Archive for Μαρτίου 2011

Η άρπα της αμάντας

Μαρτίου 24, 2011

-πες μου, Κραντ, τι ορίζει το αρχαίο βιβλίο των νόμων; Ποτέ δεν το μελέτησα, δε χρειάστηκε, το ξέρεις καλά.
Η Αμάντα γέμισε μια κούπα με κάποιο αχνιστο μυρωδάτο ρόφημα και την πρόσφερε η ίδια στο σύμβουλο, που τη δέχθηκε ευχαριστώντας την με ένα χαμόγελο.
-μη στενοχωριέσαι, πριγκίπισσα, τα έχω μελετήσει εγώ όλα, μια ζωή αυτό κάνω, για να σας υπηρετώ όσο καλύτερα μπορώ. Αυτό που πρέπει να γίνει αρχικά, είναι να φροντίσουμε το πτώμα του βασιλιά. Ήδη δουλεύει πάνω σε αυτό ο αρχιερέας, το ξέρεις υποθέτω.
-ναι, φυσικά.
-Ξερω πως θέλεις να τον δεις, να του μιλήσεις για τελευταία φορά, μα αυτό δε μπορεί να γίνει τώρα αφού αφαιρούνται κάποια όργανα. Πρέπει ο βασιλιάς να ξεκινήσει το μακρινό του ταξίδι καθαρός, για να οδηγηθεί στην αθανασία. Όμως να είσαι σίγουρη πως όταν όλα τελεστούν σύμφωνα με το αρχαίο βιβλίο για το οποίο με ρώτησες, εγώ ο ίδιος θα σου φέρω τα μαλλιά του πατέρα σου, μέσα στο χρυσό κουτάκι.
-Θα τα φυλάξω για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Μα θέλω να δω τον πατέρα μου.
-άκουσέ με, αμάντα, το θέαμα δε θα σε ευχαριστήσει. Μα αν εξακολουθείς να το θέλεις και μετά τις επόμενες μέρες εγώ ο ίδιος θα σε οδηγήσω εκεί, έχεις το λόγο μου. Το σκέφθηκα καλά, δε χρειάζεται να μεγαλώνουμε τη θλίψη σου.
-εντάξει, Κραντ, θα το συζητήσουμε ξανά. Τι πρέπει να γίνει στη συνέχεια;
-τα γραμμένα λένε πως αφού είσαι άγαμη η στέψη πρέπει να γίνει σε δέκα μέρες από σήμερα.
-τόσο γρήγορα; Η κοπέλα χλώμιασε αλλά πάλεψε να κρατήσει την ψυχραιμία της.
-ναι, αν επιχειρήσουμε να διαταράξουμε την ισορροπία τόσων αιώνων θα τραβήξουμε πάνω μας την οργή των θεών. Κι αυτό δεν το θέλεις, έτσι δεν είναι;
-Βέβαια, δε θα επεδίωκα ποτέ κάτι τέτοιο. Θα γίνει όπως ορίζεται.
-ωραία, χαίρομαι που το ακούω. Οι δεκα επόμενες μέρες θα είναι πολύ κουραστικές για εσένα. Γνωρίζεις πως θα πρέπει να μελετήσεις τους νόμους, τη διπλωματία τη στρατηγική κι ένα σωρό άλλα ακόμη.
Μα, ό,τι κι αν κάνω, αυτό δε μπορεί να γίνει. Θα μου πάρει χρόνια αυτό. Ο Κραντ άδειασε την κούπα του και την ακούμπησε πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι, καλυμμένο με ένα κεντημένο ύφασμα.
-Ξέρω βέβαια πως είναι αδύνατο να αποκτήσεις βαθιά γνώση, μα θα σε αναλάβω εγώ ο ίδιος, εκτός κι αν έχεις διαλέξει ήδη κάποιον άλλο δάσκαλο.
-δε θα μπορούσα να διαλέξω καλύτερο, έσπευσε να τον διαβεβαιώσει η αμάντα. Σε εμπιστεύομαι Κραντ, σου το έχω πει πολλές φορές. Οι γνώσεις μου γύρω από τέτοια ζητήματα είναι πολύ περιορισμένες. Ξέρεις καλά ποιος ήταν ο δικός μου κόσμος.
-ο πιο θαυμαστός κι όμορφος κόσμος πριγκίπισσα. κΙ όσο βαρύς κι αν είναι ο τίτλος που θα σε συνοδεύει για μια ζωή, εκεί θα επιστρέψεις. Η κάθε μέρα σου θα είναι τόσο γεμάτη ώστε δε θα προλαβαίνεις να κάνεις καμιά σκέψη από τη στιγμή που θα ακουμπάς το κεφάλι σου στο μαξιλάρι, αλλά σιγά σιγά το φορτίο σου θα το σηκώνεις καταβάλοντας λιγότερη προσπάθια. Εγώ κι όλοι οι σύμβουλοι που θα επιλέξεις θα είμαστε κοντά σου να σε στηρίζουμε. Το μόνο που θέλω να μου υποσχεθείς είναι πως δε θα εγκαταλείψεις ποτέ τη μουσική και τα μαθήματά σου.
-αυτό ακριβώς μου ζήτησε να της υποσχεθώ και η Ραλτίνα. Έχετε το λόγο μου και οι δυο, αρκεί να τα καταφέρω.
Όσο έλεγε αυτά τα λόγια η αμάντα, ο Κραντ ένιωθε πάλι εκείνη την παράξενη πίεση στο μέτωπό του. Μα αυτή τη φορά ήρθε να τη συνοδεύσει κι ο πόνος. Δεν ήταν δυνατός κι ανησυχητικός αλλά τον ένιωθε καθαρά κι αυτό τον παραξένευε. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί για να μη φανερώσει τίποτα στην αμάντα.
-Χαίρομαι που το ακούω, είπε όταν ένιωσε κάπως καλύτερα. Αύριο το πρωί θα ξεκινήσουμε τα μαθήματα κι ύστερα θα σε αναλάβουν οι υπόλοιποι. Πρέπει να λάμπεις εκείνη τη μέρα, πρέπει να είσαι η πιο όμορφη γυναίκα ολόκληρης της χώρας.
-θα κάνω ό,τι μπορώ, αποκρίθηκε η κοπέλα με δάκρυα στα μάτια. Δε θα απογοητεύσω κανέναν.
Ο Κραντ σηκώθηκε να φύγει.
-αν δεν έχεις κάτι άλλο να μου πεις, θα σε αποχαιρετήσω για απόψε. Μην ξεχάσεις το ραντεβού μας αύριο το πρωί, θα σε περιμένω στη μεγάλη βιβλιοθήκη μόλις ξημερώσει. Να ξεκουραστείς καλά απόψε, μην αφήσεις τον πόνο ναμη βαρύνει τα βλέφαρά σου. Η αμάντα έγνεψε καταφατικά κι εκείνος αποσύρθηκε.
Η Ραλκ έκλεισε το μικρό της σακίδιο και το πέρασε στον ώμο της. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, η πόρτα άνοιξε και στο δωμάτιο μπήκε ο σύζυγος της. Την κοίταξε για λίγο κι εκείνη τον πλησίασε βιαστικά και πέρασε τα χέρια της γύρω του.
-θα μου λείψεις, πολύ, του είπε χαιδευοντας τα πλούσια μαλλιά του. Την έσφιξε πάνω του με τρομακτική δύναμη, τόσο που νόμισε πως θα τη συνθλίψει.
-Κι εσύ το ίδιο μικρούλα μου. Γι’αυτό φρόντισε να ολοκληρώσεις με επιτυχία την αποστολή σου, όσο μπορείς πιο γρήγορα. Δεν επιθυμώ να σε αντικαταστήσω με καμιά άλλη. Μίλησα με τη μεγάλη μητέρα, θα επικοινωνεί μαζί σου σε τακτά χρονικά διαστήματα για να σε κατευθύνει, να μη φοβάσαι τίποτα.
Η Ραλκ πήγε να απαντήσει μα δεν πρόλαβε γιατί ο θεός της θάλασσας τη φιλούσε στα χείλη. Ανταποκρίθηκε ασυναίσθητα αλλά την επόμενη στιγμή στο νου της ήρθε ο δάλκιρ κι αναγκάστηκε να υποκριθεί πως φιλούσε εκείνον για να μην προδοθεί.
Όταν το φιλί τους έφτασε στο τέλος του ο άνδρας της την έσπρωξε μαλακά προς την πόρτα.
-είναι ώρα να πηγαίνεις είπε επιτακτικά. Αλλιώς δε θα σε αφήσω να φύγεις ποτέ από εδώ μέσα. Η Ραλκ ανατρίχιασε. Δε θα άντεχε να ζήσει μια αιωνιότητα σε κείνο το παλάτι μέσα στη θάλασσα. Αγαπούσε άλλον, γι’αυτόν θα ταξίδευε διακινδυνεύοντας τα πάντα αλλά μόλις εκείνη τη στιγμή ένιωθε πως κάποια αλλόκοτη δύναμη θα την τραβούσε πάλι προς εκείνο το παλάτι αν δεν έφευγε αμέσως.
Έτσι έφερε το χέρι της στο μαγικό της κοχύλι.
-σε χαιρετώ, σύζυγέ μου είπε επίσημα. Λίγο αργότερα το κοχύλι άνοιγε κι από το εσωτερικό του έβγαινε ο γλάρος της που θα τη μετέφερε στην ακρογιαλιά.
Την ώρα που έφευγε, κοίταξε για τελευταία φορά το παλάτι. Δεν ήξερε πότε θα το έβλεπε ξανά. κΙ όσο για το θεό της θάλασσας, έμεινε μόνος έχοντας για μοναδική συντροφιά τα κύματα της θάλασσας και τον έλεγχό τους.
Την ίδια στιγμή ένας παράξενος σφηριχτός ήχος έβγαινε από ένα άλλο κοχύλι πολύ διαφορετικό από κείνο της Ραλκ. Η στρίλντα το άρπαξε και το έφερε στο αφτί της γεμάτη αγωνία και προσμονή.
-Μεγάλη θεά, ακούστηκε πεντακάθαρη η φωνή ενός άνδρα που θα πρέπει να είχε ζήσει τουλάχιστον έναν αιώνα. Είμαι ο μάγος άλγκορ. Με ακούς καθαρά;
-πΟλύ καθαρά, μάγε. Χαίρομαι που επιτέλους μιλάμε. Μου έχουν πει τα καλύτερα για σένα. Μπορείς να με πληροφορήσεις για την εξέλιξη της δουλειάς που σου ανατέθηκε;
-όλα έγιναν σύμφωνα με την επιθυμία σου, στρίλντα. Η άρπα είναι έτοιμη. Κατασκεύασα τις δυο διόδους, όπως το ζήτησες. Θα την έχεις σύντομα στα χέρια σου.
-Μπράβο, άλγκορ. Είναι αποτελεσματικές αυτές οι δίοδοι;
-Βέβαια, η μέθοδος είναι δοκιμασμένη. Δε θα αποτύχει, έχεις το λόγο μου.
-πΟλύ καλά, η φήμη σου φτάνει ως το τέλος του κόσμου από ό,τι λένε. Φρόντισε να τη στείλεις με τη συνοδία των δωδεκα πολεμιστών μου. Θέλω τους καλύτερους, μάγε. Η αποστολή τους είναι σημαντική.
-μείνε ήσηχη, Στρίλντα. Θα φύγουν την αβγή. Υπάρχει κάτι άλλο που να μπορώ να κάνω για σένα;
-Πάντα θα υπάρχει μια δουλειά για κάποιον άξιο άνδρα. Θα ελέγξω την άρπα κι αν όλα είναι όπως τα θέλω θα έχεις σύντομα νέα μου. Η θεά απομάκρυνε το κοχύλι από το αφτί της.

Advertisements

πριν ή μετά;

Μαρτίου 21, 2011

Όσοι με διαβάζουν που και που θα ξέρουν πως δε συνηθίζω να κάνω προσωπικές αναρτήσεις σε αυτό το ιστολόγιο. Όμως πριν λίγο διάβασα κάπου πως τα blogs έχουν το χαρακτήρα ημερολογίων πολλές φορές. Έτσι μπήκα στον πειρασμό να μιλήσω για κάτι που με απασχολεί έντονα τους τελευταίους μήνες.
Κάθομαι κι αναρωτιέμαι πως ήμουν όταν δεν είχα υπολογιστή.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως χωρίς αυτόν έκανα λιγότερα πράγματα και πως ήμουν πολύ περιορισμένη.
Είναι αλήθεια πως πιο πριν αντιμετόπιζα κάποιες δυσκολίες με το διάβασμα και το γράψιμο. Αφ’ενός επειδή ελάχιστοι γνωρίζουν τη γραφή bralle στην οποία έγραφα κυρίως ως τότε, κι αφ’ετέρου επειδή δεν έβρισκα πάντα τα βιβλία που ήθελα για διάβασμα.
Ο υπολογιστής αγοράστηκε με σκοπό να προμηθευτώ κάποια ειδικά μουσικά προγράμματα τα οποία θα με βοηθούσαν στις ενορχηστρώσεις και στις συνθέσεις τις οποίες ήθελα να δουλέψω.
Θα είμαι ειλικρινής και θα πω πως το chat δεν το είχα στο νου μου. Άρχισα να γίνομαι μέλος σε διάφορες ιστοσελίδες που αφορούσαν στα βιβλία και σε κάθε μορφή λογοτεχνίας για να ενημερώνομαι και να έχω πρόσβαση στη σχετική αρθρογραφία.
Κάπου τότε άρχισα να καταλαβαίνω και να βλέπω πως υπήρχαν πολλοί πολλοί άνθρωποι που μοιράζονταν τα ίδια ενδιαφέροντα με εμένα κι αυτό με γέμισε χαρά και προσμονή.
Άρχισα να στέλνω και να λαμβάνω πολλά μηνύματα καθημερινά στα οποία μιλούσα μαζί τους κυρίως για βιβλία συγγραφή και μουσική.
Η αίσθηση πως μόλις θα ανοίξω τον υπολογιστή θα συναντήσω κάποιους φίλους ήταν μαγευτική.
Σιγά σιγά με κάποιους οι συζητήσεις έγιναν πιο προσωπικές, κι επεκτάθηκαν σε άλλα θέματα, πιο κοντινά.
Κι αυτή η αίσθηση ήταν απείρως πιο όμορφη. Ίσως να αποκτούσα κάποτε μερικούς καλούς, αληθινούς φίλους.
Λίγο αργότερα άρχισαν να έρχονται τα σχέδια για κάποια κοινή εμπειρία. Τα περισσότερα δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Χρειάστηκε να γίνει κάμποσες φορές αυτό για να με κάνει να κλονισθώ.
Τελικά προτίμησα να κρατήσω τις ηλεκτρονικές μου επαφές έχοντας ωστόσο στο νου μου τη μοναδικότητα της στιγμής.
Τα σχέδια σταμάτησαν κι όλα κυλούσαν καλύτερα.
Άρχισα να κάνω βόλτες στον κόσμο των ιστολογίων θαυμάζοντας την ποικιλία των θεμάτων και των χρωμάτων τους, συνομιλώντας με τους κατόχους τους για τα πάντα, αλλά τώρα πια ήξερα, κι έτσι μεταπηδούσα γρήγορα από το ένα στο άλλο.
Τη μια μέρα κουβέντιαζα με κάποιον γνωστό συγγραφέα, για να βρεθώ την επόμενη να κάνω παρέα σε έναν άτυχο ερωτευμένο που πνιγόταν μέσα στη νοσταλγία.
Όταν ήρθαν πάλι τα σχέδια, μέσα από στιγμές έντονης συντροφικότητας τα αγνόησα ωστόσο εκείνα επέμεναν.
Άρχισα να σκέφτομαι εντατικά τι έπρεπε να κάνω μαζί τους.
Τελικά εγκατέλειψα τονάνθρωπο που τα κατέστρωνε και δεν το μετάνιωσα ποτέ.
Πέρασαν χρόνια από τότε.
Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτόν τον απολογισμό αλλά αφού τον άρχισα θα τον τελειώσω.
Ο κόσμος του ιντερνετ είναι μάλλον πλάνος. Η πλάνη του ωστόσο είναι μαγική και πολύ ελκυστική.
Ήρθαν πολλοί φίλοι, κάποιοι έφυγαν, κάποιοι όχι. Με κάποιους μιλάω πια μόνο εξαιτίας ορισμένων όμορφων αναμνήσεων, με άλλους επειδή έτυχε να με στηρήξουν σε μια δύσκολη στιγμή.
Άλλοι τέλος με απογοήτευσαν πολύ και με έκαναν να σκεφθώ να εγκαταλείψω αυτό το κομμάτι της τόσο έντονης επικοινωνίας και να περιορισθώ σε κείνα τα κομμάτια που μου προσφέρουν κάποια διευκόλυνση, όπως το γράψιμο.
Αναμφίβολα τώρα πια ο ηλεκτρονικός υπολογιστής κρίνεται σχεδόν απαραίτητος για μένα.
Όμως όλο και πιο συχνά αναρωτιέμαι αν αξίζει να περνάω τοσες ώρες κουβεντιάζοντας με άγνωστους ανθρώπους.
Κι όλο και πιο συχνά έρχεται στο νου μου το ερώτημα, πότε ήμουν καλύτερα; Πριν ή μετά;

σεμίρα

Μαρτίου 18, 2011

Κεφάλαιο 5ο.
-είστε πανέμορφη, καταπληκτική. Η Σέλμα έσφιξε το μαντίλι γύρω από το πληγωμένο της χέρι κι έπνιξε έναν αναστεναγμό πόνου. Το αίμα είχε σταματήσει από ώρα αλλά ο πόνος και το κάψιμο δεν έλεγαν να υποχωρήσουν. Με την πρώτη ευκαιρία θα πήγαινε να βρει τη μέλντα, αυτή θα ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ήταν φίλη της, την είχε γνωρίσει αμέσως μόλις ήρθε στο παλάτι, τη θαύμαζε για την ομορφιά και τη μόρφωσή της. Η ίδια δεν ήταν άσχημη ωστόσο δεν ήξερε και πολλά πράγματα. Φοβόταν εύκολα και ήταν ντροπαλή.
Η Βάλμα κοιτάχτηκε για ακόμη μια φορά στο μεγάλο καθρέφτη. Το φόρεμά της ήταν στενό προς τα πάνω, από την περιοχή του στήθους, αλλά φάρδαινε πολύ όσο διέτρεχε το σώμα της. Ήταν ρωζ, πασπαλισμένο με ακριβή δαντέλα και μικρές πούλιες. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά, με μια χρυσή καρφίτσα διακοσμημένη με μεγάλα πετράδια που σχημάτιζαν ένα λουλούδι. Ήταν το τελευταίο δώρο του αρντάν και ήξερε πως αν το έβλεπε πάνω της θα ευχαριστιόταν πολύ.
Αναστέναξε και στράφηκε να δει τη σέλμα.
-μου λες την αλήθεια;
-ασφαλώς, είστε εκθαμβωτική.
Η βάλμα της χαμογέλασε.
-σε πιστεύω, έτσι πρέπεινα είναι. Να δούμε αν θα το βεβαιώσει κι ο αρντάν σε λίγο. Αλήθεια, ξέρεις αν γύρισε;
-Ναι, μόλις επέστρεψε στα διαμερίσματα του.
Το χαμόγελο της γυναίκας έγινε τότε πιο πλατύ.
-Ωραία, έτσι θα έχει χρόνο να ετοιμαστεί. Δες αν μπορείς να μάθεις κάτι για τη συνάντηση του με το βασιλιά, αλλά διακριτικά, εντάξει;
-Ναι, φυσικά, θα κάνω ό,τι μπορώ.
-Θέλετε να πιείτε κάτι, κάποιο ρόφημα πριν την τελετή;
Η κοπέλα έκλεισε την κασετίνα με τις σκιές για τα μάτια χαμογελώντας ακόμη.
Η Βάλμα το σκέφθηκε για λίγο. Της άρεσε η μεταστροφή αυτής της υπηρέτριας, το είχε πάρει το μάθημά της.
-καλή ιδέα, σέλμα, είπε τελικά. Πες να μου ετοιμάσουν ένα κοκτειλ με φρούτα της εποχής.
Η Σέλμα έγνεψε και βγήκε.
Μόνη η Βάλμα έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο κι αφού βεβαιώθηκε πως η πόρτα ήταν κλειστή άνοιξε με προσοχή το τελευταίο συρτάρι ενός κομοδίνου κι έβγαλε μια μικρή πάνινη θήκη. Εκεί φύλαγε τα λιγοστά κοσμήματα που είχε πάρει από το σπίτι της τη μέρα που έφυγε. Άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα μικρά δακτυλίδια που δεν καταδεχόταν να τους ρίξει ούτε ματιά πια ώσπου βρήκε εκείνο που έψαχνε.
Ήταν ένα ασημένιο λεπτό βραχιόλι που είχε στο εσωτερικό του χαραγμένο το όνομά της. Της το είχε χαρίσει η μητέρα της λίγα χρόνια πριν. Το πέρασε στον καρπό της κι αναστέναξε με ανακούφιση όταν είδε πως ταίριαζε τέλεια. Κανείς δε θα το πρόσεχε μέσα στα τόσα κοσμήματα.
Άρχισε να αναρωτιέται αν είχε και η σεμίρα ένα παρόμοιο με το δικό της όνομα χαραγμένο στο εσωτερικό του.
Τότε ήταν που άνοιξε η πόρτα και μπήκε η σέλμα κρατώντας έναν μικρό δίσκο.
-Πρέπει να βιαστούμε, είπε δίνοντάς της το ποτήρι με το παγωμένο ποτό.
-η ώρα πέρασε.
Η βάλμα άρχισε να πίνει.
-συμβαίνει κάτι;
-Όχι. Μόνο που ο κόσμος έχει αρχίσει να μαζεύεται στην αίθουσα των τελετών. Ίσως να μην είναι και τόσο φρόνιμο να καθυστερήσετε πολύ.
Η Βάλμα συγκατένευσε. Ήξερε πως η σέλμα είχε δίκιο. Μόνο προβλήματα θα της έφερνε μια καθυστέρηση.

Ο αρντάν είχε κάνει το μπάνιο του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έτριβε πάνω του με μανία το αρωματισμένο σαπούνι προσπαθώντας να εκτονωθεί και ταυτόχρονα να χαλαρώσει. Ένιωθε το κεφάλι του βαρύ και τα πόδια του να τρέμουν. αΚόμη δεν είχε καταφέρει να χωνέψει τα λόγια του βασιλιά. Όταν ξύπνησε εκείνο το πρωί πίστευε πως η μέρα αυτή μόνο χαρές είχε να του δώσει. Μα να που όλα είχαν καταστραφεί, ή τουλάχιστον κόντευαν να καταστραφούν.
Θα δούλευε σκληρά τον επόμενο χρόνο, οι μέρες του θα ήταν αφιερωμένες στο γράψιμο και οι νύχτες του στη γυναίκα του. Θα ζητούσε από το βασιλιά να τον απαλάξει από τα υπόλοιπα του καθήκοντα, για να έχει όλη τη μέρα στη διάθεσή του. Πίστευε πως κανείς δε θα τολμούσε να του αρνηθεί κάτι τέτοιο.
Τυλήχτηκε με την πετσέτα κιάρχισε να ψάχνει για την καλή του κολόνια ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα τα έλεγε όλα στη Βάλμα. Εκείνη πάντως του κρατούσε μυστικά, αφού δεν του είχε αποκαλύψει τίποτα για την καταγωγή της. Μόνο μια φορά την είχε ρωτήσει σχετικά αλλά εκείνη είχε ξεσπάσει σε κλάματα κι έτσι είχε ζητήσει συγγνώμη. Όχι πως τον ενδιέφερε και πολύ, κι άλωστε δεν ήταν και τόσο δύσκολο να μαντέψει.
Βρήκε επιτέλους την κολόνια κι άρχισε να ψεκάζει όλο του το σώμα. Ήταν βαριά κι επιβλητική, του ταίριαζε.
Όταν άρχισε να ντύνεται κατέληξε στην απόφασή του. Θα της τα έλεγε όλα χωρίς να παραλείψει τίποτα. Μαζί κάποια λύση θα έβρισκαν αφού κι εκείνη εκτός από όμορφη ήταν κι έξυπνη. Κι αυτό του έφτιαξε κάπως τη διάθεση. Όλα θα πήγαιναν καλά.

-είσαι έγκυος; Η φωνή του βασιλιά είχε αρχίσει να τρέμει από χαρά.
Ήταν καθισμένος δίπλα στη βασίλισσα μάλφα, έχοντας τα χέρια του μέσα στα δικά της.
Όταν μίλησε εκείνη η φωνή της ήταν το ίδιο ασταθής με τη δική του.
-Ναι, βασιλιά μου, είμαι έγκυος. Ο αρχίατρος το βεβαίωσε, μπορείς ωστόσο να μιλήσεις και μαζί του αργότερα.
Ο βασιλιάς της έσφιξε τα χέρια με ενθουσιασμό.
-Μα αυτό είναι… είναι το καλύτερο νέο που θα μπορούσα να ακούσω. Ένα δικό μας παιδί, ένας διάδοχος.
Η βασίλισσα μάλφα σταμάτησε να γελάει ξαφνικά.
-δεν ξέρουμε αν θα είναι γιος ή κόρη, βασιλιά μου! Δε θέλω να σε απογοητεύσω μα…
Εκείνος έσκυψε και την αγκάλιασε στοργικά.
-Ποτέ δε θα με απογοητεύσεις, βασίλισσα μάλφα! Κι αν είναι κόρη θα γίνει τέλεια βασίλισσα, αρκεί να της δώσεις λίγη από την ομορφιά και την καλοσύνη σου.
Και τότε τα μάτια της γυναίκας που είχαν αρχίσει να σκοτεινιάζουν γέμισαν πάλι με φως.
-Αλήθεια το λες;
-Και βεβαια. Μα πες μου, τι άλλο σου είπε ο αρχίατρος;
-τίποτα άλλο, είπε πως βρισκόμαστε μόλις στην αρχή, πως θα μου φτιάξει ένα φάρμακο για να νιώσω πιο δυνατή και πως όλα θα πάνε καλά.
-ναι, όλα θα πάνε καλά. Κι από εδώ και πέρα θα αναπαύεσαι πολύ. Δε θα ασχολείσαι με τις υποθέσεις της αυλής και…
-Ω, όχι, γιατί να…
-δεν πρέπει να το διακινδυνεύσουμε. Ξέρεις πόσο πολύ το ήθελα αυτό το παιδί, ξέρεις πόσο σημαντικό είναι για μας και το λαό.
Εκείνη έγνεψε καταφατικά.
-Κι ακόμη ξέρεις πόσο πολύ σε καταπόνησε η τελευταία μας προσπάθεια, έτσι δεν είναι;
Τα χείλη της βασίλισσας άρχισαν να τρέμουν. Το θυμόταν πολύ καλά αυτό.
-έχεις δίκιο, βασιλιά μου, είπε πειθήνια. Θα κάνω ό,τι θέλεις. Θα ξεκουράζομαι πολύ.
Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά ικανοποιημένος.
-θα έρχεσαι ωστόσο να μου κάνεις παρέα;είχε μιλήσει με έναν τόνο ικετευτικό, σχεδόν παιδιάστικο.
-μα και βέβαια, κάθε μέρα. Μόνο που τώρα θα πρέπει να φύγω.
-Γιατί; Τόσο νωρίς;
-σημερα, σε λίγο δηλαδή παντρεύεται ο αρχιδικαστής μας.
-Ο αρντάν;
-ναι.
-Βέβαια, έχεις δίκιο. Τόσες μέρες κλεισμένη εδώ μέσα χάνω τα τελευταία γεγονότα.
-δε χάνεις τίποτα, θα σου στείλω τη νύφη αύριο ή μεθαύριο αν θέλεις να τη γνωρίσεις.
-Αλήθεια; Η μάλφα χτύπησε ενθουσιασμένη τα χέρια της.
-Και βέβαια, είσαι η βασίλισσα, πώς αλλιώς θα μπει στην υπηρεσία σου;
-λένε πως είναι πολύ όμορφη.
Ο βασιλιάς ανασήκωσε τους ώμους.
-ναι, το έχω ακούσει κι εγώ αυτό. Αν θέλεις, θα σου την περιγράψω αναλυτικά όταν τη δω.
-ναι, θα το ήθελα.
Εκείνος εσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Κι ύστερα σηκώθηκε αναστενάζοντας.
-είναι ώρα να σε αφήσω, βασίλισσα.
Κίνησε κατά την πορτα.
-Να δώσεις χαιρετισμούς στον αρχιδικαστή και να του μεταφέρεις τις ευχές μου για ευτυχισμένη ζωή!
-έχεις το λόγο μου.

Η άρπα της Αμάντας

Μαρτίου 14, 2011

Η στρίλντα μίλησε νευρικά και κοφτά μέσα από ένα παράξενο μεγάλο κοχύλι.
-Πες μου ακριβώς σε ποιο σημείο βρίσκονται οι προετοιμασίες για την άρπα.
Η φωνή που της απάντησε ήταν ανδρική και νεανική.
-Μεγάλη θεά, συγχώρεσέμε μα δεν τα γνωρίζω όλα λεπτομερώς. Εκείνη η οποία τα κανονίζει αυτά είναι η Λίγκρα. Εκείνη ξέρει να σε κατατοπίσει καλά.
-Δε σε ρώτησα αυτό. Η θεά έσφιξε το κοχύλι. Η Λίγκρα θα μου πει αυτά που θέλω όταν τη δω. Εσύ μίλησέ μου για όσα ξέρεις.
-πολύ καλά λοιπόν. Γνωρίζω πως η κατασκευή της άρπας έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Το όργανο είναι υπέροχο…
-το έχεις δει;
-ναι, φυσικά. Ήμουν εκεί όταν την έβαφαν.
Άρα λοιπόν, μη μου λες πως δε γνωρίζεις αυτά που σε ρωτάω. Το κοχύλι ράγισε κι ένα πολύ μικρο κομμάτι του έπεσε στο δάπεδο. Η στρίλντα χαλάρωσε το σφίξιμο και πήγε και κάθισε στο κέντρο του μεγάλου δωματίου.
-Με ακούς καλά;
-Μάλιστα μεγάλη θεά, τώρα ναι. Μα λίγα δευτερόλεπτα πριν η επικοινωνία μαζί σου δεν ήταν σταθερή.
-Συνέχισε να μου μιλάς για την άρπα.
-όπως ανέφερα είναι όμορφο όργανο, στολισμένο με κάθε λογής στολίδι. Θα γοητεύσει την πριγκίπισσα Αμάντα. Ένα ξερό γέλιο, γεμάτο ικανοποίηση ξέφυγε από τα χείλη της θεάς.
-υπέροχα, αυτό θέλω κι εγώ. Και τώρα, μίλησέ μου για τον ήχο.
-δεν είμαι μουσικός… μα από όσο μπορώ να καταλάβω ο ήχος αγγίζει την τελειότητα, είναι σχεδόν ουράνιος. Ούτε νεράιδα δε θα μπορούσε να ονειρευθεί καλύτερη άρπα.
-Μπράβο, φαίνεται πως κάνατε καλή δουλειά, δεν πρέπει να με απογοητεύσετε, ξέρεις πόσο θυμώνω όταν συμβαίνει αυτό. Η αμάντα γνωρίζει άριστα την τέχνη της μουσικής και θα εντόπιζε αμέσως οποιοδήποτε ψεγάδι στον ήχο ή την εμφάνιση. Μα μένει τώρα το πιο σημαντικό. Θέλω να ξέρω τα σχετικά με τη δίοδο.
Σιωπή επικράτησε για λίγο μα επειτα η φωνή ακούστηκε ξανά.
-αυτή τη στιγμή, η δίοδος ελέγχεται από το μεγάλο μάγο.
-Ωραία. Θέλω να επικοινωνήσει μαζί μου, αμέσως μόλις ολοκληρώσει τον έλεγχο. Είναι πράγματι τόσο καλός όσο ισχυρίζεστε;
-ναι, μεγάλη θεά, τόσο κι ακόμη περισσότερο. Γνωρίζει την τέχνη του άριστα, μαντεύει τις σκέψεις όλων και κατέχει το μυστικό για το ταξίδι της ψυχής. Πιστεύω πως έκανα την καλύτερη επιλογή που θα μπορούσα.
-αυτό θα το κρίνω εγώ. Άρχισε να απομακρύνει το κοχύλι από το αφτί της.
-θα περιμένω να επικοινωνήσει μαζί μου, σύντομα, δεν έχουμε πολύ χρόνο.
Η Ραλτίνα όρμησε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας ξεχνώντας πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα. Η αμάντα χαμογέλασε αχνά μόλις την είδε και την κάλεσε να καθίσει κοντά της.
-συγγνώμη πριγκίπισσα, δε θα ξαναγίνει. Ξέρω πως από τώρα και στο εξής εδώ μέσα θα μπαίνουν όλοι οι σύμβουλοι του παλατιού κι ένα σωρό άλλοι σημαντικοί άνθρωποι. Υπόσχομαι πως θα είμαι πιο προσεκτική στο μέλλον.
-Ξέχνα το, ραλτίνα, και πες μου το λόγο για τον οποίο ήρθες τέτοια ώρα. Δεν είναι η ώρα του λουτρού, έτσι δεν είναι; Εκτός κι αν η θλίψη με κάνει να χάνω την αίσθηση του χρόνου.
Η ραλτίνα πλησίασε το κρεβάτι πάνω στο οποίο καθόταν η αμάντα κι άρχισε να της χαιδεύει τρυφερά τα μαλλιά.
-είναι πράγματι πολύ νωρίς για το λουτρό πριγκίπισσα. Ήρθα για να μιλήσουμε για κείνο που λέγαμε λίγο πριν.
Η αμάντα ζωήρεψε ξαφνικά.
-α, για τη μάγισσα Ρέντα; Έτσι δεν τη λένε;
-ναι, γι’αυτήν.
-Βρήκες που κατοικεί;
-ναι, μου το είπαν πριν λίγο. Χρειάστηκε να δώσω μερικά χρυσά νομίσματα σε κάποιους μα η δουλειά έγινε.
-όλα πληρώνονται σε τούτη τη χώρα. Η αμάντα αναστέναξε λυπημένα. Μα πες μου τι έμαθες;
-Ξέρω που κατοικεί. Γνωρίζεις το δάσος με τους χρυσούς και ασημένιους καρπούς;
Η πριγκίπισσα κούνησε το κεφάλι μπερδεμένη.
-δεν είμαι σίγουρη.
-λέγεται και δάσος των χρυσών σπαθιών, τη διευκόλυνε η ραλτίνα.
-Μα ναι, φυσικά. Έχω ακούσει τον Κραντ να μιλάει γι’αυτό μα δεν το έχω επισκεφθεί ποτέ. Λένε πως είναι τρομακτικό μέρος.Λες να είναι αλήθεια;
-δε νομίζω, είναι πολύ όμορφο μέρος, γεμάτο δέντρα με χρυσούς και ασημένιους καρπούς από όπου πήρε και το όνομά του. Άκουσα κάτι για μεγάλα παράξενα φώτα μα δεν είμαι σίγουρη. Τέλοσπάντων, εκεί κατοικεί η ρέντα. Το σπίτι της είναι αυτά τα δέντρα. Είναι φτιαγμένο από τα κλαδιά τους.
Παράξενο, εσύ δε μου είπες πως ο πατέρας μου φρόντισε να την εγκαταστήσει κάπου καλά; Δε γίνεται να πέρασε τα τελευταία εκατό χρόνια εκεί μέσα.
Η Ραλτίνα κούνησε το κεφάλι.
-έχει ένα μεγάλο σπίτι, πολύ καλά εξοπλισμένο στο οποίο μένει κάποιους μήνες του χρόνου. Μα όταν κάποιος ζητά τη συμβουλή της εκείνη το εγκαταλείπει για το δάσος. Εκεί είναι πιο κοντά στα πνεύματα.
-Μάλιστα. Δεν ξέρω πολλά από αυτά τα πράγματα αλλά δεν πειράζει. Δέχθηκε να μας μιλήσει;
-φυσικά, της έστειλα μήνυμα με κάποιον, λατρεύει το χρυσάφι κι επιπλέον συμπαθούσε πολύ το βασιλιά. Η Ραλτίνα έφερε ένοχα το δάκτυλο στα χείλη.
-όλοι τον αγαπούσαν, το ξέρεις καλά. Τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν.
-πόσο ανόητη είμαι, δεν έπρεπε να σου το θυμίσω.
-Μην το σκέφτεσαι. Δεν το ξεχνάω ποτέ, ό,τι κι αν κάνω. Λοιπόν; Πότε θα μας συναντήσει;
-αύριο το βράδυ. Θα φύγουμε από το παλάτι όταν τελειώσεις με όλες σου τις υποχρεώσεις. Η Ραλτίνα σηκώθηκε.
-Θα σε αφήσω τώρα, πρέπει να φροντίσω για τα αρωματικά έλαια που χρειάζεσαι για το λουτρό σου. Το πένθος δεν επηρεάζει τη συγκεκριμένη συνήθια.
Η αμάντα έγνεψε κουρασμένα.
-σε ευχαριστώ που με φρροντίζεις. Θα μπορούσες να ασχοληθείς και με τα φορέματά μου;
-Βέβαια, θα μιλήσω με το βασιλικό ράφτη. Έφτασε στην πόρτα.
-θέλεις να φωνάξω κανέναν για να μιλήσεις;
-ναι, σε παρακαλώ, ειδοποίησε τον Κραντ. Είναι ώρα να μιλήσουμε για κάποια πράγματα. Όλα πρέπει να γίνουν σωστά.
Η ραλτίνα ετοιμάστηκε να βγει αλλά την τελευταία στιγμή η αμάντα τη σταμάτησε και πάλι.
-ραλτίνα, μήπως είχες κανένα νέο από την καινούρια δασκάλα; Δε νομίζω να τη χρειασθώ άλλο πια μα…
-αυτό δε θα το ξαναπείς, ποτέ. Το έχουμε ξανασυζητήσει, δε θα την αφήσεις ποτέ τη μουσική. Δυστυχώς δεν είχα κάποιο νέο. Ίσως να εχει φύγει από το παλάτι για να φέρει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα. Κάτι μου λέει πως θα την ξαναδούμε σύντομα. Άλωστε τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα. Βγήκε από το δωμάτιο αργά αργά.
Ο Κραντ σταμάτησε να γράφει και στράφηκε προς την υπηρέτρια. Τη συμπαθούσε πολύ λόγω του καλού της χαρακτήρα. Την καλωσόρισε και της ζήτησε να του πει σε τι μπορούσε να την εξυπηρετήσει. Η Ραλτίνα εξήγησε με τρόπο ευγενικό πως η αμάντα τον παρακαλούσε να την επισκεφθεί στα προσωπικά της διαμερίσματα. Είπε ακόμη πως η θλίψη τη βάραινε υπερβολικά αλλά γνώριζε πως οι κρατικές υποθέσεις δε μπορούσαν να περιμένουν.
Ο Κραντ είπε πως καταλάβαινε και σηκώθηκε αμέσως για να κατευθυνθεί προς τα δωμάτια της πριγκίπισσας. Ήθελε κι εκείνος να τη συναντήσει ξανά. Έπρεπε να μιλήσουν για τη στέψη, έπρεπε να της τα εξηγήσει όλα.
Μια μελαγχολία τον κατέλαβε. Η Αμάντα στα δικά του μάτια ήταν παιδί.
Μα θα γινόταν βασίλισσα αυτού του τόπου.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαρτίου 14, 2011

12.
Τις σκέψεις της διέκοψε ο ερχομός ενός άνδρα. Ο ήχος των βημάτων του την έκανε να σηκώσει ξαφνιασμένη το κεφάλι της, σφίγγοντας πιο πολύ το μωρό πάνω της.
Από όσο μπορούσε να διακρίνει ο άνδρας εκείνος ήταν λεπτός, μα όχι ιδιαίτερα όμορφος. Της φαινόταν κάπως κουρασμένος κάθως την πλησίασε. Για μια στιγμή της θύμισε τον Ομάρ κι η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά αλλά αμέσως μετά κατάλαβε πως φυσικά δεν ήταν αυτός.
-καλησπέρα. Η φωνή του ήταν βαθιά και καθησυχαστική. Ελπίζω να μη σας ενοχλώ. Η μέριλιν έκανε ένα βηματάκι προς το μέρος του προτού απαντήσει.
-Καλησπέρα, όχι βέβαια, κανένα πρόβλημα. Ύστερα έριξε μια γρήγορη ματιά θέλοντας να δει αν τους κοιτούσε κανείς, κατάλοιπο της νοοτροπίας της κλειστής τους κοινωνίας. Μα ήταν εντελώς μόνοι. Σε λίγο θα έβγαιναν τα πρώτα αστέρια.
-τι ωραίος τόπος, μουρμούρισε ο ιερέας χαμογελώντας της πιο πλατιά. Νομίζω πως εδώ οι ψυχές γαληνεύουν και τα εκδικητικά μυθολογικά πλάσματα δεν πατούν ποτέ το πόδι τους σ’αυτόν. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε από το σχόλιο αλλά της άρεσε κι έτσι έσπευσε να απαντήσει στο ίδιο πνεύμα.
-εξαρτάται από πολλά. Αν η ψυχή είναι γαλήνια εδώ η γαλήνη γίνεται πιο βαθιά κι απόλυτη. Μα αν το κακό έχει στοιχιώσει κάποιον άνθρωπο οι τήψεις μεγεθύνονται πολύ, κυρίως τα βράδια. Ο Ιγνάτιο κούνησε το κεφάλι, σημάδι πως καταλάβαινε.
-υποθέτω πως στη δική σας περίπτωση η γαλήνη φωλιάζει μόνιμα στην ψυχή σας κι επιτείνεται από την παρουσία αυτού του υπέροχου πλάσματος! Ήρθε λίγο πιο κοντά κι άπλωσε το χέρι του για να αγγίξει το κεφαλάκι του μωρού. Μα πριν το κάνει κοίταξε στα μάτια τη μέριλιν ζητώντας τη συγκατάθεσή της. Εκείνη έμεινε αναποφάσιστη για λίγο αλλά ύστερα έγνεψε καταφατικά, σχεδόν αδιόρατα. Κι έτσι, ο Ιγνάτιο με προσοχή και δισταγμό άγγιξε το χνουδωτό κεφαλάκι.
-θεσπαίσια αίσθηση, είπε λίγο αργότερα, τραβώντας το χέρι του. Κάθε φορά που αγγίζω ένα παιδί νιώθω πως του φορτώνω κάποια από τα δικά μου βάρη για να ξεκουραστώ λίγο.
-Αυτό το νιώθω κι εγώ καμιά φορά. Κι όσο γι’αυτό που είπατε προηγουμένως, φοβάμαι πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Ο ιερέας άργησε να απαντήσει. Σκεφτόταν πως ίσως εκείνη η κοπέλα να ήταν η μέριλιν, η φίλη της Ανζελίν με την ταραγμένη καρδιά. Η ανάγκη να σιγουρευτεί τον έσπρωξε να κάνει την επόμενη ερώτηση με τόνο ωστόσο συγκρατημένο.
-Μήπως θα μπορούσα να μάθω το όνομά σας
-Βεβαίως, με λένε μέριλιν. Τώρα ήταν εκείνη που του άπλωσε το χέρι. Το έσφιξε χωρίς δεύτερη σκέψη, ήταν ζεστό κι έτρεμε ελαφρά.
-Και το δικό σας όνομα ποιο είναι;
-Με λένε ιγνάτιο.
-ωραίο όνομα, κάπως ασυνήθιστο.
-Βρίσκετε; Άρεσε πολύ στη μητέρα μου. Το διάβαζε συχνά στα βιβλία κι αποφάσισε να μου το χαρίσει. Το δικό σας όνομα είναι γλυκό και…
-Και; Μιλήστε, μη διστάζετε!
-Και πολύ γυναικείο. Μια πονηρή λάμψη φάνηκε στα μάτια του για μια στιγμή κι ύστερα χάθηκε. Η μέριλιν γέλασε καμπανιστά κι ο ήχος αυτός χαράχτηκε βαθιά μέσα του.
-ευχαριστώ, ποτέ δε μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο.
-Απορώ πως κι αυτό. Ίσως να μην το επιτρέψατε. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω κι ο ιερέας κατάλαβε πως βιαζόταν υπερβολικά. Μάλλον η κοπέλα εκείνη μιλούσε λίγοτερο από τη φίλη της και σίγουρα με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από το δικό της.
-Συγχωρήστε με, δεν είχα κακή πρόθεση. Απλά μου άρεσε πολύ ο συνδυασμός των γραμμάτων. Ξέρετε μου θυμίζει έναν ζωγραφικό πίνακα που είδα κάποτε. Εκείνη στράφηκε ξανά προς το μέρος του.
-Αλήθεια; Τι είδους πίνακας ήταν αυτός;
-τον είδα στη μαδρίτη. Παρίστανε μια κοπέλα εκπληκτικής ομορφιάς που κρατούσε στο ένα χέρι ένα παράξενο σκήπτρο και στο άλλο μια εκκλησιαστική εικόνα. Θύμιζε μαντόνα κι από οσο θυμάμαι, την έλεγαν μαρλέν.

η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαρτίου 8, 2011

11.
η Μέριλιν ξύπνησε την ώρα που άρχιζε να σουρουπώνει. Με δυσκολία κατόρθωσε να ανοίξει τα μάτια της. Ήταν το κλάμα της κόρης της που την είχε βγάλει τελικά από τη νάρκη της, γιατί μόνο έτσι χαρακτηριζόταν αυτό στο οποίο είχε πέσει αμέσως μόλις ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Σηκώθηκε τρέμοντας, πιέζοντας σχεδόν τον εαυτό της. Ήταν ώρα να ταίσει το μωρό για να πάνε μια βόλτα. Ο καθαρός αέρας θα έκανε καλό και στις δυο.
Μπήκε στο παιδικό δωμάτιο και πήρε στην αγκαλιά της το κοριτσάκι που εξακολουθούσε να κλαίει. Άρχισε να του μιλάει με λόγια γλυκά και πανέμορφα που έβγαιναν αυθόρμητα από τα χείλη της κι έπεφταν πάνω στο απαλό του δέρμα σαν στολίδια. Μπήκαν στην κουζίνα κι έβαλε το γάλα να βράσει. Σύντομα το κλάμα είχε σταματήσει και το μωρό έδειχνε και πάλι γαλήνιο κι ευτυχισμένο. Κι όταν επιτέλους το τάισε, είχε την αίσθηση πως της χαμογελούσε κιόλας. Λίγο αργότερα το απέθεσε με προσοχή στο μεγάλο της κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. Το φόρεμά της ήταν καφέ, φτιαγμένο από χονδρό πλεχτό ύφασμα κι έφτανε λίγο κάτω από τα γόνατά της. Αμέσως μόλις άνοιξε το παράθυρο για λίγο αισθάνθηκε τον κρύο αέρα. Είχε ανατριχιάσει, κόντευε να ξεχάσει πως ήταν το κρύο αφού δεν έβγαινε σχεδόν πια από το σπίτι. Ωστόσο είχε πάρει την απόφαση για τη βόλτα αμέσως μόλις είχε ξυπνήσει γνωρίζοντας πως το μωρό είχε ανάγκη από φρέσκο αέρα και λίγη δροσιά. Κι άλωστε δε θα πήγαιναν μακριά. Μια βόλτα ως το λιμάνι που δεν απείχε πολύ από το σπίτι τους κι ύστερα πάλι πίσω.
Ο Ιγνάτιο βγήκε από την εκκλησία όταν το σκοτάδι είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του οδηγημένος από τη γνωστή του επιθυμία να γνωρίσει ανθρώπους και να μοιραστεί μαζί τους σκέψεις και όνειρα. Καθώς άρχιζε να προχωράει έφερε ασυναίσθητα στο νου του τη συζήτηση του με την ανζελίν. Δεν το περίμενε κι ο ίδιος πως θα τον απασχολούσε τόσο εκείνη τη στιγμή. Στο κάτω κάτω εκείνη η κοπέλα του ήταν εντελώς άγνωστη. Ας τη συναντούσε πρώτα κι ύστερα είχε χρόνο να τη συλλογησθεί.
Δεν άργησε να συναντήσει μια χαρούμενη παρέα νέων ανθρώπων που περπατούσαν και φλυαρούσαν ανέμελα. Μια κοπέλα στράφηκε προς το μέρος του και τον χαιρέτισε φιλικά. Στάθηκε κι εκείνος και αντάλλαξε λίγα λόγια μαζί της. Της είπε πως ήταν ο νέος ιερέας και τη ρώτησε αν πήγαινε τακτικά στην εκκλησία.
Η μέριλιν έφτασε στο λιμάνι λίγα μόλις λεπτά από την ώρα που έφυγε από το σπίτι. Το μωρό στα χέρια της είχε αποκοιμηθεί και πάλι μα της αρκούσε να το κρατά κι ας μη μπορούσε εκείνο να την ακούσει. Η συντροφιά του μαλάκωνε την ψυχή της. Καθώς έφτανε σκεφτόταν πόσο λίγη ανάγκη είχε την παρέα των ανθρώπων. Πίστευε πως ήταν πολύ διαφορετική από τα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της. Κι αυτό επειδή διάβαζε πολύ, άκουγε θρησκευτική μουσική και καμιά φορά αποτύπωνε τις σκέψεις της στο χαρτί. Με λίγους ανθρώπους μπορούσε να περάσει ώρες πολλές συζητώντας για φιλοσοφία ή και για πολύ πιο απλά πράγματα όπως η αγάπη ακόμη κι η πεζή καθημερινότητα. Ο ένας από αυτούς ήταν ο καημένος ο Τόνιο, μακάρι να βρισκόταν ακόμη ανάμεσά τους. Πόσο την ένιωθε, πόσο καλά τη συμβούλευε…
Και τώρα ποιος άλλος της έμενε; Στέναξε και βόλεψε καλύτερα στο στήθος της το μωρό. Η μοναδική καλή της φίλη, η Ανζελίν. Εκείνη ήξερε να διαλέγει τους ανθρώπους κι εκτιμούσε βαθιά την ξεχωριστή προσωπικότητα και την ευαίσθητη ψυχή της μέριλιν. Από τότε που έμαθε για το παιδί είχε μετακομίσει σχεδόν στο σπίτι της δίνοντάς της το λόγο της πως θα τη στήριζε και πως θα της πρόσφερε ό,τι είχε. Και πράγματι αυτό έκανε ως τη μέρα που η μέριλιν είχε αρχίσει να την απομακρύνει. Το έκανε πολύ αργά, μεθοδικά σχεδόν, ασυναίσθητα από φόβο μην την πληγώσει. Δεν ήταν πως δεν την αγαπούσε, κι ένας θεός ήξερε πόσο πολύ τη χρειαζόταν, αλλά ο ομάρ και η σκέψη του υπήρχε πάντα ανάμεσά τους. Κι ήταν και κάτι άλλο. Ο ερχομός της κόρης της την είχε αλλάξει κατά κάποιο τρόπο. Την είχε κάνει σχεδόν κτητική, κι αυτό ήταν πρωτόγνωρο για κείνη. Ξαφνικά δεν ήθελε να τη μοιράζεται με κανέναν, και δεν άντεχε την παρουσία κανενός άλλου στο σπίτι στις ιδιωτικές τους στιγμές. Όχι πως δεν την επισκεπτόταν πια η ανζελίν μα η μέριλιν προτιμούσε την επικοινωνία μέσω του τηλεφώνου και δεν ήταν λίγα τα βράδια που την έπαιρνε ο ύπνος με το ακουστικό ακουμπισμένο στο αφτί της.

σεμίρα

Μαρτίου 7, 2011

Κεφάλαιο τέταρτο
-μια πένα! Δεν το πιστεύω, μια ασημένια πένα. Η Σεμίρα χάιδευε το μικροσκοπικό αντικείμενο προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει πως ήταν δικό της. πΟτέ άλλοτε δεν είχε στην κατοχή της κάτι τέτοιο. Η πένα με την οποία έπαιζε τον τελευταίο καιρό ήταν απλή, φτηνή και πλαστική.
Όταν κατάφερε να ηρεμήσει κάπως έβαλε την πένα πίσω στο κουτάκι της κι έτρεξε πάλι στο κρεβάτι.
Ξεχνώντας προς στιγμήν την αρρώστια της μητέρας της την αγκάλιασε ορμητικά. Εκείνη γέλασε πνιχτά, παλεύοντας να συγκρατήσει ένα βογκητό πόνου.
-σε ευχαριστώ πολύ, πάρα πολύ! Τη φίλησε στα μαλλιά και τραβήχτηκε για να μπορέσει να την κοιτάξει καλύτερα.
-Το ήξερα πως θα σου άρεσε, έψαξα πολύ να τη βρω. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω. Μα τώρα που βλέπω τη χαρά σου καταλαβαίνω πως έκανα σωστή επιλογή.
-Και βέβαια! Η φωνή της κοπέλας κουδούνισε κρυσταλλένια κι ανέμελη. Η γυναίκα θέλησε να χαμογελάσει, πόσο καιρό είχε να γίνει αυτό;
-Θα παίζω με αυτή, μόνο με αυτή!
-Αυτό να κάνεις. Και κάθε φορά που θα παίζεις με αυτή την ασημένια πένα όσοι θα σε ακούν θα μαγεύονται στη στιγμή.
Η σεμίρα γέλασε ενθουσιασμένη φανερά αλλά η μητέρα της συνέχισε γρήγορα.
-αλήθεια σου λέω, η πένα αυτή είναι μαγική.
Η κοπέλα σταμάτησε να τη χαιδεύει.
-τι θέλεις να πεις;
-είναι ξεχωριστή από τις άλλες, μπορεί να σου φέρει την ευτυχία.
-μα εγώ είμαι ευτυχισμένη, μαμά. Έχω εσένα, το σέλμοντ και το λαούτο μου. Δε χρειάζομαι τίποτα άλλο.
-Όχι, αυτό που βιώνεις τώρα δεν είναι η αληθινή ευτυχία. Η φωνή της ήταν τόσο πειστική που έκανε τη σεμίρα να δαγκώσει τα χείλη της μπερδεμένη.
-Και τότε πού θα βρω την πραγματική ευτυχία;
-αυτό θα το μάθεις σύντομα. Σεμίρα είσαι ξεχωριστή, κι αυτό κάνει την πένα σου μοναδική. πΟλύ σύντομα θα ερωτευθείς πραγματικά.
Η κοπέλα άρχισε να τρέμει ελαφρά. Δε μπορούσε να την καταλάβει τη μητέρα της. Να έφταιγε η αρρώστια της που την έκανε έτσι παράξενη;
-Μα είμαι ερωτευμένη με το σέλμοντ. Τον ξέρω από τότε που ήμουν παιδί. Δε θέλω να τον αφήσω για κάποιον άλλον, ούτε κι εκείνος θα το ήθελε αυτό… με αγαπάει τόσο πολύ…
-Ησύχασε, κόρη μου. Δε λέω πως δε σε αγαπάει ο Σέλμοντ, θα ήμουν παράλογη αν ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο. Ξέρω πως σε κοιτάει, ξέρω ακόμη πως κάθε βράδυ σου μιλάει γλυκά προσπαθώντας να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο για σένα. Μα πολύ σύντομα όλα αυτά δε θα σου είναι αρκετά.
-γιατί; Θα αλλάξω;
-ναι.
-πώς;
-Θα θέλεις πιο πολλά!
-Όπως η αδερφή μου;
Η άρρωστη γυναίκα αναστέναξε.
-όχι ακριβώς. Θα αποκτήσεις χρήματα κι εξουσία, μα θα παραμείνεις πιστή στις αρχές και τις αξίε σου.
Η σεμίρα ένιωσε τρόμο ξαφνικά. Δεν ήθελε να ακούσει άλλα.
Προσπάθησε να αγκαλιάσει ξανά τη μητέρα της αλλά τότε ήταν που εκείνη άρχισε να βήχει δυνατά. Η ανάσα της κόπηκε και τα λόγια που ετοιμαζόταν να πει πνίγηκαν στο λαιμό της.
-Μαμά! Η Σεμίρα σηκώθηκε πανικόβλητη κι άρχισε να τη χτυπάει στην πλάτη μα ο βήχας δεν έλεγε να υποχωρήσει. Η ανάσα της τώρα έβγαινε με δυσκολία.
-τι να κάνω; Να ειδοποιήσω το γιατρό;
Άρχισε να τρεχει προς την πόρτα αλλά κάπου σκόνταψε κι έπεσε στο πάτωμα παρασέρνοντας μαζί και το λαούτο της που έπεσε κι αυτό βγάζοντας έναν παράξενο ήχο από μπερδεμένες νότες.
Το σήκωσε και το ακούμπησε στο τραπέζι. Δεν είχε χρόνο να το ελέγξξει, προσευχήθηκε να μην είχε πάθει τίποτα.
-σεμίρα, θέλω… Η φωνή της μητέρας της ακούστηκε σβησμένη.
-τι θέλεις; Παράτησε το λαούτο κι έττρεξε πάλι κοντά της.
-Θέλω να ξέρεις πως… Η ανάσα της κόπηκε βίαια βυθίζοντας το δωμάτιο στη σιωπή.

-Λες πως θα τα καταφέρει ο αρχιδικαστής; Ο Ραλφ κοίταξε το βασιλιά καθώς μιλούσε. Τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα με σεβασμό και αληθινή λατρεία.
Είχαν απομείνει μόνοι οι δυο τους στη μεγάλη αίθουσα.
-δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Ο αρντάν αναμφίβολα κατέχει άριστα τους νόμους και η λογική του είναι τετράγωνη, εσύ δε μου το έλεγες αυτό πρόσφατα;
Ο Ραλφ άπλωσε το χέρι κι άγγιξε αμήχανος τα γυαλιά του.
-Ναι, το έλεγα κι εξακολουθώ να το λέω. Τώρα που του ανατέθηκε αυτή η αποστολή θα κάνει τα πάντα να τη φέρει σε πέρας. Αμφιβάλω μάλιστα κι αν θα καταδεχθεί να ασχοληθεί με τη νύφη.
Γέλασε πονηρά αλλά ο βασιλιάς δεν τον μιμήθηκε κι έτσι σταμάτησε την επόμενη στιγμή.
-πες μου αλήθεια, ραλφ, τον συμπαθείς; Θέλω να πω… σαν άνθρωπο τον εκτιμάς;
-Ξέρω πως είναι φιλόδοξος. Και στοιχηματίζω τη θέση μου εδώ μέσα πως και η κοπέλα που θα παντρευτεί θα είναι όμοιά του.
Ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι σκεπτικός.
-Ίσως και να έχεις δίκιο. Θα πρέπει να τον προσέχουμε πολύ. Τα μάτια του λάμπουν παράξενα, τα έχεις προσέξει ποτέ;
Ο ραλφ έγνεψε σιωπηλά.
-Τι λέτε; Θα τα καταφέρετε να παρεβρεθείτε στο γάμο;
-νομίζω πως θα ήταν σοφό. Θέλω να τη γνωρίσω αυτή τη γυναίκα, έχω ακούσει τόσα γι’αυτήν…
Τότε ακούστηκαν ελαφρά χτυπήματα στην πόρτα κι ο βασιλιάς άφησε τη φράση του στη μέση ξαφνιασμένος. σΠάνια τους ενοχλούσε κάποιος εδώ ο οποίος δεν ανήκε στα μέλη του συμβουλίου. Μα αυτά είχαν αποχωρήσει εδώ και ώρα.
-περάστε! Η φωνή του βασιλιά σκλήρυνε απότομα και τα μάτια του στένεψαν. Αυτός που τους διέκοπτε έφερνε κάποιο σημαντικό νέο.
Η πόρτα άνοιξε και στο δωμάτιο μπήκε μια κοπέλα γύρω στα 17. Τα μαλλιά της ήταν χρυσοχάλκινα και ταίριαζαν απόλυτα με το σάλι που φορούσε.
-Με συγχωρείτε, για την ενόχληση. Έσκυψε χαμηλώνοντας το βλέμμα.
Ο βασιλιάς προσπάθησε να θυμηθεί το όνομά της αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σίγουρα ήταν όμορφη αλλά αυτό δεν αποτελούσε σημείοδιάκρισης αφού το παλάτι ήταν γεμάτο από όμορφες γυναίκες.
-Ποια είσαι;
Εκείνη ανασηκώθηκε χωρίς να βιάζεται.
-Με λένε Μέλντα! Δουλεύω για τη βασίλισσα τους τελευταίους μήνες. Είμαι νοσοκόμα, γιατρός δηλαδή…
-νοσοκόμα ή γιατρός; Ο βασιλιάς έκανε ένα βήμα προς το μέρος της που της φάνηκε απειλητικό. Έτσι βιάστηκε να συνεχίσει.
-δουλεύω κοντά της σαν νοσοκόμα, όμως σπουδάζω ιατρική κοντά στον αρχίατρο του παλατιού.
-α, έτσι, λοιπόν; Τι σε φέρνει εδώ; Ελπίζω κάτι σημαντικό που δε μπορούσε να περιμένει.
-ασφαλώς, δε θα τολμούσα ποτέ να σας διακόψω για κάτι ασήμαντο.
-σε ακούμε λοιπόν.
Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα πριν μιλήσει ξανά.
-πριν λίγο ο αρχίατρος επισκέφθηκε τη βασίλισσα. Μίλησε μαζί της για λίγο κι ύστερα έφυγε. Και τότε η βασίλισσα μου ζήτησε να έρθω να σας βρω και να σας πω πως θα ήθελε να σας δει. Θα ερχόταν είπε η ίδια αλλά είναι λίγο αδιάθετη σήμερα.
-αδιάθετη; Τα μάτια του βασιλιά ζωήρεψαν και πάλι. Τι έχει;
-νιώθει αδύναμη μα δε δείχνει λυπημένη, το αντίθετο τολμώ να πω. Είπε πως θα περιμένει να τελειωσετε τις δουλειές σας πρώτα.
-πες της πως θα τη συναντήσω σε λίγο.
Εκείνη έγνεψε κι άρχισε να περπατά προς την πόρτα. Πρώτη φορά τον έβλεπε το βασιλιά, ήταν ωραίος άνδρας. Η βασίλισσα ήταν λεπτεπίλεπτη, με ένα πρόσωπο σχεδόν αγγελικό, αλλά χωρίς δροσιά και ζωντάνια. Απορούσε πως την είχε διαλέξει για σύντροφό του.
Ο βασιλιάς έγνεψε στο ραλφ πως μπορούσε να αποσυρθεί κι όταν έμεινε μόνος άρχισε να βηματίζει νευρικά. Τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ συχνά αδιάθετη η βασίλισσα.

Σεμίρα

Μαρτίου 3, 2011

Κεφάλαιο τρίτο
-είσαι λοιπόν σύμφωνος, Αρντάν; Εμείς σε εμπιστευόμαστε, δε θέλουμε να χάσεις τη θέση σου, αντιθέτως στηρίζουμε πάνω σου όλες μας τις ελπίδες.
Ο βασιλιάς χαμογέλασε πλατιά κι αυτό ξάφνιασε τον αρχιδικαστή αφού σπάνια έβλεπε ένα τόσο ειλικρινές χαμόγελο στο πρόσωπο εκείνου του άνδρα. Άρχισε να σκέφτεται πυρετωδώς. Ήξερε πως μια άρνηση θα ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη. Μα κι αν δεχόταν τότε κινδύνευε να τα τινάξει όλα στον αέρα.
-Περιμένουμε, αρντάν, μη μου πεις πως δειλιάζεις; Αν το μάθει αυτό η κοπέλα που ετοιμάζεται να ενωθεί μαζί σου δε θα χαρεί καθόλου.
Αυτός που μίλησε ήταν ο ραλφ με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά.
Ο αρχιδικαστής αναστέναξε σιγανά. Τα περιθώρια είχαν στενέψει πολύ, δεν μπορούσε να κάνει πίσω τώρα.
Σηκώθηκε λοιπόν όρθιος κι έσφιξε με όση δύναμη είχε το απλωμένο χέρι του βασιλιά.
-είμαστε σύμφωνοι. Θα κάνω το καλύτερο δυνατό και σε ένα χρόνο θα έχετε στα χέρια σας το αποτέλεσμα της δουλειάς μου.
Ο βασιλιάς έσφιξε με τη σειρά του το χέρι του άνδρα.
-μπράβο σου, Αρντάν, είμαι πολύ ευχαριστημένος μαζί σου. Πήρες τη σωστή απόφαση. Γι’αυτό κι εγώ θα σε ανταμείψω με ένα δώρο ακριβό που φτιάχτηκε ειδικά για σένα. Βλέπεις ήμουν σίγουρος πως θα έκανες το σωστό.
Στράφηκε προς τους συμβούλους κι έκανε ένα αδιόρατο νόημα σε κάποιον που ο Αρντάν δε μπορούσε να θυμηθεί το όνομά του όσο κι αν πάσχιζε.
Ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, ψηλός, με αραιά μαλλιά και χοντρά γυαλιά και μακρύ σακάκι. Άφησε με χάρη το τραπέζι όπου καθόταν με τους υπόλοιπους και τους πλησίασε χαμογελώντας. Κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα μακρύ βελούδινο κουτί που είχε πάνω στο καπάκι του χαραγμένο το όνομα του ΑΡντάν. Έφτασε κοντά του και του το έδωσε χαιρετώντας τον.
Ο αρντάν το πήρε ευχαριστώντας τον και το άνοιξε κάτω από τα επιδοκιμαστικά βλέμματα όλων. Μέσα στο κουτί υπήρχε ένα μεγάλο μαχαίρι με αστραφτερή λάμα. Του έκοψε την ανάσα αφού δεν ήταν εντελώς εξοικιομένος με τα όπλα.
Ωστόσο ανέκτησε την ψυχραιμία του και το έβγαλε έξω. Η λάμα ήταν αστραφτερή, ατσάλινη κι εντελώς λεία.
Κι ολόκληρο το μαχαίρι ήταν διακοσμημένο με μικρά πολύτιμα πετράδια που σχημάτιζαν το όνομα του βασιλιά. Έμεινε για λίγο αμίλητος, καταλαβαίνοντας το συμβολισμό του δώρου. Αν η δουλειά του δεν τους ικανοποιούσε το νήμα της ζωής του θα κοβόταν στη στιγμή με κείνο το μαχαίρι. Βέβαια ο βασιλιάς δεν είχε μιλήσει για θάνατο αλλά αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Είχε ζήσει πολύ καιρό στο παλάτι κι είχε δει να συμβαινουν ένα σωρό φρικτά πράγματα. Δεν έπρεπε να αποτελέσει κι εκείνος μέρος τους. Είχε μια θαυμάσια σύμμαχο, μαζί θα έβρισκαν κάποια λύση.
-λοιπόν; Πώς σου φαίνεται το δώρο μου; Μπορεί τώρα να μη βλέπεις τη χρησιμότητά του και να το θαυμάζεις απλά σαν ένα πανέμορφο στολίδι αλλά είμαι σίγουρος πως αν τελικά πάρεις τη θέση για την οποία σε προορίζω θα το εκτιμήσεις πολύ. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκκαλιά του άνδρα. Δεν πίστευε ποτέ πως θα γινόταν ένας ψυχρός δολοφόνος. Λίγες στιγμές αργότερα βρήκε το θάρρος να απαντήσει.
-ένα δώρο είναι πάντα ευπρόσδεκτο, κι ένα όπλο είναι πάντα χρήσιμο. Σ’αυτό βλέπω την εύνοιά σας, κι αυτό είναι για μένα αρκετό. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να την υπερασπιστώ.
Και τότε ο βασιλιάς χαμογέλασε, έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένος.
-Πολύ ωραία, αρχιδικαστή αρντάν, χαίρομαι που τα βλέπεις έτσι τα πράγματα και που αποδέχτηκες με χαρά το καθήκον που σου ανατέθηκε. Και τώρα πήγαινε να ετοιμαστείς για το γάμο σου, αυτή θα πρέπει να είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου.
Ο αρχιδικαστής σηκώθηκε νιώθοντας βαριά τα πόδια του αλλά κατόρθωσε να υποκληθεί βαθιά και να αποχωρήσει στητός.

-Με πονάς! Η βάλμα τινάχτηκε όρθια τραβώντας απότομα το χέρι της. Η καρέκλα που καθόταν λίγο έλειψε να αναποδογυρίσει. Ακούμπησε το δάκτυλο στα κλειστά της χείλη και τα πίεσε πάνω του.
Η κοπέλα που περιποιόταν τα νύχια της έβγαλε μια απελπισμένη κραυγή κοιτώντας τη με πόνο. Ήταν εκείνη που την είχε βοηθήσει λίγο πριν με το λουτρό. Ήταν καλή στη δουλειά της, πρόσεχε πολύ τις κυρίες, ποτέ καμιά δεν είχε παραπονεθεί, ούτε η ίδια η βασίλισσα.
-δεν… δεν το ήθελα, κυρία, δεν ήθελα να σας πονέσω. Δεν ξέρω πως μου ξέφυγε, ματώσατε;
Η βάλμα την κοίταξε με μάτια φλογισμένα. Αργά αργά τράβηξε από το στόμα της το χέρι της και το πίεσε στο σημείο που είχε πληγωθεί. Δεν ένιωσε κανέναν πόνο αλλά δεν το άφησε να φανεί στο βλέμμα της.
-Σήμερα παντρεύομαι κι εσύ με πλήγωσες. Θα το πληρώσεις αυτό. Η φωνή της ακουστηκε δυνατή, παραμορφωμένη από την οργή της. Δώσε μου το χέρι σου, αμέσως!
Η κοπέλα θέλησε να τραβηχτεί αλλά δεν πρόλαβε. Η βάλμα την άρπαξε απ’τον καρπό και τη γύρισε προς το μέρος της.
-μείνε ακίνητη, σε παρακαλώ. Άρπαξε το μικρό εργαλείο με το οποίο λίγο πριν της καθάριζε εκείνη τα νύχια και το περιεργάστηκε στο φως. Η μύτη του ήταν αιχμηρή, τη βόλευε.
-θα πάρεις ένα μικρό μάθημα, πιστεύω πως δε θα χρειαστεί να επαναλάβουμε τη διαδικασία. Είσαι έξυπνη κοπέλα. Αργά κι απαλά έσυρε τη μύτη του εργαλείου πάνω στο γυμνό καρπό της κοπέλας που άνοιξε το στόμα να ουρλιάξει από τον τρόμο. Μια λεπτή ματωμένη γραμμή έκανε την εμφάνισή της και μαζί με αυτή ήρθαν και τα δάκρυα.
Τότε την άφησε η Βέλμα ικανοποιημένη. Πήγε και κάθισε στην προηγούμενη θέση της.
-Πώς είπαμε ότι σε λένε; Είμαι καινούρια εδώ, δε θυμάμαι καλά τα ονόματά σας!
-σέλμα. Η κοπέλα έπνιξε τα δάκρυά της και πήρε στο χέρι της ένα λεπτό μεταξωτό μαντιλάκι.
-ωραία, εντάξει, σέλμα, θα το θυμάμαι νομίζω. Ας συνεχίσουμε τη δουλειά μας τώρα. Η ώρα περνάει πολύ γρήγορα.

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε χωρίς κανέναν ήχο κι ο αρχίατρος έκανε την εμφάνισή του. Οι 4 νοσοκόμες που στέκονταν γύρω από το κρεβάτι έσπευσαν να απομακρυνθούν για να του κάνουν χώρο να περάσει.
Ήταν πολύ γέρος, κι όλοι τον εκτιμούσαν απεριόριστα. Είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όλους τους βασιλιάδες των τελευταίων πενήντα χρόνων.
Πλησίασε στο κρεβάτι και τράβηξε τις λεπτές κουρτίνες. Τα μάτια της βασίλισσας άνοιξαν στη στιγμή. Αμέσως μόλις τον αναγνώρισε ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο λευκό της πρόσωπο.
-χαίρομαι πολύ που σε βλέπω, μουρμούρισε και η λεπτή της φωνή ταίριαξε απόλυτα με το θρόισμα του λεπτού υφάσματος.
-Κι εγώ, βασίλισσα μάλφα! Κάθισε προσεκτικά δίπλα της, αυτό το προνόμιο του το είχε χαρίσει ο βασιλιάς λίγους μήνες νωρίτερα.
-λοιπόν; Τι έχω; Νιώθω αδύναμη, το στομάχι μου με πονάει και βλέπω άσχημα όνειρα.
-Ξέρω τα συμπτώματα, βασίλισσα, μην ανησυχείς, ξέρω κι αυτά που δε μου έχεις πει από ντροπή. Μα δεν έπρεπε να διστάσεις.
Εκείνη δε μίλησε από σεβασμό. Έτσι συνέχισε ο γιατρός με τη μουρμουριστή του φωνή.
-δεν έχεις λόγο να είσαι ανήσυχη και λυπημένη. Αυτό που σου συμβαίνει το περίμενες καιρό τώρα, προσευχόσουν να γίνει κάθε βράδυ.
-δηλαδή;
-είσαι έγκυος, βασίλισσα, λίγων εβδομάδων.
Ένα μικρο λεπτό χέρι γλίστρησε από τα σκεπάσματα κι αναζήτησε το δικό του. Εκείνος το χάιδεψε στοργικά.
-είναι σίγουρο;
-Απόλυτα. Ξέρεις πως δε μιλάω ποτέ αν δεν κάνω ό,τι πρέπει για να σιγουρευτώ.
-Μα γιατί νιώθω τόσο άρρωστη;
-επειδή είσαι ακόμη στην αρχή. Σύντομα όλα θα φτιάξουν κι εσύ θα νιώσεις πολύ καλύτερα. Θα πω να σου ετοιμάσουν κάποια ποτά που θα σε βοηθήσουν.
Σηκώθηκε με κόπο.
-ξεκουράσου κι εγώ θα έρθω να σε δω το βράδυ.
-ο βασιλιάς, το ξέρει;
-όχι, μόνο εσύ κι εγώ. Δεν είναι καλύτερο να το ακούσει από εσένα;
-νομίζω πως ναι. Θα τον ειδοποιήσουν τα κορίτσια πως θέλω να τον δω.
Εκείνος κούνησε το κάτασπρο κεφάλι του και βγήκε χαμογελώντας συλλογισμένα. Ήταν γνωστό πως η υγεία της βασίλισσας δεν ήταν η καλύτερη δυνατή.

η άρπα της Αμάντας

Μαρτίου 1, 2011

-Η Ραλκ είναι δική σου, αυτό να το θυμάσαι. Μα ο σκοπός είναι ιερός. Ξέρεις πόσο πολύτιμη είναι, πόσο ξεχωριστή.
-το ξέρω, γι’αυτό τη λατρεύω κι όχι μόνο για την ομορφιά της. Ο κόσμος μας είναι γεμάτος με πανέμορφες γυναίκες, μα καμιά δε διαθέτει την ευστροφία και τη διορατικότητά της. Τη θέλω στο πλευρό μου και κανείς δεν είναι σε θέση να μου τη στερήσει.
-έχετε μπροστά σας την αιωνιότητα μεγάλε θεέ. Τι είναι μερικές μέρες μπροστά της; Η μεγάλη μητέρα μιλούσε ήρεμα αντλώντας από τα ανεξάντλητα αποθέματα γαλήνης που διέθετε.
-κι άλωστε είναι κι εκείνη η προφητεία. Μην την ξεχνάς.
-τις προφητείες τις φτιάχνουν οι θεοί κι οι θεοί τις χαλάνε αν το θελήσουν.
Το γέλιο της μεγάλης μητέρας έμοιαζε πιο πολύ με προειδοποίηση.
-επίτρεψέ μου να σου πω πως εδώ κάνεις λάθος. Ζω πιο πολλά χρόνια από εσένα για να ξέρω πότε και πως δημιουργήθηκε αυτός ο κόσμος. Σε βεβαιώνω πως οι προφητείες υπήρχαν από την αρχή, πολύ πριν οι θεοί αρχίσουν τις μάχες για να μοιράσουν τα αξιώματα. Κανείς δεν τις αμφισβητεί τις προφητείες κι αν κάποιος το κάνει βαριά συμφορά πέφτει πάνω του. Αυτό τουλάχιστον το αναγνωρίζεις, έτσι δεν είναι;
-ναι, το ομολογώ, εδώ έχεις δίκιο. Έχω δει θεούς να αψηφούν προφητείες και να γκρεμίζονται στα πιο βαθιά σκοτάδια. έΕχω δει θεούς να αμαρτάνουν κάνοντας όσα δεν τους επιτρέπονταν, όπως η Στρίλντα. Τη θυμάμαι πολύ καλά. Δε θέλω να έχω την τύχη της, δε θέλω να πέσω σε δυσμένια.
-το ξέρω, κι ούτε θα άφηνα να γίνει αυτό. Γι’αυτό σου λέω, άσε τη ραλκ να φύγει χωρίς να ρωτάς πιο πολλά. Δε με εμπιστεύεσαι; Εγώ δεν ήμουν που σε βοήθησα τότε;
-ναι, εσύ. Ας είναι, είσαι θεά, θα σε εμπιστευθώ και πάλι μα αν κάτι συμβεί στη ραλκ θα διαλύσω τους αγγέλους της αλήθειας, αυτό να το θυμάσαι. Η μεγάλη μητέρα συνοφριώθηκε ελαφρά μα δεν είπε τίποτα. Κανείς δε μπορούσε να πειράξει εκείνη την ομάδα αλλά δεν υπήρχε λόγος να το αναφέρει.
-κι επιπλέον, συνέχισε ο θεός της θάλασσας, θα βάλουμε κάποιο όριο σε αυτό. Δε θα γυρίσει η ραλκ όποτε θελήσεις εσύ, αλλάόποτε το θελήσω εγώ, αλλιώς δε θα φύγει από εδώ.
-σύμφωνοι. Πόσο χρόνο έχει στη διάθεσή της για να ολοκληρώσει την αποστολή της;
Ο Κραντ είχε μόλις τελειώσει το μεσημεριανό του φαγητό που ήταν πολύ λιτό. Ο προσωπικός του μάγειρας σχεδόν καθημερινά του πρότεινε να του ετοιμάσει μια εκπληκτική ποικιλία φαγητών και γλυκών αλλά ο σύμβουλος αρνιόταν πεισματικα επιμένοντας στις παλιές του συνήθιες. Πίστευε πως για να μείνει καθαρός έπρεπε να απέχει από κάθε μορφή απόλαυσης σε τούτον τον κόσμο. Διάβαζε πολύ κι είχε αρχίσει να ασπάζετε τις απόψεις ενός παλιού συγγραφέα που δε ζούσε πια. Εκείνο το μεσημέρι έφαγε ακόμη πιο λιτά, αγγίζοντας μόλις το φαγητό και το ποτό των φρούτων που του είχαν ετοιμάσει. Η θλίψη τον βάραινε κι ήξερε καλά πως θα περνούσαν μέρες ώσπου να απαλαγεί από το μεγαλύτερο μέρος της. Ο βασιλιάς ήταν φίλος του, είχαν πολεμήσει μαζί, είχαν περάσει τόσα πολλά και τώρα είχε εγκαταλείψει τον κόσμο των ζωντανών. Θα τον συναντούσε άραγε και πάλι κάπου αλλού;
Στέναξε πικραμένος και ξάπλωσε στο σκληρό του κρεβάτι. Του χρειαζόταν λίγη ανάπαυση. Έκλεισε τα μάτια διώχνοντας για λίγο μακριά την εικόνα του άψυχου τρυπημένου σώματος που είχε δει λίγο νωρίτερα. Ο αρχιερέας που το εξέταζε για ώρες μαζί με τον αρχίατρο τον είχε βεβαιώσει πως ο θάνατος ήρθε πολύ γρήγορα, χωρίς πόνο σχεδόν. Κι αυτό του χάρισε λίγη ανακούφιση. Ωστόσο δεν υπήρχε αμφιβολία πως επρόκειτο για δολοφονία. Αυτό από μόνο του ήταν κάτι πολύ παράξενο αφού είχαν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από την τελευταία φορά που κάποιος βασιλιάς είχε δολοφονηθεί. Αλήθεια πώς τον έλεγαν; Προσπάθησε να θυμηθεί χωρίς αποτέλεσμα κι αυτό τον παραξένεψε πολύ γιατί παρά τα χρόνια του η μνήμη του ήταν άριστη.
Τότε ήταν που άρχισε να αισθάνεται μια έντονη πίεση να ασκείται στο μέτωπό του ενώ το μυαλό του άρχισε να μουδιάζει. Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε στη βιβλιοθήκη του που ήταν κατάφορτη από χοντρούς δερματόδετους τόμους. Δε δυσκολεύτηκε να εντοπίσει αυτόν που του χρειαζόταν. Ο τίτλος του ήταν απώθηση. Τον άνοιξε αποφασιστικά και βρήκε γρήγορα τη σελίδα που έψαχνε. Ύστερα κρατώντας τον ανοιχτό επέστρεψε στο κρεβάτι κι άρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα. Λίγη ώρα αργότερα η πίεση άρχισε να εξασθενεί.
Έγειρε και ξάπλωσε ξανά αρχίζοντας να σκέφτεται. Το όνομα του βασιλιά που είχε δολοφονηθεί ήταν σίλιαν. Μα τι είχε πάθει λίγο πριν; Σαν να δεχόταν κάποιου είδους επίθεση. Δεν ήταν απρόσβλητος τελικά. Μπορεί να μην είχε δυσκολευθεί να την αποκρούσει αλλά πρώτη φορά χρειάστηκε να ανατρέξει σε κείνον τον τόμο για τον εαυτό του. Έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός στο μέλλον.
-πρέπει να φας και να ξεκουραστείς, αλλιώς δε θα αντέξεις για πολύ. Η ραλτίνα ακούμπησε με προσοχή το μεγάλο δίσκο πάνω στο τραπέζι. Μέσα σε αυτόν ήταν τοποθετημένα τα αγαπημένα φαγητά της πριγκίπισσας όπως επίσης και τοκεικ με φρούτα και κρέμα που ετοίμαζε το πρωί η μαγείρισσα.
-δε θέλω, ραλτίνα, πριν λίγο είδα τον πατέρα μου νεκρό. Δε θέλω να φάω.
-όλοι σε χρειάζονται εδώ μέσα αμάντα. Σε λίγες μέρες θα φορέσεις το στέμμα.
-πότε; Ξέρεις; Τι όριζεται γι’αυτό;
-δεν είμαι βέβαιη, ο Κραντ θα σε ενημερώσει, μη σε απασχολεί. Έλα, κάνε μια προσπάθεια για μένα. Αν φας, θα σου πω κείνο που λέγαμε το πρωί. Η κοπέλα σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι. Κάθισε και τράβηξε μπροστά της ένα πιάτο.
-σε ακούω.
-λοιπόν, καταλαβαίνω πως δεν ήσουν προετοιμασμένη για όλα αυτά. Ξέρω πως νιώθεις αβοήθητη, μπερδεμένη.
-ναι, έτσι είναι λοιπόν;
-σκεφτόμουν, δηλαδή έψαχνα έναν τρόπο για να σε βοηθήσω.
-Και; Κάτι βρήκες;
-Μμμ, ναι, κατι σκεφθηκα. Χρειαζομαστε χρυσάφι αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα αφού θα γίνεις βασίλισσα. Έχεις άλωστε και προσωπική περιουσία.
-έχω αλλά δε σε καταλαβαίνω. Η Αμάντα έκοψε μια μπουκιά κρέας.
-Γνωρίζεις τη μάγισσα ρέντα;
-όχι, ποια είναι αυτή;
-Ζει σε τούτη τη χώρα πάνω από εκατό χρόνια και δεν αποκαλύπτει σε κανέναν το μυστικό που την κρατά ακόμη στη ζωή. Την έπιασε αιχμάλωτη ο βασιλιάς και την έφερε εδώ, τότε στη μάχη της κόκκινης φωτιάς που έγινε όταν εσύ ήσουν λίγων μηνών. Έχεις ακούσει να μιιλάνε γι’αυτή, έτσι δεν είναι; Εγώ τη θυμάμαι καθαρά.
-ναι, κάτι έχω ακούσει, λοιπόν;
-να, εγκατέστησε κάπου τη ρέντα γεμίζοντάς τη με πλούσια δώρα. Σε αντάλλαγμα εκείνη του πρόσφερε τις υπηρεσίες της. Πιστεύω πως αν συνεχίσεις την παράδοση θα δεχθεί να σε βοηθήσει. Δεν έχει πέσει ποτέ έξω.
-Αλήθεια; Τα μάτια της πριγκίπισσας άστραψαν.
-πΟύ κατοικεί;
-δεν ξέρω ακριβώς μα θα μάθω.
Πώς;
-μη σε νοιάζει. Πες μου μόνο αν θέλεις να κανονίσω να πάμε να τη βρούμε.
-Φυσικά, ίσως φανεί χρήσιμη. Μα θα είσαι κι εσύ κοντά μου, έτσι δεν είναι;
-βέβαια, δική μου δεν ήταν η ιδέα; Θέλω άλωστε πολύ να τη γνωρίσω. Έχω ακούσει πολλά για αυτή.
-εντάξει, κανόνισέ το κι όταν έχεις κάποιο νέο ενημερωσέ με. Ελπίζω να είναι τόσο καλή όσο λένε.
-όσο γι’αυτό, να είσαι σίγουρη. Δε θα σε απογοητεύσει, θα το δεις.

Σεμίρα

Μαρτίου 1, 2011

Κεφάλαιο δεύτερο
Η βάλμα σηκώθηκε από την καρέκλα όπου καθόταν ώρα τώρα φέρνοντας στο νου της τα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Όλα είχαν γίνει γρήγορα, όπως τα ήθελε. Μα δεν ήταν απόλυτα χαρούμενη. Κάτι μέσα της την πονούσε. Ήταν η θύμιση της οικογένειάς της, η σκέψη της μητέρας και της αδερφής της που της προκαλούσαν κάποια ανεξήγητη ταραχή. Ποτέ της δεν έτρεφε βαθιά συναισθήματα για τις δυο τους αλλά αναγνώριζε πως εκείνες τουλάχιστον την αγαπούσαν. Πάντα της φέρονταν με καλοσύνη την οποία εκείνη αδυνατούσε να εκτιμήσει.κι ό,τι κι αν έκανε δε θα κατόρθωνε ποτέ να τις ξεχάσει ολοκληρωτικά. Μπορεί να μην την καταλάβαιναν αλλά θα αποτελούσαν πάντα ένα κομμάτι του παρελθόντος της. Πού να ήταν, τι να σκέφτονταν για κείνη; Πίστευε πως η αδερφή της θα έκανε κάποιες προσπάθειες να τη βρει αλλά οι αλλαγές που είχε προκαλέσει η ίδια στον εαυτό της θα τη δυσκόλευαν πολύ. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να την ανακαλύψουν, θα της κατέστρεφαν τα σχέδια.
Τίναξε το κεφάλι προσπαθώντας να διώξει αυτές τις σκέψεις μακριά. Είχε πολύ καλύτερα πράγματα να κάνει.
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της κι έκανε νόημα σε μια νεαρή γυναίκα να μπει μέσα. Ήταν ώρα να αρχίσει να ετοιμάζεται.
-Είστε έτοιμη για το λουτρό; Η κοπέλα που μόλις είχε μπει στο δωμάτιο ήταν κοντή κι αρκετά γεμάτη. Κρατούσε στο χέρι της ένα υπέροχο αραχνούφαντο ύφασμα το οποίο προοριζόταν για την κυρά της.
-Ναι, είναι όλα εντάξει;
-Φυσικά.
-τα ρούχα για την τελετή; Τα κοσμήματα;
-είναι όλα όπως τα θέλετε, να είστε σίγουρη γι’αυτό.
-ωραία. Η βάλμα κούνησε το κεφάλι. Ήξερε πως το ζεστό νερό θα την έκανε να νιώσει σύντομα καλύτερα.
-Ξέρεις πού είναι ο αρντάν;
Η κοπέλα τύληξε αμήχανα το ρούχο γύρω από το μπράτσο της.
-έμαθα πως ο βασιλιάς τον ζήτησε λίγο μετά το ξημέρωμα.
Η Βάλμα ανασήκωσε τα φρύδια της εμφανώς ταραγμένη.
-Κι εμένα γιατί δε μου το είπε κανείς; Έκανε ένα βήμα μπροστά τρομάζοντας την υπηρέτρια.
-ο κύριος Αρντάν έδωσε εντολή να μη σας ανησυχήσουμε. Είπε πως θα επέστρεφε σύντομα. Ζήτησε να σας βοηθήσουμε με τις προετοιμασίες της τελετής. Συγγνώμη αν σας δυσαρέστησα.
-Ας είναι. Η Βάλμα αναστέναξε. Αν ωστόσο συμβεί ξανά κάτι τέτοιο θα με ενημερώσεις αμέσως, εντάξει;
Η κοπέλα έγνεψε καταφατικά τρέμοντας ακόμη.
-Και τώρα πάμε στο λουτρό, δεν έχουμε πολύ χρόνο. Υπάρχουν τόσα πολλά που πρέπεινα γίνουν!
Βγήκαν από το δωμάτιο. Η αγωνία της συνεχώς μεγάλωνε κι αυτό δεν της άρεσε. Ο αρντάν δεν της είχε πει λέξη για την επικείμενη συνάντηση χθες το βράδυ, πράγμα που σήμαινε πως όλα είχαν γίνει ξαφνικά. Ο βασιλιάς γνώριζε πως θα παντρευόταν σήμερα, τι να ήθελε άραγε από εκείνον; Μήπως ήθελε να του δώσει ο ίδιος το δώρο του για το γάμο;
Αυτή ήταν μια πιθανότητα. Ο Αρντάν δούλευε χρόνια για το βασιλιά με απόλυτη αφοσίωση στο πρόσωπό του. Φρόντιζε όλες τις κρατικές υποθέσεις κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να τον ικανοποιήσει. Μήπως είχε έρθει η ώρα να ανταμειφθεί; Βέβαια η θέση του μέσα στο παλάτι ήταν πολύ ισχυρή. Ήταν ο αρχιδικαστής του παλατιού, κι όλοι τον εκτιμούσαν. Κι αυτός ήταν ο λόγος που την έκανε να ανταποκρηθεί αμέσως στο φλερτ του. Ήταν σημαντικό πρόσωπο εκεί, και θα γινόταν ακόμη σημαντικότερο αν φερόταν έξυπνα, γι’αυτό της άρεσε.
Μπήκε στο λουτρό έχοντας ξεχάσει εντελώς την παρουσία της υπηρέτριας. Μόνο για καλό θα τον φώναζε κοντά του ο βασιλιάς, δε μπορεί να είχε κάνει κάποιο λάθος ο Αρντάν. Μα ακόμη κι αν αυτό είχε συμβεί, εκείνη θα φρόντιζε να τα διορθώσει όλα. Θα έκρινε όταν μάθαινε. Υπήρχαν πολλοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να ενεργήσει.
Ο αρντάν υποκλίθηκε μπροστά στο βασιλιά και στους συγκεντρωμένους συμβούλους κι έπειτα κάθισε στη θέση που του υπέδειξαν. Ήταν ανήσυχος, κάτι δεν του άρεσε σε τούτη την πρόσκληση. Ο βασιλιάς γνώριζε πως ετοιμαζόταν να παντρευτεί, δε θα τον ενοχλούσε αν δεν υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος. Μόνο κάποιο σοβαρό παράπτωμα ή μια επιδοκιμασία για κάτι καλό που είχε κάνει θα τον έφερναν στην αίθουσα του θρόνου αυτό το πρωινό.
-Ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση στο κάλεσμά μου. Ο βασιλιάς, ένας άνδρας γύρω στα 45, σηκώθηκε σβέλτα. Γνωρίζω πως παντρεύεσαι σε λίγες ώρες. σΟυ εύχομαι κάθε ευτυχία. Θα παραστώ βέβαια στο γάμο σου αν οι υποχρεώσεις μου το επιτρέψουν μα δε σε κάλεσα γι’αυτό. Πρέπει να μιλήσουμε για κάτι άλλο, πολύ σοβαρό.
-Ο αρντάν θέλησε να σηκωθεί για να υποκληθεί ξανά αλλά εκείνος τον εμπόδισε με ένα νεύμα.
-μέρες τώρα προσπαθούσα να αποφασίσω τι δώρο να σου κάνω αγαπητέ μου αΡντάν. Με υπηρετείς θαυμάσια, κάνεις πάντα πολλά περισσότερα από όσα σου ζητάω κι αυτό δεν το ξεχνάω.
Καθημερινά, οι σύμβουλοί μου φροντίζουν να με ενημερώνουν για τις επιτυχίες σου. Μόλις πριν μια εβδομάδα λοιπόν, ο Ραλφ με ενημέρωσε πως εσύ ήσουν που ετοίμασες το υπόμνημα για τη συντεχνία εκείνων των εμπόρων που προσπάθησαν να κλέψουν τη βασιλική περιουσία.
Χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι για να δείξει έναν ηλικιωμένο άνδρα που καθόταν στο κέντρο των συμβούλων. Ο Αρντάν τον ήξερε καλά. Ήταν άριστος νομικός κι ένας από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του βασιλιά. Πάντα ήθελε να έχει καλές σχέσεις μαζί του γι’αυτό το λόγο. Ήξερε πως θα μπορούσε να τον βοηθήσει πολύ ο άνθρωπος αυτός. Ήθελε να φτάσει πολύ ψηλά ο αρντάν, κι έπρεπε να κάνει πολλά για να το πετύχει. Αν δεν ήταν αρεστός στους συμβούλους τότε όσο σκληρά κι αν δούλευε δε θα τα κατάφερνε ποτέ.
Κι έτσι μίλησε μελιστάλαχτα, έπρεπε ννα δείχνει δουλοπρεπής.
-σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, βασιλιά μου. Έκανα ό,τι μπορούσα. Πάνω απ’όλα το καλό του στέμματος, μόνο έτσι θα υπάρχει ευημερία εδώ. Νομίζω πως η τιμωρία γι’αυτούς ήταν η κατάλληλη.
-Και βέβαια ήταν, κι αυτό φανερωνει πως διαθέτεις ένα λαμπρό μυαλό, κι επιπλέον πως γνωρίζεις άριστα τους νόμους και τις βασιλικές επιταγές. Έτσι δεν είναι ραλφ;
-Ασφαλώς βασιλιά μου, έτσι ακριβώς. Ο Ραλφ καθάρισε διακριτικά το λαιμό του κι αφού υποκλίθηκε σιώπησε περιμένοντας τη συνέχεια μαζί με τους υπόλοιπους.
-γι’αυτό λοιπόν, κατέληξα στο συμπέρασμα πως σου αξίζει να φτάσεις πολύ ψηλά. Κι όλοι εδώ μέσα είμαστε σύμφωνοι γι’αυτό.
Ο βασιλιάς πήγε και στάθηκε μπροστά του.
-άκου τι σκέφθηκα για σένα, αρχιδικαστή! Σου αναθέτω την εξυγείανση και αναδιαμόρφωση της νομοθεσίας του τόπου. Έχεις ένα χρόνο στη διάθεσή σου για να δουλέψεις πάνω στο ποινικό δίκαιο. Θέλω να ετοιμάσεις ένα νέο νομοθετικό κώδικα, κατά πολύ βελτιωμένο από τους προηγούμενους. Γνωρίζεις πόση ανάγκη το έχει αυτό το βασίλειο. Σε ένα χρόνο ακριβώς θα μου παραδώσεις το έργο σου. Κι εγώ με τους συμβούλους θα κρίνουμε τη δουλειά σου. Αν φέρεις σε πέρας την αποστολή σου, τότε θα γίνεις ένας από τους ανωτερους συμβούλους του στέμματος. Αν όχι, όλα τα αγαθά σου θα περάσουν σε εμένα.δε σου αξίζει η μετριότητα, αρντάν, ούτε κι εμένα άλωστε!
Ο αρντάν πάγωσε, αυτό που άκουγε είχε γλυκόπικρη γεύση. Τον ανασττάτωναν βαθιά εκείνες οι λέξεις. Πίεσε το νύχι στο μεγάλο του δάκτυλο για να βεβαιωθεί πως δεν ονειρευόταν. Η κατάσταση απαιτούσε ψυχραιμία. Μόλις του είχαν ανοίξει μια πόρτα, δεν έπρεπε να την αφήσει να γίνει βάραθρο.
Αυτό που του ζητούσε ο βασιλιάς τον ξεπερνούσε. Δεν ήταν η καλοσύνη που το είχε φέρει αυτό στο δρόμο του, ούτε η γεναιοδωρία του. Ήταν βέβαιο πως κάποιοι από τους συμβούλους δεν τον συμπαθούσαν κι έβαζαν λόγια στο βασιλιά. Μα εκείνος θα επιβίωνε. Θα είχε δίπλα του την πιο όμορφη γυναίκα του παλατιού, τη Βάλμα. Ήταν πιο όμορφη κι από την ίδια τη βασίλισσα.
-Αλήθεια, αρντάν, πες μας για τη γυναίκα σου! Ο βασιλιάς είχε ξανακαθίσει στο θρόνο του αλλάζοντας απότομα θέμα. Αυτή ήταν μια από τις αγαπημένες του τακτικές.
-όλοι εδώ, ανυπομονούμε να τη γνωρίσουμε αφού έχουμε ακούσει τόσα για τη μυθική της ομορφιά. Ως πότε θα την κρατάς κλεισμένη στα διαμερίσματά σου;
Ο αρντάν χαμογέλασε. Η κοπέλα εκείνη ήταν πολύτιμη γι’αυτόν. Κι είχε πολλούς λόγους να μην την παρουσιάζει ακόμη στο βασιλιά και το συμβούλιο. Το είχε καθυστερήσει επίτηδες όσο περισσότερο μπορούσε.
-βασιλιά μου, είπε όσο πιο επιβλητικά μπορούσε, αν μας τιμήσετε με την παρουσία σας απόψε θα τη γνωρίσετε. Εκείνη θα χαρεί πολύ. Κι όσο για κείνο που ρωτήσατε, δεν είναι πως την κρατώ κλεισμένη εκεί μέσα με τη θέλησή μου, απλά δεν έχει συνηθίσει ακόμη το ρυθμό αυτού του παλατιού. Σύντομα θα είναι έτοιμη να αναλάβει τις υποχρεώσεις που της αναλογούν εδώ μέσα.