Η άρπα της αμάντας

Η στρίλντα ξέσπασε σε ένα γέλιο που θύμιζε λάμα καλοτροχισμένου μαχαιριού και βγήκε από το δωμάτιο σέρνοντας πίσω της το άψυχο σώμα του Μπρούνκαλ. Ο πολεμιστής τα είχε καταφέρει με τον καλύτερο τρόπο κι αυτό την εξυπηρετούσε θαυμάσια. Δεν το χρειαζόταν το σώμα του αλλά θα το προστάτευε για πολλούς λόγους. Κι άλωστε ίσως ήθελε να το γνωρίσει η κόρη της, η σκέψη αυτή της έφερε κι άλλα δυνατά γέλια μα προσπάθησε να τα Καταπνίξει. Χωρίς βιασύνη μπήκε στην αίθουσα όπου την περίμεναν ο δάλκιρ και η λίγκρα. Πήγε και κάθισε κοντά τους μισοχαμογελώντας ακόμη. Όταν μίλησε στη Λίγκρα εκείνη τινάχτηκε από τη θέση της.
-είναι όλα έτοιμα. Φυλάκισα την ψυχή του.
-Μπράβο, στρίλντα. Η νεράιδα χαμογέλασε και κείνο το χαμόγελο φάνηκε ακτινοβόλο στο δάλκιρ αλλά απόδιωξε την αίσθηση φέρνοντας ξανά στο νου του τη ραλκ.
-τι πρέπει να γίνει τώρα; Η Λίγκρα μίλησε ξανά, γονατίζοντας μπροστά από τη Στρίλντα. Εκείνη της χάιδεψε τα μαλλιά κι ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα της νεράιδας. Στα τόσα χρόνια που την υπηρετούσε είχε μάθει πολλά για τη θεά και ένα από αυτά ήταν πως το χάδι στα μαλλιά θα την έβαζε σε μεγάλους μπελάδες. Δεν έπεσε έξω.
-γλυκιά μου Λίγκρα, είπε η θεά μελιστάλαχτα, εξακολουθώντας να τη χαιδεύει, ήρθε η ώρα να επιστρέψεις στο παλάτι κοντά στην αΜάντα. Σε χρειάζεται αληθινά. Θα έχεις μαζί σου το δώρο σου που είναι πραγματικά ανεκτίμητο.
Η στρίλντα σηκώθηκε κάνοντάς την στην άκρη και η νεράιδα βιάστηκε να τη μιμηθεί. Ο δάλκιρ τις παρακολουθούσε προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα ενώ αναρωτιόταν αν τον είχαν ξεχάσει.
Η Στρίλντα πλησίασε την πανέμορφη άρπα κι άρχισε να τη χαιδεύει με τα ακροδάχτυλά της γλυκά κι αργά, σχεδόν ερωτικά.
Ο δάλκιρ άρχισε να νιώθει ακόμη πιο άβολα καθώς στριφογυρνούσε στη θέση του νευρικά. Χρειάστηκε να του μιλήσει πολλές φορές η στρίλντα για να του αποσπάσει την προσοχή.
-σε παρακαλώ, πολεμιστή, μετέφερε το σώμα του μπρούνκαλ στον καναπέ, δε θέλω να πάθει το παραμικρό. Ο δάλκιρ σηκώθηκε σαν υπνοτισμένος κι έκανε ό,τι ακριβώς του ζήτησε η θεά. Καταλάβαινε πως κάτι σημαντικό θα γινόταν από στιγμή σε στιγμή.
Σήκωσε εύκολα το σώμα του άνδρα που έμοιαζε πανάλαφρο στα χέρια του και το ξάπλωσε στον καναπέ. κΟίταξε για μια στιγμή το πρόσωπό του αλλά την επόμενη στιγμή απόστρεψε το βλέμμα από πάνω του, Δεν του άρεσε αυτό που έβλεπε. Μια θανάσιμη χλωμάδα ήταν απλωμένη στο πρόσωπο εκείνου του άνδρα. Τι του είχε κάνει άραγε η θεά; Να περίμενε και τον ίδιο παρόμοια τύχη;
Άρχισε να μετατοπίζει το βάρος του σώματός του από το ένα πόδι στο άλλο, χωρίς να συνειδητοποιεί πως είχε αρχίσει να κατευθύνεται προς την έξοδο της αίθουσας.
Το πρόσεξε όμως η Λίγκρα που του φώναξε παγερά να επιστρέψει πίσω στη θέση του. Ο πολεμιστής έγνεψε καταφατικά κι ετοιμάστηκε να κάνει αυτό που του ζήτησε αλλά όταν δοκίμασε να περπατήσει τα πόδια του αρνήθηκαν να τον υπακούσουν και παρέμειναν καρφωμένα στο έδαφος. Τότε άκουσε εκείνη την παράξενη φωνή πολύ κοντά στο αφτί του, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε.
«δάλκιρ, με ακούς»; «Μη μιλήσεις, μόνο τηλεπαθητικά επιτρέπεται η επικοινωνία μαζί μου, άλωστε ακόμη κι αν το κάνεις εγώ δε θα σε ακούσω κι εσύ θα μπεις σε μπελάδες».
-Ναι, σε ακούω, πολύ καθαρά, μα δεν ξέρω ποια είσαι.
-είμαι πνεύμα, ανήκω στην ομάδα που σε προστατεύει.
-υπάρχει τέτοια ομάδα πνευμάτων;
-Ναι, βέβαια.
-και γιατί δεν επικοινώνησε κανείς μαζί μου ως τώρα;
-δεν υπήρχε λόγος. Τώρα βρίσκεσαι σε κίνδυνο.
-Ξέρεις που είμαι;
-ναι, εκεί όπου δεν πρέπει. Ο πολεμιστής ανατρίχιασε.
-τι πρέπει να κάνω για να φύγω από εδώ;
-θα σου πω, δεν είναι τόσο εύκολο… προηγούνται άλλα.
Η Στρίλντα εξακολουθούσε να χαιδεύει την άρπα όλο και πιο γρήγορα ενώ τα χείλη της κινούνταν ρυθμικά αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από αυτά. Η Λίγκρα δεν την έχανε στιγμή από τα μάτια της και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τη χρειαζόταν εκείνη την ώρα άρχισε να απομακρύνεται βιαστικά.
-Κάτι κακό γίνεται εκεί αυτή τη στιγμή, συνέχισε η αρχηγός των πνευμάτων. Μπορείς να μου το περιγράψεις;
-θα προσπαθήσω…
Η Λίγκρα έκανε γοργά τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν και τον αγκάλιασε σφιχτά τραβώντας τον μαζί της.
-μην κουνιέσαι, δάλκιρ, η φωνή άρχισε να σβήνει. Μην κουνιέσαι…
-τι κάνεις εκεί; Η λϊγκρα μίλησε στο αφτί του σιγανά.
Ο δάλκιρ ένιωσε τα πόδια του να κόβονται.
-τίποτα, απλά στεκόμουν εδώ. Δε μου είπε κανείς να κάνω κάτι. Προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-γιατί στεκόσουν σε αυτό ακριβώς το σημείο; Η λίγκρα τον τράβηξε μαζί της και η φωνή δεν ακούστηκε ξανά.
Τον οδήγησε πίσω στον καναπε όπου κάθονταν πριν λίγο.
-Τι κάνει η στρίλντα;
-θα δεις… έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του κι έστρεψε πάλι την προσοχή της στη θεά, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πως έβρισκε τόσο γρήγορα τις διόδους ο δάλκιρ. Κάτι έπρεπε να γίνει με αυτό, ίσως έφταιγε η εκπαίδευσή του.
Τότε ήταν που άρχισε η μουσική. Τη στιγμή που η στρίλντα τραβούσε επιτέλους τα χέρια της από την άρπα, ο χώρος γέμισε από μια εξαίσια μελωδία που όμοιά της δεν είχε ξανακούσει κανείς τους. Η μουσική στην αρχή ήταν σιγανή αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε οδηγηθεί σε ένα απίστευτο κρεσέντο χωρίς ωστόσο να γίνεται δυσάρεστη.
Η στρίλντα που είχε αρχίσει να απομακρύνεται πλησίασε ξανα την άρπα και γονάτισε μπροστά της. Την αγκάλιασε σφιχτά με τα δυο της χέρια κι έσκυψε μπροστά ώσπου τα χείλη της να αγγίξουν τη μια καλοκρυμμένη δίοδο.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και φύσηξε στο εσωτερικό της. Η μουσική άλλαξε στη στιγμή κι ο ήχος έγινε πιο σκληρός. Τώρα δε θύμιζε σε τίποτα το γλυκό ήχο του οργάνου. Ο δάλκιρ και η Λίγκρα ανατρίχιασαν κι έσφιξαν πιο πολύ τα πλεγμένα τους δάχτυλα.
οΙ ήχοι άρχισαν να μπερδεύονται κι αυτό που πλημμύριζε το χώρο απείχε πολύ από το τραγούδι. Μια γυναίκα φώναζε κάτι ρυθμικά ενώ δυνατοί ήχοι από πολλά ξύλινα τύμπανα τη συνόδευαν. Κανείς από τους δυο τους δεν αναγνώρισε τη φωνή όχι όμως και η στρίλντα που ξεκόλλησε για μια στιγμή τα χείλη της από την άρπα για να φωνάξει πάνω από τη φασαρία.
-φύγε, αράλ, μη με εμποδίζεις γιατί θα το μετανιώσεις.
-Η θεά της μουσικής, μουρμούρισε συνεπαρμένος ο δάλκιρ, είναι δυνατό;
-όλα είναι δυνατά εδώ κάτω, αποκρίθηκε η Λίγκρα.
-φύγε αράλ, η φωνή της θεάς έγινε ακόμη πιο επιτακτική. Και τότε ο ήχος των τυμπάνων άρχισε να υποχωρεί σιγά σιγά ώσπου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε χαθεί εντελως.
-απίστευτο, είπε πάλι ο δάλκιρ. Μα πώς την έδιωξε τόσο γρήγορα; Πίστευα πως η θεά της μουσικής ήταν ισχυρή.
-είναι, μα η στρίλντα διαθέτει ακόμη αρκετή από την παλιά της δύναμη και τώρα που βλέπει τα σχέδιά της να πραγματοποιούνται ένα ένα η δύναμη της μεγαλώνει.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ωραία συνέχεια! Η άρπα ολοκληρώθηκε σαν μαγικό όργανο και τα σχέδια της Στρίλντα προχωρούν. Ο καημένος ο Δαλκιρ πάνω που θα έβρισκε λίγη βοήθεια….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: