Η άρπα της αμάντας

-Ναι μα η αράλ είναι μεγάλη θεά, κι αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο ισχυρή από τη στρίλντα. Πώς τα κατάφερε να τη διώξει;
Η Λίγκρα ανασήκωσε τους ώμους της μισοχαμογελώντας.
-για να πω την αλήθεια, αυτό δεν το ξέρω, αλλά κάτι υποψιάζομαι.
-δηλαδή;
-Να, φαίνεται πως έχει κάποιο μυστικό όπλο το οποίο δεν το έχει αποκαλύψει ούτε σε εμένα.
Η στρίλντα τους πλησίασε και κάθισε κοντά τους. Έδειχνε εξουθενωμένη αλλά χαρούμενη.
-Λοιπόν; Τι συμβαίνει τώρα μέσα στην άρπα; Η Λίγκρα μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Δεν ήθελε να ταράξει τις σκέψεις της θεάς.
-Θα δεις, Λίγκρα, τώρα θα δεις.
Κι όταν τελείωσε τη φράση της η μουσική άρχισε ξανά, γλυκιά κι αέρινη. Ολόκληρη η άρπα έμοιαζε να δονείται παράξενα.
Τότε η στρίλντα σηκώθηκε ξανά κι άρχισε να μιλάει δυνατά και διαπεραστικά.
-Μπρούνκαλ με ακούς;
-Μπρούνκαλ;
-Ναι, Στρίλντα, η φωνή του πολεμιστή ακούστηκε πεντακάθαρη.
-πώς αισθάνεσαι εκεί μέσα;
-Η άρπα είναι φιλόξενη κατοικία για την ψυχή μου. Ελπίζω μόνο το σώμα μου να είναι ασφαλές κοντά σου.
-είναι, μη σε απασχολεί αυτό. Φρόντισε να κάνεις καλά τη δουλειά σου και το σώμα σου θα σε περιμένει εδώ, θα σε υπηρετεί πάντα με την ίδια αφοσίωση, αρκεί να έχεις στο νου σου τη συμφωνία που κάναμε.
-Μείνε ήσυχη, στρίλντα, θυμάμαι όλα όσα είπαμε. Πότε θα φύγω;
Η θεά ανασήκωσε τα καλοσχηματισμένα της φρύδια και στράφηκε να κοιτάξει τη νεράιδα η οποία ανταποκρίθηκε αμέσωςστο βλέμμα της.
Πότε θα είσαι έτοιμη να φύγεις;
-Όποτε το προστάξεις, ακόμα και τώρα. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ο νέος πολεμιστής που έχουμε μαζί μας.
Κοίταξε το Δάλκιρ δίπλα της και η στρίλντα τη μιμήθηκε.
-μη σε νοιάζει γι’αυτόν, ξέρω καλά τι θα κάνω μαζί του.
Ο Δάλκιρ που όλο εκείνο το διάστημα πάλευε να ακούσει ξανά τη φωνή παράτησε την προσπάθεια και στράφηκε να τις κοιτάξει.
-Νομίζω πως είναι ώρα να μάθω τους σκοπούς σας για μένα. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω ψάχνοντας για το σπαθί του.
-μη βιάζεσαι τόσο, δε χρειάζεται. Θα τα μάθεις όλα, φτάνει να μην είσαι τόσο ανυπόμονος.
-δεν έχετε δικαίωμα να με κρατάτε αιχμάλωτο εδώ, έχω άλλη αποστολή.
-τι είδους; Αυτή που σου ανατέθηκε χθες απέτυχε, το ξέχασες;
Ο δάλκιρ χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος. Το θυμόταν πολύ καλά. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Είχε απογοητεύσει τη μεγάλη μητέρα, κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. έπρεπε να επανορθώσει.
Στο μεταξύ η η Λίγκρα εξακολουθούσε να μιλάει.
-αν είναι όλα έτοιμα μπορώ να πάω και πάλι πίσω στο παλάτι, άλωστε νομίζω πως η αμάντα θα αναρωτιέται που πήγα. Αν δηλαδή την αφήσει η θλίψη της.
Η στρίλντα χαμογέλασε.
-Ναι, θα είναι πολύ λυπημένη αλλά εμείς δεν είμαστε, έτσι δεν είναι;
Πήγε προς το μέρος της άρπας και την πήρε με προσοχή στα χέρια της.
-σου την παραδίδω, λίγκρα. Νομίζω πως ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
Η νεράιδα εγνεψε καταφατικά.
-μείνε ήσυχη στρίλντα, το ξέρω καλά το καθήκον μου. Όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις. Εγώ κι ο μπρούνκαλ θα σε ενημερώνουμε τακτικά και θα ζητάμε τη συμβουλή σου.
Θα περιμένω νέα σου.
-Και τι θα κάνεις με το δάλκιρ;
-θα σου πω όταν αποφασίσω.
Ο πολεμιστής τις πλησίασε βιαστικά.
-Μη με αφησεις εδώ, κοίταξε ικετευτικά τη νεράιδα.
-δε μπορώ να σε πάρω. Λυπάμαι. Ίσως προκαλέσεις δυσκολίες στα σχέδιά μας.
-δε θέλω να μείνω εδώ. Ο δάλκιρ άρχισε να τρέχει ψάχνοντας μια πιθανή διέξοδο. Το γέλιο της θεάς έφτασε απειλητικά σκληρό ως τα αφτιά του.
-μην κουράζεσαι άδικα, δε θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ χωρίς τη βοήθιά μου.
-Μα πού πάει; Η λίγκρα τύληξε τα χέρια της γύρω από την άρπα.
-Μην τον σκέφτεσαι, θα καταλήξει στη φωλιά του σκοταδιού χωρίς αμφιβολία. Εκεί η καρδιά του θα παγώσει κι ο νους του θα ατονίσει γρήγορα. Εκτός κι αν κάνω εγώ κάτι γι’αυτό. Θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά του.
Η Λίγκρα την κοίταξε μελαγχολικά.
-είναι κρίμα, είναι ωραίος άνδρας.
-αλήθεια, το διασκέδασες μαζί του, έτσι δεν είναι; Ξεχνάς πως στην πραγματικότητα είναι ξωτικό.
Η νεράιδα τίναξε κάπως ενοχλημένη τα μαλλιά της.
-αν μου το επέτρεπες εγώ θα φρόντιζα να τον μεταμορφώσω, θα έμενε μαζί μου.
-αλήθεια; Τέτοια σχέδια έχεις λοιπόν; Μα εντάξει, γιατί όχι; Άκου τι θα κάνουμε, αν τα καταφέρεις καλά στη δουλειά σου ο δάλκιρ θα γίνει δικός σου.
-Το λες αλήθεια;
-ναι, έχεις το λόγο μου.
Η Στρίλντα της άπλωσε το χέρι της. Τα μάτια της άστραφταν, την είχε μελετήσει καλά την κίνησή της, θα έδινε στον καθένα ό,τι ήθελε φτάνει να την εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο.
Η Λίγκρα με την άρπα στην αγκαλιά της βγήκε από το δωμάτιο βιαστική. Θα πήγαινε αμέσως να συναντήσει τη φρουρά που πλαισίωνε τον Μπρούνκαλ για να ξεκινήσουν όλοι μαζί για το παλάτι της αμάντας. Δεν ήθελε να χάσει άλλο χρόνο εκεί. Ευτυχώς η επιστροφή στον κόσμο των ανθρώπων θα γινόταν με τρόπο πολύ πιο γρήγορο χάρη στις ξεχωριστές της ικανότητες. Οι πολεμιστές την πλησίασαν χωρίς λέξη και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω της, εκείνη τους κοίταξε για λίγο, έναν έναν, συγκρίνοντάς τους με τον άνδρα που είχε αφήσει πίσω της, Κανείς δεν του έμοιαζε, ο μόνος ίσως που θα μπορούσενα συγκριθεί μαζί του ήταν ο Μπρούνκαλ. Αλλά κι αυτός θα έδειχνε την αξία του πολύ σύντομα. Καθώς έβγαινε από το παλάτι αναρωτήθηκε για τελευταία φορά ποια τύχη περίμενε τον δάλκιρ.
Η Ραλκ σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι ο αέρας γύρω της λιγόστευε. Τα λόγια της μεγάλης μητέρας έκαναν κύκλους στο νου της κάνοντάς τη να νιώθει όλο και πιο άσχημα. «είσαι εκεί που δεν πρέπει να είσαι «».
Μα πώς είχε βρεθεί εκεί; Ποιος την είχε οδηγήσει στο άγνωστο; Ο δάλκιρ μήπως; Πήρε μια βαθιά ανάσα νιώθοντας μια σουβλιά πόνου στο στήθος της. Ο αέρας λιγόστευε επικίνδυνα. Μα ναι, η φωνή του ήταν, χωρίς αμφιβολία. Δε μπορούσε ωστόσο να την είχε παγιδεύσει με τη θέλησή του. Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά. Εκείνη είχε παρατήσει τα πάντα για το χατίρι του, ήταν ποτέ δυνατό να της το ξεπλήρωνε με τέτοιο τρόπο;
Καποιο λάθος είχε γίνει σίγουρα και θα το ανακάλυπτε. Αργά και με προσοχή σήκωσε τα μάτια της ψηλά για να παρατηρήσει τα διάφορα σύμβολα. Όλα ήταν τόσο αντιφατικά, της θύμιζαν μια παράξενη αρχαία γραφή για την οποία τους μιλούσε κάθε τόσο η μεγάλη μητέρα. Να ήταν άραγε η ίδια; Μα τι ανόητη σκέψη, αν ήταν δε θα της το ανέφερε λίγο πριν;
Όταν ένιωσε τα αφτιά της να αρχίζουν να βουίζουν κατάλαβε πως ο χρόνος της τελείωνε. Ήταν ώρα να πάρει την απόφασή της. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ελεύθερα πια μα αυτό ήταν το λιγότερο. Άρχισε να χαιδεύει τα διάφορα χαράγματα προσπαθώντας να νιώσει κάποια καθοδηγητική άβρα αλλά κανένα σημάδι δεν της αποκαλυπτόταν. Η επιλογή δεν ήταν εύκολη. Τρόμος την κυρίευσε στη σκέψη του κόσμου της λήθης, θα ήταν κρύα και δυσάρεστα εκεί κάτω. Κανείς δε θα την περίμενε κι εκείνη δε θα έβλεπε ξανά τον αγαπημένο της δάλκιρ.
Όταν άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της κι άγγιξε έναν κύκλο που στο κέντρο του ήταν ζωγραφισμένο ένα αστέρι. Με όση δύναμη της είχε απομείνει το πίεσε κι ύστερα λιποθύμησε.
Δεν ένιωσε τίποτα, ούτε τις δονήσεις του εδάφους, ούτε τις αστραπές που έσκισαν τον αέρα. Η τελευταία της σκέψη ήταν πως έπρεπε να πιέσει με δύναμη το αστέρι γιατί αν έμενε εκεί μέσα λίγο παραπάνω θα πέθαινε.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Αχ μας άφησες με την αγωνία! Περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει η Ραλκ, τη συμπαθώ πολύ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: