Χρόνια πολλά

8.
Άρχισε να της γράφει μια απάντηση αλλά η σκέψη της ταινίας και της ήρεμης βραδιάς μαζί της είχε αρχίσει ήδη να χάνεται. Το μόνο που ήθελε ήταν να φτάσει ως το τέλος, γρήγορα, τώρα αν ήταν δυνατό.
Είπε πως όλα πήγαιναν καλά εδώ, πως πίστευε ότι κόντευε να τελειώσει μα πως όπως και να είχε δε θα επέστρεφε πριν περάσουν λίγες ώρες. Μίλησε ακόμη για το φαγητό της υπηρέτριας ρωτώντας την αν είχε φάει ποτέ πάπια με πορτοκάλι. Κι έπειτα έστειλε το μήνυμα.
Όταν άρχισε να τρώει την πανακότα, αποφάσισε να ανοίξει και το δώρο της μέρεντιθ. Αναρωτιόταν τι είδους κόσμημα να βρισκόταν μέσα σε κείνο το μεγαλούτσικο κουτί. Το έβαλε λοιπόν πάνω στο γραφείο και προσεκτικά τράβηξε τη λεπτή κορδελίτσα.
Είδε ένα υπέροχο χρυσό μενταγιον, μεγάλο, σχεδόν επιβλητικό κι ολοστρόγγυλο. Εντυπωσιασμένος βαθιά έκανε στην άκρη το μπωλ με το γλυκό και το πήρε στα χέρια του. Ήταν βαρύ και λείο. Του θύμιζε έντονα τις περιγραφές που είχε διαβάσει σε κάποια βιβλία μυστηρίου για παρόμοια κοσμήματα που με τη φωτογραφία που έκρυβαν μέσα τους απειλούσαν να φέρουν στο φως το φοβερό μυστικό που στοίχιωνε μια ολόκληρη οικογένεια.
Αυτή η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει, μα το χαμόγελο εκείνο δεν ήταν αποτέλεσμα βαθιάς χαράς αλλά μιας καθυστερημένης συνειδητοποίησης.
Με δάκτυλα που είχαν αρχίσει να τρέμουν βρήκε τη μικρή σχισμή στο κέντρο του και το άνοιξε. Δεν είχε πέσει έξω, το χαμόγελο πλάτυνε πιο αυθεντικό αυτή τη φορά.
Η φωτογραφία ήταν μικρή μα πολύ καθαρή. Η άσλει γελούσε, γελούσε με όλο της το σώμα και το πρόσωπο. Ήταν σε μια παραλία, καθισμένη στην άμμο, με τα κύματα να σκάνε στα πόδια της. Η ομορφιά της ήταν ασύλληπτη, ό,τι και να σκεφτόταν για κείνη θα ήταν λίγο. Δε μπορουσε να πει πόση ώρα την κοιτούσε, ούτε κι είχε σημασία.
Η σκέψη τον χτύπησε όταν αποφάσισε να κλείσει το μενταγιον για να συγκεντρωθεί ξανά στα υπόλοιπα. Ήταν δυνατό να της έκανε ένα τέτοιο δώρο η μέρεντιθ, είχε τόσα λεφτά; Κι αν ναι, πού την είχε βρει αυτή τη φωτογραφία;
Τότε ήταν που άρχισε να γελάει δυνατά, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να το σταματήσει. Όλα ήταν τόσο απλά, τόσο σωστά ξαφνικά…
Έβαλε στην άκρη το κουτάκι με το κόσμημα, η άσλει μπορεί να μην το φορούσε ποτέ γύρω από το λαιμό της, θα το έκανε όμως η κόρη της μια μέρα, ο ίδιος θα φρόντιζε γι’αυτό.
Έπειτα συνέχισε να τρώει το γλυκό με ακόμη μεγαλύτερη όρεξη από πριν. Όταν τελείωσε το άφησε κι αυτό και πήρε στα χέρια του το αλμπουμ με τις φωτογραφίες. Ήταν οικογενειακό αλμπουμ, ξεκινούσε με το γάμο της άσλει και συνέχιζε ως τις μέρες λίγο πριν το θάνατό της προφανώς. Αυτό το τελευταίο το κατάλαβε από τις φωτογραφίες της μικρής Μαντλέν. Αλήθεια, τι να έκανε; Μήπως έπρεπε να δώσει εντολή να μετακινηθεί κάποια από τις γυναίκες στο δικό της δωμάτιο; Μα δε θα το είχαν φροντίσει μόνες τους; Ήταν δυνατό να την είχαν αφήσει ολομόναχη;
Στις φωτογραφίες του αλμπουμ η άσλει δε χαμογελούσε πολύ συχνά, μα κι όταν τύχαινε να το κάνει το χαμόγελο εκείνο δε θύμιζε σε τίποτα το πρόσωπό της στην παραλία. Ήταν άδειο και ψεύτικο.
Μα είχε πει πολλά στο Γουίλιαμ, πάρα πολλά. Όλα ταίριαζαν τώρα, τα πάντα είχαν γίνει οργανωμένα. Και το ημερολόγιο θα του έλεγε κι άλλα, όχι πολλά, απλά θα επιβεβαίωνε κι αυτό τις φωτογραφίες.
Το πήρε και το άνοιξε προσπαθώντας να αποφασίσει ποια κείμενα να διαβάσει. Οι σελίδες ήταν πολλές και πυκνογραμμένες. Αν το έκρινε απαραίτητο θα το διάβαζε όλο και περισσότερες από μια φορές μα ήξερε πως δε χρειαζόταν. Το κομμάτι που έψαχνε ήταν πολύ συγκεκριμένο. κΙ όταν πίστεψε πως το βρήκε άρχισε το διάβασμα.
16 μαίου
«όλα είναι έτοιμα, όλα εκτός από εμένα. Η τελετή έχει κανονιστεί, ο στολισμός, τα ρούχα… τα πάντα είναι εκεί και με περιμένουν, μα δεν ξέρω αν θα μπορέσω να πάω. Ο ΑΛ είπε πως θα έρθει να με συνοδεύσει στην εκκλησία, κι αυτό ήταν αρκετό για να μαλώσουμε άσχημα. Πώς τόλμησε να μου πει κάτι τέτοιο; Δεν έχει καρδιά;
Πώς μπόρεσε να μου τα πει αυτά ενώ έχουμε περάσει τόσα μαζί;
Όταν τσακώθηκα άσχημα με το τζέρεμι πριν από λίγες μέρες εκείνος ήταν εκεί, ήρθε στο σπίτι μου και χωρίς να με ρωτήσει τίποτα μου είπε να ντυθώ και να τον ακολουθήσω. Το έκανα, σαν να ήμουν υπνοτισμένη. Ήξερα μέσα μου πως θα με έκανε να νιώσω καλύτερα, κι έτσι έγινε.
Με πήγε σε μια ήσυχη παραλία γεμάτη πανέμορφα κοχύλια. Μου μάζεψε μερικά και τα έφτιαξε κολιε για το λαιμό μου. Δεν ξέρω που βρήκε κλωστή, ήταν τόση η χαρά μου που δεν το σκέφθηκα εκείνη τη στιγμή. Μου το πέρασε στο λαιμό και είπε πως θα ήθελε να το φυλάξω κάπου. Κι εγώ που ως τότε γελούσα διώχνοντας το βάρος από πάνω μου άρχισα να κλαίω. Έκλαιγα δυνατά, δεν ήθελα να σταματήσω.
Κι εκείνος σάστισε αλλά τελικά ξεπερασε το ξάφνιασμα και με πήρε στην αγκαλιά του. Τα ρούχα του γέμισαν με άμμο, δεν το πρόσεξε όμως. Άρχισε να με κουνάει ρυθμικά μπρος πίσω και να μου μιλάει πολύ γλυκά. Είπε πως αν συνέχιζα έτσι θα πάθαινα κάτι άσχημο. Εγώ καταφερα να μουρμουρισω πως είχα κάνει λάθος, πως δε θα παντρευόμουν το τζέρεμι, πως ήθελα να φύγω μαζί του.
Τότε προσπάθησε να μου βαλει μυαλό εξηγώντας μου πως αν τον άφηνα θα πληγωνόταν, ίσως μάλιστα να έκανε και κακό στον εαυτό του. Αυτό δεν το ήθελα μα φοβόμουν ξαφνικά.
Κι όταν τον ρώτησα τι έπρεπε να κάνω είπε πως θα τα κανόνιζε όλα εκείνος, πως θα ήταν πάντα κοντά μου, πως θα ερχόταν να με βρει όποτε το ήθελα. έΝιωσα καλύτερα και τον ρώτησα αν θα με αγαπούσε για πάντα, κι εκείνος με φίλησε στα μαλλιά πολύ τρυφερά και μου υποσχέθηκε πως δε θα έπαυε ποτέ να με αγαπάει.
Μα εγώ είμαι εγωίστρια, δε θα μου έφτανε ποτέ μόνο αυτό. Τον έβαλα να μου υποσχεθεί πως δε θα παντρευόταν ποτέ, το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη κι εγώ ένιωσα κάπως καλύτερα.
Έτσι τον αγάπησα τον αλ, με έναν τρόπο εντελώς κτητικό κι ολοκληρωτικό».
Γύρισε βιαστικά μερικές σελίδες κι άρχισε να διαβάζει άλλο ένα κομμάτι.
«Παντρεύτηκα, λέγομαι πια κυρία άσλει Σκοτ. Απίστευτο, δεν ακούγεται ωστόσο άσχημα. Ο Τζέρεμι λέει πως μου ταιριάζει πολύ το όνομά του. Η τελετή ήταν μεγαλόπρεπη, η δεξίωση ονειρεμένη. ΟΙ καλεσμένοι διασκέδασαν πολύ κι όταν ετοιμαζόμαστε να μπούμε στο αυτοκίνητο για να πάμε στο αεροδρόμιο έτρεχαν πισω μας φωνάζοντας χαρούμενα και στέλνοντάς μας ευχές για ευτυχισμένο ταξίδι του μέλιτος. Θα κάναμε το γύρο της Ευρώπης. Όταν μου το είχε προτείνει ο τζέρεμι εγώ είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ που δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη για λίγο.
Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό το ταξίδι, κι επιτέλους θα τα κατάφερνα. Τώρα που γράφω αυτές τις σελίδες ο άνδρας μου, πώς το ακούτε, μιλάει στο σαλόνι του ξενοδοχείου με κάποιον εκτιμητή έργων τέχνης. Με κάλεσαν να καθίσω μαζί τους αλλά αρνήθηκα ευγενικά. Προτίμησα να καθίσω εδώ για να αποτυπώσω τις σκέψεις μου. Θέλω να μείνουν ζωντανές για πάντα, θέλω να μοιραστώ με κάποιον το κενό που νιώθω. Εκείνος δεν είναι εδώ, και πώς θα μπορούσε άλωστε να είναι;
Με αποχαιρέτισε την τελευταία μου νύχτα πριν το γάμο. Την περάσαμε μαζί, ήταν μια υπεροχη νυχτα, καλύτερη από ό,τι περίμενα. Δεν ήθελα να τελειώσει, ούτε κι εκείνος μα όλα τελειώνουν.
οΙ ζαλάδες που με είχαν εγκαταλείψει για λίγο επέστρεψαν πιο έντονες. Ο τζέρεμι έχει αρχίσει να ανησυχεί, θα πάμε σε κάποιο γιατρό σύντομα».
οΙ σελίδες διαδέχονταν όλο και πιο γρήγορα η μια την άλλη. Τώρα δεν έριχνε ούτε ματιά στις ημερομηνίες, διάβαζε σκόρπια κομμάτια εδώ κι εκεί, παλεύοντας να πείσει τον εαυτό του πως είχε έρθει η ώρα να κάνει αυτό που έπρεπε.
«είμαι έγκυος, έγκυος. Δε μπορώ να το πιστέψω. Το μάθαμε χθες το πρωί. Είχαμε κατεβεί για πρωινό στο ξενοδοχείο, πεινούσα, ο Τζέρεμι μου έφτιαχνε ένα ψωμάκι με μαρμελάδα βατόμουρο ενώ εγώ πάλευα να ανοίξω τα μάτια μου. Δεν είχα κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ, στριφογύριζα ανήσυχη μα ευτυχώς δεν παραμιλούσα. Ούτε κι εκείνος κατόρθωσε να κοιμηθεί έτσι που έκανα. Μόλις ωστόσο πήρα το λαχταριστό ψωμάκι κι ετοιμάστηκα να δαγκώσω μια μπουκιά, κάτι έγινε στο στομάχι μου κι όλα άρχισαν να γυρίζουν.
Μια πολύ εξυπηρετική υπάλληλος έσπευσε να μας βοηθήσει. Κι ύστερα ήρθε και κάποιος άλλος άνδρας, μάλλον γκρουμ πρέπει να ήταν και μαζί με το τζέρεμι με κουβάλησαν στο δωμάτιο. Με ξάπλωσαν στο κρεβάτι κι ο άνδρας μου του ζήτησε να ειδοποιήσει έναν καλό γιατρό. Του είπε πως δεν τον ένοιαζαν τα χρήματα.
Κι ο γιατρός ήρθε μέσα σε λίγα λεπτά και σύντομα ήταν σε θέση να μας ανακοινώσει τα νέα. Εγώ στην αρχή δεν καταλάβαινα αυτά που άκουγα, έλεγα στον εαυτό μου πως δεν ήταν δυνατό, πως δε μπορούσε να είναι αλήθεια. Πρόσεχα τόσο και με τους δυο… Μέσα σε μια ακόμα ζάλη άκουγα το τζέρεμι να γελάει ενθουσιασμένος. Το ήθελε τόσο πολύ, μου το είχε πει ένα βράδυ αλλά εγώ έκοψα τη συζήτηση λέγοντας πως δεν ήμουν ακόμη έτοιμη. Ωστόσο το μετάνιωσα λίγο αργότερα, του είχα μιλήσει με σκληρό τρόπο. Ο καημένος δεν το κουβέντιασε ποτέ ξανά. Μα τώρα το παιδί είχε έρθει, κι εγώ για τίποτα στον κόσμο δε θα το έριχνα.
Άρχισα να σκέφτομαι πως όταν τύχαινε να κρατήσω στην αγκαλιά μου κάποιο μωρό μιας φίλης ένιωθα πολύ παράξενα, όμορφα κι έντονα. Δεν είναι πως δεν τα ήθελα τα παιδιά, δεν είναι πως με ενοχλούσαν οι φωνούλες τους που διαρκώς δυνάμωναν μόνο που… πολύ απλά δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού».
Ο Γουίλιαμ όμως ήξερε, δεν είχε μάλιστα καμιά αμφιβολία. Άπλωσε το χέρι και πήρε το ποτήρι με το χυμό που είχε αρχίσει να ζεσταίνεται εδώ και ώρα και ήπιε λαίμαργα. Μετά προσπέρασε κάμποσες σελίδες και σταμάτησε όταν είδε κάτι που το βρήκε ενδιαφέρον.
«σε λίγες μέρες θα γεννήσω. Έχω βαρύνει πολύ, φοβάμαι λίγο όταν σκέφτομαι τη διαδικασία του τοκετού. Όλες οι γυναίκες με τις οποίες μιλάω προσπαθούν να με καθησυχάσουν. κΙ ανάμεσά τους η ρόντα. Δουλεύει στο σπίτι μας, δεν ξέρω αν το έγραψα κι αλλού. Έπρεπε να την προσλάβω, δεν είχα κι άλλη επιλογή. Ξέρει πολλά για μένα και πρέπει να προσέχω. Χθες της χάρισα μια ζακέτα, μου άρεσε πολύ μα δε θα τη φορούσα ξανά. Τη δοκίμασε, μπορώ να πω πως την κολακεύει.
Δεν είναι πως την πήρα στο σπίτι μόνο γι’αυτό, τη συμπαθώ κατά κάποιο τρόπο, κάποτε η σχέση μας ήταν ειλικρινής και ανιδιοτελής. Τις κρατάω μέσα μου αυτές τις αναμνήσεις, τις χρειάζομαι.
Ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, δε μένει πια καμιά αμφιβολία, κι εκείνη το ξέρει μάλλον, θα φανεί μόλις γεννήσω».
«την κράτησα στην αγκαλιά μου, είναι τόση δα μικρή, τόσο γλυκιά… Μυρίζει υπέροχα, η μυρωδιά της μου θυμίζει κάτι μεταξύ κρέμας με βανίλια και πούδρας. Είναι τόσο ζεστή, τόσο μοναδικά θερμή.
Μου λείπει ο αλ, πάρα πολύ».
«του τηλεφώνησα, μόλις άκουσα τη φωνή του ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου και τον έφραξε, έτσι δε μπόρεσα να πω λέξη. Δεν πειράζει όμως, μιλούσε εκείνος, όλα τα κατάλαβε. Πάντα τα καταλαβαίνει όλα, με ξέρει τόσο καλά…
Τον πήρα ξανά έπειτα από δυο μέρες. Του είπα με φωνή όσο πιο σταθερή μπορούσα πως είχα αρχίσει να μην τρώω, πως δε μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια, είπα ακόμη πως είχα αρχίσει να κλαίω αδικιολόγητα ενώ έκανα κάτι άλλο, την ώρα που έτρωγα ή δοκίμαζα κάποιο καινούριο φόρεμα.
Τότε άρχισε να φωνάζει τόσο δυνατά που το τηλέφωνο παραμόρφωνε τα λόγια του. Μόνο την τελευταία φράση του μπόρεσα να ξεχωρίσω, με ρωτούσε αν ήθελα να έρθει αμέσως. Είπα όχι ουρλιάζοντας και το έκλεισα πανικόβλητη, ηθελα τόσο πολύ να έρθει, τόσο μα τόσο πολύ.
Με βρήκε η ρόντα πεσμένη στο κρεβάτι και τρόμαξε, κόντευα να λιποθυμήσω. Μου έφτιαξε ένα ζεστό ρόφημα, δεν το ξέρω το βότανο, μύριζε λεμόνι και πορτοκάλι, και με ανάγκασε να το πιω όλο. Δεν διαμαρτυρήθηκα καθόλου ξέροντας πως αν με έβλεπε έτσι ο τζέρεμι όλα θα κατέρρεαν.
Μα δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες γι’αυτό. Ο τζέρεμι είναι πολύ απασχολημένος αυτές τις μέρες. Κάτι ζωγραφίζει, δουλεύει έναν πίνακα τον οποίον εμπνεύστηκε από ένα έργο του σοπέν, σταγόνες λέγεται αν θυμάμαι καλά. Χαίρομαι τόσο που ζωγραφίζει και πάλι με όρεξη… δε με βλέπει πολύ αυτές τις μέρες αλλά δεν παραπονιέμαι, δε θα το κάνω ποτέ αυτό. Ο τζέρεμι πρέπει να είναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος».
«έρχεται ο Αλ, επιτέλους! Θα είναι εδώ σε τρεις μέρες. Ο τζέρεμι σταμάτησε για λίγο τη ζωγραφική και δε δυσκολεύτηκε καθόλου να καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλα με εμένα. Έφερε ένα γιατρό να με δει κι εκείνος μίλησε για κατάθλιψη που δεν ήταν και ψέμα. Αρχίσαμε να συζητάμε την ιδέα ενός πιο μόνιμου γιατρού κι έτσι καταλήξαμε στον αλ, δεν ήταν καθόλου δύσκολο.
Αμέσως μόλις τον πήρα τηλέφωνο και του εξήγησα είπε πως θα ήταν δίπλα μου όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Θα τον δω»!

Advertisements

4 Σχόλια to “Χρόνια πολλά”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Δεν το είχα φαντστεί αυτό για τη Μαντλέν.
    Το δώρο της Μέρεντιθ με προβληματίζει αλλά περιμένω να δω τι θα ακολουθήσει. Μια πολύ καλή συνέχεια.

  2. velis Says:

    Αν όντως το δώρο είναι της Μέρεντιθ, νομίζω οτι βρήκα τη λύση. Αλλά είμαι σίγουρη οτι θα κάνεις πάλι την ανατροπή!

  3. mprilla Says:

    Velis, χαιρομαι που σε ξαναβλεπω!
    τις λατρευω τις αστυνομικες ιστοριες και τωρα που εχω καπως περισσοτερο χρονο ελπιζω να μπορεσω να γραψω καμποσες.
    Βρηκες τη λυση; θα χαρωνα μαθω τι σκεφθηκες!

  4. mprilla Says:

    Πενα μου, ξερεις το παθος που εχω για τα αστυνομικα μυθιστορηματα, οπως θα θυμασαι το πρωτο μυθιστορημα που εβαλα εδω ηταν η πρωτη υποθεση, την οποια δυστυχως εγραφα πολυ αργα.
    Λοιπον, δυο συνεχειες και τελος!
    Να δουμε πως θα βρεις το φιναλε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: