Η άρπα της Αμάντας

Η Λίγκρα κι ο Δάλκιρ μπήκαν στο κρυστάλινο παλάτι. Η νεράιδα που είχε κουραστεί από το βάρος των όπλων τα ακούμπησε με θόρυβο στο δάπεδο και έπειτα γονάτισε και η ίδια. Αργά και προσεκτικά, πήρε στα χέρια της τον πολεμιστή που έδειχνε να κοιμάται κι άρχισε να προφέρει τη μαγική της φράση. Όπως ήταν αναμενόμενο ο πολεμιστής απέκτησε ξανά το κανονικό του μέγεθος και το σπαθί βρέθηκε στο χέρι του. Για λίγο έμεινε εξτατικός να κοιτά το παλάτι κι όλα όσα ήταν άγνωστα γι’αυτόν μα έπειτα μίλησε με βαθιά φωνή.
-πού είμαστε; Δεν το’χω ξαναδεί ετούτο το παλάτι. Η Λίγκρα γέλασε και τον πήρε από το χέρι.
-είναι λογικό να μην το έχεις ξαναδεί ποτέ. Είναι κρυμμένο από τα μάτια όλων σχεδόν των πλασμάτων. Εγώ το ξέρω επειδή εδώ μέσα έχω ζήσει αμέτρητα χρόνια. Ανήκει σε μια μεγάλη αλλά ξεχασμένη για τους πολλούς θεά, το όνομά της είναι στρίλντα.
-έχω ακούσει να μιλούν γι’αυτήν, δεν είναι η κόρη της φωτιάς;
-ναι, ακριβώς. Η νεράιδα γέλασε παρασέρνοντάς τον στο βάθος ενός διαδρόμου.
-πίστευα πως δεν υπήρχε πια.
-Ω ναι, αυτό πιστεύουν οι πιο πολλοί σε τούτον τον κόσμο αλλά γελιούνται. Η στρίλντα υπάρχει και μια μέρα που δεν αργεί να φτάσει θα δείξει σε όλους την αξία της.
-εσύ την υπηρετείς;
-ναι.
-εκείνη σε έβαλε να δολοφονήσεις το βασιλιά;
-Βέβαια. Μα μη ρωτάς το λόγο, θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους. Ο δάλκιρ στέναξε κι ετοιμάστηκε να κατεβεί ένα σκαλοπάτι που θα τον οδηγούσε στο άγνωστο, όταν ξαφνικά ένιωσε μια δυνατή σουβλιά πόνου στο στήθος του. Έσφιξε τα χείλη για να εμποδίσει την κραυγή να ξεφύγει από αυτά και γονάτισε. Η λίγκρα έσκυψε ανήσυχη από πάνω του.
-τι συμβαίνει πολεμιστή; Πονάς; Ο δάλκιρ τίναξε το χέρι της που είχε απλωθεί για να τον βοηθήσει.
-Μα τι με ρωτάς, εσύ δεν ήσουν που μου το προκάλεσες αυτό; Η νεράιδα πισοπάτησε.
-εγώ δεν έκανα τίποτα αυτή τη φορά. Ο πολεμιστής ετοιμάστηκε να απαντήσει όταν άκουσε τη φωνή της. «δάααααλκιιιιρ»! ήταν αναμφίβολα η φωνή της ραλκ. Πετάχτηκε όρθιος προσπαθώντας να της στείλει μια απάντηση αλλά δεν όριζε τη σκέψη του.
-τι μου έχετε κάνει; Μούγκρισε σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του. Είναι δυνατό να την ακούω;
-Ποια;
-Να μη σε νοιάζει. «ρααααλκ»; πΟύ είσαι»; Το μήνυμα όμως δεν έφτασε ποτέ στον τελικό του προορισμό. Την επόμενη στιγμή εκείνη είχε εξαφανισθεί.
-Οδήγησέ με αμέσως στη θεά σου, πρόσταξε τη Λίγκρα χωρίς να καταλαβαίνει κι ο ίδιος από πού άντλησε αυτή τη δύναμη.
-αυτό σκόπευα να κάνω κι εγώ. Τον τράβηξε ξανά από το χέρι.
Η στρίλντα τους άκουσε να έρχονται και σηκώθηκε να τους υποδεχθεί. Μόλις την πλησίασαν αγκάλιασε δυνατά τη νεράιδα.
-Γύρισες, επιτέλους, δε φαντάζεσαι πόσο ανησύχησα.
-Μα γιατί; Δε λάμβανες τα μηνύματα;
-ναι μα… ήθελα να έρθεις εδώ, να μου τα πεις όλα. Κι ύστερα στράφηκε στο δάλκιρ.
-εσύ ποιος είσαι;
-με λένε δάλκιρ, κι ανήκω στην αδελφότητα των αγγέλων της αλήθειας. Ο πολεμιστής έκανε ένα βήμα μπροστά. Η Στρίλντα γέλασε.
-Μα βέβαια, είσαι ένας από τους προστατευόμενους της μεγάλης μητέρας, τι ωραία έκπληξη.
-Μπράβο, Λίγκρα, καλά έκανες και τον έφερες μαζί σου. Θα μας φανεί χρήσιμος. Τους κάλεσε να καθίσουν κοντά της.
-Η μεγάλη μητέρα τον έστειλε στο παλάτι για να εμποδίσει τη δολοφονία του βασιλιά. Η θεά χαχάνισε.
-είναι έξυπνη, της το αναγνωρίζω, αλλά όχι περισσότερο από εμένα.
-μου αρέσεις Δάλκιρ, έχω σχέδια για σένα.
-τι σχέδια; Εγώ το μόνο που θέλω είναι να φύγω από εδώ. Αυτή η γυναίκα, έδειξε τη Λίγκρα, με μάγεψε… Δεν ξέρω πως παρασύρθηκα μα χρειάστηκαν μόλις λίγα λεπτά.
-το διασκέδασες, βλέπω. Ας είναι, αφού όλα πήγαν καλά.
-μα αν δεν το έκανα ίσως ετούτος ο άνδρας να με είχε σκοτώσει. Είναι πολύ δυνατός.
-δεν αμφιβάλω.
-Να τον μεταμορφώσω ξανά σε ξοτικό;
-Μπα όχι, κάτι έχω σκεφθεί.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, σαν αυτόν που κάνουν δυο μεταλικές πλάκες που συγκρούονται με δύναμη. Η Στρίλντα σηκώθηκε.
-μη φύγετε, έχουμε επισκέπτες, ελπίζω να είναι αυτοί που περιμένω.
Τους άφησε και βγήκε από το δωμάτιο. Έφτασε στην είσοδο του παλατιού όπου την περίμεναν δωδεκα πάνοπλοι πολεμιστές. Ο ένας, αυτός που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός τους, κρατούσε ένα μεγάλο ξύλινο κουτί, σκεπασμένο με βελούδο. Η Στρίλντα τον πλησίασε.
-Ποιο είναι το όνομά σου, στρατιώτη;
-δεν είμαι στρατιώτης μεγάλη θεά. Με λένε Μπρούνλκαλ. Γεννήθηκα για να εκτελέσω αυτή την αποστο λή Τα μάτ ια της θεάς έλαμψαν.
-αν είσαι αυτός που λες, σε καλωσορίζω αφού εγώ ήμουν που διέταξα να έρθεις στον κόσμο. Μπες μέσα λοιπόν μαζί με τους υπόλοιπους. Όσο θα μιλάμε, θα αναπαυθούν. Προχώρησε μπροστά για να τους οδηγήσει κι ο μπρούνλκαλ με τους άλλους την ακολούθησαν.
-ελπίζω αυτό που κουβαλάς να σχετίζεται με τη θεά άραλ.
-μάλιστα μεγάλη θεά, είναι το δώρο της για σένα. Η στρίλντα στράφηκε να τον κοιτάξει για μια στιγμή. Η λάμψη είχε χαθεί από τα μάτια της.
-Η Άραλ με μισεί, πάντα με μισούσε αλλά θα το μετανιώσει. Το ξέρω καλά πως είναι γεμάτη έπαρση επειδή ήταν πάντα μια από τις ευνοούμενες του πατέρα των θεών. Αλλά θα φροντίσω να αλλάξουν τα πράγματα.
-Η άρπα, μεγάλη θεά, είναι υπέροχη. Θα χαρώ να κατοικήσω μέσα της έστω κι αν αναγκαστώ να αποχωρησθώ για λίγο το σώμα μου. Δεν έχω ξαναδεί όμοιά της.
-χαίρομαι που το λες, μα πριν γίνει αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε λίγο ακόμη. Η στρίλντα σταμάτησε έξω από μια μεγάλη αίθουσα γνέφοντας στους υπόλοιπους να μπούνε μέσα.
-είστε κι εσείς εκλεκτοί, τους είπε, καθώς στέκονταν μπροστά της. Θα μιλήσω με τον καθένα σας χωριστά, για να τον ενημερώσω για το έργο του. Μα πριν γίνει αυτό, μπορείτε να ξεκουραστείτε όσο εγώ θα κουβεντιάζω με τον Μπρούνκαλ. Εκεί μέσα θα βρείτε όσα χρειάζεστε. Τους άφησε και συνέχισε το δρόμο της ακολουθούμενη από το Μπρούνκαλ.
Η μεγάλη μητέρα εξακολουθουσε να κάθεται κοντά στο νερό των θαυμάτων. Σκεφτόταν όσα της είχε πει η Δάρκα για τη ραλκ. Σίγουρα τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για κείνη μα δεν ήθελε να φορτώσει παραπάνω τη δάρκα. Είχε κι εκείνη να αντιμετοπίσει πολλά προβλήματα. Όταν της μίλησε η αρχηγός της ομάδας που προστάτευε το Δάλκιρ ξέχασε στη στιγμή κάθε τι άλλο.
-είναι ζωντανός, μεγάλη μητέρα. Τον είδα. Μπήκε σε κείνο το καταραμένο παλάτι. Ήταν μαζί του μια γυναίκα, νέα κι όμορφη.
-Η Λίγκρα, απάντησε η μεγάλη μητέρα. Πώς ήταν;
-Φαινόταν καλά. Εκείνη η γυναίκα του έδωσε πάλι το κανονικό του μέγεθος, αυτή τη στιγμή είναι ο πολεμιστής που στείλατε χθες στο παλάτι.
-είσαι σίγουρη;
-απόλυτα.
-Ωραία, προσπάθησε να επικοινωνήσεις μαζί του.
-Φοβάμαι πως δεν το μπορώ αυτό. Από ό,τι κατάλαβα μόνο όταν στεκεται σε κάποια συγκεκριμένα σημεία του παλατιού είναι δυνατή η επαφή και η επικοινωνία. Τον έχασα σχεδόν αμέσως.
-τότε πρέπει να εντοπίσουμε αυτά τα σημεία. Θα το κάνεις;
-Βέβαια, θα ασχοληθώ με αυτό αμέσως. Το πνεύμα εξαφανίσθηκε.
Η μεγάλη μητέρα αναστέναξε και σηκώθηκε. Άρχισε να απομακρύνεται από το νερό των θαυμάτων φέρνοντας ξανά στο νου της την προφητεία.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ο Δαλκιρ ξαναπήρε τη μορφή του αλλά αναμφίβολα κυνδινεύει περισσότερο τώρα. Για να δούμε τι θα γίνει και τι σκοπεύει να κάνει η πανούργα θεά με την άρπα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: