Η άρπα της Αμάντας

Η ραλκ συνάντησε τη μεγάλη μητέρα σε ένα πολυτελές σαλόνι, διακοσμημένο με κάθε λογής όστρακα. Τώρα είχαν και οι δυο τη μορφή ανθρώπων και η γλώσσα στην οποία θα μιλούσαν δεν θα ήταν αυτή των ξοτικών αφού ο ρόλος της εδώ ήταν αυτός της οικοδέσπινας. Την πλησίασε κι ακούμπησε το χέρι στα μαλλιά της που είχαν αρχίσει να αραιώνουν.
-Καλωσήρθες, μεγάλη μητέρα, είπε παίρνοντας θέση δίπλα της. Η φωνή της ήταν έτοιμη να αρχίσει να τρέμει.
-Καλώς σε βρήκα κόρη μου. Της χαμογέλασε με στοργή. Πώς είσαι; Ξεκουράστηκες αρκετά χθες; Όταν σε άφησα φαίνόσουν κάπως… ταραγμένη. Είχε διαλέξει τις λέξεις της με προσοχή γιατί γνώριζε πως εκεί μέσα υπήρχε πάντα κάποιος που άκουγε την κάθε τους λέξη.
-ναι, ξεκουράστηκα μεγάλη μητέρα, είμαι αρκετά καλύτερα. Υπάρχουν βέβαια σκέψεις που παιδεύουν το νου μου και με βασανίζουν αλλά ελπίζω τελικά πως όλα θα πάνε καλά. Η μεγάλη μητέρα έπιασε το χέρι της και λίγο αργότερα η ραλκ ένιωσε κάτι μέσα της να δονείται. Κι αυτό ήταν απόλυτα λογικό, αφού επικοινωνούσε με μια θεά. οΙ λέξεις που της έλεγε δεν ήταν τίποτα άλλο εκτός από κάποιο καλό πρόσχημα. Στην πραγματικότητα άλλο ήταν το μήνυμα που της έφερνε.
-μίλησες με το πνεύμα αρχηγό; Ρώτησε η φωνή στο μυαλό της.
-ναι, μου εξήγησε πως ο δάλκιρ είναι αποκλεισμένος. Προσπάθησα πολλές φορές να επικοινωνήσω μαζί του μα δεν τα κατάφερα κι αυτό με φοβίζει. Ξέρεις πού τον έχουν;
-Ξέρω, μόλις πριν από λίγο το ανακάλυψα. Τον έχει αρπάξει η νεράιδα Λίγκρα.
-Και τον κρατά αιχμάλωτο;
-ναι.
-Πού;
-εδώ και κάποιες ώρες έχει αρχίσει η κάθοδος. Η ραλκ χλώμιασε.
-μη μου πεις πως πηγαίνουν στο κρυστάλλινο παλάτι, το είδα χθες μητέρα… τα χείλη της συσπάστηκαν ανεπαίσθητα ενώ η ανθρώπινη φωνή της εξακολουθούσε να φλυαρεί πετώντας από το ένα θέμα στο άλλο.
-ναι, τον πάει στη Στρίλντα. Έχουν ξεκινήσει το ταξίδι εδώ και κάποιες ώρες αλλά επειδή εκείνη δεν είναι θεά αλλά νεράιδα, δε μπορεί να το κάνει τόσο σύντομα όσο η ίδια η θεά.
-Και σε ποιο σημείο έχουν φτάσει;
-σε λίγο θα μπουν στο καράβι και θα διασχίσουν το μαύρο νερό.
-δε μπορεί, μητερα, δε μπορεί. Η ραλκ ετοιμαζόταν να αρχίσει να ουρλιάζει αλλά το χέρι μέσα στο δικό της τη συγκράτησε.
-το ξέρεις καλά πως όσοι ταξίδεψαν σε κείνα τα νερά δε γύρισαν στον κόσμο των ζωντανών.
-Το γνωρίζω, κόρη μου, μα ο δάλκιρ είναι δυνατός.
-είναι, βεβαία αλλά το πρώτο πράγμα που θα κάνει η Στρίλντα είναι να υποτάξει τη θέλησή του. Θα τον ποτίσει με κείνο το καταραμένο υγρό κι εγώ θα τον χάσω για πάντα, θα χάσω την αγάπη του, θα με λησμονήσει.
-σώπα και μη σκέφτεσαι τέτοια άσχημα πράγματα. Σου είπε το πνεύμα τι προτείνει;
-ναι, μητερα. Προτείνει να κάνω το μακρινό ταξίδι ως την κατοικία του πατέρα των θεών και να τον ικετεύσω να επέμβει.
-κι εσύ, τι απάντησες;
-μα είναι να το ρωτάς; Δέχθηκα. Δε θα αφήσω να συμβεί κακό στο δάλκιρ.
-έτσι μπράβο, κόρη μου. Το ξέρεις βέβαια πως τα πράγματα δε θα είναι εύκολα, ίσως να αρνηθεί να σε βοηθήσει, ίσως να ζητήσει κάποιο αντάλλαγμα.
-θα δώσω τα πάντα, ακόμη κι αυτό που μου χάρισαν οι μοίρες αν είναι να τον σώσω. Θα κάνω ο,τι μου πει.
-έχεις σκεφθεί την πιθανότητα να σε στείλει κι εσένα στη στρίλντα;
-ναι, φυσικά, θα πάω κι ας μην επιστρέψω ποτέ. Το χέρι σφίχτηκε πάνω σε κείνο της γερασμένης γυναίκας.
-δεν περίμενα άλλη απάντηση από σένα. Με κάνεις περήφανη. Τα πνεύματα κι εγώ θα σε καθοδηγούμε. Και οι άγγελοι της αλήθειας θα είναι κοντά σου. Βέβαια οι μέρες που έρχονται είναι δύσκολες, αφού όπως ίσως θα γνωρίζεις δολοφονήθηκε ο βασιλιάς της ανατολής.
-ναι, κάτι ένιωσα μα δεν έδωσα σημασία στους κραδασμούς. Λες να το έκανε η λίγκρα;
-έτσι πιστεύω μα δε γνωρίζω πιο πολλά. Θα ψάξω όμως την αλήθεια. Το μόνο που λέω με βεβαιότητα είναι πως η αμάντα τώρα χρειάζεται κάποιον από εμάς κοντά της. Ήθελα να στείλω εσένα, είσαι η πιο κατάλληλη γι’αυτό, αλλά εσύ έχεις άλλη δουλειά τώρα.
-Και ποιον θα στείλεις;
-τη δάρκα. Εντάξει δεν τα καταφέρνει τόσο καλά όσο εσύ αλλά είναι δεινή πολεμίστρια και η ομάδα των πνευμάτων που την προστατεύει είναι πολύ ισχυρή.
-Της μίλησες γι’αυτό;
-όχι ακόμη, θα της αναθέσω σε λίγο την αποστολή. Δε νομίζω πως η ιδέα να μείνει στο παλάτι αθέατη για λίγο θα τη δυσαρεστήσει. Χαμογέλασε πονηρά, εσύ τι λες;
-δε διαφωνώ μητέρα. Μα πες μου, τι θα κάνω με τον άνδρα μου; Δε θα με αφήσει να φύγω αν δε βρούμε κάποια πειστική δικαιολογία.
-ας’το σε μένα αυτό. Θα κάνει ο,τι του πω. Εσύ κοίτα να ετοιμαστείς όσο πιο γρήγορα μπορείς. Δεν έχω άλλο τέτοιο φυλαχτό να σου δώσω αλλά θα είμαι δίπλα σου να σε προσέχω. Μην αφήσεις το φόβο να μπει μέσα σου.
-μην ανησυχείς μητέρα, δε φοβάμαι. Είμαι ήδη έτοιμη για το ταξίδι. Το καλύτερο όπλο μου είναι η αγάπη μου για το Δάλκιρ.
-έτσι θέλω να σε ακούω να μιλάς. Και τώρα βιάσου, πήγαινε να ετοιμάσεις ο,τι σου χρειάζεται κι εγώ θα μιλήσω στον άνδρα σου. Και με αυτά τα λόγια άφησε το χέρι της ραλκ.
-Λοιπόν κύριοι, γνωρίζω πως αισθάνεσθε τώρα. Κάποιος δολοφόνησε το βασιλιά και πατέρα μου το προηγούμενο βράδυ κι αυτό σημαίνει πως η ειρήνη που με τόσες θυσίες έχτισε απειλείται.
Η αμάντα ήταν όρθια στο κέντρο του δωματίου. Μιλούσε δυνατά και καθαρά με μια αποφασιστηκότητα άγνωστη και στην ίδια. Όλοι γύρω την άκουγαν με σεβασμό. Το κορίτσι είχε μεταμορφωθεί σε βασίλισσα. Τώρα το μόνο που έλειπε ήταν το ίδιο το στέμμα.
-αν μου επιτρέπετε πριγκίπισσα, μίλησε ο Κραν κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
-ναι, σε ακούω.
-ο Κεμ μίλησε για κάποιον Μπάρτον πουήρθε να μιλήσει στο βασιλιά αλλά δεν πρόλαβε να τον δει. Μήπως θα μπορούσες να μας πεις δυο λόγια γι’αυτόν;
-τον γνώρισα πριν λίγο Κραντ. Μας έρχεται από τη δύση, τον έστειλε ο βασιλιάς, δεν ξέρω πιο πολλά. Θα μιλήσω όμως μαζί του και πάλι σε λίγη ώρα. Αμέσως μόλις έχω κάποιο νέο θα συγκαλέσω συμβούλιο. Προς το παρόν, τους κοίταξε έναν έναν στα μάτια, θέλω να σας ζητήσω να συνεχίσετε να υπηρετείτε τούτη τη χώρα με το ίδιο πάθος που δείχνατε ως σήμερα. Μόνο αν είμαστε ενωμένοι θα καταφέρουμε να πάμε μπροστα.
Της έδωσαν όλοι το λόγο τους με μια φωνή κι ύστερα αποχώρησαν. Τελευταίος έμεινε ο κραντ. Όταν έμεινε μόνος μαζί της την πλησίασε κι ακούμπησε το πανάλαφρο χέρι του στο κεφάλι της.
-Ξέρω, είπε, πως το πλήγμα είναι πολύ βαρύ για εσένα. Μέσα σε λίγες μέρες έχασες δυο πρόσωπα που λάτρευες. Μα μη φοβάσαι, είσαι δυνατή, κι έχεις τη φλόγα που χρειάζεσαι για να κυβερνήσεις.
Εγώ θα είμαι κοντά σου και θα σε υπηρετώ όσο καλύτερα μπορώ. Σε ξέρω από τότε που ήσουν μωρό, δε θέλω να δω να γκρεμίζεσαι, θέλω να σε δω να ανθίζις. Η κοπέλα του χαμογέλασε αλλά ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Εκείνος το σκούπισε με το μανίκι της στολής του.
-Μη λυγίσεις, βασίλισσα, είπε βγαίνοντας από το δωμάτιο, όχι τώρα. Εκείνος δε θα το ήθελε ποτέ αυτό.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Μια ωραία συνέχεια και συναισθηματικά φορτισμένη.
    Περιμένουμε να δούμε τι θα κάνει η Ραλκ για να σώσει τον αγαπημενο της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: