Archive for Μαΐου 2011

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαΐου 31, 2011

13.
Η μέριλιν ξύπνησε λίγο μετά τις δέκα το πρωί. Δεν έμεινε στο κρεβάτι ούτε λεπτό. Η πρώτη της σκέψη αμέσως μόλις άνοιξε τα μάτια της ήταν η κόρη της. Φόρεσε τις γούνινες παντόφλες της κι έτρεξε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Για λίγο έμεινε πάνω από την κούνια να την παρατηρεί, φαινόταν ήρεμη. Έτσι δεν την ξύπνησε για να την ταίσει, το φαγητό θα μπορούσε να περιμένει λίγη ώρα. Μπήκε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει ένα ζεστό τσάι με άρωμα βατόμουρου. Όση ώρα έψαχνε μέσα στα διάφορα φακελάκια οργάνωνε το πρόγραμμα εκείνης της ημέρας. Με χαρά διαπίστωνε πως η διάθεσή της είχε βελτιωθεί κατά πολύ από την προηγούμενη. Δε μπορούσε να βρει την αιτία γι’αυτό αλλά ούτε κι ενδιαφερόταν και πολύ.
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, μόλις είχε ετοιμάσει το τσάι. Το πήρε και μπήκε γρήγορα στο σαλόνι όπου ήταν η συσκευή.
-εμπρός;
-Καλημέρα μέριλιν. Η δροσερή φωνή της Ανζελίν έφτασε πεντακάθαρη ως τα αφτιά της.
-Καλημέρα, τι κάνεις;
-Καλά είμαι. Ξύπνησα πριν δυο ώρες. Πήγα για ψώνια και μόλις επέστρεψα. Εσύ; Νυσταγμένη ακούγεσαι. Η μέριλιν σταμάτησε να ανακατεύει το τσάι της με το ασημένιο κουταλάκι και ήπιε μια μικρή γουλιά. Έκαιγε ακόμη.
-όχι δε νυστάζω καθόλου, μόνο που τώρα ξύπνησα, δηλαδή πριν λίγο.
Η Ανζελίν γέλασε δυνατά.
-Αλήθεια; Δε σε ξύπνησε η μικρή μας;
-όχι, κι απορώ γιατί. Από τη στιγμή που την έβαλα στο κρεβάτι χθες δεν την άκουσα ξανά. Ίσως επειδή ήταν κουρασμένη.
-κουρασμένη; Γιατί; Τι κάνατε χθες; Η μέριλιν άρχισε ξανά να ανακατεύει το τσάι της. Απάντησε χωρίς δισταγμο.
-Χθες βράδυ πήγαμε μια βόλτα.
Η Ανζελίν τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο τηλέφωνο το οποίο δεν ήταν ασίρματο. Η φίλη της μόλις είχε πει κάτι ενδιαφέρον.
-Βόλτα; Πώς κι αυτό; Πού πήγατε;
-Στο λιμάνι. Είχα ανάγκη να βγω από το σπίτι. Ήπιε άλλη μια γουλιά κι αυτή τη φορά η θερμοκρασία την ικανοποίησε.
-Καλά έκανες. Μόνο που είχε λίγο κρύο χθες.
-Ναι, κι αυτός ήταν ο λόγος που επιστρέψαμε νωρίς. Φοβήθηκα για τη μικρή. Πήρε βαθιά ανάσα θέλοντας να πει κι άλλα αλλά την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Ωστόσο η ανζελίν την ήξερε καλά κι όταν μίλησε η φωνή της ακούστηκε ήρεμη μα σίγουρη.
-κάτι έγινε χθες, δεν είναι έτσι;
-τι θέλεις να πεις;
-τίποτα, απλά ρωτάω τι συνέβη.
Η μέριλιν το σκέφθηκε. Αφού τα μοιραζόταν σχεδόν όλα μαζί της γιατί να μην της μιλούσε και για τη συνομιλία της με τον Ιγνάτιο;
-εντάξει, κάτι έγινε αλλά δεν είναι και τόσο σημαντικό! Χθες συνάντησα κάποιον στο λιμάνι.
Η Ανζελίν άρχισε να τραβάει το καλώδιο του τηλεφώνου.
-πΟιον;
-τον αντικαταστάτη του Πατέρα τόνιο. Σταμάτησε πάλι. Η απάντηση της ακούστηκε ξερή και στην ίδια.
Η Ανζελίν κράτησε την ανάσα της.
-ήταν κι εκείνος στο λιμάνι;
-ναι. Τον λένε Ιγνάτιο.
Η ανζελίν έμεινε σιωπηλή για λίγο αλλά τελικά πήρε την απόφασή της. Δε θα της έλεγε τίποτα, θα έκανε την ανήξερη.
-αλήθεια; Πότε ήρθε;
-Χθες νομίζω.
-Πώς είναι;
Η μέριλιν το σκέφθηκε. Δυσκολευόταν να βρει τις σωστές λέξεις. Αν και είχε διαβάσει χιλιάδες περιγραφές ανδρών δεν της ήταν εύκολο να φτιάξει κι εκείνη μια. Ωστόσο η μορφή του ήταν ολοζώντανη μέσα της.
-Με ακούς; Η Ανζελίν μίλησε ξανά.
-ναι, σκεφτόμουν. Είναι νομίζω ωραίος άνδρας, νέος θα έλεγα κι όχι άσχημος.
Η Ανζελίν χαμογέλασε. Αυτά ήταν αρκετά για την ώρα. Δεν ήθελε να την πιέσει περισσότερο.
-Τι είπατε;
-να σου πω την αλήθεια μιλήσαμε για πολλή ώρα. Του άρεσε το μωρό, τη χάιδευε και της μιλούσε γλυκά.
-θα είναι καλός άνθρωπος. Σταμάτησε να τραβάει το καλώδιο για να κάνει την επόμενη ερώτηση.
-σε ρώτησε ποια είσαι;
-ναι, είπε πως ήθελε να μας γνωρίσει όλους σιγά σιγά.
Η καρδιά της άλλης γυναίκας χτυπησε γοργά. Όλα είχαν γίνει πιο γρήγορα από ό,τι είχε ελπίσει.
-λογικό το βρίσκω. Τον βρίσκεις συμπαθητικό;
-Ναι, φυσικά. Τον άφησα ωστόσο λίγο αργότερα επειδή έπρεπε να γυρίσουμε πίσω. Το μωρό νύσταζε. Του είπα πως θα τα ξαναπούμε στην εκκλησία.
Η ανζελίν προσπάθησε ανεπιτυχώς να κρύψει τη χαρά της.
-Αλήθεια; πΟλύ ωραίο ακούγεται. Αποφάσισες να έρθεις ξανά;
-μα ναι, τι περίμενες; Φυσικά και θα έρθω ξανά. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κλάμα του μωρού.
-Να σε αφήσω τώρα; Νομίζω πως πρέπει να ετοιμάσω πρωινό.
-εντάξει. Ξέρεις… έλεγα να έρθω σε λίγο εκεί, αν θέλεις. Έχουμε καιρό να…
-Έλα, θα σε περιμένω. Ναι, έχουμε καιρό.
Γέλασαν και η μέριλιν έκλεισε το τηλέφωνο.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαΐου 30, 2011

-Δεν τον έχω δει αυτόν τον πίνακα. Μα με τι ασχολείστε; Μήπως η δουλειά σας σχετίζεται με την τέχνη; Ο άνδρας ανασήκωσε τους ώμους χαμογελώντας ξανά.
-Όχι δυστυχώς. Την τέχνη τη λατρεύω, μα δεν την υπηρετώ, τουλάχιστον όχι έτσι όπως το θέσατε. Είμαι ιερέας.
Η Μεριλιν ανασήκωσε ξαφνιασμένη τα φρύδια της.
-αλήθεια; Δεν το περίμενα.
-γιατί όχι; Μόλις σήμερα έφτασα, θα πάρω τη θέση του Τόνιο. Τον γνωρίζατε υποθέτω.
-μα ναι, πολύ καλά. Τον εκτιμούσα πολύ. Ώστε σήμερα φτάσατε, γι’αυτό δε σας είχα ξαναδεί. Πίστευα πως ανήκατε στους ρομαντικούς εκείνους παραθεριστές που επιλέγουν να ζουν κοντά στη θάλασσα ακόμη και το χειμώνα. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε το κλάμα του μωρού. Η μέριλιν άρχισε να το χαιδεύει μιλώντας του ξανά. Ο Ιγνάτιο τους παρακολουθούσε σιωπηλός, μην τολμώντας να τους διακόψει. Κάποτε το κλάμα έσβησε και τότε η κοπέλα στράφηκε πάλι προς το μέρος του.
-Αφού λοιπόν θα μείνετε μαζί μας θα έχουμε την ευκαιρία να τα ξαναπούμε. Δυστυχώς πρέπει να γυρίσω στο σπίτι για να τη βάλω για ύπνο. Έχουμε ήδη αργήσει.
-ζητάω συγγνώμη αν ήμουν η αιτία αυτής της καθυστέρησης. Απόλαυσα την κουβέντα και θα σας περιμένω ξανά.
Έσφιξαν ξανά τα χέρια κι η Μέριλιν άρχισε να απομακρύνεται. Μόνο μια φορά στράφηκε να τον δει πιστεύοντας πως εκείνος δεν την παρακολουθούσε πια. Μα έκανε λάθος. Ο Ιγνάτιο περίμενε ώσπου να τη χάσει από τα μάτια του κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στη θάλασσα.
Η Μέριλιν μπήκε στο σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Ένιωθε τήψεις, σχεδόν αδικιολόγητα πολλές αφού το μωρό ήταν καλά τυληγμένο και προστατευμένο στην αγκαλιά της. Μόνο που αντί για μερικά λεπτά η βόλτα τους είχε διαρκέσει κάτι λιγότερο από μια ώρα.
Άφησε την τσάντα της στο διάδρομο και μπήκε στο μπάνιο ανάβοντας τα φώτα στο πέρασμά της. Με γρήγορες κινήσεις που γίνονταν όλο και πιο σταθερές έγδυσε το μωρό και σταθεροποιώντας το στον ώμο της για μια στιγμή, άνοιξε τη βρύση για να ελέγξει τη θερμοκρασία του νερού. Την επόμενη στιγμή τραβούσε γρήγορα το δάκτυλό της, το νερό έκαιγε. Άρχισε να πλένει το μωρό με το ειδικό σαπούνι που μύριζε γάλα και μέλι, ενώ σιγοτραγουδούσε κι ένα νανούρισμα. Μα δεν ήταν σίγουρη αν το έλεγε σε κείνο ή στον εαυτό της. Το νερό επέδρασε ευεργετικά πάνω στο μωρό που άρχισε και πάλι να χαμογελάει ευτυχισμένο.
Όταν τέλειωσε με το μπάνιο, το έντυσε με τα ρουχαλάκια του ύπνου και πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν ήδη ώρα για ύπνο. Κι αφού το είχε ταίσει αμέσως πριν φύγουν, η διαδικασία θα επαναλαμβανόταν αργά τη νύχτα. Το έβαλε με προσοχή στην κούνια κι ύστερα βγήκε αφού πρώτα το φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού. Ήξερε καλά πως δε θα αργούσε να κοιμηθεί.
Έπειτα, άρχισε και η ίδια να ετοιμάζεται για τη βραδινή της ξεκούραση. Καθώς περνούσε από το σαλόνι για να πάρει το βιβλίο της είδε το κουτί με τα μπισκότα στον καναπέ και συνειδητοποίησε πως σχεδόν δεν είχε φάει τίποτα όλη εκείνη τη μέρα μα δεν πεινούσε πολύ. Ωστόσο αφού έκανε ένα ζεστό μπάνιο κι άπλωσε στο σώμα και στο πρόσωπό της κρέμες με άρωμα φρούτων του δάσους, μπήκε ξανά στην κουζίνα. Βιαστικά έφτιαξε ένα σαντουιτς με τυρί κι αγκούρι κι άρχισε να τρώει τακτοποιώντας πλυμένα πιάτα και μαγειρικά σκεύη. Πάντα της άρεσε να κάνει δουλειές το βράδυ, αθόρυβα βέβαια για να μην ταράξει τον ύπνο της κόρης της. Όταν τέλειωσε κι αυτό, πήρε ξανά το βιβλίο της και ξάπλωσε στο μεγάλο της κρεβάτι. Ένιωθε το σώμα της κρύο και μουδιασμένο, το νερό δεν είχε βοηθήσει πολύ στη δική της περίπτωση. Μα αυτό δεν την πείραζε. Τυλήχτηκε πιο σφιχτά με το πάπλωμα και άνοιξε το βιβλίο. Μα λίγα λεπτά αργότερα κατάλαβε πως δεν είχε όρεξη για διάβασμα. Εκείνο το ανάγνωσμα ήταν πολύ βαρύ κι αυτό το έβλεπε σε κάθε σελίδα. Σήμερα δεν το άντεχε. Το έκλεισε και το ακούμπησε δίπλα της. Κι ύστερα έκλεισε τα μάτια της κι άλλαξε πλευρό. Ήταν ώρα να κοιμηθεί. Λίγες στιγμές πριν σφραγίσουν τα βλέφαρά της ήρθε στο νου της η μορφή του άνδρα που γνώρισε το ίδιο βράδυ. Και μαζί με αυτήν έφτασε στα αφτιά της η φωνή του καθώς ζητούσε να μάθει το όνομά της. Την επόμενη στιγμή, είχε περάσει στη χώρα των ονείρων.
Ο Ιγνάτιο μπήκε στο δωμάτιό του την ίδια ώρα που το μωρό της μέριλιν είχε αποκοιμηθεί. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, τραβώντας τα αργά αργά, φανερά αφηρημένος. Τον απασχολούσαν πολλά, κι αυτό δεν ήταν παράλογο.
Όταν λίγο αργότερα τέλειωσε με τη φροντίδα του εαυτού του, έβαλε να παίζει ένα εκκλησιαστικό κομμάτι εκτελεσμένο από τον αγαπημένο του οργανίστα και κάθισε σε μια καρέκλα για να σκεφθεί. Δεν αισθανόταν ίχνος νύστας. Μα ποτέ δεν κοιμόταν πολύ. Την είχε συναντήσει τυχαία, αμέσως μόλις βγήκε από την εκκλησία, δεν είχε χρειασθεί να περιμένει καθόλου. Η Ανζελίν είχε δίκιο, ήταν καλλιεργημένη κι ευαίσθητη. Ήταν κι όμορφη, αυτό δεν το είχε πει για πολλές γυναίκες. Διέθετε οξυμένο πνεύμα και ζεστό χαμόγελο. Όπως ακριβώς την είχε περιγράψει. Κι ακόμη είχε δει για μια στιγμή κάτι σχεδόν αδιόρατο να περνά από τα μάτια της, αλλα για την ώρα δε θα το λογάριαζε αυτό. Το κομμάτι τέλειωσε κι άρχισε ξανά από την αρχή, κι έτσι οι σκέψεις του δε διακόπηκαν καθόλου. Πότε θα ερχόταν άραγε στην εκκλησία; Μήπως αύριο, μαζί με την Ανζελίν; Μπα, αυτό δεν ήταν πιθανό. Μάλλον θα χρειαζόταν να περιμένει κάμποσο, εκτός κι αν εκείνη το αποφάσιζε. Του είχε πει άλωστε πως θα μιλούσαν ξανά σύντομα. Άρα έτσι θα γινόταν.
Ξάπλωσε τελικά με τη σκέψη πως δεν είχε ζητήσει να μάθειτ ο όνομα που είχε διαλέξει για την κόρη της. Σίγουρα θα είχε διαλέξει για κείνη ένα όνομα εξείσου όμορφο με το δικό της.

Η άρπα της Αμάντας

Μαΐου 21, 2011

Η Λίγκρα κι ο Δάλκιρ μπήκαν στο κρυστάλινο παλάτι. Η νεράιδα που είχε κουραστεί από το βάρος των όπλων τα ακούμπησε με θόρυβο στο δάπεδο και έπειτα γονάτισε και η ίδια. Αργά και προσεκτικά, πήρε στα χέρια της τον πολεμιστή που έδειχνε να κοιμάται κι άρχισε να προφέρει τη μαγική της φράση. Όπως ήταν αναμενόμενο ο πολεμιστής απέκτησε ξανά το κανονικό του μέγεθος και το σπαθί βρέθηκε στο χέρι του. Για λίγο έμεινε εξτατικός να κοιτά το παλάτι κι όλα όσα ήταν άγνωστα γι’αυτόν μα έπειτα μίλησε με βαθιά φωνή.
-πού είμαστε; Δεν το’χω ξαναδεί ετούτο το παλάτι. Η Λίγκρα γέλασε και τον πήρε από το χέρι.
-είναι λογικό να μην το έχεις ξαναδεί ποτέ. Είναι κρυμμένο από τα μάτια όλων σχεδόν των πλασμάτων. Εγώ το ξέρω επειδή εδώ μέσα έχω ζήσει αμέτρητα χρόνια. Ανήκει σε μια μεγάλη αλλά ξεχασμένη για τους πολλούς θεά, το όνομά της είναι στρίλντα.
-έχω ακούσει να μιλούν γι’αυτήν, δεν είναι η κόρη της φωτιάς;
-ναι, ακριβώς. Η νεράιδα γέλασε παρασέρνοντάς τον στο βάθος ενός διαδρόμου.
-πίστευα πως δεν υπήρχε πια.
-Ω ναι, αυτό πιστεύουν οι πιο πολλοί σε τούτον τον κόσμο αλλά γελιούνται. Η στρίλντα υπάρχει και μια μέρα που δεν αργεί να φτάσει θα δείξει σε όλους την αξία της.
-εσύ την υπηρετείς;
-ναι.
-εκείνη σε έβαλε να δολοφονήσεις το βασιλιά;
-Βέβαια. Μα μη ρωτάς το λόγο, θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους. Ο δάλκιρ στέναξε κι ετοιμάστηκε να κατεβεί ένα σκαλοπάτι που θα τον οδηγούσε στο άγνωστο, όταν ξαφνικά ένιωσε μια δυνατή σουβλιά πόνου στο στήθος του. Έσφιξε τα χείλη για να εμποδίσει την κραυγή να ξεφύγει από αυτά και γονάτισε. Η λίγκρα έσκυψε ανήσυχη από πάνω του.
-τι συμβαίνει πολεμιστή; Πονάς; Ο δάλκιρ τίναξε το χέρι της που είχε απλωθεί για να τον βοηθήσει.
-Μα τι με ρωτάς, εσύ δεν ήσουν που μου το προκάλεσες αυτό; Η νεράιδα πισοπάτησε.
-εγώ δεν έκανα τίποτα αυτή τη φορά. Ο πολεμιστής ετοιμάστηκε να απαντήσει όταν άκουσε τη φωνή της. «δάααααλκιιιιρ»! ήταν αναμφίβολα η φωνή της ραλκ. Πετάχτηκε όρθιος προσπαθώντας να της στείλει μια απάντηση αλλά δεν όριζε τη σκέψη του.
-τι μου έχετε κάνει; Μούγκρισε σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του. Είναι δυνατό να την ακούω;
-Ποια;
-Να μη σε νοιάζει. «ρααααλκ»; πΟύ είσαι»; Το μήνυμα όμως δεν έφτασε ποτέ στον τελικό του προορισμό. Την επόμενη στιγμή εκείνη είχε εξαφανισθεί.
-Οδήγησέ με αμέσως στη θεά σου, πρόσταξε τη Λίγκρα χωρίς να καταλαβαίνει κι ο ίδιος από πού άντλησε αυτή τη δύναμη.
-αυτό σκόπευα να κάνω κι εγώ. Τον τράβηξε ξανά από το χέρι.
Η στρίλντα τους άκουσε να έρχονται και σηκώθηκε να τους υποδεχθεί. Μόλις την πλησίασαν αγκάλιασε δυνατά τη νεράιδα.
-Γύρισες, επιτέλους, δε φαντάζεσαι πόσο ανησύχησα.
-Μα γιατί; Δε λάμβανες τα μηνύματα;
-ναι μα… ήθελα να έρθεις εδώ, να μου τα πεις όλα. Κι ύστερα στράφηκε στο δάλκιρ.
-εσύ ποιος είσαι;
-με λένε δάλκιρ, κι ανήκω στην αδελφότητα των αγγέλων της αλήθειας. Ο πολεμιστής έκανε ένα βήμα μπροστά. Η Στρίλντα γέλασε.
-Μα βέβαια, είσαι ένας από τους προστατευόμενους της μεγάλης μητέρας, τι ωραία έκπληξη.
-Μπράβο, Λίγκρα, καλά έκανες και τον έφερες μαζί σου. Θα μας φανεί χρήσιμος. Τους κάλεσε να καθίσουν κοντά της.
-Η μεγάλη μητέρα τον έστειλε στο παλάτι για να εμποδίσει τη δολοφονία του βασιλιά. Η θεά χαχάνισε.
-είναι έξυπνη, της το αναγνωρίζω, αλλά όχι περισσότερο από εμένα.
-μου αρέσεις Δάλκιρ, έχω σχέδια για σένα.
-τι σχέδια; Εγώ το μόνο που θέλω είναι να φύγω από εδώ. Αυτή η γυναίκα, έδειξε τη Λίγκρα, με μάγεψε… Δεν ξέρω πως παρασύρθηκα μα χρειάστηκαν μόλις λίγα λεπτά.
-το διασκέδασες, βλέπω. Ας είναι, αφού όλα πήγαν καλά.
-μα αν δεν το έκανα ίσως ετούτος ο άνδρας να με είχε σκοτώσει. Είναι πολύ δυνατός.
-δεν αμφιβάλω.
-Να τον μεταμορφώσω ξανά σε ξοτικό;
-Μπα όχι, κάτι έχω σκεφθεί.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, σαν αυτόν που κάνουν δυο μεταλικές πλάκες που συγκρούονται με δύναμη. Η Στρίλντα σηκώθηκε.
-μη φύγετε, έχουμε επισκέπτες, ελπίζω να είναι αυτοί που περιμένω.
Τους άφησε και βγήκε από το δωμάτιο. Έφτασε στην είσοδο του παλατιού όπου την περίμεναν δωδεκα πάνοπλοι πολεμιστές. Ο ένας, αυτός που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός τους, κρατούσε ένα μεγάλο ξύλινο κουτί, σκεπασμένο με βελούδο. Η Στρίλντα τον πλησίασε.
-Ποιο είναι το όνομά σου, στρατιώτη;
-δεν είμαι στρατιώτης μεγάλη θεά. Με λένε Μπρούνλκαλ. Γεννήθηκα για να εκτελέσω αυτή την αποστο λή Τα μάτ ια της θεάς έλαμψαν.
-αν είσαι αυτός που λες, σε καλωσορίζω αφού εγώ ήμουν που διέταξα να έρθεις στον κόσμο. Μπες μέσα λοιπόν μαζί με τους υπόλοιπους. Όσο θα μιλάμε, θα αναπαυθούν. Προχώρησε μπροστά για να τους οδηγήσει κι ο μπρούνλκαλ με τους άλλους την ακολούθησαν.
-ελπίζω αυτό που κουβαλάς να σχετίζεται με τη θεά άραλ.
-μάλιστα μεγάλη θεά, είναι το δώρο της για σένα. Η στρίλντα στράφηκε να τον κοιτάξει για μια στιγμή. Η λάμψη είχε χαθεί από τα μάτια της.
-Η Άραλ με μισεί, πάντα με μισούσε αλλά θα το μετανιώσει. Το ξέρω καλά πως είναι γεμάτη έπαρση επειδή ήταν πάντα μια από τις ευνοούμενες του πατέρα των θεών. Αλλά θα φροντίσω να αλλάξουν τα πράγματα.
-Η άρπα, μεγάλη θεά, είναι υπέροχη. Θα χαρώ να κατοικήσω μέσα της έστω κι αν αναγκαστώ να αποχωρησθώ για λίγο το σώμα μου. Δεν έχω ξαναδεί όμοιά της.
-χαίρομαι που το λες, μα πριν γίνει αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε λίγο ακόμη. Η στρίλντα σταμάτησε έξω από μια μεγάλη αίθουσα γνέφοντας στους υπόλοιπους να μπούνε μέσα.
-είστε κι εσείς εκλεκτοί, τους είπε, καθώς στέκονταν μπροστά της. Θα μιλήσω με τον καθένα σας χωριστά, για να τον ενημερώσω για το έργο του. Μα πριν γίνει αυτό, μπορείτε να ξεκουραστείτε όσο εγώ θα κουβεντιάζω με τον Μπρούνκαλ. Εκεί μέσα θα βρείτε όσα χρειάζεστε. Τους άφησε και συνέχισε το δρόμο της ακολουθούμενη από το Μπρούνκαλ.
Η μεγάλη μητέρα εξακολουθουσε να κάθεται κοντά στο νερό των θαυμάτων. Σκεφτόταν όσα της είχε πει η Δάρκα για τη ραλκ. Σίγουρα τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για κείνη μα δεν ήθελε να φορτώσει παραπάνω τη δάρκα. Είχε κι εκείνη να αντιμετοπίσει πολλά προβλήματα. Όταν της μίλησε η αρχηγός της ομάδας που προστάτευε το Δάλκιρ ξέχασε στη στιγμή κάθε τι άλλο.
-είναι ζωντανός, μεγάλη μητέρα. Τον είδα. Μπήκε σε κείνο το καταραμένο παλάτι. Ήταν μαζί του μια γυναίκα, νέα κι όμορφη.
-Η Λίγκρα, απάντησε η μεγάλη μητέρα. Πώς ήταν;
-Φαινόταν καλά. Εκείνη η γυναίκα του έδωσε πάλι το κανονικό του μέγεθος, αυτή τη στιγμή είναι ο πολεμιστής που στείλατε χθες στο παλάτι.
-είσαι σίγουρη;
-απόλυτα.
-Ωραία, προσπάθησε να επικοινωνήσεις μαζί του.
-Φοβάμαι πως δεν το μπορώ αυτό. Από ό,τι κατάλαβα μόνο όταν στεκεται σε κάποια συγκεκριμένα σημεία του παλατιού είναι δυνατή η επαφή και η επικοινωνία. Τον έχασα σχεδόν αμέσως.
-τότε πρέπει να εντοπίσουμε αυτά τα σημεία. Θα το κάνεις;
-Βέβαια, θα ασχοληθώ με αυτό αμέσως. Το πνεύμα εξαφανίσθηκε.
Η μεγάλη μητέρα αναστέναξε και σηκώθηκε. Άρχισε να απομακρύνεται από το νερό των θαυμάτων φέρνοντας ξανά στο νου της την προφητεία.

σεμίρα

Μαΐου 21, 2011

Κεφάλαιο έβδομο
-Εύχομαι ο δρόμος της ζωής σας να είναι μακρύς και η ευτυχία και η ευημερία σας ατέλειωτες.
Ο βασιλιάς μίλησε δυνατά, ξεκολλώντας με δυσκολία τα μάτια του από τη βάλμα.
-σε ευχαριστούμε πολύ, απάντησε ο Αρντάν, σφίγγοντας ασυναίσθητα το χέρι της κοπέλας. Είμαστε ευτυχείς ήδη που λαμπρύνεις με την παρουσία σου το γάμο μας.
Ο βασιλιάς έμεινε να τους κοιτά για λίγο κι ύστερα ακούμπησε για μια στιγμή τα χέρια στα κεφάλια τους, σαν να τους ευλογούσε.
Κι έπειτα επέστρεψε στη θέση του για να δώσει τη θέση του στον αρχιερέα που εμφανίστηκε την επόμενη στιγμή ως δια μαγείας.
Ο αρντάν και η Βάλμα έφτασαν στο κέντρο της αίθουσας και στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Η τελετή άρχιζε και επίσημα.

-είναι νεκρή, νεκρή! Η σεμίρα είχε μόλις ανοίξει τα μάτια της. Ήταν ξαπλωμένη στο δικό της κρεβάτι και στο μετωπό της ήταν απλωμένο ένα μαντίλι βουτηγμένο σε κολόνια και παγωμένο νερό.
-Ησύχασε, γλυκιά μου, σε παρακαλώ.
Ο Σέλμοντ που την είχε βρει στο πάτωμα λίγη ώρα πριν, είχε καταλάβει τα πάντα βλέποντας τη μητέρα της ξαπλωμένη, ακίνητη κι άκαμπτη.
Τα μάτια της κοπέλας πλανήθηκαν στο δωμάτιο χωρίς να αναγνωρίζουν τίποτα για λίγο αλλά τελικά καρφώθηκαν στο σέλμμοντ γεμάτα ελπίδα και προσμονή.
-Μήπως όχι; Μήπως…
Ο άνδρας έτρεξε κοντά στο κρεβάτι της και την αγκάλιασε τρυφερά.
Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Όταν άρχισε να κλαίει εκείνος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τη σταματήσει.
Μόνο άρχισε να της μιλάει γλυκά, όπως έκανε πάντα.
-σεμίρα, η μητέρα σου έφυγε. Ξέρεις πόσο πολύ είχε κουραστεί. Εκεί που θα πάει θα είναι πολύ χαρούμενη, θα βρει τους γονείς της, την οικογένειά της.
-ναι μα δε θα έχει εμένα. Τη Βάλμα.
Το σώμα της είχε αρχίσει να τρέμει κι ο σέλμοντ την έσφιξε πιο δυνατά πάνω του.
-σεμίρα, πονούσε πολύ, δε θα άντεχε για πολύ έτσι.
-το ξέρεις πως μου ζήτησε να της παίξω πριν λίγο; Της τραγουδούσα κι εκείνη με άκουγε χωρίς να με διακόπτει, αχόρταγα! Τώρα για ποιον θα παίζω; Κι εκείνη πώς θα ακούει μουσική;
Τα δάχτυλα του σέλμοντ μπλέχτηκαν στα μαλλιά της.
-θα παίζεις για μένα, σεμίρα. Είμαι ικανός να σε ακούω ολόκληρα μερόνυχτα.
Εκείνη τον έσπρωξε απότομα κι ανακάθισε.
-δε θα ξαναπαίξω, ποτέ πια, ούτε για σένα ούτε για κανέναν άλλον.
Ο Σέλμοντ έμεινε ασάλευτος για λίγο αλλά τελικά την ξαναπήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη δεν αντιστάθηκε, μόνο άρχισε να κλαίει ξανά, μιλώντας μέσα από τα αναφιλητά της.
-το ξέρεις πως μου χάρισε μια πένα;
-Αλήθεια;
-ναι, μια ασημένια πένα. Είναι υπέροχη, πρέπει να σου τη δείξω. Θέλησε να σηκωθεί μα ο άνδρας δεν την άφησε.
Έβαλε σφιχτά το χέρι του γύρω από τη μέση της.
-θα τη δω αργότερα, όταν νιώσεις καλύτερα. Ως τότε θα σε κρατάω και θα σου μιλάω. Κι εσύ θα μου μιλάς και θα αδειάζεις την ψυχή σου από όσα σε βαραίνουν.
-η αδερφή μου δεν είναι εδώ. Αν ήταν θα έκανε τη μητέρα ευτυχισμένη. Πέθανε με το όνομά της στα χείλη της.
Ήταν σειρά του σέλμοντ να αναστενάξει απαλά. Την ήξερε καλά την ιστορία αυτής της κοπέλας.
-πες μου καλύτερα για την πένα σου, η αδερφή σου δε θέλει να έχει καμιά σχέση μαζί σου.
-γιατί μου μιλάς τόσο σκληρά;
-δεν είμαι σκληρός, το ξέρεις, αγάπη μου. Αν όμως η Βάλμα ήθελε να σας δει θα το έκανε. αΝτίθετα, εκείνη εξαφανίσθηκε. Σε παρακαλώ, πες μου για την πένα.
-είναι πανέμορφη, να δεις πως γλιστρά ανάμεσα στις χορδές, ο ήχος είναι θεσπαίσιος. Κι όταν μου την έδωσε μου είπε πως η πένα αυτή ήταν μαγική.
-Δηλαδή; Την κοίταξε με απορία.
-Να… δεν ξέρω ακριβώς, είπε πως όσοι με άκουγαν να παίζω κρατώντας αυτή την πένα θα μαγεύονταν από το παίξιμό μου.
-αλήθεια; Τότε έτσι θα γίνει.
-δηλαδή την πιστεύεις;
-φυσικά. Δεν έχω ακούσει ποτέ ψέμα από τα χείλη της.
Τα μάτια της κοπέλας γέμισαν δάκρυα κι ο σέλμοντ μετάνιωσε για τα τελευταία του λόγια, το είχε παρακάνει.
-ηρέμησε, ίσως είναι καλύτερα να κοιμηθείς λίγο.
-όχι, δε μπορώ να κοιμηθώ τώρα.
-Ούτε αν σε κρατάω εγώ;
Η σεμίρα δεν είπε τίποτα για λίγο.
-Άκου τι θα γίνει. Θα σου φτιάξω ένα ρόφημα που θα σε βοηθήσει να χαλαρώσεις κι έπειτα θα σε βάλω για ύπνο. Δε θα φύγω αν δεν ξυπνήσεις κι αν δε βεβαιωθώ πως είσαι καλά.
-Με τη μητέρα μου τι θα γίνει;
Το βλέμμα της πλανήθηκε στο χώρο αναζητώντας την.
Ο σέλμοντ της έπιασε τα χέρια.
-Δε θέλω να το σκέφτεσαι αυτό τώρα, θα τα τακτοποιήσω όλα εγώ.
-μα πού είναι;
-την πήρα από εδώ.
-Πότε;
-ήσουν λιπόθυμη, σεμίρα. Σε παρακαλώ ησύχασε. Δεν έπρεπε να μείνει άλλο στο σπίτι, το ξέρεις αυτό.
-το ξέρω.
Ο Σέλμοντ σηκώθηκε και μπήκε στο άλλο δωμάτιο αφήνοντάς τη μόνη.
Τα πόδια της έτρεμαν και τα μάτια της την έτσουζαν. Ξαφνικά η ανάγκη να ξαπλώσει έγινε επιτακτική.
Έπεσε στο κρεβάτι όπως ήταν κι έπαψε να σκέφτεται. Οι ήχοι που έφταναν ως εκεί από το διπλανό δωμάτιο τη νανούρισαν αναπάντεχα.

Ο άνδρας χτύπησε διακριτικά την πόρτα. Δεν είχε ξεχάσει το συνθηματικό τρόπο κι όπως φάνηκε λίγο αργότερα ούτε και η υπηρέτρια.
-καλησπέρα, μάρα, της άπλωσε το χέρι κι εκείνη το έπιασε αναποφάσιστα.
Αυτό που βρήκε μέσα ωστόσο την εκανε να ανοίξει διάπλατα την πόρτα.
-Πώς είστε κύριε Λόρεν; Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω.
Έκρυψε το πουγκί στις πτυχώσεις του ρούχου της και του έκανε νόημα να περάσει στο κεντρικό σαλόνι.
Εκείνος δε δίστασε στιγμή.
-η κυρία σου; Πότε έφυγε;
-εδώ και μια ώρα περίπου. Έπρεπε να κάνει μια τελευταία πρόβα με την ορχήστρα.
Ο Λόρεν έγνεψε δείχνοντας της το μπαρ.
Εκείνη που κατάλαβε δεν έχασε χρόνο, γνώριζε καλά τις προτιμήσεις του.
-ναι, ξέρω, αυτό ακριβώς λογάριαζα να κάνει, είναι τελειομανής.
Η υπηρέτρια του έδωσε το ποτό του και στράφηκε προς την πόρτα μην ξέροντας τι να κάνει.
-Τα χρήματα που σου έδωσα είναι αρκετά για να περάσεις κάμποσο καιρό χωρίς να χρειάζεται να δουλέψεις, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;
-ναι, και σας ευχαριστώ πολύ. Τι άλλο μπορώ να κάνω για εσάς;
Ο λόρεν ήπιε μια γουλιά. Ήταν ευχαριστημένος, η Μάρα ήταν έξυπνη, θα τον διευκόλυνε.
-τι θα’λεγες να φύγεις από το παλάτι σήμερα; Θα μείνεις σε κάποιο ξενοδοχείο με το φίλο σου κι από αύριο βλέπουμε.
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι. Είχε ήδη αποφασίσει.
-θα το κάνω, υποθέτω πως η κυρία μου δε θα με αγκαλιάσει όταν κάποτε με ξαναδεί.
-σωστά υποθέτεις. Θα σε βρω εγώ σε λίγες μέρες και θα βρούμε μια λύση.
-τι σκοπεύετε να κάνετε;
-Ποιο είναι το όνομα του τελευταίου εραστή της;
Η μάρα χλώμιασε αλλά η ματιά που της έριξε την έκανε να μιλήσει την επόμενη στιγμή.
-φάρεν, είναι μέλος της ορχήστρας. Είναι μόλις 18.
-Α έτσι, μαλιστα. Ο Λόρεν έξυσε το πηγούνι του συλλογισμένος. Είναι όμορφος;
-ναι μα όχι περισσότερο από εσάς. Δεν ξέρω τι του βρίσκει.
-Αυτό θα το μάθουμε σύντομα. Λοιπόν, δε θα της πω πως έφυγες για την ώρα, θα μάθει μόνο πως ένιωσες άσχημα και πήγες για ύπνο, σύμφωνοι;
-σύμφωνοι.
-Πολύ καλά. Και τώρα πήγαινε να ετοιμαστείς, δε θέλω να πάει κάτι στραβά την τελευταία στιγμή.
Η μάρα έκανε να φύγει μα κάτι σκέφθηκε και μίλησε ξανά.
-δε γίνεται να μην αποκαλύψετε πως σας άνοιξα;
-Γιατί; Μόνο αυτός θα είναι ο λόγος για να δυσαρεστηθεί μαζί σου;
Εκείνη ξερόβηξε.
-όχι, αλλά αυτή θα είναι η αρχή, μια πολύ κακή αρχή.
Ο λόρεν γέλασε.
-μείνε ήσυχη, είπε χτυπώντας την τσέπη του. Έχω κλειδί, θα της το δείξω. Ήθελα απλά να σε δοκιμάσω, να βεβαιωθώ για την εμπιστοσύνη και τις καλές προθέσεις σου.
Η μάρα το σκέφθηκε για λίγο κι ύστερα βγήκε από τοσαλόνι σφίγγοντας πάνω της τα ρούχα της. Τα είχε καταφέρει ανέλπιστα εύκολα. Θα έφευγε από εκεί μέσα.
Ο Λόρεν έγειρε πίσω στη θέση του ρουφώντας αργά αργά το ποτό του. Τελικά όλοι εδώ μέσα ήταν διεφθαρμένοι, το χρήμα άνοιγε στόματα κι έλυνε τις γλώσσες.
Και η μάρα δεν αποτελούσε την εξέραιση στον κανόνα, δεν είχε πέσει έξω μαζί της.

σεμίρα

Μαΐου 6, 2011

Κεφάλαιο έκτο
Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και η ατμόσφαιρα βαριά από τα αρώματα των κυριών κι από τη μυρωδιά των αρωματικών κεριών που στόλιζαν τα βάζα πάνω στα τραπέζια. Παντού στις άπειρες πολυθρόνες με τα κεντητά σκεπάσματα κάθονταν άνδρες και γυναίκες, ντυμμένοι με τις επίσημες φορεσιές τους. Φορούσαν όλοι τα πιο ακριβά τους κοσμήματα, και η λάμψη τους ήταν τόσο δυνατή που δύσκολα άντεχε κάποιος να την κοιτάει για πολύ.
Στις πρώτες θέσεις κάθονταν οι τιτλούχοι του παλατιού, οι αυλικοί αξιωματούχοι, οι ανώτεροι υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί.
Αμέσως μετά ήταν οι γιατροί, οι νομοθέτες και οι δάσκαλοι κι ακολουθούσαν όλοι οι υπόλοιποι στη σειρά, ανάλογα με τα αξιώματά τους.
Όλες οι γυναίκες ήταν ντυμένες με ακριβές τουαλέτες φτιαγμένες από υπέροχα υφάσματα που είχαν αγοραστεί ακριβώς γι’αυτό το σκοπό από τους εμπόρους που κατέφθαναν καθημερινά στη χώρα.
Ο βασιλιάς μπήκε, λίγα λεπτά πριν την έναρξη της τελετής, κι όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του. Ακούστηκαν χίλια θροίσματα μεταξένιου υφάσματος κι όλοι σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν βαθιά. Εκείνος τους έγνεψε να καθίσουν κι έπειτα πήρε κι εκείνος τη θέση του στην πρώτη γραμμή των καθισμάτων.
Μόλις ξανακάθισαν όλοι επικράτησε απόλυτη σιγή για να αντικατασταθεί αμέσως μετά από τους ήχους μιας μπάντας.
Ο βασιλιάς λάτρευε τη μουσική και διάλεγε τους καλύτερους καλλιτέχνες που έρχονταν από τα πέρατα της οικουμένης για να του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Η μουσική καταλάμβανε σημαντικότατη θέση στη ζωή του παλατιού, και συνόδευε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, χαράς και λύπης, επιτυχίας κι αποτυχίας.
Οι πιο εκλεκτοί από αυτούς τους μουσικούς στελέχωναν τη βασιλική μπάντα, που μαζί με τον οργανίστα αναλάμβανε να ντύσει μουσικά όλες τις πολυτελείς εκδηλώσεις.
Τα μέλη της εξαμελούς μπάντας άρχισαν να παίζουν έναν σκοπό που περνούσε γρήγορα από την φθαρτή και ψεύτικη κοσμικότητα στη θρησκευτική γλυκήτητα. Κανείς τους δε φαίνονταν, αφού ήταν όλοι καλυμμένοι πίσω από βαριές βελούδινες κουρτίνες. Αυτό απαιτούσε η παράδοση, αυτό όριζαν οι νόμοι για τη συγκεκριμένη περίσταση.
Το πλήθος σηκώθηκε για δεύτερη φορά όταν έκανε την εμφάνισή του ο αρχιερέας που είχε αναλάβει τη διεξαγωγή της τελετής.
Ήταν ένας άνδρας γύρω στα 60, με κάμποσα επιπλέον κιλά. Η εμφάνισή του ήταν απλή, χωρίς τίποτα περιττό. Η στολή που είχε επιλέξει δεν είχε πάνω της ούτε ένα πετράδι, γεγονός που δεν άρεσε σε όλα τα μέλη της αυλής.
Ο αρχιερέας τους χαιρέτισε όλους με μια κίνηση κι ύστερα χάθηκε στο εσωτερικό της αίθουσςας, πίσω από μια άλλη κουρτίνα. Έπρεπε να ελέγξει αν όλα ήταν στη θέση τους.
Ανάμεσα στους δυσαρεστημένους με την αμφίεσή του, ήταν και η αδερφή της βασίλισσας, η ράνα. Ήταν νέα, γύρω στα τριάντα, ανύπαντρη. Ζούσε στο παλάτι από τη μέρα του γάμου της αδερφής της. Οι φήμες έλεγαν πως ήταν πολύ δεμένες οι δυο τους και πως η βασίλισσα δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι.
Ο βασιλιάς μόλις την είδε έσπευσε να καθίσει δίπλα της. Όλοι όσοι κάθονταν εκεί κοντά έσπευσαν να του κάνουν χώρο.
Εκείνη θέλησε να υποκληθεί αλλά ο βασιλιάς δεν την άφησε, ακουμπώντας βαριά το χέρι του στον ώμο της.
-Καλησπέρα, ράνα, είπε χαμογελώντας ευγενικά.
-Χαίρομαι πολύ που μου κάνετε την τιμή να καθίσετε κοντά μου, βασιλιά μου.
-δε θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά μια τέτοια μέρα. Ξέρω πως για όλους αυτή εδώ είναι μέρα χαράς μα δεν είναι το ίδιο και για σένα, έτσι δεν είναι;
Η ράνα που κρατούσε τα μάτια της καρφωμένα στο λευκό τσαντάκι πάνω στα γόνατά της ήθελε να τα κατεβάσει ακόμη χαμηλότερα. Ήξερε πως ο βασιλιάς είχε απόλυτο δίκιο, δεν υπήρχε κανένα νόημα να προσπαθεί να κρυφθεί από κείνον.
Αναστέναξε λοιπόν υποταγμένη πριν απαντήσει.
-Ναι, έτσι είναι. Ξέρετε όμως πόσο παλεύω να μη φανερώσω αυτά που νιώθω. Ξέρετε καλά πως θέλω το καλό του αρντάν.
Ο βασιλιάς πήρε το χέρι του από τον ώμο της.
-ναι, ράνα, ησύχασε και το ξέρω αυτό. Ξέρω πόσο πολύ τον αγαπάς τον αρχιδικαστή. Ξέρω πως θέλεις να είναι ευτυχισμένος.
-μακάρι να είχε διαλέξει εμένα, αλλά δυστυχώς η ζωή αλλιώς το θέλησε. Εύχομαι να είναι χαρούμενος και να πραγματοποιήσει όλα όσα θέλει.
-είσαι σπουδαία, ράνα! Εκείνος έχασε που δε σε διάλεξε. Μα μη στενοχωριέσαι, θα σου βρω τον καλύτερο.
Η Ράνα γέλασε κουρασμένα.
-εγώ δε θέλω κανέναν άνδρα πια. Θα ζήσω μόνη. Θα είμαι μια χαρά έτσι.
-θα το συζητήσουμε ξανά αυτό, ξέρεις πως όταν βάζω εγώ κάτι στο νου μου δεν τα παρατάω ποτέ.
-Ναι αυτό το ξέρω, μα πες μου για τη βασίλισσα μάλφα, πώς είναι;
-πΟλύ καλά, μίλησες μαζί της σήμερα;
-έχω να τη δω από χθες το βράδυ.
-Μα τότε πρέπει να τρέξεις κοντά της αμέσως μετά τη λήξη της τελετής. Έχει πολλά να σου πει.
-δηλαδή; Σήκωσε λίγο το βλέμμα της.
-Δε μπορώ να σου πω… Κάνε λίγη υπομονή!
Η μπάντα σταμάτησε και η αίθουσα πλημμύρισε από το ηλυκό ήχο του τσέμπαλου. Αυτή που έπαιζε ήταν η Κάρλα. Ήταν η καλύτερη μουσικός που διέθετε το παλάτι κι είχε διασχίσει τον ωκεανό για να φτάσει ως εδώ. Ο βασιλιάς της έδωσε μια τεράστια περιουσία για να την κρατήσει κοντά του. Η Κάρλα ήταν γύρω στα 35, γεμάτη, με καστανά σγουρά μαλλιά. Της άρεσε να φοράει κοσμήματα με τεράστιες πέτρες και να αλείφει το σώμα και το πρόσωπό της με κρέμες με αρώματα φρούτων.
Ήταν γνωστό σε όλους πως η Κάρλα δε μπορούσε να κάνει παιδιά κι έτσι δεν είχεπρόβλημα να κοιμηθεί με οποιονδήποτε της άρεσε. Ήταν ωστόσο πάντα χαμογελαστή, και τις ώρες που δεν είχε κάποια επαγγελματική υποχρέωση της περνούσε συνήθως μελετώντας στα διαμερίσματά της.
Ο Αρντάν συνάντησε τη Βάλμα στον τελευταίο διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα που θα γινόταν ο γάμος.
Πλαισιώνονταν και οι δυο από την ακολουθία τους.μόλις είδαν ο ένας τον άλλον έμειναν εντελώς ακίνητοι και κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Η βάλμα ένιωσε ένα πρωτόγνωρο ρίγος να τη διαπερνά. Ήταν πολύ όμορφος ο αρντάν, κι απόψε θα γινόταν δικός της.
Ίσως η νύχτα να μην ήταν και τόσο δυσάρεστη.
Κι ο Αρντάν από την πλευρά του ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Τα μάτια του εγκλοβίστηκαν να κοιτούν το πάνω μέρος του σώματός της. Την κοιτούσε και δεν την χόρταινε. Κι όταν τελικά θυμήθηκε που βρισκόταν κι επέστρεψε στην πραγματικότητα σήκωσε το βλέμμα στο πρόσωπό της. Λίγη σημασία έδωσε στο μακιγιαζ, η ομορφιά της τον πάγωνε.
Κι όταν πρόσεξε την καρφίτσα στα μαλλιά της ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία να την αρπάξει στην αγκαλιά του. Φορώντας το δικό του δώρο αυτή τη στιγμή τον τιμούσε ακόμη περισσότερο.
Άρχισε να περπατά προς το μέρος της.
-είσαι πανέμορφη, της είπε δυνατά για να τον ακούσουν όλοι.
-Κι εσύ το ίδιο, κι ό,τι έκανα το έκανα για σένα, για να ξεκουράζονται τα μάτια σου όταν με βλέπουν.
-Ποτέ δεν είδα κάτι ομορφοτερο, ποτέ άνδρας δεν ένιωσε τόσο ευτυχισμένος.
Όσοι τους συνόδευαν παραμέρισαν κι εκείνος την πήρε από το μπράτσο. Μαζί άρχισαν να περπατούν προς την αίθουσα.
Έτσι άρχιζε η γαμήλια τελετή σε αυτή τη χώρα. Αμέσως μόλις έκαναν την εμφάνισή τους οι κουβέντες σταμάτησαν και ο σκοπός άλλαξε μεμιάς. Η μελωδία έγινε πιο γλυκιά, η Κάρλα έδινε τον καλύτερό της εαυτό.
Ο αρντάν και η βάλμα έφτασαν στο κέντρο της αίθουσας και χαιρέτισαν όσους είχαν έρθει να τους τιμήσουν με την παρουσία τους.
Ο βασιλιάς σηκώθηκε και τους πλησίασε. Προσπαθούσε να μη δείξει την ταραχή του, η γυναίκα του αΡντάν ήταν υπέροχη, πιο όμορφη από την ίδια τη βασίλισσα που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, παλεύοντας να τιθασεύσει το σώμα της, αναγκάζοντάς το να υποταχθεί στη θέληση της φύσης.
Κι όταν άνοιξε το στόμα του έκανε τη σκέψη πως ίσως να μην άξιζε στον αρχιδικαστή τόση ομορφιά.