σεμίρα

Κεφάλαιο έκτο
Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και η ατμόσφαιρα βαριά από τα αρώματα των κυριών κι από τη μυρωδιά των αρωματικών κεριών που στόλιζαν τα βάζα πάνω στα τραπέζια. Παντού στις άπειρες πολυθρόνες με τα κεντητά σκεπάσματα κάθονταν άνδρες και γυναίκες, ντυμμένοι με τις επίσημες φορεσιές τους. Φορούσαν όλοι τα πιο ακριβά τους κοσμήματα, και η λάμψη τους ήταν τόσο δυνατή που δύσκολα άντεχε κάποιος να την κοιτάει για πολύ.
Στις πρώτες θέσεις κάθονταν οι τιτλούχοι του παλατιού, οι αυλικοί αξιωματούχοι, οι ανώτεροι υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί.
Αμέσως μετά ήταν οι γιατροί, οι νομοθέτες και οι δάσκαλοι κι ακολουθούσαν όλοι οι υπόλοιποι στη σειρά, ανάλογα με τα αξιώματά τους.
Όλες οι γυναίκες ήταν ντυμένες με ακριβές τουαλέτες φτιαγμένες από υπέροχα υφάσματα που είχαν αγοραστεί ακριβώς γι’αυτό το σκοπό από τους εμπόρους που κατέφθαναν καθημερινά στη χώρα.
Ο βασιλιάς μπήκε, λίγα λεπτά πριν την έναρξη της τελετής, κι όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του. Ακούστηκαν χίλια θροίσματα μεταξένιου υφάσματος κι όλοι σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν βαθιά. Εκείνος τους έγνεψε να καθίσουν κι έπειτα πήρε κι εκείνος τη θέση του στην πρώτη γραμμή των καθισμάτων.
Μόλις ξανακάθισαν όλοι επικράτησε απόλυτη σιγή για να αντικατασταθεί αμέσως μετά από τους ήχους μιας μπάντας.
Ο βασιλιάς λάτρευε τη μουσική και διάλεγε τους καλύτερους καλλιτέχνες που έρχονταν από τα πέρατα της οικουμένης για να του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Η μουσική καταλάμβανε σημαντικότατη θέση στη ζωή του παλατιού, και συνόδευε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, χαράς και λύπης, επιτυχίας κι αποτυχίας.
Οι πιο εκλεκτοί από αυτούς τους μουσικούς στελέχωναν τη βασιλική μπάντα, που μαζί με τον οργανίστα αναλάμβανε να ντύσει μουσικά όλες τις πολυτελείς εκδηλώσεις.
Τα μέλη της εξαμελούς μπάντας άρχισαν να παίζουν έναν σκοπό που περνούσε γρήγορα από την φθαρτή και ψεύτικη κοσμικότητα στη θρησκευτική γλυκήτητα. Κανείς τους δε φαίνονταν, αφού ήταν όλοι καλυμμένοι πίσω από βαριές βελούδινες κουρτίνες. Αυτό απαιτούσε η παράδοση, αυτό όριζαν οι νόμοι για τη συγκεκριμένη περίσταση.
Το πλήθος σηκώθηκε για δεύτερη φορά όταν έκανε την εμφάνισή του ο αρχιερέας που είχε αναλάβει τη διεξαγωγή της τελετής.
Ήταν ένας άνδρας γύρω στα 60, με κάμποσα επιπλέον κιλά. Η εμφάνισή του ήταν απλή, χωρίς τίποτα περιττό. Η στολή που είχε επιλέξει δεν είχε πάνω της ούτε ένα πετράδι, γεγονός που δεν άρεσε σε όλα τα μέλη της αυλής.
Ο αρχιερέας τους χαιρέτισε όλους με μια κίνηση κι ύστερα χάθηκε στο εσωτερικό της αίθουσςας, πίσω από μια άλλη κουρτίνα. Έπρεπε να ελέγξει αν όλα ήταν στη θέση τους.
Ανάμεσα στους δυσαρεστημένους με την αμφίεσή του, ήταν και η αδερφή της βασίλισσας, η ράνα. Ήταν νέα, γύρω στα τριάντα, ανύπαντρη. Ζούσε στο παλάτι από τη μέρα του γάμου της αδερφής της. Οι φήμες έλεγαν πως ήταν πολύ δεμένες οι δυο τους και πως η βασίλισσα δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι.
Ο βασιλιάς μόλις την είδε έσπευσε να καθίσει δίπλα της. Όλοι όσοι κάθονταν εκεί κοντά έσπευσαν να του κάνουν χώρο.
Εκείνη θέλησε να υποκληθεί αλλά ο βασιλιάς δεν την άφησε, ακουμπώντας βαριά το χέρι του στον ώμο της.
-Καλησπέρα, ράνα, είπε χαμογελώντας ευγενικά.
-Χαίρομαι πολύ που μου κάνετε την τιμή να καθίσετε κοντά μου, βασιλιά μου.
-δε θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά μια τέτοια μέρα. Ξέρω πως για όλους αυτή εδώ είναι μέρα χαράς μα δεν είναι το ίδιο και για σένα, έτσι δεν είναι;
Η ράνα που κρατούσε τα μάτια της καρφωμένα στο λευκό τσαντάκι πάνω στα γόνατά της ήθελε να τα κατεβάσει ακόμη χαμηλότερα. Ήξερε πως ο βασιλιάς είχε απόλυτο δίκιο, δεν υπήρχε κανένα νόημα να προσπαθεί να κρυφθεί από κείνον.
Αναστέναξε λοιπόν υποταγμένη πριν απαντήσει.
-Ναι, έτσι είναι. Ξέρετε όμως πόσο παλεύω να μη φανερώσω αυτά που νιώθω. Ξέρετε καλά πως θέλω το καλό του αρντάν.
Ο βασιλιάς πήρε το χέρι του από τον ώμο της.
-ναι, ράνα, ησύχασε και το ξέρω αυτό. Ξέρω πόσο πολύ τον αγαπάς τον αρχιδικαστή. Ξέρω πως θέλεις να είναι ευτυχισμένος.
-μακάρι να είχε διαλέξει εμένα, αλλά δυστυχώς η ζωή αλλιώς το θέλησε. Εύχομαι να είναι χαρούμενος και να πραγματοποιήσει όλα όσα θέλει.
-είσαι σπουδαία, ράνα! Εκείνος έχασε που δε σε διάλεξε. Μα μη στενοχωριέσαι, θα σου βρω τον καλύτερο.
Η Ράνα γέλασε κουρασμένα.
-εγώ δε θέλω κανέναν άνδρα πια. Θα ζήσω μόνη. Θα είμαι μια χαρά έτσι.
-θα το συζητήσουμε ξανά αυτό, ξέρεις πως όταν βάζω εγώ κάτι στο νου μου δεν τα παρατάω ποτέ.
-Ναι αυτό το ξέρω, μα πες μου για τη βασίλισσα μάλφα, πώς είναι;
-πΟλύ καλά, μίλησες μαζί της σήμερα;
-έχω να τη δω από χθες το βράδυ.
-Μα τότε πρέπει να τρέξεις κοντά της αμέσως μετά τη λήξη της τελετής. Έχει πολλά να σου πει.
-δηλαδή; Σήκωσε λίγο το βλέμμα της.
-Δε μπορώ να σου πω… Κάνε λίγη υπομονή!
Η μπάντα σταμάτησε και η αίθουσα πλημμύρισε από το ηλυκό ήχο του τσέμπαλου. Αυτή που έπαιζε ήταν η Κάρλα. Ήταν η καλύτερη μουσικός που διέθετε το παλάτι κι είχε διασχίσει τον ωκεανό για να φτάσει ως εδώ. Ο βασιλιάς της έδωσε μια τεράστια περιουσία για να την κρατήσει κοντά του. Η Κάρλα ήταν γύρω στα 35, γεμάτη, με καστανά σγουρά μαλλιά. Της άρεσε να φοράει κοσμήματα με τεράστιες πέτρες και να αλείφει το σώμα και το πρόσωπό της με κρέμες με αρώματα φρούτων.
Ήταν γνωστό σε όλους πως η Κάρλα δε μπορούσε να κάνει παιδιά κι έτσι δεν είχεπρόβλημα να κοιμηθεί με οποιονδήποτε της άρεσε. Ήταν ωστόσο πάντα χαμογελαστή, και τις ώρες που δεν είχε κάποια επαγγελματική υποχρέωση της περνούσε συνήθως μελετώντας στα διαμερίσματά της.
Ο Αρντάν συνάντησε τη Βάλμα στον τελευταίο διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα που θα γινόταν ο γάμος.
Πλαισιώνονταν και οι δυο από την ακολουθία τους.μόλις είδαν ο ένας τον άλλον έμειναν εντελώς ακίνητοι και κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Η βάλμα ένιωσε ένα πρωτόγνωρο ρίγος να τη διαπερνά. Ήταν πολύ όμορφος ο αρντάν, κι απόψε θα γινόταν δικός της.
Ίσως η νύχτα να μην ήταν και τόσο δυσάρεστη.
Κι ο Αρντάν από την πλευρά του ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Τα μάτια του εγκλοβίστηκαν να κοιτούν το πάνω μέρος του σώματός της. Την κοιτούσε και δεν την χόρταινε. Κι όταν τελικά θυμήθηκε που βρισκόταν κι επέστρεψε στην πραγματικότητα σήκωσε το βλέμμα στο πρόσωπό της. Λίγη σημασία έδωσε στο μακιγιαζ, η ομορφιά της τον πάγωνε.
Κι όταν πρόσεξε την καρφίτσα στα μαλλιά της ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία να την αρπάξει στην αγκαλιά του. Φορώντας το δικό του δώρο αυτή τη στιγμή τον τιμούσε ακόμη περισσότερο.
Άρχισε να περπατά προς το μέρος της.
-είσαι πανέμορφη, της είπε δυνατά για να τον ακούσουν όλοι.
-Κι εσύ το ίδιο, κι ό,τι έκανα το έκανα για σένα, για να ξεκουράζονται τα μάτια σου όταν με βλέπουν.
-Ποτέ δεν είδα κάτι ομορφοτερο, ποτέ άνδρας δεν ένιωσε τόσο ευτυχισμένος.
Όσοι τους συνόδευαν παραμέρισαν κι εκείνος την πήρε από το μπράτσο. Μαζί άρχισαν να περπατούν προς την αίθουσα.
Έτσι άρχιζε η γαμήλια τελετή σε αυτή τη χώρα. Αμέσως μόλις έκαναν την εμφάνισή τους οι κουβέντες σταμάτησαν και ο σκοπός άλλαξε μεμιάς. Η μελωδία έγινε πιο γλυκιά, η Κάρλα έδινε τον καλύτερό της εαυτό.
Ο αρντάν και η βάλμα έφτασαν στο κέντρο της αίθουσας και χαιρέτισαν όσους είχαν έρθει να τους τιμήσουν με την παρουσία τους.
Ο βασιλιάς σηκώθηκε και τους πλησίασε. Προσπαθούσε να μη δείξει την ταραχή του, η γυναίκα του αΡντάν ήταν υπέροχη, πιο όμορφη από την ίδια τη βασίλισσα που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, παλεύοντας να τιθασεύσει το σώμα της, αναγκάζοντάς το να υποταχθεί στη θέληση της φύσης.
Κι όταν άνοιξε το στόμα του έκανε τη σκέψη πως ίσως να μην άξιζε στον αρχιδικαστή τόση ομορφιά.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “σεμίρα”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Επιτέλους συνέχεια! Μια ωραία και γλαφυρή συνέχεια. Πολλά κρυμμένα μυστικά βλέπω και θα έρθει κάποια στιγμή η ηχηρή αποκάλυψη!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: