Η άρπα της αμάντας

Η ραλτίνα μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο της πριγκίπισσας και με απαλές κινήσεις τράβηξε την κουρτίνα του κρεβατιού. Η κοπέλα κοιμόταν πολύ ήσυχα και χαμογελούσε στον ύπνο της. Αυτό έφερε δάκρυα στα μάγουλα της άλλης γυναίκας. Προς στιγμήν σκέφτηκε να κλείσει την κουρτίνα και να την αφήσει να αναπαυθεί αφού αυτός θα ήταν ο τελευταίος γαλήνιος ύπνος της έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα αλλά τελικά το μετάνιωσε καθώς η λογική υπερίσχυε. Αν δεν της το έλεγε εκείνη, τότε κάποιος άλλος θα την ενημέρωνε αμέσως μόλις άνοιγε τα μάτια της κι αυτό δεν το ήθελε καθόλου η ραλτίνα. Με δάχτυλα που έτρεμαν ελαφρά παραμέρισε μια τούφα μαλλιών από το πρόσωπο της πριγκίπισσας κι άρχισε να τη χαιδεύει. Εκείνη αναδεύτηκε και τελικά ύστερα από λίγο άνοιξε τα μάτια της.
-Καλημέρα, Ραλτίνα, είπε με νυσταγμένη φωνή.
-καλημέρα πριγκίπισσα. Η ραλτίνα κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και την τράβηξε στην αγκαλιά της.
-πώς κοιμήθηκες;
-Καλά, αλλά λίγο.
-Γιατί; Δεν ήσουν κουρασμένη από τη δεξίωση;
-ναι, πολύ, αλλά δεν ξέρω… κάτι παράξενο μου φάνηκε πως έγινε χθες.
-σαν τι; Σήκωσε τα φρύδια της με απορία.
-να, νόμισα κάποια στιγμή πως άκουσα τη ρέλια να τραγουδάει. Η Ραλτίνα ακούμπησε στοργικά το χέρι στο μέτωπο της αμάντας. Δεν είχε συνέλθει ακόμη από το θανατο εκείνης της γυναίκας. Πώς θα το αντιμετόπιζε κι αυτό το κακό;
-Ήταν η φωνή της, είμαι σίγουρη, αναγνώρισα και το τραγούδι, ήταν εκείνο το νανούριςμα που μου μάθαινε τώρα τελευταία. Μόνο που δεν ξέρω αν το ονειρεύτηκα.
-σίγουρα το ονειρεύτηκες, αφού δεν είναι πια ανάμεσά μας κι αυτό το ξέρεις καλά.
-ναι, βέβαια. Η Αμάντα ανασήκωσε τους ώμους της, θα το ονειρεύτηκα.
-μα γιατί κοιμήθηκες γυμνή; Ρώτησε η ραλτίνα σαν να το πρόσεξε εκείνη τη στιγμή.
-Ω, ήμουν πολύ κουρασμένη, δεν άντεχα δικαιολογήθηκε. Εσύ; Πώς κοιμήθηκες;
-καλά πριγκίπισσα. Η υπηρέτρια πήρε το χέρι της. Άκουσε με, πρέπει να σου πω κάτι, είναι σημαντικό.
-τι συμβαίνει; Με τρομάζεις. Η αμάντα γύρισε τα μάτια ανήσυχα μέσα στο δωμάτιο.
Τότε η άλλη γυναίκα την αγκάλιασε κι άρχισε να την κουνάει σαν τότε, που ήταν μωρό.
-σήμερα το πρωί, ένας στρατιώτης από τη φρουρά του πατέρα σου μαζί με έναν ξένο, κάποιον μπάρτον, μπήκαν στο δωμάτιο του βασιλιά με σκοπό να μιλήσουν μαζί του. Χτυπούσαν για ώρα την πόρτα αλλά εκείνος δεν άνοιγε. Αυτό τους ανησύχησε όπως ήταν φυσικό. Σταμάτησε.
-Και;
-τον βρήκαν νεκρό. Η φωνή της μόλις που ακούστηκε. Η αμάντα άνοιξε το στόμα της καταλαβαίνοντας πως μια κραυγή ήταν έτοιμη να βγει από μέσα του αλλά το χέρι της Ραλτίνας ήταν εκεί.
-Σε παρακαλώ πριγκίπισσα, μη φωνάξεις, όχι τώρα. Τώρα θα γίνεις βασίλισσα. Πρέπει να βρεις ποιος σκότωσε τον πατέρα σου.
-Είσαι σίγουρη πως κάποιος τον σκότωσε;
-ναι, θα σου το πουν και οι δυο στρατιώτες που είδαν το βασιλιά. Μα έλα να σε βοηθήσω να κάνεις το μπάνιο σου και θα σε πάω αμέσως κοντά τους.
Η αμάντα προσπάθησε να σηκωθεί αλλά τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Τότε η ραλτίνα τη σήκωσε με ευκολία μιας και ήταν μικρόσωμη και μπήκε μαζί της στο λουτρό.
-Λοιπόν;Αν δεν έχετε κάτι άλλο να προσθέσετε μπορείτε να πηγαίνετε. Η αμάντα στράφηκε στους δυο άνδρες που στέκονταν όρθιοι μπροστά της.
-τίποτα άλλο, πριγκίπισσα Αμάντα, είπε ο Κεμ σκύβοντας το κεφάλι. Ο μπάρτον τον μιμήθηκε.
-Καλώς, Κεμ, από αυτή τη στιγμή γίνεσαι υπεύθυνος των ερευνών για το θάνατο του βασιλιά. Όσο για εσάς κύριε Μπάρτον, θα σας παρακαλούσα να μείνετε στο παλάτι.
Θέλω να συζητήσουμε λεπτομερώς αυτά που ήρθατε να πείτε στον πατέρα μου όταν περάσουν αυτές οι δύσκολες μέρες.
-Εντάξει, στις διαταγές σας. οΙ δυο άνδρες χαιρέτισαν επίσημα και βγήκαν.
Η ραλτίνα μπήκε ξανά στο δωμάτιο. Στα χέρια της κρατούσε ένα χρυσό κύπελο που το πρόσφερε αμέσως στην Αμάντα.
-Πιες το, της είπε, είναι δυναμοτικό. Τα πήγες μια χαρά με αυτούς τους δυο αλλά σε περιμένουν δύσκολες ώρες.
-πού είναι οι σύμβουλοι του πατέρα μου; Κι ο Κραντ;
-όλοι είναι εδώ και περιμένουν να σε δουν. Δε μπορούν να ζήσουν χωρίς εξουσία. Να τους φωνάξω;
Η αμάντα έπιασε με το χέρι το κεφάλι της.
-δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα από αυτά. Ποιος θα με κατευθύνει; Η Ραλτίνα σταύρωνε και ξεσταύρωνε νευρικά τα χέρια της.
-πρέπει να πάρεις κάποιες αποφάσεις αμέσως μετά τις τελετές της κηδίας.
-το ξέρω καλά, ραλτίνα, δε χρειάζεται να μου το θυμίζεις.Μα εγώ ως σήμερα το πρωί είχα άλλες φροντίδες. αΛήθεια που είναι η καινούρια δασκάλα;
-δεν ξέρω, δεν την είδα, ίσως βγήκε για λίγο. Ίσως πήγε να φέρει και τα υπόλοιπα πράγματά της.
Η πριγκίπισσα αναστέναξε.
-δεν ξέρω αν τη χρειάζομαι πια είπε μελαγχολικά.
-αυτό να μην το ξαναπείς. Η μουσική είναι κομμάτι σου, πώς θα ζήσεις χωρίς αυτή;
-Θα γίνω βασίλισσα, ραλτίνα, το ξέχασες;
-πώς θα μπορούσα; Θα είσαι η πιο όμορφη βασίλισσα αυτής της χώρας.
-πότε θα παίζω;
-Πάντα θα παίζεις.
-σήμερα υποτίθεται πως θα μου έκαναν δώρο την πρώτη μου άρπα.
-Θα την έχεις την άρπα, αμάντα. Δεν ξέρω πότε θα μπορέσεις να τη δοκιμάσεις, μα κάτι μέσα μου μου λέει πως θα την έχεις.
-ας είναι. Η πριγκίπισσα σηκώθηκε.
-πρέπει να αρχίσουμε τις διαδικασίες… τα μάτια της βούρκωσαν κι η άλλη γυναίκα έσπευσε να την αγκαλιάσει.
-Μη σε νοιάζει, τα έχω τακτοποιήσει όλα. Ο αρχιερέας έχει πιάσει ήδη δουλειά.
-είσαι ανεκτίμητη, ραλτίνα. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα.
-μαζί θα είμαστε πριγκίπισσα. Κι έχω και κάτι άλλο στο νου μου, κάτι που ίσως σε βοηθήσει. Μα δες πρώτα τους συμβούλους κι εγώ θα έρθω να σου μιλήσω αργότερα. Και μην αφήνεις τη θλίψη να σε παρασέρνει, θα γίνεις βασίλισσα. Θα πρέπει να προσέχεις, η ζωή σου τώρα θα αλάξει.
-το ξέρω, γλυκιά μου, αλλά δε θα απογοητεύσω τον πατέρα μου. Το πρώτο μου καθήκον είναι να βρω ποιος τον σκότωσε, και θα τον κάνωνα πληρώσει, σου το ορκίζομαι. Και τώρα φώναξε τους συμβούλους σε παρακαλώ.
Η ραλτίνα βγήκε και η αμάντα πήρε στα χέρια της το κύπελο. Μύριζε υπέροχα. Ήπιε περίπου το μισό και λίγες στιγμές αργότερα ένιωσε την επίδραση του ποτού πάνω της. Θα τα κατάφερνε, σίγουρα.
Στη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων οι σύμβουλοι ήταν σφιγμένοι μέσα στις στενές αλλά πανάκριβες στολές τους. Τα νέα είχαν φτάσει ως αυτούς μέσω του αρχιερέα σάλτερ. Τους τα είχε ανακοινώσει μιλώντας αργά σέρνοντας την κάθε λέξη του. Όλοι είχαν μείνει άφωνοι να τον ακούν, με μόνη εξαίρεση τον Κραντ ο οποίος αμέσως μόλις άκουσε τα νέα, έπεσε στα γόνατα. Αρχίζοντας να κλαίει. Ήταν μεγάλος άνδραςμε τα μαλλιά του κάτασπρα και τα χέρια του γεμάτα από τα σημάδια της ηλικίας. Γνώριζε το βασιλιά σχεδόν από τότε που άρχισε να εξασκείται στο σπαθί, τότε που ήταν μικρό αγόρι και τα νέα για το θάνατο του τον είχαν συγκλονίσει.
Τώρα, πάλευε να ξαναβρεί τον εαυτό του αναλογιζόμενος τις δυσκολίες που ανέκυπταν.
Η ραλτίνα μπήκε παρακαλώντας τους να την ακολουθήσουν. Η πρώτη ακρόαση θα γινόταν στα διαμερίσματα της Αμάντας και θα ήταν ανεπίσημη.
οΙ άνδρες σηκώθηκαν αμέσως για να την ακολουθήσουν.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Α έβαλες συνέχεια! Πολύ ωραία!
    Η Αμάντα έχει΄σίγουρα δύσκολο έργο αλλά η Ραλτίνα θα την βοηθήσει και είναι πολύ γλυκιά μαζί της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: