Χρόνια πολλά

6.

-πήγαινε στην τραπεζαρία, θα έρθω κι εγώ σε ένα λεπτό.
Ο αλ έγνεψε καταφατικά κι έστριψε στο διάδρομο ενώ ο Γουίλιαμ ακολούθησε αντίθετη κατεύθυνση.
Μπήκε στο μεγάλο σαλόνι κι ο άνδρας που ήταν εκεί έσπευσε να τον συναντήσει στην πόρτα.
Αντάλλαξαν χειραψία χαμογελώντας ο ένας στον άλλον.
-συγνώμη, φίλε, δεν ήθελα να σε κάνω να περιμένεις τόσο πολύ.
Ο Άλλος χαμογέλασε και τον οδήγησε σε ένα διθέσιο καναπέ.
-Κανένα πρόβλημα.Ξέρω πως είναι αυτά τα πράγματα.
-τι έκανες εδώ;
-την περισσότερη ώρα την πέρασα παρέα με τον αλ. Είναι πολύ καλός γνώστης του αντικειμένου, είχε ενδιαφέρον η συζήτηση μαζί του.
Ο γουίλιαμ κατένευσε χαμογελώντας ακόμη.
-Πού κατέληξες;
-σ’αυτά που έγραψα.
-αυτοκτονία;
-Ναι. Το προσπάθησε μα κάποιος την αποτελείωσε.
-έτσι πιστεύω κι εγώ.
-Ξέρεις και ποιος το έκανε;
-ναι, έτσι πιστεύω, μα δεν είμαι κι εντελώς σίγουρος. Μένει ακόμη να δω κάτι κι ύστερα θα είμαι σίγουρος.
-Και μετά; Θα αρχίσεις τις επισκέψεις στα δωμάτιά τους κατά τον προσφιλή σου τρόπο;
Ο γουίλιαμ σηκώθηκε μισογελώντας ακόμη.
-Μάλλον.
-Θα μπορέσω να συνεχίσω την έρευνα; Θέλω να βεβαιωθώ για την ουσία που βρέθηκε στο αίμα της.
-Ναι, φυσικά. Έχεις καμιά ιδέα;
-Κάτι που σκοτώνει, απλά και γρήγορα. Θα σου πω… έχω έτοιμη μια λίστα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη κι όταν το έβγαλε κρατούσε ένα τετράγωνο διπλωμένο χαρτί. Το έτεινε στο γουίλιαμ που το πήρε για να το βάλει γρήγορα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του.
Ζεσταινόταν πολύ, μα δεν ήθελε να το βγάλει, δεν εμπιστευόταν κανέναν εκεί μέσα.
-Πότε θα πάρουν το πτώμα;
-σε λίγο, όταν τελειώσεις μαζί του.
-Ναι, θα πάω στο δωμάτιο μετά το φαγητό.
-θα μείνεις να φας δηλαδή;
-ναι. Δε θα φύγω καθόλου.
-έπρεπε να το φανταστώ.
-εσύ; Τι θα κάνεις;
-θα πάω σε κάποιο εργαστήριο, να μελετήσω το δείγμα που της πήρα.
-θα περιμένω να με ειδοποιήσεις, αμέσως μόλις έχεις κάποιο νέο.
-μείνε ήσυχος.
-αλήθεια; Πώς της τη χορήγησαν;
-Ένεση.
-σωστά, πώς αλλιώς;
Άρχισε να πηγαίνει προς την πόρτα.
-θα τα καταφέρεις πάντως, δεν ανησυχώ, αν κι έτσι όπως τους είδα όλους αυτούς εδώ… δε μου πολυαρέσουν, εκτός από τον αλ.
Ο γουίλιαμ δεν απάντησε, μόνο που του κούνησε το χέρι βγαίνοντας. Τα φώτα που ήταν αναμμένα τον οδήγησαν στο σωστό χώρο, δεν ήταν δύσκολο.
Η κουζίνα των Σκοτ ήταν ευρύχωρη γεμάτη υπέροχα αρώματα. Όταν μπήκε είδε πως όλοι κάθονταν γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Ο αλ είχε το χέρι του περασμένο γύρω από τους ώμους της μέρεντιθ, ο τζέρεμι όπως πάντα έσφιγγε με τα δάκτυλα τουςκροτάφουςτου ενώ η ρόντα γέμιζε τα πιάτα με αχνιστό φαγητό.
Όλες οι κουβέντες σταμάτησαν με την είσοδο του αστυνομικού. Εκείνος έκανε πως δεν το πρόσεξε καθώς πήγαινε να καθίσει στη θέση που του υπέδειξε με τα μάτια η υπηρέτρια.
-εΛπίζω να μην άργησα πολύ, είπε απολογητικά ενώ καθόταν.
-Όχι, καταλαβαίνουμε πως η δουλειά σας είναι πολύ σημαντική. Ήταν ο τζέρεμι που είχε μιλήσει καθώς τραβούσε τα χέρια γύρω από το κεφάλι του για να δέσει την πετσέτα του γύρω από το λαιμό του.
Η ρόντα έβαλε μπροστά στο γουίλιαμ ένα γεμάτο πιάτο που μύριζε κανέλα κι ύστερα πήγε και κάθισε στη δική της θέση, στην άκρη του τραπεζιού. Ο αστυνομικός είδε καθώς έπαιρνε το πιρούνι και το μαχαίρι το βλέμμα που της έριξε η Μέρεντιθ, δεν του είχε πει ψέματα λοιπόν, δεν τη συμπαθούσε.
-Πείτε μας αλήθεια, έχετε κάνει κάποια πρόοδο; Ο τζέρεμι άρχισε να ανακατεύει το φαγητό του. Δεν έδειχνε να πεινάει πολύ.
-Νομίζω πως ναι, όλα θα τα μάθετε σύντομα, μόνο που μένουν ακόμη κάποια πράγματα.
-Όπως;
-να… ξέρω πως είχε τα γενέθλιά της σήμερα η Άσλει κι ακόμη πως θα της κάνατε ένα παρτάκι, σωστά;
Όλοι έγνεψαν καταφατικά μα κανένας δε μίλησε.
Ο γουίλιαμ μεκοψε με προσοχή μια μικρή μπουκιά κρέας πριν συνεχίσει.
-Όπως λοιπόν γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις μοιράζονται δώρα στο πρόσωπο που γιορτάζει. Δε συμφωνείτε;
Τους έριξε μια ματιά. Το χέρι του αλ σφίχτηκε πιο πολύ γύρω από τη Μέρεντιθ η ρόντα άφησε με θόρυβο το πιρούνι της ενώ ο τζέρεμι έγνεφε καταφατικα χωρίς να καταλαβαίνει.
Ο Γουίλιαμ μάσησε αργά το κρέας, ήταν καλοψημένο κι εύγευστο.
-υποθέτω λοιπόν πως κανείς από εσάς δεν πρόλαβε να αφήσει το δώρο του στο δωμάτιο της άσλει, δεν της το έδωσε κανείς, σωστά;
Ο τζέρεμι μίλησε επιτέλους.
-εγώ το έχω φυλαγμένο στο δωμάτιό μου. Σκόπευα να της το δώσω σήμερα το βράδυ, κάποια στιγμή που θα έμενα μόνος μαζί της.
-Πολύ ωραία. Εσύ αλ;
-είναι στη ντουλάπα μου.
-Μέρεντιθ;
-στο δωμάτιό μου.
-ρόντα;
-το ίδιο. Της πήρα κι εγώ δώρο.
-Πολύ καλά, αυτό δείχνει πως την αγαπούσατε και την είχατε στο νου σας. Ακούστε λοιπόν τι θα γίνει. Μόλις τελειώσουμε το φαγητό μας θα πάτε και θα πάρετε ο καθένας το δώρο του.
Θα το αφήσετε εκεί που θα σας πω εγώ.
Έκοψε άλλη μια μπουκιά κρέας.
-ο τζέρεμι θα το αφήσει στο δωμάτιο της νεκρής, η Μέρεντιθ στο δωμάτιο της Μαντλέν, πάνω στο κρεβάτι. Ο αλ στο μεγάλο σαλόνι, στον πιο κεντρικό καναπέ και η ρόντα στο γραφείο όπου σας δεχόμουν το πρωί.
Έπειτα θα αποσυρθείτε ο καθένας στο δωμάτιό του και θα με περιμένετε. Θα έρθω να σας βρω εγώ. Με καταλάβατε όλοι;
-ναι μα σε τι εξυπηρετεί αυτό;
-έχω υποψίες πως η άσλει δεν αυτοκτόνησε, νομίζω πως κάποιος τη σκότωσε.
Ένα σιγανό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της μέρεντιθ.
-μα ποιον υπο…
-όλα στην ώρα τους. σΥνεχίστε το φαγητό σας, δεν αργεί η αλήθεια.
Κανείς δεν είχε όρεξη για πάπια με πορτοκάλι εκείνη τη στιγμή, κανείς εκτός από το Γουίλιαμ που με κάθε μπουκιά τη λαχταρούσε ακόμη περισσότερο.
-Και κάτι ακόμη, κύριε Τζέρεμι, δε μας βάζετε να ακούμε το δεύτερο μέρος της 7ης συμφωνίας του Μπετόβεν; Είναι βαρύ και πένθιμο, ό,τι πρέπει για την περίσταση.
Ο Τζέρεμι σάστισε με αυτά τα λόγια μα απάντησε γρήγορα.
-δεν μας είχατε πει πως ακούτε κλασική μουσική, κύριε γουίλιαμ.
-είναι που προτιμάω να ακούω εσάς να μιλάτε, κύριε τζέρεμι.
-Την έχω σε μια καταπληκτική εκτέλεση, με πιάνο, παίζει ένας ρώσος πιανίστας. Θα τη βάλω στο σαλόνι, θα παίζει διακριτικά σε επανάληψη αν συμφωνείτε.
-Βεβαίως, καλή ιδέα. Αλήθεια, πού είναι η μαντλέν;
-Εγώ την τάισα πριν από λίγο, έφαγε με το ζόρι λίγες μπουκιές. Η ρόντα τράβηξε την καρέκλα της και σηκώθηκε.
-τώρα κοιμάται, βαθιά, είναι αναστατωμένη και μπερδεμένη.
-το καημένο το παιδί, μουρμούρισε ο αλ.
-Να φέρω το γλυκό; Θα σας τονώσει, θα σας κάνει καλό.
-ναι, βέβαια, τι έχεις φτιάξει;
-Πανακότα με κεράσια.
-δεν έχω ξαναφάει, γιατί όχι; άΛωστε δε βλέπω να τιμάτε την πάπια σήμερα, εγώ πάντως τη βρίσκω νοστιμότατη.
Η ρόντα απομακρύνθηκε και επέστρεψε σε λίγα λεπτά κρατώντας ένα τεράστιο βαθύ σκεύος, σκεπασμένο με ένα μεγάλο μεταλλικό πιάτο. Άρχισε να μοιράζει το γλυκό που μύριζε θαυμάσια.
-ρόντα, είπε ο αστυνομικός παίρνοντας το δικό του κομμάτι, όταν φύγουν οι υπόλοιποι θα έρθεις μαζί μου στο δωμάτιο της νεκρής για λίγα λεπτά. Έπειτα θα κάνεις γρήγορα τις δουλειές σου και θα πας κι εσύ στο δωμάτιό σου.
Εκείνη συγκατένευσε κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα του φαγητού.
-δε σου αρέσει; Ο αλ μίλησε σιγανά στη Μέρεντιθ.
-Κάτι στα κεράσια… δεν είμαι σίγουρη…
-θέλεις να πω στη ρόντανα σου φέρει κάτι άλλο;
-όχι, θα πάω να αφήσω το δώρο μου στη θέση του κι έπειτα θα ξαπλώσω για λίγο. Νιώθω εξαντλημένη.
Σηκώθηκε κι άρχισε να προχωράει με ασταθή βήματα. Ο αλ πετάχτηκε όρθιος στη στιγμή.
-έρχομαι μαζί σου. Μας συγχωρείτε. Άρχισε να τρέχει πίσω της.
Ούτεο γουίλιαμ ούτε ο τζέρεμι απάντησαν.
-υπέροχη η πανακότα, μπράβο ρόντα. Ο Γουίλιαμ της έδωσε το άδειο του πιάτο.
-ευχαριστώ, θέλετε λίγη ακόμη;
-Ναι, αργότερα, τώρα πρέπει να δουλέψω.
-Πώς πάει ο πονοκέφαλος κύριε σΚοτ;
Ο τζέρεμι που εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να σηκωθει κι εκείνος από το τραπέζι μισοχαμογέλασε.
-υποχώρησε για λίγο μα εδώ και λίγη ώρα απειλεί να επιστρεψει ξανά.
-κρίμα, αυτό σημαίνει πως θα χρειαστείτε κι άλλη ασπιρίνη.
-μάλλον ναι, μα αυτό είναι το λιγότερο, τα έχω συνηθίσει όλα αυτά.
-θα πάω να βάλω τη συμφωνία να παίζει κι ύστερα θα αφήσω το δικό μου δώρο εκεί που πρέπει. Θα είμαι στο δωμάτιό μου, ελάτε όποτε θέλετε.
-Πολύ καλά. Να με περιμένετε. Ο γουίλιαμ γέμισε με δροσερό νερό το κρυστάλινο ποτήρι του.
Ο τζέρεμι σκοτ βγήκε σκυφτός από την κουζίνα, την ίδια στιγμή που η ρόντα έμπαινε ξανά.
-Λοιπόν; Έτοιμη να με συνοδεύσεις στην κρεβατοκάμαρα της κυρίας σου;
-ναι, έτσι νομίζω. Η φωνή της ωστόσο έτρεμε ελαφρά την ώρα που απαντούσε.
-Ωραία, να πηγαίνουμε τότε.
Έκανε το γύρο του τραπεζιού και βγήκε αργά από την κουζίνα. Η ρόντα τον ακολούθησε.
Κι όπως έστριβαν στο μακρύ διάδρομο έφτασε στ’αφτιά τους ο ήχος του πένθιμου εμβατηρίου της 7ης συμφωνίας.
-το ξέρεις αυτό το έργο;
-Όχι, πρώτη φορά το ακούω. Δεν την προτιμώ την κλασική μουσική, με κάνει να νιώθω αμήχανα.
-Μα αυτό είναι παράξενο, τόσα χρόνια ζεις εδώ μέσα. Δε φαντάζομαι να μη βάζει ο τζέρεμι συχνά κάποιον αγαπημένο του συνθέτη.
-ναι μα βρίσκω κάποια αφορμή και φεύγω από το δωμάτιο.
Είχαν φτάσει έξω από το δωμάτιο της Άσλει.
-Θα μπείτε μόνος ή με χρειάζεστε;
-Μείνε απέξω σε παρακαλώ, αν σε χρειαστώ θα σε φωνάξω.
Μπήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Η κρεβατοκάμαρα ήταν μεγάλη, φορτωμένη με πολλά βαριά έπιπλα. Άρχισε να περπατάει παρατηρώντας τα. Τραπεζάκια με κεντητά καλύμματα, γεμάτα μπουκαλάκια, ένα υπέροχο ξύλινο γραφείο, μια πανάκριβη τουαλέτα. Ήταν το δωμάτιο μιας πλούσιας γυναίκας που περνούσε μεγάλο μέρος της μέρας μεσα σ’αυτό.
Το κρεβάτι ήταν μεγάλο, με ουρανό και κρεμαστές κουρτίνες και του θύμιζε μια άλλη εποχή, περασμένη από χρόνια.
Το πλησίασε κι άπλωσε το χέρι να αγγίξει τις πτυχώσεις της και τότε, καθώς τα δάκτυλά του έκλειναν γύρω από το λεπτό φίνο ύφασμα έπιασαν κάτι άλλο, σκληρό και λείο. Το τράβηξε και είδε πως αυτό που κρατούσε ήταν το πρώτο δώρο που έπεφτε στα χέρια του.
Το άνοιξε περίεργος και είδε πως επρόκειτο για ένα μεγάλο πανέμορφο δακτυλίδι γεμάτο πετράδια. .
Το κόσμημα του άρεσε, μα αυτή δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να το επεξεργαστεί. Το έβαλε πάλι στο κουτάκι του κι έπειτα με άπειρη προσοχή τράβηξε στην άκρη τις κουρτίνες.
Είδε την άσλει χλωμή μα ακόμη πανέμορφη, τυληγμένη στα λευκά της σεντόνια. Σε λίγο θα άφηνε για πάντα το δωμάτιο στο οποίο ζούσε τα τελευταία χρόνια. Έμεινε να την κοιτάει, αρχίζοντας για πρώτη φορά να νιώθει πόσο όμορφη ήταν. Να γιατί την είχε θελήσει τόσο ο τζέρεμι, να γιατί είχε γίνει ανάρπαστη στη σχολή καλών τεχνών.
Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και πολύ μακριά, πλεγμένα σε λεπτά κοτσιδάκια,τυληγμένα γύρω από το κεφάλι της. Κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να της τα λύσει ακόμη.
Αυθόρμητα άπλωσε το χέρι και τα χάιδεψε.
«Πόσα μυστικά πήρες μαζί σου, καημενούλα»;
Ορκίστηκε πως θα έκανε αυτό που έπρεπε χωρίς καθυστέρηση και την άφησε και πάλι μόνη, στον αιώνιο ύπνο της.
Έπειτα χωρίς να ξέρει το γιατί, έσκυψε να δει τι υπήρχε κάτω από το κρεβάτι. Κι αυτό που είδε τον ξάφνιασε αν και δεν έπρεπε. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο από τρεις τεράστιες βαλίτσες.
Έσκυψε και τράβηξε τη μια έξω ενώ η καρδιά του χτυπούσε πιο γρήγορα από ό,τι συνήθως.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Χρόνια πολλά”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Τα δώρα μπερδεύουν λίγο την εξίσωση αλλά είμαι περίεργος να δω που θα καταλήξουμε. Όπως πάντα υπέροχη συνέχεια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: