Η άρπα της Αμάντας

Η αμάντα ξύπνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε και μάλιστα χωρίς τη βοήθια της πιστής της υπηρέτριας. Τεντώθηκε στο κρεβάτι διαπιστώνοντας με έκπληξη πως ένιωθε εντελώς ξεκούραστη, σχεδόν ανανεωμένη. Η θλίψη για το θάνατο του πατέρα της εξακολουθούσε να τη μαστιγώνει αλλά ο νους της ήταν εξαιρετικά καθαρός κι έτοιμος να δεχθεί τις νέες πληροφορίες που προόριζε γι’αυτή ο Κραντ. Πέταξε τα σκεπάσματα αποφασιστικά και μπήκε στο λουτρό χωρίς να καλέσει τη ραλτίνα. Αυτή την ώρα σίγουρα θα κοιμόταν ακόμα. Κι άλωστε ήθελε να μείνει μόνη και να συγκεντρωθεί για το μάθημα. Καθώς άλειφε το σωμα της με κάποιο πλούσιο και μυρωδάτο λάδι που είχε το άρωμα ενός σπάνιου φρούτου αναρωτήθηκε αν η δασκάλα της μουσικής θα επέστρεφε εκείνη τη μέρα κι αν θα της έφερνε την πρώτη της άρπα. Η σκέψη τη γέμισε ενοχές κι έτσι βιάστηκε να τη διώξει μακριά. Πόσο καλά ένιωθε, πόσο γαλήνια. Σαν κάποιος να είχε κάνει κάποιο μαγικό ξόρκι. Λίγο αργότερα βγήκε από το λουτρό κι άρχισε να σκουπίζεται βιαστικά. Δεν ήθελε να αργήσει στο πρώτο της ραντεβού με τον Κραντ, δεν του άξιζε σίγουρα κάτι τέτοιο. Ήξερε πως θα την περίμενε αδιαμαρτύρητα αλλά δεν υπήρχε λόγος για ανόητες καθυστερήσεις και κλάματα. Άλωστε είχε γεννηθεί για να γίνει βασίλισσα, δεν της επιτρέπονταν τέτοια πράγματα. Κι άλωστε το βράδυ της ίδιας μέρας θα συναντούσε τη ραντ, μαζί με τη ραλτίνα, κι εκείνη θα την καθοδηγούσε με τον καλύτερο τρόπο για τις μετέπειτα κινήσεις της. Ήθελε να νιώθει ψυχικά και σωματικά έτοιμη γι’αυτό, τη μέρα της στέψης της.
Η δάρκα σταμάτησε να πετάει αόρατη βέβαια πάνω από το κεφάλι της πριγκίπισσας. Είχε γλιστρήσει στο παλάτι με το πρώτο φως του ήλιου. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ώρα. Είχε καθίσει πάνω στα μαλλιά της πριγκίπισσας για ώρα πολλή, όσο εκείνη κοιμόταν, προσπαθώντας να γαληνέψει τον ύπνο της και να διώξει τα ταραγμένα όνειρα που χόρευαν αγκαλιασμένα γύρω από το κεφάλι της. Δεν είχαν καμιά δουλειά εκεί. Μόνο όταν η Αμάντα άνοιξε τα μάτια της την εγκατέλειψε η δάρκα για να αρχίσει την περιήγησή της στο μεγάλο παλάτι. Καταλάβαινε πως έπρεπε να το γνωρίσει καλύτερα, για να μπορεί να την ακολουθεί με ευκολία υπηρετώντας την με τον καλύτερο τρόπο. Είχε αρχίσει ήδη να συμπαθεί την πριγκίπισσα, της φαινόταν τόσο απροστατευτη εκείνη την ώρα του ύπνου. Δε θα άφηνε να της συμβεί κανένα κακό. Ήταν αλήθεια πως ένιωθε ήδη εξαντλημένη από τη μάχη της με τους εφιάλτες αλλά αυτό δε θα τη σταματούσε από τη δουλειά της. Έτσι, όσο η Αμάντα ετοιμαζόταν, εκείνη κατευθυνόταν προς τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκεί θα την περίμενε και ίσως να ξεκουραζόταν και λίγο.
Ο Κραντ βρισκόταν ήδη στη μεγάλη βιβλιοθήκη, προτού καλά καλά ανοίξει τα μάτια της η πριγκίπισσα για ν’αντικρύσει την καινούρια μέρα. Δεν είχε κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα αναλογιζόμενος τα νέα του καθήκοντα. Προσπαθούσε να ξεδιαλέξει όλα όσα θα της ήταν απαραίτητα για τη νέα της αρχή. Γνώριζε καλά πόσο έξυπνη ήταν κι ήθελε να εκμεταλευθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έφεσή της στη γνώση. Βέβαια οι μέρες που είχαν στη διάθεσή τους κάθε άλλο παρά αρκετές ήταν αλλά αυτό δεν τον στενοχωρούσε καθόλου. Αν η πριγκίπισσα το επιθυμούσε θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα μαθήματα και μετά τη στέψη, ακόμα και κρυφά αν η ίδια δεν επιθυμούσε να μαθευτεί. Μα είχαν καιρό γι’αυτά. Τώρα προείχαν άλλά, πιο σπουδαία.
Κάθισε σε έναν καναπέ και τράβηξε μπροστά του μια μεγάλη στίβα από τυληγμένα χαρτιά. Εκείνη τη μέρα θα μιλούσαν για ιστορία και διπλωματία. Σίγουρα η Αμάντα θα θυμόταν κάποια βασικά πράγματα γύρω από την ιστορία του λαού της και το τυπικό του βασιλείου, κι ας ισχυριζόταν το αντίθετο. Δε μπορεί να τα είχε διαγράψει όλα για χάρη της τέχνης της θεάς άραλ!
Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και η κοπέλα μπήκε μέσα ορμητικά. Δε χρειάστηκε να την κοιτάξει για πολύ για να διαπιστώσει πως τα χειρότερα είχαν περάσει.
-καλημέρα κραντ, τον πλησίασε βιαστικά για να καθίσει απέναντί του.
-Καλημέρα, πριγκίπισσα Αμάντα, αποκρίθηκεχαμογελώντας της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε και πάλι εκείννο τον καταραμένο πόνο στο κεφάλι του αλλά ορκίστηκε σιωπηρά πως θα τον αγνοούσε. Δε θα άφηνε τίποτα και κανέναν να τον αποσπάσει από το έργο του.
-Κοιμήθηκες καλά;
-όσο παράδοξο κι αν ακουστεί, ξεκουράστηκα. Κάθε φορά που ξυπνούσα έφερνα στο νου μου την τωρινή δυσάρεστη κατάσταση μα ο ύπνος δεν αργούσε να έρθει και πάλι.
-Ωραία, καλό είναι αυτό. Θα χρειαστείς όλες σου τις πνευματικές δυνάμεις σήμερα. Λοιπόν, είσαι έτοιμη να αρχίσουμε;
-ναι, Κραντ, σε ακούω.
Η Δάρκα την πλησίασε και πάλι, κουρνιάζοντας ανάμεσα στα μακριά της μαλλιά.
Η Στρίλντα κι ο μπρούνκαλ μπήκαν σε ένα μικρό, πολύ μικρο δωμάτιο, κι εκείνη κλείδωσε πίσω της την πόρτα. Ο πολεμιστής άρχισε να παρατηρεί το χώρο με μάτια άπληστα. ΟΙ τοίχοι ήταν στρογγυλοί, καμωμένοι από ένα υπέροχο πανάκριβο γυαλί, μέσα από το οποίο μπορούσε να δει καθαρά τον εαυτό του. Η Στρίλντα τον περιεργαζόταν σχεδόν ξεδιάντροπα όσο εκείνος παρατηρούσε τον αλλόκοτο χώρο.
-μα πού είμαστε, θεά Στρίλντα; Ρώτησε ύστερα από λίγο, σαν είδε πάνω του το βλέμμα της.
-σε καλωσορίζω στο δωμάτιο των ψυχών, αποκρίθηκε ατάραχη εκείνη. Τους βλέπεις αυτούς εκεί τους καθρέφτες; Εκείνος έγνεψε καταφατικά για να την αφήσει να συνεχίσει.
-Αντανακλούν την ίδια σου την ψυχή. Όση ώρα θα μιλάμε εγώ θα ερευνώ μέσα της για να βεβαιωθώ πως είναι έτοιμη να κανει ό,τι την προστάξω και πως δε δειλιάζει μπροστά σε τίποτα. Ένα ρίγος άρχισε να διαπερνά το Μπρούνκαλ αλλά κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επιβληθεί στον εαυτό του.
-Μπράβο, εξακολούθησε η θεά, διαθέτεις μεγάλη πειθαρχία βλέπω κι αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι.
Κάνω ό,τι μπορώ, αποκρίθηκε εκείνος ψύχραιμα. Κι άλωστε έχω εκπαιδευθεί γι’αυτό.
-σωστά, μίλησέ μου λοιπόν λίγο για την εκπαίδευσή σου!
-από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, άρχισε ο μπρούνκαλ, ήμουν μ’ένα σπαθί στο χέρι. Πάλευα να το δαμάσω για να μου αποκαλύψει όλα του τα μυστικά κι αυτό δεν ήταν εύκολο γιατί κάθε φορά που κατακτούσα μια κορυφή, ο εκπαιδευτής μου πρόσθετε στο όπλο άλλον ένα μαγικό λίθο. Και τότε γινόμουν εντελώς ανίσχυρος μπροστά του κι εκείνο έμοιαζε να με κοροιδεύει. Αυτό δε μου άρεσε κι άρχισα να σκέφτομαι τι να κάνω για να εξολοθρεύσω τους λίθους. Ίσως το βρεις παιδιάστικο αλλά για πολλές νύχτες πάλευα να τους ξεριζώσω από το όπλο. Δε σταματούσα ακόμη κι όταν τα δάχτυλά μου καίγονταν από μια παράξενη δυνατή κι άσβεστη φωτιά. Κάποτε δεν άντεξα τον πόνο κι έτρεξα με την ανάσα κομμένη στον εκπαιδευτή μου. Εκείνος έσβησε τις φλόγες και θεράπευσε τα χέρια μου εξηγώντας μου πως δεν έφτανε η τέχνη του σπαθιού για να ολοκληρωθώ σαν πολεμιστής. Έτσι άρχισε να μου αποκαλύπτει ένα ένα τα μυστικά της αυτοίασης, της σύνεσης και φυσικά της μαγείας. Αυτό το τελευταίο με δυσκόλευε πολύ στην αρχή. Βλέπεις δε μπορούσα να προφέρω καλά τα ξόρκια. Αλλά με τον καιρό το συνήθισα κι αυτό.
-πΟλύ καλά, βλέπω πως όσα λες είναι αλήθεια. Συνέχισε όμως, τι άλλο περιελάμβανε η εκπαίδευσή σου;
-Όταν έφτασα σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο άρχισα να γυμνάζω το σώμα μου με διάφορους τρόπους. Η ξιφομαχία μου άρεσε, κι όσο για το τόξο έγινα αμέσως ένα μαζί του. Το κάθε βέλος καθοδηγούνταν από τη σκέψη μου, δεν αστοχούσα ποτέ.
-Και με τον έρωτα, πώς τα πήγαινες; Ο Μπρούνκαλ μίλησε την επόμενη στιγμή χωρίς φόβο.
-Τον έρωτα τον γνωρίζω μόνο μέσα από όσα έχω διαβάσει στη σύντομη ζωή μου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που δίνει χρώμα στη ζωή των ανθρώπων και τι είναι αυτό που τους την παίρνει πίσω.
-τότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος ακόμη, είπε η στρίλντα γελώντας. Κι αυτό επίσης μου αρέσει σε εσένα. Νομίζω πως για την ώρα είσαι εντάξει. Μα δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ωραία συνέχεια, μου αρέσει ο τρόπος που έκανες τις περιγραφές και ειδικά το σημείο που αφορά τη Δάρκα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: