χρόνια πολλά

2.
-ήταν ευτυχισμένος λοιπόν ο γάμος σας! Πώς σας επηρέασε ο ερχομός του παιδιού;
Ο Τζέρεμι γέλασε κάπως ξερά, σαν να δυσκολευόταν να καταπιεί.
-τα παιδιά είναι χαρά, αληθινή ευλογία. Το θέλαμε πολύ και οι δυο, το προσπαθήσαμε κι όταν τα καταφέραμε νιώσαμε πραγματικά ευτυχισμένοι κι ολοκληρωμένοι.
-αν έχω καταλάβει καλά η μικρή Μαντλέν ήρθε στη ζωή λίγο μετά το γάμο σας, σωστά;
-Ναι, μόλις λίγους μήνες μετά.
-εντάξει, ας περάσουμε σε κάτι άλλο, και τώρα που το σκέφτομαι… δεν έχω αντίρρηση να τρώτε όσο θα συζητάμε, άλωστε αυτό κάνω κι εγώ.
Ο Τζέρεμι πλησίασε το δίσκο και πήρε κι αυτός ένα σαντουιτς αλλά ο Γουίλιαμ πρόσεξε τη λαχτάρα με την οποία κοιτούσε τις ασπιρίνες.
-Πείτε μου για τον Αλ, από πότε ήρθε να μείνει μαζί σας
Ο Τζέρεμι έμεινε σιωπηλός για λίγες στιγμές τρώγοντας.
-λίγο μετά τον ερχομό της κόρης μας ήρθε κι εκείνος στο σπίτι.
-Με ποια ιδιότητα;
-Μ’αυτή του οικογενειακού φίλου και του γιατρού. Είναι ψυχίατρος αλλά έχει πάρει κάμποσες ακόμη ειδικότητες τις οποίες δεν είμαι σε θέση να απαριθμήσω. Αυτός ο άνδρας είναι μόνος του ένα νοσοκομείο.
-τι θέλεις να πεις;
-Να… λέω πως έχει μετεκπαιδευθεί σε διάφορους κλάδους της ιατρικής. Σπούδασε σε πολλές πόλεις, έτυχε μάλιστα να βρεθεί στο Παρίσι την ίδια εποχή όπου βρισκόμαστε κι εμείς εκεί.
Ο γουίλιαμ σκούπισε με προσοχή τα χέρια του και πέταξε τη χαρτοπετσέτα στο καλαθάκι των σκουπιδιών.
-αΛήθεια;
-Ναι.
-Κάνατε παρέα οι τρεις σας
-στενή.
-είπες πως είναι οικογενειακός φίλος.
-ναι, ουσιαστικά φίλος της άσλει.
-μάλιστα, και πότε τον γνώρισε;
-τον ήξερε από τότε που ήταν παιδιά. Γνωρίστηκαν σε κάποιο καλοκαιρινό θέρετρο.
Ο γουίλιαμ έγραψε πάλι κάτι μα ύστερα το έσβησε πατώντας με δύναμη το κουμπί.
Ήταν μεγάλη σύμπτωση πως τον είχαν ξαναβρεί στο παρίσι, πολύ μεγάλη.
-εσύ τον συμπαθείς;
-Βέβαια, κάνουμε καλή παρέα. Πίνουμε κανένα ποτό τα βράδια ή παίζουμε κάποιο παιχνίδι ή συζητάμε… ναι, τα πάμε πολύ καλά.
-Και για ποιο λόγο ήρθε να μείνει μαζί σας; Δεν είναι παντρεμένος;
-Ήρθε να βοηθήσει την άσλει, είχε προβλήματα όταν γέννησε. Κατάθλιψη κι άλλα τέτοια.
-δεν είναι παντρεμένος;
-Όχι, δεν είναι. Διατηρεί μακροχρόνια σχέση με τη Μέρεντιθ αλλά δεν έχουν παντρευτεί.
Μέρεντιθ, κάτι του έλεγε αυτό το όνομα, ποιος την είχε αναφέρει αλήθεια; Μήπως η ρόντα;
-Ποια είναι η Μέρεντιθ;
-είναι η δασκάλα της μαντλέν. Ζει κι εκείνη μαζί μας τους τελευταίους μήνες.
-ποιος την έφερε εδώ; Ο ίδιος ο αλ;
-Ναι. Μας τη σύστηςε πριν λίγα χρόνια και πρόσφατα πρότεινε να κάνει κάποια μαθήματα στη Μαντλέν πριν αρχίσει το σχολείο.
-πώς τα πήγαινε με τη γυναίκα σου;
-Πολύ καλα, ήταν αχώριστες. Έβγαιναν συχνά οι δυο τους κι ήταν εκείνη πουτης πρότεινε να μείνει εδώ για λίγο.
-Μάλιστα. Λοιπόν; Πώς ήταν η άσλει τις τελευταίες μέρες; Έδειχνε να την απασχολεί κάτι;
-δεν το νομίζω. Ήταν ήρεμη, μόνο κάπως υπερευαίσθητη.
-τι θέλεις να πεις με αυτό;
-την είχα πιάσει να κλαίει δυο τρεις φορές μέσα στους τελευταίους μήνες. Δεν το συνήθιζε, παραξενεύτηκα. Άρχισα να τη ρωτάω τι της συνέβαινε αλλά απάντηση δεν έπαιρνα.
-Τι σκεφτόσουν γι’αυτό;
-τίποτα, το απέδωσα στο άγχος, στην καμπή της ηλικίας, στην κούραση με το παιδί. Δεν της έλειπε τίποτα, δεν είχε λόγους να λυπάται.
-Πότε την είδες ζωντανή για τελευταία φορά;
-χθες το βράδυ.
-Πες μου γι’αυτό σε παρακαλώ.
Ο τζέρεμι μετακινήθηκε νευρικά στην καρέκλα του.
-περάσαμε όλοι μαζί το τελευταίο μέρος της βραδιάς, πριν πάει ο καθένας για ύπνο.Δηλαδή όχι ακριβώς… Η Άσλει έφτιαξε μαργαρίτες για όλους, με μπόλικο αλάτι, ήταν η αδυναμία της. Η μαντλέν κοιμόταν από ώρα κι εμείς τα λέγαμε στο μεγάλο σαλόνι. Η ρόντα είχε αποσυρθεί κι εκείνη στο δικό της δωμάτιο.
-τι λέγατε;
-μιλούσαμε ανάλαφρα για διάφορα θέματα γύρω από την τέχνη. Ο αλ και η γυναίκα μου ρωτουσαν για κάποιους πίνακες που είχα ζωγραφίσει παλιότερα. Εδώ και χρόνια θέλω να κάνω μια έκθεση με τα καλύτερα έργα μου αλλά δεν το αποφασίζω. Χθες προσπαθούσαν να με πείσου, μιλώντας μου ήπια κι ευχάρηστα.
-Κι εσύ τι απαντούσες;
-Στην αρχή δεν έδινα σημασία αλλά μετά κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα να το τολμήσω, άλωστε θα τους είχα και τους δυο στο πλευρό μου.
Είπα πως θα άρχιζα να το οργανώνωκαι κατάλαβα πως η Άσλει χάρηκε πολύ. Πάντα πίστευε σε εμένα, αυτό το έχω αναφέρει ξανά νομίζω.
-Πολύ σωστά νομίζεις. Λοιπόν; Τι έγινε μετά; Πήγατε για ύπνο;
-Πρώτοι έφυγαν ο Αλ με τη Μέρεντιθ. Είπαν πως είχαν αρχίσει να ζαλίζονται από το ποτό και πως τους χρειαζόταν λίγος ύπνος. Τους καληνυχτίσαμε λοιπόν και η Άσλει έφτιαξε και για τους δυο μας ένα τελευταίο ποτό. Το άντεχε το αλκοολ, κι εγώ τα καταφέρνω μαζί του αλλά εκείνη με ξεπερνάει.
-Και τι λέγατε όταν μείνατε μόνοι;
-έγινε πολύ διαχυτική μαζί μου, άρχισε να με χαιδεύει και να με φιλάει.
Ο τζέρεμι μιλούσε απαθής, χωρίς να ντρέπεται, ενώ ο Γουίλιαμ κάθε τόσο κουνούσε το κεφάλι καταφατικά.
-τέλοσπάντων, περάσαμε κάποιες ώρες μαζί κι έπειτα πήγαμε ο καθένας στο δωμάτιό του για ύπνο.
-δεν κοιμάστε μαζί;
-Όχι, εδώ και λίγο καιρό. Κάνω πολύ ανήσυχο ύπνο κι εκείνη ταράζεται, ταραζόταν δηλαδή. Με άκουγε να παραμιλάω κι αγχωνόταν.
-Ναι, αυτό μπορώ να το φανταστώ, δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Λοιπόν;
-δεν έχω πολλά ακόμη να πω. Με πήρε αμέσως ο ύπνος, δεν ξέρω τι έκανε εκείνη.
-πΟια ήταν τα τελευταία της λόγια;
-είπε πως με αγαπάει πολύ και πως πιστεύει πολύ σε εμένα.
Η φωνή του άρχισε να τρέμει.
-Πες μου για σήμερα.
-Ξύπνησα πιο αργά από ό,τι συνήθως, έκανα μπάνιο και κατέβηκα για πρωινό. Ο αλ και η Μέρεντιθ ήταν ήδη εκεί, έλειπε μόνο η άσλει.
-Η Μαντλέν;
-δεν έτρωγε μαζί μας συνήθως. Την τάιζαν οι γυναίκες στο κρεβάτι, τη λάτρευαν βλέπεις. Η ρόντα άρχισε να μας σερβίρει ενώ την περιμέναμε, αλλά δεν ερχόταν. Η ρόντα πήγε να δει τι συνέβαινε… Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.
-ναι, τα ξέρω. Τι πιστεύεις πως έγινε;
-δεν ξέρω, στην αρχή σκέφθηκα πως αυτοκτόνησε, μα δε βλέπω το λόγο, δε μπορώ να καταλάβω τίποτα. Θέλω να δω το γιατρό…
-Μη βιάζεσαι, θα μάθουμε σύντομα τη διάγνωση. Θα σε ενημερώσω εγώ ο ίδιος. Πήγαινε να καθίσεις λίγο με την κόρη σου, σε χρειάζεται, προσπάθησε να την καθησυχάσεις.
Ο τζέρεμι σηκώθηκε αργά αργά.
-θα σε φωνάξω ξανά αργότερα, μένουν ακόμη πολλά να πούμε. Μα πριν φύγεις πες μου κάτι τελευταίο σε παρακαλώ, δεχθήκατε καθόλου επισκέψεις εδώ χθες;
-Όχι, δεν ήρθε κανείς. Είμαστε εμείς οι 6 μαζί με το παιδί.
-εντάξει. Ο γουίλιαμ στράφηκε ξανά στον υπολογιστή του. Μπορείς σε παρακαλώ να φωνάξεις και πάλι τη ρόντα;
Ο άλλος ανασήκωσε ξαφνιασμένος τα φρύδια.
-Την υπηρέτρια ξανά; Μα γιατί; Πιστεύεις πως έχει κάποια σχέση με αυτό που έγινε;
-Δουλεύει χρόνια εδώ, με βοηθαει σε κάποια πράγματα. Δε θα την καθυστερήσω πολύ, θα τη στείλω έπειτα να ετοιμάσει κάτι για φαγητό και θα ασχοληθώ με την αναφορά του γιατρού και με τις καταθέσεις του αΛ και της μέρεντιθ.
Μην ανησυχείς, θέλω να τακτοποιήσω μαζί της το θέμα της παραμονής μου εδώ. Ελπίζω πως δεν έχεις αντίρρηση να με φιλοξενήσεις για λίγο!
Ο τζέρεμι που είχε φτάσει στην πόρτα τύληξε το χέρι γύρω από το χερούλι.
-Θα χαρώ να σε φιλοξενήσω, θέλω να κάνεις τη δουλειά σου όσο καλύτερα μπορείς. Ό,τι χρειαστείς απλά ζήτησέ το.
-ευχαριστώ πολύ, όταν καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη στη γυναίκα σου θα χαρώ να ρίξω μια ματιά στους πίνακές σου.
-εντάξει, όποτε θέλεις. Ο τζέρεμι βγήκε χωρίς να τον κοιτάξει.
Τότε ο Γουιλιαμ άρχισε να γράφει γρήγορα την απάντηση στο μήνυμα της έλεν. Δεν ήθελε να την κάνει να περιμένει πολύ. Της ανέφερε τα κύρια σημεία της υπόθεσης παραλείποντας πολλές λεπτομέρειες ωστόσο.
Δεν ένιωθε κουρασμένος, ήθελε να μπει όσο πιο βαθιά μπορούσε στην υπόθεση, να καταλάβει, να πιαστεί από κάπου.
Η Άσλει, μια όμορφη ξανθιά νεαρή είχε βρεθεί νεκρή. Αυτοκτονία ή δολοφονία; Τι της έλειπε αλήθεια; Να ήταν ευτυχισμένη; Να είχε βρει όλα όσα έψαχνε σε κείνο το νευρικό ζωγράφο; Κι ο αλ τι δουλεια είχε σε τούτο το σπίτι; Και η Μέρεντιθ;
Ξαφνικά του γεννήθηκε η επιθυμία να τη δει. Θα ζητούσε αμέσως φωτογραφίες από τη ρόντα.Μόνο για λίγο την είχε κοιτάξει, όταν είχε μπει στο δωμάτιο, αλλά αυτό δεν του έφτανε.
Όταν εκείνη χτύπησε της είπε να μπει, ενώ την ίδια στιγμή έτρωγε άλλη μια καραμέλα λεμονιού.
-Κάθισε, μη στέκεσαι.
Η κοπέλα πήγε πάλι στην πολυθρόνα όπου είχε καθίσει την προηγούμενη φορά.
Με μια γρήγορη ματιά είδε πως είχε βγάλει τους τεράστιους κρίκους από τα αφτιά της κι αυτό τον έβαλε σε σκέψεις, σκέψεις που δεν του άρεσαν καθόλου.
Τις κράτησε ωστόσο για τον εαυτό του.
-Ωραία τα σαντουιτς, πεινούσα πολύ.
Εκείνη έγνεψε. Φαινόταν ακόμη πιο ταραγμένη από ότι πριν λίγο.
-ήθελα να σου ζητήσω κάποια πράγματα. Πρώτα απ’όλα θα ήθελα να ετοιμάσεις ένα δωμάτιο για μένα, έχεις ενημερωθεί;
-ναι, φυσικά, είναι ήδη έτοιμο. Στο δεύτερο όροφο.
-υπέροχα, σε ευχαριστώ πολύ, θα το δω αργότερα, όταν θα έχω τελειώσει με τον πρώτο γύρο των καταθέσεων.
Εκείνη δε σάλεψε. Είχε χάσει τη φωνή της. Ο αστυνομικός μίλησε και πάλι ενώ σηκωνόταν όρθιος.
-θα μπορούσα να έχω λίγες φωτογραφίες της νεκρής; Πήγε και στάθηκε κοντά στο κλειστό παράθυρο.
-Ναι, θα φέρω ένα αλμπουμ αμέσως. Έκανε να σηκωθεί μα εκείνος την πρόλαβε.
-γιατί βιάζεσαι τόσο;
-Μα δε βιάζομαι, νόμιζα πως είχαμε τελειώσει απλά.
-Ξέρεις αν τελείωσε ο γιατρός;
-Νομίζω πως ναι.
-πΟλύ καλά, τότε θα τον δω άμεσα. Μπορείς να πηγαίνεις. Αλήθεια, πού είναι οι κρίκοι που φορούσες νωρίτερα;
Η ρόντα σάστισε και τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν προδίδοντάς την.
-τους έβγαλα, είπε τελικά μισογελώντας, δε με βόλευαν στις δουλειές.
-ωραίο κόσμημα, και πολύ ακριβό.
Ο γουίλιαμ στράφηκε και την κοίταξε πλησιάζοντάς την.
Πότε τους αγόρασες;
-Πριν δυο χρόνια.
-Μα θα έδωσες όλο σου το μισθό γι’αυτούς.
-ναι, άξιζαν ωστόσο.
-βέβαια, δε διαφωνώ. Μα γιατί τους φόρεσες σήμερα το πρωί; Θα έπρεπε να τους προσέχεις.
Η ρόντα σταύρωσε τα χέρια της που είχαν αρχίσει να τρέμουν κι αυτά.
-γιατί με ρωτάτε για αυτά;
Τότε ο γουίλιαμ την πλησίασε και την έπιασε από το μπράτσο.
Χωρίς να μιλάει την οδήγησε πίσω στην πολυθρόνα και τη βοήθησε να καθίσει. Εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου.
-δε νομίζεις πως ήρθε η ώρα να μου μιλήσεις ανοιχτά;
-δεν καταλαβαίνω… τα μάτια της βούρκωσαν.
-Πριν δε σε πίεσα, κατάλαβα πως ένιωθες άσχημα αλλά νομίζω πως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για όλα. Αν το κάνεις κι εσύ θα νιώσεις καλύτερα, και θα βοηθηθώ κι εγώ.
-τι θέλεις να…
-Ποιος σου έδωσε τους κρίκους;
-Η Άσλει.
-Πότε;
-Πριν δυο χρόνια.
-Γιατί;
-επειδή δεν τους ήθελε πια. Είχε πολλά κοσμήματα, τα πιο πολλά τα φορούσε μια δυο φορές κι ύστερα τα βαριόταν.
-όπως και τα ρούχα υποθέτω και τα αξεσουαρ, σωστά;
-Ναι, σωστά.
-κι όταν κάτι το βαριόταν το χάριζε σε εσένα, έτσι δεν είναι;
-ναι.
-γιατί;
-μα είπα πως…
-την αλήθεια, σε παρακαλώ. Δε θέλεις να με δυσκολεύεις έτσι δεν είναι;
-εξαγόραζε τη σιωπή μου. Ήξερα πολλά, δεν ήθελε να μιλήσω.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “χρόνια πολλά”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Αναπάντεχη η εξέλιξη, για να δούμε τι ξέρει η Ρόντα και για ποια πράγματα σιωπούσε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: