Archive for Αύγουστος 2011

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Αύγουστος 11, 2011

15.
Ο αλμπέρτο έριξε λίγες βιαστικές κλεφτές ματιές στο διάδρομο και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του κι έβγαλε από μέσα με προσοχή ένα μικρό αντικείμενο τυληγμένο σε μια πετσέτα. Την ξετύληξε και βρέθηκε να κρατάει ένα κλειδί. Το στριφογύρισε για λίγο αναποφάσιστος στα χέρια του. Διχαζόταν ανάμεσα στην περιεργια και στη σύνεση, πάντα αυτά τα δυο τον παίδευαν με τη συνύπαρξή τους μέσα του. Από τότε που ήταν παιδί έμπλεκε στις πιο απίστευτες περιπέτειες ενώ την επόμενη στιγμή σκάλιζε προσευχές στους τοίχους του δωματίου του. Μα μήπως δεν ήταν ο συνδυασμός τους που τον είχε φέρει στη θέση που κατείχε σήμερα; Όργανο της εκκλησίας, πειθήνιο εκτελεστικό ή…
Τελικά του ξέφυγε ένας αναστεναγμός και με προσοχή έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως χωρίς τον παραμικρό ήχο κι εκείνος έβγαλε αργά τον αέρα από τα πνευμόνια του. Να που δεν ήταν και τόσο δύσκολο.
Μπήκε στο γραφείο και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Το καταλάβαινε καλά πως δεν είχε στη διάθεσή του πολύ χρόνο. Λίγες μέρες αργότερα θα ερχόταν εκεί ο αντικαταστάτης του Ιγνάτιο. Γέλασε δυνατά με τη σκέψη αυτή. Κανείς δε θα τα κατάφερνε τόσο καλά όσο εκείνος, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Κι ο ίδιος ο αΛμπέρτο αναγνώριζε τις μαγικές σχεδόν ικανότητες αυτού του ανθρώπου που τα κατάφερνε τόσο καλά σε τόσους πολλούς τομείς, από τις πολύπλοκες υποθέσεις της δουλειάς ως και την επικοινωνία με τους πιο ιδιόρυθμους ανθρώπους που αναζητούσαν λίγη ηρεμία κοντά στο θεό.
Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο γραφείο παρατηρώντας τους αναρίθμητους τόμους των εκκλησιαστικών βιβλίων που στοιβάζονταν παντού στο χώρο. Ήταν βέβαιος πως ο Ιγνάτιο τα είχε διαβάσει όλα κάμποσες φορές και πως δεν είχε αρκεστεί μόνο σε αυτά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έβλεπε μέσα σε κάποιο μεγάλο βιβλιοπωλείο να χαζεύει τίτλους βιβλίων για ώρες.
Απομάκρυνε τη σκέψη προσπαθώντας να εστιάσει στο πρόβλημα που τον απασχολούσε. Είχε έρθει ως εδώ επειδή κάτι αναζητούσε, μα τι ακριβώς; Μια επιστολή. Ήξερε καλά πως ο Ιγνάτιο την είχε γράψει λίγο πριν την αναχώρησή του για το νησί. Χαμογέλασε βεβιασμένα, αν εκείνος δεν είχε μεσολαβήσει δε θα κέρδιζε ποτέ τη θέση αυτή αφού η παρουσία του εδώ ήταν απαραίτητη το λιγότερο. Ωστόσο αυτός ο Αλμπέρτο, ήταν φίλος και καταλάβαινε καλά τις ανάγκες του κληρικού. Κι όταν μάλιστα ταίριαζαν με τις δικές του…
Γονάτισε προσεκτικά μπροστά στη βιβλιοθήκη κι άρχισε να τραβά κάποιους τόμους που του φαίνονταν πιο πιθανές κρυψώνες. Η επιλογή τους γινόταν με βάση την προτεραιότητα που πίστευε πως θα τους έδινε ο ιγνάτιο.
Δεν ήταν καθόλου ανόητος ο αΛμπέρτο, ένιωθε πως αυτό που προσπαθούσε να ανακαλύψει δεν ήταν εύκολο κι ίσως να μην τα κατάφερνε ποτέ. Αλλά θα προσπαθούσε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Έπρεπε να ανακαλύψει την κορυφή του μυστικού που βάραινε τον Ιγνάτιο για τόσα χρόνια, έπρεπε να μάθει την ταυτότητα εκείνης της γυναίκας. Κι όταν θα τη μάθαινε θα έβλεπε πως θα χρησιμοποιούσε την πληροφορία αυτή. Όχι πως ήθελε να τον καταστρέψει, κάθε άλλο μάλιστα. Κατανοούσε καλύτερα από πολλούς την ανάγκη του για λίγη ηρεμία… όχι πως τον έστειλε κατευθείαν σε αυτή…
Το ράφι είχε αδειάσει αλλά καμιά επιστολή δεν είχε βρεθεί. Άνοιγε ένα ένα τα βιβλία και τα αναποδογύριζε για να πέσει το χαρτί. Μα όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο πίστευε πως είχε ακολουθήσει τη σωστή οδό. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να πιάσει στα χέρια του το σωστό βιβλίο.
Κάποτε σηκώθηκε όρθιος τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του. Το μυαλό του είχε αρχίσει να δουλεύει πιο γρήγορα. Τι διάβαζε τον τελευταίο καιρό ο Ιγνάτιο, πως του άρεσε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του;
Αλήθεια… άγγιξε το μέτωπό του ευχαριστημένος ξαφνικά. Ήταν τόσο προβλέψιμος, είχε καθυστερήσει πολύ να το σκεφθεί
Η λύση στο πρόβλημα ήταν η μουσική. Ο Ιγνάτιο είχε πραγματικό πάθος με τα θρησκευτικά κομμάτια των πολύ περασμένων αιώνων. Αν είχε γράψει κάτι σαν αυτό που αναζητούσε δε θα το έκρυβε ποτέ μέσα στη βιογραφία κάποιου επιφανούς εκκλησιαστικού άνδρα. Η συνειδητοποίηση αυτή του έδωσε νέα δύναμη και σταματώντας να τινάζει τις σκόνες από πάνω του έστρεψε και πάλι το βλέμμα στα ράφια της βιβλιοθήκης. …
Βρήκε το ράφι που τον ενδιέφερε κι άρχισε να μελετά τους τίτλους, ιστορία της μουσικής του μεσαίωνα, Παλεστρίνα και αναβιώσεις της τέχνης της πολυφωνίας… όλα αυτά του φαίνονταν πολύ εξειδικευμένα κι αναρωτιόταν πως μπορούσε κάποιος που δεν ήταν μουσικολόγος να βγάλει κάποιο νόημα από αυτά.
Μια ματιά στο ρολόι του τον έκανε να βιαστεί, δεν ήθελε να τον ανακαλύψουν… άρπαξε στην τύχη έναν τόμο και χωρίς να προσέξει τον τίτλο τον αναποδογύρισε γρήγορα με την ευχή να έβρισκε επιτέλους αυτό που έψαχνε.
Το χαρτί γλίστρησε στο πάτωμα χωρίς ήχο κι εκείνος έμεινε να το κοιτάει για λίγο μην πιστεύοντας στην καλή του τύχη. Τελικά επέστρεψε τον τόμο πίσω στην αρχική του θέση κι έσκυψε να μαζέψει την επιστολή, διότι δεν είχε καμιά αμφιβολία πως επρόκειτο για το χαρτί που έψαχνε. Κι άλωστε μια πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να φανεί πως δεν ήταν κάποια παρτιτούρα, αυτές μπορούσε να τις ξεχωρίσει κι ας μην τις καταλάβαινε.
Λίγες στιγμές αργότερα κλείδωνε το γραφείο του Ιγνάτιο και κατευθυνόταν με βήμα αδιάφορο προς το δικό του.
Μπήκε μέσα όσο πιο αδιάφορα μπορούσε χαιρετώντας την κοπέλα που έκανε τη δουλειά της σκυμμένη πάνω από ένα σωρό χαρτιά και κάθισε πίσω από το δικό του γραφείο. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της αλλά ούτε και να τη διώξει. Αν το έκανε εκείνη θα το ανέφερε σε κάποια φίλη…
Έβγαλε την επιστολή του Ιγνάτιο κι άρχισε να διαβάζει αργά αργά κοιτώντας την κάθε τόσο.
Σιγά σιγά τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους κι εκείνος εξηγούσε καλύτερα τη στάση του φίλου του αφού τώρα έβλεπε γιατί είχε αλλάξει χαρακτήρα.
Όσα διάβαζε τον συγκλόνιζαν κι ας μην το ομολογούσε. Ο ιγνάτιο διέθετε μια πολύ καλή και ισχυρή πένα, ικανή να αποτυπώνει την κάθε στιγμή που είχε ζήσει γλαφυρά και με ακρίβεια και δύναμη. Άλλοτε πάλι οι λέξεις γίνονταν πιο τρυφερές, ξεχείλιζαν σχεδόν από αγάπη, μα αυτό ήταν το λάθος του.
Δε μπόρεσε να μη δακρύσει λίγο πριν το τέλος, ίσως και να μην είχε καταλάβει σωστά… άρχισε να κουνά με δυσπιστία το κεφάλι του αλλά όταν κατάλαβε πως η κοπέλα είχε στρέψει τα μάτια της πάνω του βιάστηκε να γυρίσει στο διάβασμα.
Και τότε είδε επιτέλους αυτό που περίμενε, το όνομά της. Το διάβασε πολλές φορές για να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν του έπαιζαν κανένα παιχνίδι. Την έλεγαν κάτια ντεσάντ.

Advertisements

Η άρπα της αμάντας

Αύγουστος 7, 2011

-Τι άλλο μένει λοιπόν;
-βιάζεσαι, ας είναι. Ο λόγος σου είναι μεστός, η ψυχή σου ακόμη αμόλυντη από τα πάθη που βάφουν κόκκινα τα μάγουλα των ανθρώπων. Γι’αυτό δε θα καθυστερήσουμε άλλο. Θα περάσουμε στην τελευταία και πιο σκληρή δοκιμασία. Είσαι έτοιμος; Ο πολεμιστής ετοιμάστηκε να απαντήσει μα εκείνη τη στιγμή ένας δυνατός παράξενος πόνος τον διαπέρασε. Κρέμασε γρήγορα το σπαθί στον ώμο τουκι έφερε τα χέρια στο στήθος του. Τα αφτιά του γέμισαν με τους ήχους μιας άγριας συμπλοκής. Προσπάθησε να τους ξεδιαλύνει και τελικά ξεχώρισε κάποιους. Μια γυναίκα έπαιρνε σύντομες κοφτές ανάσες δίνοντας εντολές σε μια άγνωστη γλώσα ενώ κάποιος άνδρας πάλευε να της ξεφύγει. Έσφιξε το στήθος του προσπαθώντας να εντοπίσει την αιτία του πόνου.
-Τι γίνεται εδώ, στρίλντα; Μίλησε προτού το καταλάβει. Η θεά απάντησε κι η δική της φωνή έμοιαζε να έρχεται από πολύ μακριά.
-προσπαθώ να κλέψω την ψυχή σου. Εγώ είμαι που μιλάω μέσα σου κι εσύ αυτός που προσπαθεί να με εμποδίσει. Μα μη σε ταράζει αυτό, αυτό ακριβώς θα έπρεπε να κάνεις, αυτή είναι η λογική αντίδραση ενός ελεύθερου ανθρώπου. Θα παλέψεις μαζί μου για ώρα πολύ, σταμάτα να προσπαθείς να εμποδίσεις τον εαυτό σου. Δεν έχει κανένα νόημα αυτό που κάνεις. Πες μου τι νιώθεις.
-νιώθω πόνο, δεν έχω ξανααιστανθεί κάτι τόσο απόλυτο. Η ανάσα μου κόβεται.
-γονάτισε πολεμιστή, τώρα. Άσε το σπαθί σου να πέσει στο έδαφος. Η θεά τον πλησίασε. Ο Μπρούνκαλ ξεκρέμασε το σπαθί και το ακούμπησε με προσοχή δίπλα του. Έπειτα γονάτισε πειθήνια. Αμέσως ένιωσε καλύτερα.
-Έτσι μπράβο, επιδοκίμασε η στρίλντα. Τα πας καλά, το ξαναλέω. Βλέπω πως η ψυχή σου είναι έτοιμη να μου παραδοθεί. Γι’αυτό αν έχεις κάτι να πεις κάνε το τώρα. Ο Μπρούνκαλ μίλησε με μια φωνή που ακουστηκε ξένη ακόμα και στον ίδιο.
-αφού γεννήθηκα γι’αυτόν ακριβώς το σκοπό δε θα σε εμποδίσω άλλο. Πάρε την ψυχή μου και φυλάκισέ τη στην άρπα σου. Μα πες μου πρώτα κάποια πράγματα, τι θα γίνει με το σώμα μου; Έχω παλέψει σκληρά γι’αυτό, δε θέλω να το χάσω.
-Μην ανησυχείς γι’αυτό, δε θα το χάσεις. Όσο η ψυχή σου θα κάνει το καθήκον της εγώ θα προστατεύω το σώμα σου από τη φθορά. Θα το κρατήσω εδώ, ώσπου να πετύχεις το σκοπό σου.
-Και ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός μου; Ο πόνος στο στήθος του δυνάμωσε και πάλι κι ο πολεμιστής πίεσε το μέρος με την παλάμη του.
-τι νιώθεις; Ρώτησε η Στρίλντα αντί για άλλη απάντηση.
-νιώθω την πληγή να ανοίγει.
-Η ψυχή σου σε εγκαταλείπει. Τότε η φωνή του πολεμιστή δυνάμωσε ακόμη πιο πολύ.
-Πες μου το σκοπό μου θεά.
-πρέπει να με βοηθήσεις να αποκτήσω ξανά την παλιά μου αίγλη αλλά κυρίως τα δικαιώματα που μου στέρησε ο πατέρας των θεών. Αυτό θα το πετύχω αν πρώτα από όλα γίνω και πάλι βασίλισσα αυτού του κόσμου. Θα ξεκινήσω από το βασίλειο της πριγκίπισσας αμάντας, όπως ξέρεις. Θέλω να είσαι μέσα στην κάθε νότα που θα παίζει, να της μιλάς, να κλαίει και να γελάει μόνο όταν εσύ το επιθυμείς. Με καταλαβαίνεις;
-απόλυτα.
-Δε θα την αφήσεις να παντρευτεί κανέναν αν κι εκείνη βέβαια επιθυμήσει κάτι τέτοιο. θα την κάνεις να σε ερωτευθεί μέσα από την άρπα. Η φωνή σου θα είναι μαζί σου για να σε βοηθάει. Το ίδιο κι εγώ. Θα μιλάμε συχνά, κάθε φορά που θα χρειάζεται. Θα παλεύεις για μήνες. Αν τα καταφέρεις να την κάνεις να σε ερωτευθεί, θα σπάσω την άρπα και θα σου ξαναδώσω το σώμα σου για να ολοκληρώσεις το γάμο σας. Αν όχι… όλα θα έχουν τελειώσει για σένα αλλά θα σου ξαναδώσω και πάλι το σώμα σου μόνο για μια στιγμή, για να τη σκοτώσεις.
-γιατί;
-γιατί θα μου είναι πια άχρηστη.
-Κι εγώ τι θα απογίνω;
-θα παλεύεις να βγεις από την άρπα κι αν ποτέ το καταφέρεις, πράγμα για το οποίο αμφιβάλω, θα ψάξεις για νέο σώμα αφού εγώ θα έχω καταστρέψει αυτό που σε φιλοξενεί.
-Είσαι σκληρή.
-Σε περιμένει η δόξα ωστόσο αν τα καταφέρεις. Θα γίνεις βασιλιάς αυτού του τόπου, τουλάχιστον για λίγο. Αυτό θα το δούμε αν έρθει εκείνη η ώρα. Μα ουσιαστικά δε θα κυβερνάς εσύ αλλά εγώ. Τι λες, δεν αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις;
-αξίζει. Πάρε την ψυχή μου για να λυτρωθώ από τον πόνο και να ξεκινήσω την προσπάθεια. Πόσο χρόνο έχω;
-Ο χρόνος δε μετράει το ίδιο για εμάς τους δυο πολεμιστή. Μα σου μένουν κάποιοι μήνες. Θα εξαρτηθεί από τον κύκλο της αγάπης. Και τώρα κοιμίσου, σε αποδεσμεύω από την ψυχή και το πνεύμα σου. Ο Μπρούνκαλ βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα.
Η ραλκ μπήκε στη σπηλιά προσπαθώντας να προσανατολισθεί. Ο χώρος ήταν πολύ περιορισμένος. Άρχισε να κοιτά το πλήθος των βράχων που την περικύκλωναν. Ήταν σε διάφορα σχήματα και χρώματα και τους πιο πολλούς δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ. Τα τοιχώματα της σπηλιάς ήταν καλυμμένα με διάφορα παράξενα σύμβολα τα οποία της ήταν επίσης άγνωστα. Όταν κατάλαβε πως δε θα έβγαζε κάποια άκρη από αυτά τράβηξε τα μάτια της από πάνω τους και επικαλούμενη τις δυνάμεις της προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το πέτυχε πολύ εύκολα, πιο εύκολα από κάθε άλλη φορά κι αυτό την ικανοποίησε. Ο πρώτος με τον οποίο θέλησε να επικοινωνήσει ήταν η μεγάλη μητέρα. Άρχισε να της στέλνει μηνύματα ζητώντας της βοήθια. Εκείνη δεν άργησε να ανταποκριθεί.
-πΟύ είσαι κόρη μου; Νιώθεις καλά; Νιώθω την άβρα σου πολύ κοντά μου.
-είμαι καλά, μητέρα, μα νομίζω πως χάθηκα.
-Τι θέλεις να πεις;
-θέλησα να ξεκουραστώ για λίγο και βούτηξα σε ένα ποτάμι. Το νερό ήταν υπέροχο και ξαφνικά έφτασε ως εμένα η φωνή του δάλκιρ.
-Τον εντόπισες κι εσύ;
-Γιατί ποιος άλλος; Εγώ τον έχασα την επόμενη στιγμή. Μου φώναξε κάτι αλλά ο άνεμος το πήρε μακριά. Άρχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί από όπου νόμιζα πως ερχόταν η φωνή αλλά την έχασα κι αυτή.
-Και τώρα πού είσαι;
-δεν ξέρω ακριβώς. Μπήκα σε μια παράξενη σπηλιά γεμάτη σύμβολα και πολύχρωμους βράχους.
Όταν μίλησε η μεγάλη μητέρα η ραλκ την ένιωσε ανήσυχη.
-Μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο από τα σύμβολα;
-όχι, μητέρα, φοβάμαι πως δε μπορώ.
-σε παρακαλώ, προσπάθησε.
-δεν ξεχωρίζω τίποτα. Έχουν σχέδια σε κάθε γωνιά μα δεν τα καταλαβαίνω. Γιατί ανησυχείς; Αν ήμουν σε κάποιο επικίνδυνο μέρος δε θα έχανα τις δυνάμεις μου;
-είσαι στο πιο επικίνδυνο μέρος που θα μπορούσες να βρεθείς. Μόνο από την παράδοση και τους θρύλλους το ξέρουμε όλοι, κι εμείς και οι άνθρωποι.
-μη με τρομάζεις, σε παρακαλώ.
-Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου μα θα πρέπει να σε κανω να δεις την κρισιμότητα της κατάστασης. Η σπηλιά αυτή είναι το όριο ανάμεσα στους τρεις κόσμους. Διαθέτει τρεις θύρες, η μια σε βγάζει στον κόσμο των ανθρώπων, η άλλη στον κόσμο των θεών και η Τρίτη σε πάει κατευθείαν στο θάνατο. Η ραλκ τη διέκοψε τρελή από φόβο.
-Πού δηλαδή;
-στο κρυστάλινο παλάτι της στρίλντα. Εκεί όπου είναι τώρα κι ο αγαπημένος σου Δάλκιρ.
-Λες να τον σκότωσε;
-όχι, είναι ζωντανός. Επικοινώνησε μαζί του η δάρκα. Δηλαδή τον είδε, δε νομίζω πως την αντιλήφθηκε.
-είναι καλά;
-Ναι, ξέχνα το αυτό για λίγο. Πρέπει να δούμε τι θα κάνεις εσύ τώρα. Θα βρεις έναν τρόπο να αποκρυπτογραφήσεις τα σύμβολα που οδηγούν στις θύρες.
-Πώς;
-Αυτό δεν το ξέρω. Σκέψου, σε παρακαλώ. Σκέψου, δεν έχεις χρόνο. ΟΙ δυνάμεις σου θα αρχίσουν να σε εγκαταλείπουν σε λίγο. Πρέπει να καταλάβεις πως αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι στο κενό.