι μα σε τι εξυπηρετεί αυτό;
-έχω υποψίες πως η άσλει δεν αυτοκτόνησε, νομίζω πως κάποιος τη σκότωσε.
Ένα σιγανό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της μέρεντιθ.
-μα ποιον υπο…
-όλα στην ώρα τους. σΥνεχίστε το φαγητό σας, δεν αργεί η αλήθεια.
Κανείς δεν είχε όρεξη για πάπια με πορτοκάλι εκείνη τη στιγμή, κανείς εκτός από το Γουίλιαμ που με κάθε μπουκιά τη λαχταρούσε ακόμη περισσότερο.
-Και κάτι ακόμη, κύριε Τζέρεμι, δε μας βάζετε να ακούμε το δεύτερο μέρος της 7ης συμφωνίας του Μπετόβεν; Είναι βαρύ και πένθιμο, ό,τι πρέπει για την περίσταση.
Ο Τζέρεμι σάστισε με αυτά τα λόγια μα απάντησε γρήγορα.
-δεν μας είχατε πει πως ακούτε κλασική μουσική, κύριε γουίλιαμ.
-είναι που προτιμάω να ακούω εσάς να μιλάτε, κύριε τζέρεμι.
-Την έχω σε μια καταπληκτική εκτέλεση, με πιάνο, παίζει ένας ρώσος πιανίστας. Θα τη βάλω στο σαλόνι, θα παίζει διακριτικά σε επανάληψη αν συμφωνείτε.
-Βεβαίως, καλή ιδέα. Αλήθεια, πού είναι η μαντλέν;
-Εγώ την τάισα πριν από λίγο, έφαγε με το ζόρι λίγες μπουκιές. Η ρόντα τράβηξε την καρέκλα της και σηκώθηκε.
-τώρα κοιμάται, βαθιά, είναι αναστατωμένη και μπερδεμένη.
-το καημένο το παιδί, μουρμούρισε ο αλ.
-Να φέρω το γλυκό; Θα σας τονώσει, θα σας κάνει καλό.
-ναι, βέβαια, τι έχεις φτιάξει;
-Πανακότα με κεράσια.
-δεν έχω ξαναφάει, γιατί όχι; άΛωστε δε βλέπω να τιμάτε την πάπια σήμερα, εγώ πάντως τη βρίσκω νοστιμότατη.
Η ρόντα απομακρύνθηκε και επέστρεψε σε λίγα λεπτά κρατώντας ένα τεράστιο βαθύ σκεύος, σκεπασμένο με ένα μεγάλο μεταλλικό πιάτο. Άρχισε να μοιράζει το γλυκό που μύριζε θαυμάσια.
-ρόντα, είπε ο αστυνομικός παίρνοντας το δικό του κομμάτι, όταν φύγουν οι υπόλοιποι θα έρθεις μαζί μου στο δωμάτιο της νεκρής για λίγα λεπτά. Έπειτα θα κάνεις γρήγορα τις δουλειές σου και θα πας κι εσύ στο δωμάτιό σου.
Εκείνη συγκατένευσε κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα του φαγητού.
-δε σου αρέσει; Ο αλ μίλησε σιγανά στη Μέρεντιθ.
-Κάτι στα κεράσια… δεν είμαι σίγουρη…
-θέλεις να πω στη ρόντανα σου φέρει κάτι άλλο;
-όχι, θα πάω να αφήσω το δώρο μου στη θέση του κι έπειτα θα ξαπλώσω για λίγο. Νιώθω εξαντλημένη.
Σηκώθηκε κι άρχισε να προχωράει με ασταθή βήματα. Ο αλ πετάχτηκε όρθιος στη στιγμή.
-έρχομαι μαζί σου. Μας συγχωρείτε. Άρχισε να τρέχει πίσω της.
Ούτεο γουίλιαμ ούτε ο τζέρεμι απάντησαν.
-υπέροχη η πανακότα, μπράβο ρόντα. Ο Γουίλιαμ της έδωσε το άδειο του πιάτο.
-ευχαριστώ, θέλετε λίγη ακόμη;
-Ναι, αργότερα, τώρα πρέπει να δουλέψω.
-Πώς πάει ο πονοκέφαλος κύριε σΚοτ;
Ο τζέρεμι που εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να σηκωθει κι εκείνος από το τραπέζι μισοχαμογέλασε.
-υποχώρησε για λίγο μα εδώ και λίγη ώρα απειλεί να επιστρεψει ξανά.
-κρίμα, αυτό σημαίνει πως θα χρειαστείτε κι άλλη ασπιρίνη.
-μάλλον ναι, μα αυτό είναι το λιγότερο, τα έχω συνηθίσει όλα αυτά.
-θα πάω να βάλω τη συμφωνία να παίζει κι ύστερα θα αφήσω το δικό μου δώρο εκεί που πρέπει. Θα είμαι στο δωμάτιό μου, ελάτε όποτε θέλετε.
-Πολύ καλά. Να με περιμένετε. Ο γουίλιαμ γέμισε με δροσερό νερό το κρυστάλινο ποτήρι του.
Ο τζέρεμι σκοτ βγήκε σκυφτός από την κουζίνα, την ίδια στιγμή που η ρόντα έμπαινε ξανά.
-Λοιπόν; Έτοιμη να με συνοδεύσεις στην κρεβατοκάμαρα της κυρίας σου;
-ναι, έτσι νομίζω. Η φωνή της ωστόσο έτρεμε ελαφρά την ώρα που απαντούσε.
-Ωραία, να πηγαίνουμε τότε.
Έκανε το γύρο του τραπεζιού και βγήκε αργά από την κουζίνα. Η ρόντα τον ακολούθησε.
Κι όπως έστριβαν στο μακρύ διάδρομο έφτασε στ’αφτιά τους ο ήχος του πένθιμου εμβατηρίου της 7ης συμφωνίας.
-το ξέρεις αυτό το έργο;
-Όχι, πρώτη φορά το ακούω. Δεν την προτιμώ την κλασική μουσική, με κάνει να νιώθω αμήχανα.
-Μα αυτό είναι παράξενο, τόσα χρόνια ζεις εδώ μέσα. Δε φαντάζομαι να μη βάζει ο τζέρεμι συχνά κάποιον αγαπημένο του συνθέτη.
-ναι μα βρίσκω κάποια αφορμή και φεύγω από το δωμάτιο.
Είχαν φτάσει έξω από το δωμάτιο της Άσλει.
-Θα μπείτε μόνος ή με χρειάζεστε;
-Μείνε απέξω σε παρακαλώ, αν σε χρειαστώ θα σε φωνάξω.
Μπήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Η κρεβατοκάμαρα ήταν μεγάλη, φορτωμένη με πολλά βαριά έπιπλα. Άρχισε να περπατάει παρατηρώντας τα. Τραπεζάκια με κεντητά καλύμματα, γεμάτα μπουκαλάκια, ένα υπέροχο ξύλινο γραφείο, μια πανάκριβη τουαλέτα. Ήταν το δωμάτιο μιας πλούσιας γυναίκας που περνούσε μεγάλο μέρος της μέρας μεσα σ’αυτό.
Το κρεβάτι ήταν μεγάλο, με ουρανό και κρεμαστές κουρτίνες και του θύμιζε μια άλλη εποχή, περασμένη από χρόνια.
Το πλησίασε κι άπλωσε το χέρι να αγγίξει τις πτυχώσεις της και τότε, καθώς τα δάκτυλά του έκλειναν γύρω από το λεπτό φίνο ύφασμα έπιασαν κάτι άλλο, σκληρό και λείο. Το τράβηξε και είδε πως αυτό που κρατούσε ήταν το πρώτο δώρο που έπεφτε στα χέρια του.
Το άνοιξε περίεργος και είδε πως επρόκειτο για ένα μεγάλο πανέμορφο δακτυλίδι γεμάτο πετράδια. .
Το κόσμημα του άρεσε, μα αυτή δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να το επεξεργαστεί. Το έβαλε πάλι στο κουτάκι του κι έπειτα με άπειρη προσοχή τράβηξε στην άκρη τις κουρτίνες.
Είδε την άσλει χλωμή μα ακόμη πανέμορφη, τυληγμένη στα λευκά της σεντόνια. Σε λίγο θα άφηνε για πάντα το δωμάτιο στο οποίο ζούσε τα τελευταία χρόνια. Έμεινε να την κοιτάει, αρχίζοντας για πρώτη φορά να νιώθει πόσο όμορφη ήταν. Να γιατί την είχε θελήσει τόσο ο τζέρεμι, να γιατί είχε γίνει ανάρπαστη στη σχολή καλών τεχνών.
Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και πολύ μακριά, πλεγμένα σε λεπτά κοτσιδάκια,τυληγμένα γύρω από το κεφάλι της. Κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να της τα λύσει ακόμη.
Αυθόρμητα άπλωσε το χέρι και τα χάιδεψε.
«Πόσα μυστικά πήρες μαζί σου, καημενούλα»;
Ορκίστηκε πως θα έκανε αυτό που έπρεπε χωρίς καθυστέρηση και την άφησε και πάλι μόνη, στον αιώνιο ύπνο της.
Έπειτα χωρίς να ξέρει το γιατί, έσκυψε να δει τι υπήρχε κάτω από το κρεβάτι. Κι αυτό που είδε τον ξάφνιασε αν και δεν έπρεπε. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο από τρεις τεράστιες βαλίτσες.
Έσκυψε και τράβηξε τη μια έξω ενώ η καρδιά του χτυπούσε πιο γρήγορα από ό,τι συνήθως.

χρόνια πολλά

Φεβρουαρίου 9, 2011

5.
Ο Αλ χτύπησε την πόρτα δυο φορές, το χτύπημα κάθε άλλο παρά φοβισμένο ήταν. Είχε έρθει πολύ γρήγορα, θα’λεγε κανείς πως περίμενε απ’έξω τη φίλη του, ή τουλάχιστον αυτό σκέφθηκε ο γουίλιαμ όταν του έλεγε πως μπορούσε να μπει.
-Χαίρομαι που σε γνωρίζω, είπε ο αλ και χωρίς καμιά προειδοποίηση τον πλησίασε με σίγουρα σταθερά βήματα και του άπλωσε το χέρι.
-Κι εγώ το ίδιο, ελπίζω να μην έχεις πρόβλημα που σε άφησασχεδόν τελευταίο.
-Κανένα πρόβλημα, έχω εμπιστοσύνη στις μεθόδους σου.
Μα γιατί του μιλούσε στον ενικό κατευθείαν; Έδειχνε να τον ξέρει.
-χαίρομαι γι’αυτό που λες, μπορείς να καθίσεις.
Ο Αλ το έκανε, μόνο που αντίθετα με τους υπόλοιπους δε διάλεξε την ίδια πολυθρόνα αλλά πήγε και κάθισε στην πιο κοντινή στον αστυνομικό.
Ο Γουίλιαμ άρχισε να το διασκεδάζει. Του άρεσε ο άνθρωπος αυτός, πόσο διαφορετικός ήταν από τον άλλο, το τζέρεμι ΣΚοτ…
-Με συγχωρείς, θα σε πείραζε να καπνίσω εδώ μέσα; Μπορώ αν θέλεις να ανοίξω το παράθυρο. Αυτό που έγινε ήταν πολύ για μένα.
-Κανένα πρόβλημα, μπορείς να το κάνεις, ίσως μάλιστα να το κάνω κι εγώ όσο θα συζητάμε. Αλήθεια καπνίζεις καιρό;
Ο αλ έβγαλε από την τσέπη του ένα πλαστικό σακουλάκι με φιλτράκια κι ένα άλλο με αρωματισμένο καπνό, και τα δυο εντελώς γεμάτα.
Άρχισε να στρίβει το τσιγάρο καθώς απαντούσε.
-όχι, παλιότερα κάπνιζα μανιωδώς μα σήμερα δε μπόρεσα να την κατανικήσω αυτή την επιθυμία. Υπέκυψα δυστυχώς. Καπνίζω συνεχώς από το πρωί.
-Καταλαβαίνω, ξέρω πόσο την αγαπούσες την άσλει.
Ο Αλ τράβηξε μια γερή ρουφηξιά πριν μιλήσει.
-Την αγαπούσα πολύ, πράγματι. Ήμουν πάντα κοντά της.
-το ξέρω, από τότε που είσαστε παιδιά, έτσι δεν είναι;
Ένα ξερό βήξιμο ήρθε πριν από την απάντηση του άλλου.
-Ναι, μα πώς το ξέρεις; Ποιος σου το είπε;
-είναι ψέμα;
-όχι, δεν είναι, μα ποιος σου το ειπε;
-έχει σημασία; Ο τζέρεμι, και η ίδια η άσλει κατά κάποιο τρόπο.
-α, μάλιστα, κατάλαβα. Θα διάβασες κάποιο κείμενό της.
-ίσως, μίλησέ μου για τη σχέση σας σε παρακαλώ.
-ήρθα εδώ όταν έφερε στον κόσμο τη μικρή μας τη Μαντλέν. Η καημένη η Άσλει είχε πολλά προβλήματα, δεν ξέρω κατά πόσο ήταν έτοιμη να γίνει μητέρα. Έπαθε κατάθλιψη λίγες μέρες μετά τη γέννα.
-ναι, το γνωρίζω. Κι εσένα σε κάλεσαν;
-ναι, τότε πηγαινοερχόμουν ακόμη, περνούσα μεγάλο μέρος του χρόνου μου στο παρίσι.
-Εκεί που σπούδασε και η άσλει με το Τζέρεμι ΣΚοτ, σωστά;
-πΟλύ σωστά. Είσαι καλά ενημερωμένος.
-Κάνω ό,τι μπορώ. Αλήθεια, πες μου κάτι, δείχνεις να με ξέρεις κατά κάποιο τρόπο.
Ο αΛ γέλασε για μια στιγμή μα ύστερα σταμάτησε, σαν να τον τύληξαν ξαφνικά οι τήψεις στη σκέψη πως αυτός γελουσε την ίδια στιγμή που η Άσλει…
-Κάποτε είχες δημοσιεύσει ένα άρθρο για τη συμπεριφορά ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, αυτό είχε γίνει πριν 3 χρόνια, ξέρεις για ποιον λέω, έτσι δεν είναι;σκότωσε την κοπέλα του στο μπάνιο, μέσα σε μια λίμνη σαπουνάδας και παγωτού!

Ήταν η σειρά του Γουίλιαμ να γελάσει. Ο ΑΛ είχε δίκιο, είχε δημοσιεύσει πράγματι εκείνο το άρθρο σε ένα εξειδικευμένο ηλεκτρονικό περιοδικό. Είχε πληρωθει πολύ καλά γι’αυτό, λογάριαζε μάλιστα να το επαναλάβει.
Έπρεπε να το είχε σκεφθεί, ήταν κατά κάποιο τρόπο συνάδελφοι με τον αλ, ίσως γι’αυτό να του άρεσε το στυλ του.
-δεν ήξερα πως διαβάζεις εκείνο το περιοδικό, όταν έστελν α το άρθρο έλεγα πως δε θα το διάβαζαν παρά δυο τρεις παλαβοί σαν κι εμένα.
-Ω μα δεν έχεις δίκιο, το βρήκα υπέροχο, το κράτησα μάλιστα στον υπολογιστή μου.
-πες μου λοιπόν για τότε που ζούσατε όλοι στο Παρίσι;
-τι να σου πω; Εγώ την ήξερα χρόνια πριν τη γνωρίσει ο τζέρεμι. Έκανε το μοντέλογια λίγο στη σχολή καλών τεχνών κι εκεί την είδε και την ερωτεύθηκε. Εμένα δε μου άρεσαν αυτά,της το είπα μάλιστα, διέθετε ένα λαμπρό μυαλό κι είχε έφεση στα νομικά. Θα έκανε καριέρα αν το ήθελε. Ξέρεις πως κάποιος διάσημος γάλλος ποινικολόγος της πρότεινε να κάνει μαζί του το διδακτορικό της;
-όχι, αυτό δεν το γνώριζα.
-βέβαια. δεν είχε λόγο να σου το πει ο τζέρεμι. Τέλοσπάντων, οι δυο τους έκαναν σχέση. Πάνω σ’αυτό δε μου έπεφτε λόγος, ήθελα απλά να είναι ευτυχισμένη η άσλει.
Της το είπα, κι εκείνη με διαβεβαίωσε πως θα ήταν μαζί του.
-Πόσο στενοί φίλοι είσαστε;
-Πολύ στενοί, ειδικά τότε που είμαστε παιδιά. Κάναμε παρέα, μιλούσαμε για όλα… Μετά όταν ήρθε στο Παρίσι την ακολούθησα κι εγώ.
Πόσο εύκολα το παραδέχτηκε…
-αλήθεια;
-ναι, δεν είναι πως δε θα πήγαινα καθόλου αλλά αποφάσισα να το επισπεύσω και να μείνω εκεί και λίγο παραπάνω μάλιστα.
-τον συμπαθείς το Τζέρεμι;
Ο αΛ άρχισε να στρίβει άλλο ένα τσιγάρο.
-ναι, είναι καλός άνθρωπος, αν και κάπως ιδιόρυθμος. Περνάμε χρόνο μαζί εδώ τα βράδια.
-δεν το λες και πολύ πειστικά.
-Μπα, το συμπαθώ, έχεις το λόγο μου μόνο που είμαστε πολύ διαφορετικοί.
-δηλαδή;
-να, εγώ είμαι γιατρός, κοντάστους ανθρώπους τους προσεγγίζω, τους μιλάω πολλές ώρες τη μέρα, εκείνος αντίθετα είναι προσκολλημένος στην τέχνη. Συχνά ζωγραφίζει όλη τη μέρα ή παίζει σΟπέν στο πιάνο για ώρες, ώσπου να τον πονέσουν τα δάκτυλά του.
-την κόρη του τη βλέπει συχνά;
-Κάποιες φορές ναι, κάποιες όχι. Κυρίως την πρόσεχαν η άσλει με τη Μέρεντιθ, κι εγώ βέβαια. Τη φροντίζω από τότε που ήταν τόσο δα μωράκι.
-Μη με παρεξηγήσεις μα θέλω να σε ρωτήσω κάποια πράγματα.
-Ό,τι θέλεις. Θα απαντήσω ειλικρινά.
-θεωρείς πως χρειάζονταν όλοι εδώ μέσα τόσο πολύ τις υπηρεσίες σου ώστε να σου παραχωρήσουν ένα δικό σου δωμάτιο;
Ο ΑΛ χαμογέλασε κουρασμένα.
-νομίζω πως ναι.
-Θα χαιρόμουν να μου το εξηγήσεις αυτό.
-το ήξερες πως και η Άσλει και ο τζέρεμι έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας κάποια στιγμή στη ζωή τους;
Ο γουίλιαμ άπλωσε το χέρι προς τα τσιγάρα του αλ.
-Μου επιτρέπεις;
-Βέβαια. Του έσπρωξε τη σακούλα και τα φιλτράκια.
-Πότε έγινε αυτό;
-η Άσλει το δοκίμασε τρια χρόνια νωρίτερα, ο τζέρεμι κάπως πιο νωρίς.
-τους πρόλαβες;
-Βέβαια.
-ευτυχώς. Άρα θεωρείς πιθανό να το δοκίμασε ξανά η άσλει;
-δεν το πιστεύω, έδειχνε ευτυχισμένη. Είχε το σπίτι της, το μωρό…
-της έλειπε καθόλου η δουλειά;
-δεν είχε πει ποτέ τίποτα σχετικό.
-εσύ; Δουλεύεις μόνο για τούτο το σπίτι;
-όχι ακριβώς. Βλέπω και κάποιους άλλους ασθενείς, μα είναι πολύ συγκεκριμένοι.
-άρα πληρώνεσαι πολύ καλά.
-δεν έχω κανένα παράπονο.
-Και τώρα; Τι θα κάνεις με όλα αυτά που συνέβησαν;
-δεν ξέρω… θα έρθει και το μωρό σε λίγους μήνες…
-Βέβαια, το έμαθα, συγχαριτήρια, με το καλό.
-ευχαριστώ πολύ. Ίσως πρέπει να πάρω τη Μέρεντιθ και να φύγουμε από εδώ.
-Κάτι τέτοιο είπε κι εκείνη.
-Μα σκέφτομαι και τη Μαντλέν, μας είχε συνηθίσει, δεν ξέρω… Οι ώμοι του καμπούριασαν ξαφνικά.
-την αγαπάτε πολύ, αυτό θα τη βοηθήσει στη ζωή της, σας χρειάζεται τώρα. Τι πιστεύεις πως συνέβη στην άσλει;
-Πιστεύω πως κάποιος τη σκοτωσε.
-ναι; Μα ποιος;
-Αυτό δεν το ξέρω. Ωστόσο η κουβέντα που έκανα με το γιατρό επιβεβαίωσε αυτό που σκεφτόμουν.
-γιατί τι είπε;
-ηρεμηστικά χάπια, μπόλικο αλκοολ και κάτι ακόμη, κάτι που δεν έχει καταφέρει να προσδιορίσει ως τώρα.
-θα γίνει κι αυτό. Έμαθα πως χθες το βράδυ ήπιατε κάμποσες μαργαρίτες όλοι μαζί στο σαλόνι.
-ναι, αυτό είναι αλήθεια. Μα ήταν καλά η Άσλει, χαμογελούσε, ήταν ευδιάθετη. Δεν ξέρω τι έγινε, φοβάμαι μήπως έχει κάποια συμμετοχή σ’αυτό ο άνδρας της.η μέρεντιθ κι εγώ αποσυρθήκαμε πρώτοι, έμειναν μόνοι…
-μα πώς το λες αυτό; Δεν την αγαπούσε;
-την αγαπούσε, μα όχι όσο εγώ.
Ο γουίλιαμ έσβησε το τσιγάρο του κι έμεινε να τον κοιτάει.
-Πόσο την αγάπησες, αλ;
-Πολύ, πάρα πολύ. Τη λάτρευα, ήμουν ερωτευμένος μαζί της, από τότε που κατάλαβα τι συμαίνει αυτή η λέξη.
-Το ξέρω, κι επίσης ξέρω πως σε αγαπούσε κι εκείνη.
-ναι, μα όχι με τον ίδιο τρόπο, δεν ήταν ερωτευμένη μαζί μου, αγαπούσε τον τζέρεμι. Κι από τότε που αποφάσισε να τον παντρευτεί δεν υπήρχε κανείς άλλος γι’αυτήν σ’ολόκληρο τον πλανήτη.
Ήταν καλός στα ψέματα τελικά.
-Ποτέ δε σε είδε ερωτικά;
-όχι.
-μου λες την αλήθεια;
Την αλήθεια.
-Κι εγώ νόμιζα πως σου είχε αδυναμία.
-ήμουν ο παιδικός της φίλος, ο καλύτερός της φίλος. Την έσωσα από την κατάθλιψη και το θάνατο, έσωσα και τον άνδρα της…ναι. Ποτέ, δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας.
-Η Μέρεντιθ το ήξερε;
-Ποιο;
-Αυτό που ένιωθες για την άσλει.
-Όχι, δεν είχε ιδέα, κι ούτε θα το μάθει ποτέ. Ό,τι ένιωθα για την άσλει τελείωσε, αν όχι πιο πριν, τότε σίγουρα τη μέρα του γάμου της.

Τότε κατάλαβε ο Γουίλιαμ πως δεν είχε έρθει η ώρα να τον πιέσει περισσότερο, δε θα αργούσε ωστόσο. Και τότε, όταν θα του ομολογούσε πως ήξερε τα πάντα για το θάνατό της ίσως και να του έδειχνε το ημερολόγιο της.
Αποφάσισε λοιπόν να παίξει το παιχνίδι ως το τέλος.
-Την αγαπάς τη Μέρεντιθ;
-Βέβαια, με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό. Θέλω να είναι καλά, να ζήσει όσα θέλει, δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω… αυτό που ένιωθα για την Άσλει ήταν πολύ δυνατό, βαθύ, σχεδόν μου έφερνε πόνο. Αυτό εδώ είναι πιο γλυκό, πιο γήινο.
Ο Γουίλιαμ κούνησε το κεφάλι.
-νομίζω πως καταλαβαίνω. Μείνε μαζί της λοιπόν, και ζήστε ευτυχισμένοι.
Πόσο συχνά τσακωνόταν η άσλει με το τζέρεμι;
-όχι συχνά, πολύ σπάνια θα έλεγα. Μια φορά είχαν καβγαδίσει πολύ άσχημα, λίγο πριν το γάμο τους.
-α ναι; Έκανε τον ανήξερο. Για πες μου κι άλλες λεπτομέρειες.
-Η Άσλει είχε άγχος για την τελετή, από τη μια ήθελε βέβαια να τον παντρευτεί, αν και δεν είχε περάσει παρά ελάχιστος χρόνος από τη γνωριμία τους, κι από την άλλη φοβόταν το άγνωστο. Είχαν μαλώσει τόσο που πίστεψα πως όλα θα γκρεμίζονταν.
-Κι αυτό δε σε χαροποίησε;
Ο Αλ συνοφριώθηκε στη στιγμή.
-όχι, γουίλιαμ, καθόλου. Η Άσλει έκλαιγε ασταμάτητα, είδα κι έπαθα να την ηρεμήσω. Δεν άντεχα να τη βλέπω έτσι.
-έμειναν μέρες χωριστά;
-Γύρω στη μια εβδομάδα.
-μάλιστα.
Με δυσκολία έπνιξε αυτό που ανέβαινε στα χείλη του. Ήθελε να τον ρωτήσει αν η άσλει είχε μείνει στο σπίτι του, μα θα έβρισκε την απάντηση στο ημερολόγιο.
-δεν ήταν κάπως παράξενη η συμβίωση εδώ μέσα; Θέλω να πω δυο ζευγάρια, ένα παιδί…
-Ναι, μα σε γενικές γραμμές περνούσαμε ωραία. Η Άσλει χαιρόταν να ζει με κόσμο κι ο τζέρεμι δεν έδειχνε να ενοχλείται. Τολμώ μάλιστα να πω πως το διασκέδαζε όταν εγκατέλειπε για λίγο τις μπογιές και τα χρώματα. Εξάλλου το ξέραμε όλοι πως δε θα κρατούσε για πάντα.
-ναι, βέβαια.
-Είναι καλός ζωγράφος ο τζέρεμι;
-θαυμάσιος, μόνο που του λείπει η αυτοπεποίθηση, γι’αυτό δεν έχει γίνει ακόμη γνωστός. Η γυναίκα του τον ενθάρρυνε συχνά να κάνει το αποφασιστικό βήμα, ως και χθες το βράδυ ακόμη αυτό συζητούσαμε.
-Της άρεσαν πολύ τα έργα του δηλαδή;
-Βέβαια, κάποτε είχε πει μισογελώντας πως τον παντρεύτηκε για τα χρώματα και τις εικόνες του. Φυσικά δεν έλεγε όλη την αλήθεια.
Τότε ήταν που ακούστηκε ο ήχος μιας παράξενης καμπάνας. Ο γουίλιαμ τινάχτηκε όρθιος αλλά ο αλ δε σάλεψε.
-είναι η ώρα του φαγητού. Κανείς δε διανοείται να αλλάξει ορισμένα πράγματα εδώ μέσα.
Ο αστυνομικός ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται.
-τι γίνεται με το πτώμα;
-θα έρθουν να το πάρουν σε λίγο, αφού βεβαίως του ρίξεις άλλη μια ματιά αν το επιθυμείς.
-Ασφαλώς, θα μείνω για άλλη μια φορά μόνος μαζί της.
-Μπορώ να πω στη ρόντα να το καθυστερήσει λίγο αν κρίνεις πως δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.
-όχι δε χρειάζεται, αφού ούτε ο θάνατος είναι ικανός να ανατρέψει τις συνήθειες σε τούτο το σπίτι δε θα το κάνω εγώ.
Σηκώθηκε, έκλεισε τον υπολογιστή του, αφού πρώτα αποθήκευσε την κατάθεση του αλ κι ύστερα τον έβαλε στη θήκη του.
-πάμε λοιπόν, ας δοκιμάσουμε την περίφημη πάπια με πορτοκάλι που έφτιαξε η ρόντα.
Άρχισαν να προχωρούν προς την πόρτα.
-θα τη βρεις εξαιρετική.
-δεν αμφιβάλω. Έκανε να την ανοίξει αλλά το χέρι του Αλ τον εμπόδισε διακριτικά.
-Θα μπορούσα να σου κάνω κι εγώ μια ερώτηση;
Τα μάτια του άστραψαν καθώς τον κοιτούσε.
-Μπορείς, μα δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου απαντήσω.
-έχεις καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα για το θάνατό της;
-όλα στην ώρα τους.
-Πες μου, σε παρακαλώ! Η φωνή του είχε αρχίσει να δονείται παράξενα.
-νομίζω πως ναι, κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω.
Ο αλ αναστέναξε ανακουφισμένος.
-σε ευχαριστώ, πολύ. Δεν αντέχω να ζω στο σκοτάδι.
Άνοιξε την πόρτα κι αμέσως μια γαργαλιστική μυρωδιά τους χτύπησε στα ρουθούνια.
Κι όπως προχωρούσαν ο γουίλιαμ άρχισε να αναρωτιέται πόσα του έμεναν ακόμη να μάθει, και ποιος απ’όλους θα έπαιρνε την απόφαση να ασχοληθεί με τα απαραίτητα διαδικαστικά.