Archive for Απρίλιος 2011

Η άρπα της αμάντας

Απρίλιος 19, 2011

Η μεγάλη μητέρα κάθισε δίπλα στην πηγή κι άρχισε να συγκεντρώνεται. Έκλεισε τα μάτια κι έφερε στο νου της το κρυστάλινο παλάτι της θεάς. Λίγες στιγμές αργότερα είχε μεταφερθεί εκεί. Η στρίλντα ήταν μόνη. Έδειχνε χαρούμενη. Με μια πιο προσεκτική ματιά η μεγάλη μητέρα διαπίστωσε πως ετοίμαζε ένα γιορτινό τραπέζι κι αυτό την ξάφνιασε. Η στρίλντα δεν έτρωγε σχεδόν ποτέ, εκτός από κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Τι να είχε συμβεί άραγε; Τι ήταν αυτό που δε γνώριζε. Κοίταξε το τραπέζι, υπήρχαν εκεί τρια σερβίτσια. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Ένα για τη Στρίλντα, ένα για τη Λίγκρα, και το τρίτο… Αυτό ήταν, το τρίτο σερβίτσιο προοριζόταν για το δάλκιρ. Αμέσως μόλις έκανε αυτή τη σκέψη εγκατέλειψε το παλάτι και μπήκε ξανά στο σώμα της. Δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο είχε επισκεφθεί εκείνη την πηγή με το νερό των θαυμάτων. Αλλάζοντας περιβάλλον, καθάρισε εντελώς το μυαλό της κι έφερε στη σκέψη της τη δάρκα. Το ξωτικό δεν άργησε να ανταποκριθεί και λίγα λεπτά αργότερα έπαιρνε τη θέση του δίπλα της. Η μεγάλη μητέρα το καλωσόρισε θερμά.
-Πώς είσαι καλή μου; Ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον. Έχεις ξεκουρασθεί καλά;
-ναι, πολύ καλά μεγάλη μητέρα, χρησιμοποίησα το φίλτρο που μου έδωσες τότε που αρρώστησα. Ήταν πολύ αποτελεσματικό.
-χαίρομαι γι’αυτό. Και οι πνευματικές σου δυνάμεις;
Η δάρκα την κοίταξε ξαφνιασμένη.
-Το ξέρεις καλά πως δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Κανείς δε μπορεί να ξεπεράσει τη Ραλκ σ’αυτό.
-το ξέρω μα εκείνη έχει τη δική της αποστολή. Γνωρίζεις πως τα ίχνη του δάλκιρ χάθηκαν από χθες το βράδυ; Όταν τον είδε η ραλκ για τελευταία φορα βρισκόταν σε δύσκολη θέση.
-για να είμαι ειλικρινής δεν το ήξερα. Βλέπεις δεν έκανα καμιά προσπάθεια να επικοινωνήσω μαζί του. Η δάρκα χαμήλωσε τα μάτια ντροπιασμένη.
-Πώς αυτό; Απαίτησε η μεγάλη μητέρα. Αφού εσύ τον λατρεύεις, νιώθεις πολύ ξεχωριστά γι’αυτόν.
-ναι, μητέρα, έχεις δίκιο. Μα ήταν ο φόβος για τη ζωή του που με εμπόδισε να του στείλω κάποιο μήνυμα. Δεν είμαι σίγουρη πως μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου. Αν η προσπάθια δεν πετύχαινε τότε θα με κυρίευε ο φόβος και δε θα ήξερα που να ψάξω να τον βρω.
-Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Μα αφού τον αγαπάς, θα πρέπει και να τον αναζητάς.
-ίσως και να έχεις δίκιο μα ο Δάλκιρ δε θα γίνει ποτέ δικός μου.
-Αυτό δεν έχει σημασία μα δεν ξέρεις ποτέ τι πρόκειται να γίνει στο μέλλον. Ωστόσο δε σε κάλεσα γι’αυτό. Έχω μια αποστολή να σου αναθέσω.
-Τι είδους αποστολή;
-θέλω να μπεις στο παλάτι και να συντροφεύεις την Αμάντα. Δε θέλω να σε δει κανείς. Θα κρατάς κρυμμένη την υλική σου υπόσταση κινούμενη μόνο με το πνεύμα. Η αμάντα κινδυνεύει, θα είσαι για κείνη ο φύλακας άγγελός της. Αν δε χανόταν ο δάλκιρ θα έστελνα τη ραλκ που γνωρίζει καλύτερα το παλάτι και επικοινωνεί πιο συχνά με τα πνεύματα. Αλλά είμαι σίγουρη πως κι εσύ θα τα πας πολύ καλά. Η δάρκα πήγε να διαμαρτηρηθεί αλλά η θεά των ξοτικών τη σταμάτησε με την επόμενη φράση της.
-Και για να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις σου γιατί δεν προσπαθείς να δεις που βρίσκεται και τι κάνει η Ραλκ; Η Δάρκα νικημένη έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Για μια στιγμή η εικόνα της ραλκ εμφανίσθηκε μπροστά της αλλά την επόμενη είχε εξαφανισθεί.
-βλέπεις μητέρα, μου είναι αδύνατο.
-Μην τα παρατάς τόσο εύκολα. Η πριγκίπισσα χρειάζεται βοήθια και προστασία. Κι εγώ χρειάζομαι τις υπηρεσίες σου. Μάθε πως αν αποτύχεις η αδελφότητα μας θα συγκαλέσει συμβούλιο για να διαπραγματευθεί την παραμονή σου στους κόλπους της.
-γιατί μου φέρεσαι τόσο σκληρά μητέρα; Ξέρεις πως είμαι πολεμίστρια. Θα κάνω ότι μπορώ, αλλά δεν ξέρω αν θα πετύχω.
-Γι’αυτό σου μιλάω έτσι, για να πετύχεις. Σε χρειαζόμαστε κοντά μας. Λοιπόν, προσπάθησε ξανά.
Η ραλκ ακούμπησε το σακίδιό της πάνω σε μια λεία κι ολοστρόγγυλη πέτρα και κοίταξε τα πρασινωπά νερά του ποταμού. Η ζέστη ήταν αφόρητη κι ο πειρασμός ακατανίκητος. Μόνο που αυτά τα νερά δεν τα κυβερνούσε ο σύζυγός της. Κι έτσι δε θα μπορούσε να είναι σίγουρη για την ασφάλειά της. Το σκεφτόταν ακόμη καθώς πλησίαζε το νερό. Ήταν γλυκό και δροσερό κι εκείνη ένιωθε να φλογίζεται από μια παράξενη θέρμη. Μα τι θα μπορούσε επιτέλους να της συμβεί εκεί μέσα; Δε θα την προστάτευαν τα πνεύματα; Έδεσε το κοχύλι πιο σφιχτά γύρω από το λαιμό της κι ετοιμάστηκε να βουτήξει.
Το νερό ήταν υπέροχο, σχεδόν μαγικό. Κι εκείνη η φλόγα που την τύληγε σιγά σιγά εξασθενούσε κι αυτό της άρεσε πολύ. Είχε να κάνει μακρύ ταξίδι και η δροσιά ήταν πολύτιμος σύμμαχος. «Μόνο πεντε λεπτά», υποσχέθηκε ωστόσο στον εαυτό της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και βυθίστηκε ολόκληρη στο νερό. Τα μακριά μαλλιά της χάθηκαν κι αυτά τελευταία κάτω από την επιφάνειά του.
Άκουσε για πρώτη φορά το κάλεσμα όταν αισθάνθηκε την ανάγκη για αέρα κι αυτό την αναστάτωσε. «Ραααααλκ, εδώωω»! Η φωνή εκείνη ήταν του δάλκιρ, ήταν βέβαιη. Βιαστικά, έβγαλε το κεφάλι της από το νερό και πήρε άλλη μια ανάσα. Ύστερα, βούτηξε ξανά και προσπάθησε να διακρίνει ό,τι υπήρχε κοντά της. Τα μόνα που έβλεπε ήταν κάποιες παράξενες κρυσταλικές πέτρες που είχαν διάφορα σχήματα και χρώματα καθώς επίσης και κάποια άγνωστα σε κείνη φυτά χωρίς καρπούς. Για μια στιγμή έκανε να τα πλησιάσει αλλά η φωνή την πρόλαβε.
«όχι Ραααλκ, όοοοοχι, φύγε από εκεί». Πανικός την κατέλαβε κι άρχισε να κολυμπά γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ωστόσο η σκέψη της ήταν καθαρή και διαυγής αφού ο φόβος δεν είχε φτάσει ακόμα τόσο βαθιά μέσα της. Έτσι, προσπάθησε να στείλει ένα μήνυμα σε κείνον ευχόμενη να το λάμβανε. «πΟύ είσαι; Πού»; Προς μεγάλη της έκπληξη η απάντηση δεν άργησε να έρθει.
«Φύγε Ραλκ, γρήγορα»! Μα αυτή τη φορά η φωνή δεν ερχόταν από τόσο μακριά και δεν ήταν δύσκολο να προσδιορίσει την κατεύθυνση. Την άκουγε από τα δεξιά. Η απόφαση είχε ληφθεί χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Αφού ο δάλκιρ κινδύνευε θα έκανε τα πάντα για να βρεθεί κοντά του.
Το πνεύμα αρχηγός, άρχισε να στέλνει απεγνωσμένα μηνύματα ζητώντας της να γυρίσει πίσω και να βγει από το νερό. Μα εκείνη δεν άκουγε κανέναν. Κολυμπούσε προς τα δεξιά φωνάζοντας το όνομα του αγαπημένου της. Κι εκείνος της απαντούσε προφέροντας ξανά και ξανά το δικό της όνομα, μα άλλο τίποτα δεν έβγαινε από τα χείλη του.
Είδε τη σπηλιά λίγο πριν προσκρούσει στα τοιχώματά της. Λίγες στιγμές πριν μπει άκουσε καθαρά το πνεύμα αρχηγό να ουρλιάζει μια εντολή. «Βγες έεεεεξωωωωω, φύυυγεεεε»! Μα ήταν ήδη πολύ αργά. Η ραλκ έμπαινε στη σπηλιά.
-Την είδα, την είδα. Η φωνή της δάρκα βγήκε κοφτή γεμάτη ένταση. Δε μπορώ να το πιστέψω. Τι θα κάνουμε τώρα;
-ηρέμησε, σε παρακαλώ. Μη σκέφτεσαι τίποτα αυτή τη στιγμή, τίποτα εκτός από την αποστολή σου.
-Μα η ραλκ…
-βλέπεις πως όταν θέλεις τα καταφέρνεις μια χαρά; Μη νοιάζεσαι, ξέρει καλά να προστατεύει τον εαυτό της. Η μεγάλη μητέρα ακουγόταν παράξενα ήρεμη. Όσο για το τραγούδι της πηγής, είχε σταματήσει από ώρα.
-Πήγαινε δάρκα, έχεις πολλά να κάνεις.
-μα θα την αφήσεις απροστάτευτη;
-όχι βέβαια, εγώ, τα πνεύματα και οι μοίρες είμαστε κοντά της. Δε θα αφήσουμε να πάθει κακό.
Η δάρκα σηκώθηκε να φύγει μα η ψυχή της ήταν βαριά. Αυτό δεν είχε πει και για το Δάλκιρ την προηγούμενη μέρα η μεγάλη μητέρα; Άρχισε να απομακρύνεται μαλώνοντας τον εαυτό της. Έπρεπε να την εμπιστευεται πιο πολύ.

Η μοίρα, τα βιβλία και τα μονοπάτια

Απρίλιος 5, 2011

Πάντα με βασάνιζε μια σκέψη, από τότε που άρχισα δηλαδή να μπορώ να συλλογιζομαι κάτι περισσότερο από τις δουλειές και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, αναρωτιόμουν τι βρίσκουν οι άνθρωποι στα βιβλία και πιο συγκεκριμένα στα μυθιστορήματα κάθε είδους.
Το κουβέντιαζα κυρίως με τη μητέρα, τους καθηγητές και τους φίλους που μοιράζονταν τις ίδιες ανησυχίες και το ίδιο έντονο πάθος με εμένα για τα βιβλία.
Οι πιο πολλοί έλεγαν πως αυτό που μας σπρώχνει προς αυτά είναι η ανάγκη μας να ξεφύγουμε για λίγο από τη δική μας καθημερινότητα, να αφήσουμε στην άκρη το άγχος για αυτά που μπορούν κι αυτά που δε μπορούν να γίνουν, και να χαθούμε σε άγνωστους κόσμους.
Οι κόσμοι αυτοί ήταν πραγματικοί πολλές φορές, γήινοι και σκληροί κι απόλυτα ρεαλιστικοί.
Κάποτε μάλιστα ήταν τόσο ωμοί που προκαλούσαν σε εμάς τους αναγνώστες ανατριχίλα.
Με αυτούς τους κόσμους θα ασχοληθώ σήμερα και με αυτούς τους ανθρώπους που δε γνωρίζουν τίποτα από μαγικά φίλτρα, ξόρκια κι όλα τα συναφή. Θα αποτυπώσω εδώ λίγες απλές σκέψεις για αυτούς τους ανθρώπους που οι μόνοι κινητήριοι μοχλοί στη ζωή τους είναι ο έρωτας, ο θάνατος και το κάθε λογής καθαρό κι αμόλυντο δυνατό συναίσθημα.
Εγώ λοιπόν,τότε που ερχόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με τις ατσάλινες εκφάνσεις της ζωής, όταν η κουβέντα ερχόταν σε κάποιο βιβλίο που ξετυληγόταν μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, έλεγα πως αυτό που υποστήριζανδεν ήταν λογικό και πως η αναζήτηση βιβλίων με παρόμοιο περιεχόμενο φάνταζε σχεδόν όμοια με σαδισμό, όταν το έβλεπε κάποιος από αυτή τη σκοπιά, αφού δεν είναι δυνατό να αποτινάξουμε τον εαυτό μας,ούτε να τρυπώσουμε πλάι στη φωτογραφία ενός άλλου ανθρώπου ακόμη κι αν μας μοιάζει.
Κι όταν με ρωτούσαν γιατί αφηνόμουν να θλίβομαι και να κλαίω συμπάσχοντας με τους ήρωες που έλεγαν και μια διαφορετική ιστορία, μπερδευόμουν και συχνά απέφευγα να απαντήσω.

Αυτό γινόταν πριν από αρκετά χρόνια.
Τώρα ομολογώ πως ένιωθα μια μεταφυσική σχεδόν έλξη προς αυτά τα βιβλία αλλά όσο κι αν πάσχιζα δεν κατόρθωνα να εξηγήσω το γιατί, δεν είχε φτάσει ακόμη ο καιρός για να γίνει αυτό.
Μα,σήμερα πια, που το διάβασμα αποδεικνυέται για μένα ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη, έχω σκεφθεί αρκετές πιθανές απαντήσεις.
Η μια και σημαντικότατη κατά την άποψή μου είναι πως μέσα από το διάβασμα αυτών των βιβλίων βρίσκουμε την κάθαρση, τη λύτρωση και πότε πότε τη γαλήνη μα όχι τη λησμονιά.
Δε διαβάζουμε για να ξεχάσουμε τα όσα μας συμβαίνουν, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που τα συναντάμε σε κάποια σε λίδα και η ανασα μας κόβεται στη στιγμή.
Εγώ, όταν μου συμβαίνει αυτό ανατριχιάζω με το ένα μου μισο να αγωνίζεται να σταματήσει και να πετάξει το βιβλίο και με το άλλο να παλεύει για μια ακόμη παράγραφο.
Σχεδόν πάντα υπερισχύει το δεύτερο αφού ψάχνω να βρω κι εγώ μια λύση στο κάθε μου πρόβλημα που πραγματεύονται οι συγγραφείς.
Δεν είναι λίγες οι φορές που η λύση που κρύβεται σε κάποια από τις τελευταίες σελίδες έρχεται να φανερωθεί, προσφέροντάς μου μια έντονη κι ολοκληρωτική ανακούφιση.
Και τότε νιώθω κάτι σαν μικρή δικαίωση που δεν αφέθηκα να εγκαταλείψω το βιβλίο.
Άλλοτε πάλι, η λύση δεν έρχεται, ή όταν έρχεται δε με βρίσκει καθόλου σύμφωνη. Τότε αρχίζουν οι αμφιταλαντεύσεις η αγωνία και τα ερωτηματικά για την αναζήτηση του σωστού δρόμου.
Μα κι όταν ακόμη ο δρόμος που ακολουθώ δεν είναι αυτός που χάραξαν οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου η λύτρωση με επισκέπτεται ξανά επειδή έστω και την τελευταία στιγμή κάταλαβα τι έπρεπε να προσπεράσω, τι να αποφύγω και τι να προσέξω.
Γιατί μέσα από τα λάθη και τα σφάλματα των ηρώων έβλεπα σχεδόν πως θα κυλούσε η ζωή μου αν είχα κάνει κι εγώ τις ίδιες επιλογές με αυτούς.
Με κάποια βιβλία του είδους νιώθω μια βαθιά ταραχή, κι ένα αληθινό ρίγος όταν παρακολουθώ τη μοίρα να παίρνει το πάνω χέρι, έτοιμη να κόψει και να ξαναδέσει το νήμα της ζωής. Τότε γυρίζω πίσω, στην αρχαία ελληνική τραγωδία, και βλέπω τα σημάδια της παντού.
Δε θέλω να πω με αυτό πως οι άνθρωποι είναι άβουλα πιόνια που αδυνατούν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, να την ορίσουν και να πάρουν τα ρίσκα τους. Όλοι κάποτε διακινδυνεύουν, όλοι νιώθουν αυτό τον έντονο κόμπο στο λαιμό και στο στομάχι που είναι προάγγελος των μεγάλων καθοριστικών αλλαγών της ζωής.
Τότε η καρδιά χτυπάει δυνατά και το μυαλό παγωμένο προσπαθεί να συνεχίσει την κίνησή του.
Όμως η μοίρα που τόσο πολύ έχει τραγουδηθεί, η μοίρα που τόσες φορές της έχουν χαρίσει κι ένα διαφορετικό γυναικείο πρόσωπο είναι εκείνη που ρίχνει τους ανθρώπους στα διλήματα.
Κι εδώ πια οι σελίδες των βιβλίων μπερδεύονται με την πραγματικότητα και τα φιδογυριστά μονοπάτια της ζωής, κι όλα γίνονται ένα.
Αφού οι άνθρωποι είτε μέσα στις σελίδες είτε έξω από αυτές στριφογυρίζουν, γλιστρούν χορεύοντας ή συγκρούονται με τον εαυτό τους ή μεταξύ τους, κάνοντας πάντα βόλτα σε αυτά τα μονοπάτια.
Κι είναι τα σοκάκια αυτά φτιαγμένα από μυρωδάτα και απαλά ροδοπέταλλα,φτιαγμενα από πλεγμένα στεφάνια αγκαθιών, ή κι από σκληρές πέτρες που γεμίζουν τα πόδια πληγές.
Άνθρωποι δίνουν σάρκα σε αύλα όντα της φαντασίας, άνθρωποι γεμίζουν το χαρτί με μικρά στριμωγμένα γράμματα, κι άνθρωποι γυρνούν μια μια τις σελίδες τρέμοντας κι αδημονώντας.
Κι όταν τα μηνύματα των συγγραφέων βρίσκουν τον τελικό τους προορισμό, τότε πια άνθρωποι κλαίνε με τη δυστυχία άλλων ανθρώπων, κι άνθρωποι γελάνε στις χαρές και τα ευχάριστα γεγονότα.
κΙ όσο πιο δυνατό είναι το δέσιμο ανάμεσα στους ανθρώπους της σάρκας και του αίματος με κείνους του χαρτιού και των περιορισμένων γραμμάτων, τόσο καλύτερα έχει κάνει τη δουλειά του ο συγγραφέας.

το δώρο

Απρίλιος 2, 2011

Θα θυμάστε σίγουρα οι περισσότεροι το τελευταίο κείμενο που έβαλα εδώ με προσωπικό περιεχόμενο, στο οποίο αναρωτιόμουν για την ποιότητα και την αντοχή των ηλεκτρονικών σχέσεων.
Το θέμα εξακολουθούσε να με απασχολεί και τις επόμενες μέρες μετά την ανάρτηση αλλά τα σχόλιά σας και τα γεγονότα που ακολούθησαν με βοήθησαν να σχηματίσω μια πιο σαφή εικόνα γι’αυτά τα πράγματα.
Ευχαριστώ λοιπόν για τα σχόλια, κράτησα κάτι διαφορετικό από το καθένα.
Κάποιος είπε πως είναι ωραίες αυτούτου είδους οι επαφές ακόμη κι αν δε συναντηθούν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί, ακόμη κι αν δε γίνουν ποτέ καρδιακοί φίλοι.
Κι έτσι είναι. Όταν κάτι είναι γραμμένο να γίνει, γίνεται, και στη ζωή την ίδια και στον ηλεκτρονικό χώρο.
Μα όταν πάλι κάτι δεν είναι να πραγματωθεί, ε τότε δεν πραγματώνεται όσο κι αν παλέψουν γι’αυτό όλες οι πλευρές.
Κάποιος άλλος πάλι, ανέφερε πως οι σχέσεις είναι ακριβώς οι ίδιες, απλά στη μια περίπτωση οι άνθρωποι συναντιούνται και καταθέτουν ότι έχουν ο ένας στον άλλον ενώ στην άλλη περίπτωση όλα αυτά γίνονται με τη βοήθια μιας οθόνης κι ενός πληκτρολογίου.
Κι αν τύχει κι ένα πρόσωπο χαθεί από τη ζωή ενός ανθρώπου, τότε ο πόνος είναι ίδιος αν είναι δυνατός κι αληθινός.
Και με αυτό συμφωνώ. Έτσι είναι.
Αυτά όλα σκεφτόμουν όταν ήρθε να προστεθεί στις σκέψεις κι ένα τυχαίο κι απλό συμβάν.
Λίγες μέρες πριν χάζευα σε μια ηλεκτρονική κοινότητα για καλούς αναγνώστες και συγγραφείς κάθε επιπέδου και κουβέντιαζα σε κάποιο υποφορουμ για ένα συγγραφέα και μια σειρά βιβλίων με θέμα το φανταστικό.
Κάποιος προσφέρθηκε να μου στείλει την αρχή της σειράς.
Έμεινα να διαβάζω το μήνυμα για αρκετή ώρα, ξαφνιασμένη από το διαφορετικό και το άγνωστο.
Δεν είχα μιλήσει ποτέ με αυτόν τον άνθρωπο δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε ένα μήνυμα, κι όμως, προσφέρθηκε να με βοηθήσει.
Κάποτε έδιωχνα το άγνωστο μακριά, προσπαθώντας να προστατευθώ από οτιδήποτε πίστευα πως θα μπορούσε να με απειλήσει. Μα σήμερα έχω αλλάξει κάπως, καμιά φορά τολμώ να πω πως το καλώ κιόλας.
Ο λόγος που κάνω αυτή την ανάρτηση δεν είναι το ίδιο το περιεχόμενο του δώρου αλλά η χειρονομία, την οποία βρήκα μαγική για την ίδια της την απλότητα και αμεσότητα.
Δε χωράει αμφιβολία πως θα το απολαύσω το δώρο, ως εκεί που δεν παίρνει μάλιστα, όμως αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους, αυτό που εγώ το αποκαλώ μαγική αμεσότηττα, είναι κάτι μοναδικό.
Θα τολμήσω να πω πως όταν αποφάσιζα να κάνω κάποιο δώρο η προσφορά ήταν για κάποιο πολύ κοντινό μου πρόσωπο. Μήπως όμως ήρθε η ώρα να αλλάξει αυτό; Έχω την αίσθηση πως ο καθένας μας έχει κάτι που δε χρειάζεται, το οποίο επιθυμεί κάποιος άλλος. Γιατί να μην το χαρίσουμε; Γιατί να μην είμαστε πιο ανοιχτοί και προσιτοί;
Μήπως ένα από τα πιο πολύτιμα πράγματα που μας διαμορφώνουν και μας επηρεάζουν είναι οι εμπειρίες;
Νομίζω πως χωρίς τις εμπειρίες δεν έρχονται οι αναμνήσεις, και χωρίς τις αναμνήσεις δε θα είμαστε ποτέ έτοιμοι για νέες εμπειρίες.
Αυτά επι προσωπικού,ν ομίζω πως ήρθε η ώρα να επιστρέψω στις ιστορίες μου, που στολίζουν το πετράδι και είναι ο λόγος που αυτό φτιάχτηκε.
Μα κάτι μου λέει πως πολύ σύντομα θα προκύψει το θέμα που θα φέρει την επόμενη παρόμοια ανάρτηση.