Archive for Ιουλίου 2011

Η άρπα της Αμάντας

Ιουλίου 23, 2011

Η αμάντα ξύπνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε και μάλιστα χωρίς τη βοήθια της πιστής της υπηρέτριας. Τεντώθηκε στο κρεβάτι διαπιστώνοντας με έκπληξη πως ένιωθε εντελώς ξεκούραστη, σχεδόν ανανεωμένη. Η θλίψη για το θάνατο του πατέρα της εξακολουθούσε να τη μαστιγώνει αλλά ο νους της ήταν εξαιρετικά καθαρός κι έτοιμος να δεχθεί τις νέες πληροφορίες που προόριζε γι’αυτή ο Κραντ. Πέταξε τα σκεπάσματα αποφασιστικά και μπήκε στο λουτρό χωρίς να καλέσει τη ραλτίνα. Αυτή την ώρα σίγουρα θα κοιμόταν ακόμα. Κι άλωστε ήθελε να μείνει μόνη και να συγκεντρωθεί για το μάθημα. Καθώς άλειφε το σωμα της με κάποιο πλούσιο και μυρωδάτο λάδι που είχε το άρωμα ενός σπάνιου φρούτου αναρωτήθηκε αν η δασκάλα της μουσικής θα επέστρεφε εκείνη τη μέρα κι αν θα της έφερνε την πρώτη της άρπα. Η σκέψη τη γέμισε ενοχές κι έτσι βιάστηκε να τη διώξει μακριά. Πόσο καλά ένιωθε, πόσο γαλήνια. Σαν κάποιος να είχε κάνει κάποιο μαγικό ξόρκι. Λίγο αργότερα βγήκε από το λουτρό κι άρχισε να σκουπίζεται βιαστικά. Δεν ήθελε να αργήσει στο πρώτο της ραντεβού με τον Κραντ, δεν του άξιζε σίγουρα κάτι τέτοιο. Ήξερε πως θα την περίμενε αδιαμαρτύρητα αλλά δεν υπήρχε λόγος για ανόητες καθυστερήσεις και κλάματα. Άλωστε είχε γεννηθεί για να γίνει βασίλισσα, δεν της επιτρέπονταν τέτοια πράγματα. Κι άλωστε το βράδυ της ίδιας μέρας θα συναντούσε τη ραντ, μαζί με τη ραλτίνα, κι εκείνη θα την καθοδηγούσε με τον καλύτερο τρόπο για τις μετέπειτα κινήσεις της. Ήθελε να νιώθει ψυχικά και σωματικά έτοιμη γι’αυτό, τη μέρα της στέψης της.
Η δάρκα σταμάτησε να πετάει αόρατη βέβαια πάνω από το κεφάλι της πριγκίπισσας. Είχε γλιστρήσει στο παλάτι με το πρώτο φως του ήλιου. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ώρα. Είχε καθίσει πάνω στα μαλλιά της πριγκίπισσας για ώρα πολλή, όσο εκείνη κοιμόταν, προσπαθώντας να γαληνέψει τον ύπνο της και να διώξει τα ταραγμένα όνειρα που χόρευαν αγκαλιασμένα γύρω από το κεφάλι της. Δεν είχαν καμιά δουλειά εκεί. Μόνο όταν η Αμάντα άνοιξε τα μάτια της την εγκατέλειψε η δάρκα για να αρχίσει την περιήγησή της στο μεγάλο παλάτι. Καταλάβαινε πως έπρεπε να το γνωρίσει καλύτερα, για να μπορεί να την ακολουθεί με ευκολία υπηρετώντας την με τον καλύτερο τρόπο. Είχε αρχίσει ήδη να συμπαθεί την πριγκίπισσα, της φαινόταν τόσο απροστατευτη εκείνη την ώρα του ύπνου. Δε θα άφηνε να της συμβεί κανένα κακό. Ήταν αλήθεια πως ένιωθε ήδη εξαντλημένη από τη μάχη της με τους εφιάλτες αλλά αυτό δε θα τη σταματούσε από τη δουλειά της. Έτσι, όσο η Αμάντα ετοιμαζόταν, εκείνη κατευθυνόταν προς τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκεί θα την περίμενε και ίσως να ξεκουραζόταν και λίγο.
Ο Κραντ βρισκόταν ήδη στη μεγάλη βιβλιοθήκη, προτού καλά καλά ανοίξει τα μάτια της η πριγκίπισσα για ν’αντικρύσει την καινούρια μέρα. Δεν είχε κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα αναλογιζόμενος τα νέα του καθήκοντα. Προσπαθούσε να ξεδιαλέξει όλα όσα θα της ήταν απαραίτητα για τη νέα της αρχή. Γνώριζε καλά πόσο έξυπνη ήταν κι ήθελε να εκμεταλευθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έφεσή της στη γνώση. Βέβαια οι μέρες που είχαν στη διάθεσή τους κάθε άλλο παρά αρκετές ήταν αλλά αυτό δεν τον στενοχωρούσε καθόλου. Αν η πριγκίπισσα το επιθυμούσε θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα μαθήματα και μετά τη στέψη, ακόμα και κρυφά αν η ίδια δεν επιθυμούσε να μαθευτεί. Μα είχαν καιρό γι’αυτά. Τώρα προείχαν άλλά, πιο σπουδαία.
Κάθισε σε έναν καναπέ και τράβηξε μπροστά του μια μεγάλη στίβα από τυληγμένα χαρτιά. Εκείνη τη μέρα θα μιλούσαν για ιστορία και διπλωματία. Σίγουρα η Αμάντα θα θυμόταν κάποια βασικά πράγματα γύρω από την ιστορία του λαού της και το τυπικό του βασιλείου, κι ας ισχυριζόταν το αντίθετο. Δε μπορεί να τα είχε διαγράψει όλα για χάρη της τέχνης της θεάς άραλ!
Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και η κοπέλα μπήκε μέσα ορμητικά. Δε χρειάστηκε να την κοιτάξει για πολύ για να διαπιστώσει πως τα χειρότερα είχαν περάσει.
-καλημέρα κραντ, τον πλησίασε βιαστικά για να καθίσει απέναντί του.
-Καλημέρα, πριγκίπισσα Αμάντα, αποκρίθηκεχαμογελώντας της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε και πάλι εκείννο τον καταραμένο πόνο στο κεφάλι του αλλά ορκίστηκε σιωπηρά πως θα τον αγνοούσε. Δε θα άφηνε τίποτα και κανέναν να τον αποσπάσει από το έργο του.
-Κοιμήθηκες καλά;
-όσο παράδοξο κι αν ακουστεί, ξεκουράστηκα. Κάθε φορά που ξυπνούσα έφερνα στο νου μου την τωρινή δυσάρεστη κατάσταση μα ο ύπνος δεν αργούσε να έρθει και πάλι.
-Ωραία, καλό είναι αυτό. Θα χρειαστείς όλες σου τις πνευματικές δυνάμεις σήμερα. Λοιπόν, είσαι έτοιμη να αρχίσουμε;
-ναι, Κραντ, σε ακούω.
Η Δάρκα την πλησίασε και πάλι, κουρνιάζοντας ανάμεσα στα μακριά της μαλλιά.
Η Στρίλντα κι ο μπρούνκαλ μπήκαν σε ένα μικρό, πολύ μικρο δωμάτιο, κι εκείνη κλείδωσε πίσω της την πόρτα. Ο πολεμιστής άρχισε να παρατηρεί το χώρο με μάτια άπληστα. ΟΙ τοίχοι ήταν στρογγυλοί, καμωμένοι από ένα υπέροχο πανάκριβο γυαλί, μέσα από το οποίο μπορούσε να δει καθαρά τον εαυτό του. Η Στρίλντα τον περιεργαζόταν σχεδόν ξεδιάντροπα όσο εκείνος παρατηρούσε τον αλλόκοτο χώρο.
-μα πού είμαστε, θεά Στρίλντα; Ρώτησε ύστερα από λίγο, σαν είδε πάνω του το βλέμμα της.
-σε καλωσορίζω στο δωμάτιο των ψυχών, αποκρίθηκε ατάραχη εκείνη. Τους βλέπεις αυτούς εκεί τους καθρέφτες; Εκείνος έγνεψε καταφατικά για να την αφήσει να συνεχίσει.
-Αντανακλούν την ίδια σου την ψυχή. Όση ώρα θα μιλάμε εγώ θα ερευνώ μέσα της για να βεβαιωθώ πως είναι έτοιμη να κανει ό,τι την προστάξω και πως δε δειλιάζει μπροστά σε τίποτα. Ένα ρίγος άρχισε να διαπερνά το Μπρούνκαλ αλλά κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επιβληθεί στον εαυτό του.
-Μπράβο, εξακολούθησε η θεά, διαθέτεις μεγάλη πειθαρχία βλέπω κι αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι.
Κάνω ό,τι μπορώ, αποκρίθηκε εκείνος ψύχραιμα. Κι άλωστε έχω εκπαιδευθεί γι’αυτό.
-σωστά, μίλησέ μου λοιπόν λίγο για την εκπαίδευσή σου!
-από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, άρχισε ο μπρούνκαλ, ήμουν μ’ένα σπαθί στο χέρι. Πάλευα να το δαμάσω για να μου αποκαλύψει όλα του τα μυστικά κι αυτό δεν ήταν εύκολο γιατί κάθε φορά που κατακτούσα μια κορυφή, ο εκπαιδευτής μου πρόσθετε στο όπλο άλλον ένα μαγικό λίθο. Και τότε γινόμουν εντελώς ανίσχυρος μπροστά του κι εκείνο έμοιαζε να με κοροιδεύει. Αυτό δε μου άρεσε κι άρχισα να σκέφτομαι τι να κάνω για να εξολοθρεύσω τους λίθους. Ίσως το βρεις παιδιάστικο αλλά για πολλές νύχτες πάλευα να τους ξεριζώσω από το όπλο. Δε σταματούσα ακόμη κι όταν τα δάχτυλά μου καίγονταν από μια παράξενη δυνατή κι άσβεστη φωτιά. Κάποτε δεν άντεξα τον πόνο κι έτρεξα με την ανάσα κομμένη στον εκπαιδευτή μου. Εκείνος έσβησε τις φλόγες και θεράπευσε τα χέρια μου εξηγώντας μου πως δεν έφτανε η τέχνη του σπαθιού για να ολοκληρωθώ σαν πολεμιστής. Έτσι άρχισε να μου αποκαλύπτει ένα ένα τα μυστικά της αυτοίασης, της σύνεσης και φυσικά της μαγείας. Αυτό το τελευταίο με δυσκόλευε πολύ στην αρχή. Βλέπεις δε μπορούσα να προφέρω καλά τα ξόρκια. Αλλά με τον καιρό το συνήθισα κι αυτό.
-πΟλύ καλά, βλέπω πως όσα λες είναι αλήθεια. Συνέχισε όμως, τι άλλο περιελάμβανε η εκπαίδευσή σου;
-Όταν έφτασα σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο άρχισα να γυμνάζω το σώμα μου με διάφορους τρόπους. Η ξιφομαχία μου άρεσε, κι όσο για το τόξο έγινα αμέσως ένα μαζί του. Το κάθε βέλος καθοδηγούνταν από τη σκέψη μου, δεν αστοχούσα ποτέ.
-Και με τον έρωτα, πώς τα πήγαινες; Ο Μπρούνκαλ μίλησε την επόμενη στιγμή χωρίς φόβο.
-Τον έρωτα τον γνωρίζω μόνο μέσα από όσα έχω διαβάσει στη σύντομη ζωή μου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που δίνει χρώμα στη ζωή των ανθρώπων και τι είναι αυτό που τους την παίρνει πίσω.
-τότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος ακόμη, είπε η στρίλντα γελώντας. Κι αυτό επίσης μου αρέσει σε εσένα. Νομίζω πως για την ώρα είσαι εντάξει. Μα δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.

Σεμίρα

Ιουλίου 22, 2011

Κεφάλαιο όγδοο
-είστε πλέον σύζυγοι. εύχομαι ο γάμος σας να είναι ευτυχισμένος και η ένωσή σας τέλεια.
Ο αρχιερέας τους έσφιξε τα χέρια.
Ο Αρντάν ανταπέδωσε τη χειραψία θερμά αλλά το χέρι της Βάλμα έσφιξε πολύ χαλαρά το δικό του. Είχε πάψει να ακούει τα λόγια του από ώρα. Το μόνο που είχε στο νου της ήταν πως τα είχε επιτέλους καταφέρει κι ο δρόμος για την ευτυχία της ήταν πια ανοιχτός.
Ο αρντάν της έριξε μια σύντομη αλλά διαπεραστική ματιά κι εκείνη συνήλθε. Ήταν η ώρα να αρχίσουν να δέχονται συγχαριτήρια.
Του ανταπέδωσε το βλέμμα κι έπειτα τον έπιασε από το μπράτσο και πήγαν να σταθούν και πάλι ακριβώς στο κέντρο της αίθουσας.
-θα είσαι εντάξει αν σε αφήσω μόνη; Ο βασιλιάς τράβηξε το χέρι του από τονώμο της ράνα.
Εκείνη τίναξε τα αρωματισμένα μαλλιά της. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο από ώρα αλλά όσοι την ήξεραν καλά καταλάβαιναν την τρικυμία που την τάραζε.
Έκανε ένα βήμα μπροστά για να επιτρέψει στο βασιλιά να αρχίσει να περπατάει.
-μην ανησυχείς για μένα. Θα πάω στη βασίλισσα αμέσως. Ξέρω πως δεν της αρέσει η μοναξιά.
Εκείνος γύρισε να τη δει.
-Μα δε θα μείνεις για τη δεξίωση;
Η ράνα έφερε το χέρι στη βάση του λαιμού της.
-Το κρίνεις αναγκαίο;
-βέβαια. Μείνε μόλις λίγα λεπτά αν θέλεις κι έπειτα βρες έναν τρόπο να αποχωρήσεις διακριτικά.
-εντάξει. Η φωνή της ακούστηκε γεμάτη απογοήτευση.
-Ξέρεις πως η απουσία σου θα σχολιασθεί αρνητικά, οι κυρίες θα σε αναζητούν κι αν δε σε δουν…
-εντάξει, κατάλαβα. Θα είμαι εκεί. Μα να μη σε καθυστερώ, πήγαινε να συγχαρείς το ζευγάρι, όλοι εσένα περιμένουν. Κοίτα πόσος κόσμος έχει μαζευθεί εκεί! Έδειξε το συνοστισμό κι ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι.
-έχεις δίκιο, λοιπόν, θα σεδω σύντομα.
Άρχισε να περπατάει βιαστικά αλλά μεγαλόπρεπα χαιρετώντας με το κεφάλι τους ανώτερους αξιωματούχους που στέκονταν όρθιοι κοντά του μαζί με τις οικογένειές τους.
Λίγο αργότερα έφτασε μπροστά στο ζευγάρι. Κανείς άλλος δεν ήταν δίπλα τους αφού όλοι περίμεναν να κάνει εκείνος την αρχή.
-εύχομαι βίον ανθόσπαρτον. Το χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του καθώς τους άπλωνε το δεξί του χέρι.
Ο Αρντάν το έπιασε πρώτος και το έσφιξε με δύναμη. Ωστόσο τα μάτια του ήταν παγωμένα, αφού ο φόβος έκανε ξανά την εμφάνισή του. Τα λόγια του βασιλιά και το μαχαίρι δεν είχαν φύγει λεπτό από το νου του, μόνο που κατά τη διάρκεια της τελετής είχαν θολώσει.
-Η γυναίκα σου είναι πανέμορφη, αρντάν, πιστεύω πως είναι κι εξίσου έξυπνη. Εύχομαι να σου είναι πάντα πιστή κι αφοσιωμένη.
Ο βασιλιάς εξακολουθώντας να χαμογελάει άφησε το χέρι του αρχιδικαστή χωρίς να πει τίποτα άλλο κι έκανε ένα βήμα μπροστά, για να βρεθεί λίγο πιο κοντά στη βάλμα.
Εκείνη κάρφωσε πάνω του τα βαμμένα μάτια της. Το βλέμμα αυτό ήταν σκληρό διαπεραστικό γεμάτο πρόκληση. Κι εκείνος το κατάλαβε κι ένιωσε ένα έντονο ρίγος, το οποίο κατόρθωσε να κρύψει.
-έκανες πολύ καλή επιλογή, Βάλμα. Ο αρντάν είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, γεμάτος χαρίσματα. Νομίζω πως συναγωνίζεστε ο ένας τον άλλο. Η δική σου ομορφια, που θα στολίζει από σήμερα αυτό το παλάτι, θα είναι πλάι στη δική του εξυπνάδα.
Η βάλμα τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του και το κάρφωσε και πάλι στον άνδρα της. Τώρα τα μάτια της ήταν γεμάτα αγάπη και χαρά.
-σας ευχαριστώ πολύ για τα λόγια σας, χαίρομαι τόσο πολύ που ανήκω από σήμερα σε τούτο το παλάτι! Θα κάνω ό,τι μπορώ για να ανταποκριθώ στα καθήκοντά μου. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που με διάλεξε ο αρντάν, δε νομίζω πως υπάρχει πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο αυτό.
-Θα σας δω στη δεξίωση και τους δυο. Δε θέλω να κάνω κατάχρηση του χρόνου σας. Φροντίστε να περάσετε όσο καλύτερα γίνεται απόψε.
Ο βασιλιάς άρχισε να απομακρύνεται. Τα μάτια της γυναίκας στράφηκαν πάλι προς το μέρος του, μόνο για μια στιγμή. Την επόμενη το βλέμμα της προσηλώθηκε στο πρόσωπο του άνδρα της που είχε αρχίσει να κοιτά προς την κατεύθυνση που ήταν στραμμένα τα μάτια της.
Η ράνα τους παρακολουθούσε διακριτικά αξιολογώντας τη νύφη και παλεύοντας να ελέγξει τα συναισθήματά της. Έπρεπε να είναι έτοιμη όταν ερχόταν η σειρά της. Και ήταν πράγματι. Τους έσφιξε δυνατά τα χέρια χαμογελώντας τους αστραφτερά και μιλώντας τους με μια παράξενη οικειότητα που ξάφνιασε τη Βάλμα. Σημείωσε νοερά να κάνει μερικές ερωτήσεις για κείνη στον άνδρα της όταν θα έμεναν μόνοι.
-Θα χαρώ να γνωρίσω τη βασίλισσα, της είπε διερευνητικά την ώρα που εκείνη ετοιμαζόταν να απομακρυνθεί.
-θα ήθελε πολύ κι εκείνη να βρίσκεται μαζί μας τώρα, πιστέψτε με. Ωστόσο είναι αναγκασμένη να μείνει στο κρεβάτι για λίγες μέρες. Θα την επισκεφθούμε αύριο, αν το θέλετε.
Η Βάλμα προσπάθησε να κρύψει τη χαρά της, ή τουλάχιστον να τη μετριάσει. Ήξερε πως δεν έπρεπε να εκδηλώνει έντονα τα συναισθήματά της εδώ. Έτσι αρκέστηκε να πει πως θα την περίμενε να έρθει να την πάρει το επόμενο πρωί.
Όταν η ράνα χάθηκε από τα μάτια τους η προσοχή της αποσπάστηκε από την έκφραση του αΡντάν. Φαινόταν έντονα προβληματισμένος.
-Συμβαίνει κάτι, αγάπη μου; Μίλησε τόσο σιγά που μόνο εκείνος την άκουσε.
-όχι, γλυκιά μου, μην ανησυχείς. Σκεφτόμουν απλά τη βασίλισσα.
-Ξέρεις τι έχεις;
-όχι αλλά θα μάθω.
Τη συζήτηση διέκοψε η Κάρλα, η αρχιμουσικός του παλατιού.
Τους μίλησε εγκάρδια και για κάποιο άγνωστο λόγο η Βάλμα τη συμπάθησε σχεδόν αμέσως.
-ελπίζω πως θα έχουμε το χρόνο να μιλήσουμε ξανά στη δεξίωση.
Η γυναίκα κούνησε με ένταση το κεφάλι.
-Χωρίς αμφιβολία. Θα το κάνουμε όποτε το θελήσετε, θα είμαι εκεί.
-εντάξει, θα σε περιμένουμε.
Η Βάλμα στράφηκε στην επόμενη γυναίκα που στεκόταν πίσω από την Κάρλα ενώ εκείνη άρχιζε να περπατάει γρήγορα.

Ο Σέλμοντ άρχισε να κουνάει με δύναμη τη Σεμίρα που έκλαιγε δυνατά ουρλιάζοντας. Ήταν καθισμένοι στο κρεβάτι της τις τελευταίες ώρες.
Εκείνη κοιμόταν ακουμπώντας στον ώμο του ενώ αυτός την παρηγορούσε χαιδεύοντάς της τα μαλλιά.
Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια της εξακολουθούσε να τρέμει αλλά η ένταση της φωνής της είχε μειωθεί αισθητά.
-σε παρακαλώ, κορίτσι μου, ησύχασε. Δεν πρέπει να ταράζεσαι τόσο εξαιτίας ενός ονείρου.
Την ανασήκωσε και την κάθισε στην αγκαλιά του.
Εκείνη τύληξε τα χέρια της γύρω του προσπαθώντας να ηρεμήσει.
-Σέλμοντ, η μαμά μου…
-Μην το σκέφτεσαι τώρα, θέλω να ησυχάσεις. Αν συνεχίσεις έτσι πολύ σύντομα θα πρέπει να δεις κι εσύ κάποιο γιατρό, θα αρρωστήσεις.
-Μα δεν…
-Τι ήταν αυτό που ονειρευόσουν και σε τάραξε τόσο; Είχε σχέση με εκείνη;
-Όχι, έβλεπα πως με κηνυγούσε κάποιος άνδρας.
Τα χέρια του Σέλμοντ τηλήχτηκαν πιο σφιχτά γύρω της.
-αΛήθεια; Ποιος; Η φωνή του χρωματίστηκε ανεπαίσθητα από μια νότα ευθυμίας που εξανεμίστηκε πολύ γρήγορα.
-δεν ξέρω, δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ, ξύπνια ή κοιμισμένη.
-Πώς ήταν; Της ανασήκωσε λίγο το πηγούνι.
-δε θυμάμαι, πιο μεγάλος από εσένα, επιβλητικός… Δεν ξέρω…
-Ξέχνα το, είσαι κουρασμένη. Θα σε φροντίσω εγώ και θα κοιμηθείς γαλήνια.
Κρατώντας την πάντα ξάπλωσε στο κρεβάτι τραβώντας πάνω τους τα σκεπάσματα.
Σιγά σιγά εκείνη άρχισε να νιώθει καλύτερα και η ανάσα της έγινε πιο ήρεμη.
-για πες μου, μικρή, μήπως μου τα είπες όλα αυτά επειδή θέλεις μια καλή δικαιολογία για να με αφήσεις και να φύγεις;
Η σεμίρα στριφογύρισε ξαφνιασμένη.
-τι είναι αυτά που λες; Δεν πιστεύω να…
Η φωνή της γέμισε και πάλι τρόμο.
Ο σέλμοντ πίεσε το χέρι του στα χείλη της.
-αστειευόμουν, και μάλλον δεν έκανα καλά. Αυτή δεν ήταν η σωστή στιγμή για κάτι τέτοιο. Σε αγαπώ πολύ, σεμίρα, από εδώ και στο εξής δε θα σε αφήσω στιγμή. Θα σου αφιερώσω το κάθε μου λεπτό, τη ζωή μου ολόκληρη. Θα σε προστατεύω, θα σε αγαπάω και θα σε φροντίζω, αρκεί να το θέλεις πάντα όσο κι εγώ. Κανείς δε θα σε πειράξει, σου το υπόσχομαι.
Εκείνη κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του.
-ναι, το θέλω αυτό, κι εγώ σε αγαπάω, Σέλμοντ.