Archive for Οκτώβριος 2011

σεμίρα

Οκτώβριος 21, 2011

Κεφάλαιο δωδέκατο
-είναι νεκρή; Ο βασιλιάς άρχισε να πλησιάζει το Ραλφ με τις γροθιές του σφιγμένες.
-Ναι, μάλιστα βασιλιά μου. Ο άνδρας ζάρωσε από το φόβο του. Μπορεί να απολάμβανε τη φιλία του βασιλιά αλλά αυτό δε θα εξοστράκιζε την οργή του.
-Ποιος σου το είπε;
-Ο αρχίατρος. Την εξέτασε πριν λίγο.
Ο βασιλιάς ανασήκωσε μπερδεμένος τα φρύδια.
-τι ακριβώς ξέρεις; Τι σου είπε;
-η κάρλα δεν εμφανίσθηκε χθες στη δεξίωση, κι αυτό έβαλε σε σκέψεις… τους φίλους της. Ο Ραλφ κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα.
-Κατάλαβα, και;
-οΙ φίλοι και οι συνεργάτες της ανησύχησαν και σήμερα το πρωί έσπευσαν στα διαμερίσματά της για να βεβαιωθούν πως ήταν καλά.
-και λοιπόν; Η φωνή του βρόντηξε πάνω στους τοίχους.
-τη βρήκαν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού της. Ήταν παγωμένη και μελανιασμένη.
-Απίστευτο, λοιπόν;
-Κάποιος από αυτούς ειδοποίησε τον αρχίατρο.
-Ποιος από όλους;
Ο Ραλφ έξυσε το πηγούνι του.
-Ο φάρεν, το μικρότερο μέλος της βασιλικής μπάντας.
-ώστε έτσι…
-λοιπόν ο αρχίατρος έτρεξε εκει και την εξέτασε. Είπε πως η Κάρλα έπεσε θύμα δολοφονίας.
Ο βασιλιάς κοπάνησε με δύναμη το πόδι του στο δάπεδο. Όχι πως ξαφνιαζόταν, ήξερε καλά τι ζωή έκανε η Κάρλα αλλά παρόλ’αυτά τη συμπαθούσε και θαύμαζε το ταλέντο και τις γνώσεις της. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έγινε γιατί εκτός από όλα τα’άλλα φανέρωνε πόσο διεφθαρμένο ήταν το παλάτι του.
Τελικά στράφηκε στο Ραλφ που έστεκε αμίλητος περιμένοντας τις εντολές του.
-πες στον αρχίατρο πως τον περιμένω τώρα αμέσως.
Ο ραλφ υποκλίθηκε αμήχανα κι έπειτα εξαφανίσθηκε.

Η βασίλισσα άνοιξε τα μάτια της και χασμουρήθηκε αθόρυβα. Το φάρμακο που της έδωσε η Μέλντα το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει θαύματα. σήμερα αισθανόταν καλύτερα το σώμα της και η διάθεσή της ήταν αισθητά βελτιωμένη. Ανασήκωσε την κουρτίνα του κρεβατιού της και αναζήτησε τη μαθητευόμενη γιατρό. Δεν άργησε να την εντοπίσει. Η μέλντα καθόταν γονατιστή κοντά στο κρεβάτι και διάβαζε.
Φαινόταν απορροφημένη αλλά αμέσως μόλις ένιωσε πάνω της το βλέμμα της βασίλισσας άφησε στην άκρη αυτό που διάβαζε και σηκώθηκε.
-Καλημέρα, βασίλισσά μου. Της χαμογέλασε και παραμέρισε ελαφρά τις κουρτίνες του κρεβατιού. Πώς νιώθετε;
Η μάλφα έτριψε τα μάτια της.
-Πολύ καλύτερα, νομίζω πως χθες μου έδωσες αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν. Κάνεις προόδους νομίζω, Μέλντα. Θα πρέπει να μιλήσω για σένα στον αρχίατρο, σε προσέχει αλήθεια;
-ναι, πολύ, δεν έχω κανένα παράπονο. Με βοηθά κι ελέγχει την πρόοδό μου. Πιστεύω πως όταν έρθει η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας θα είμαι έτοιμη.
-Εγώ είμαι σίγουρη γι’αυτό. Θα διαπρέψεις.
Το χαμόγελο της κοπέλας έγινε πιο πλατύ.
-Να σαςφέρω το πρωινό σας;
Η βασίλισσα έγνεψε καταφατικά, ξαφνικά πεινούσε.
-Τι θα θέλατε να κάνουμε σήμερα;
Η μέλντα πλησίασε την πόρτα.
-εχεις καμιά ιδέα;
Νομίζω πως ναι. Η σύζυγος του αρχιδικαστή επιθυμεί να σας γνωρίσει. Σκέφθηκα να το αναβάλλουμε αλλά αφού νιώθετε καλύτερα…
-δε χρειάζεται, κι άλωστε θέλω κι εγώ να τη γνωρίσω. Θα την περιμένω μετά το πρόγευμα. Αλήθεια, η αδερφή μου πού είναι;
-νομίζω πως δεν έχει ξυπνήσει, θέλετε να την ειδοποίησω;
-όχι, δε χρειάζεται, υποθέτω πως αφού χθες γνώρισε τη Βάλμα θα τη συνοδεύσει ως εδώ η ίδια. Το μόνο που θέλω είναι να με βοηθήσετε να ετοιμαστώ, πες να φέρουν κοσμήματα κι ακριβά φορέματα. Δε θέλω να με κακοχαρακτηρίσει η Βάλμα.
-Μην ανησυχείτε, αυτό δε θα γίνει, είστε πανέμορφη.

-δεν έχω καμιά αμφιβολία, βασιλιά μου, κάποιος τη δολοφόνησε.
Ο αρχίατρος στεκόταν κοντά στο βασιλιά και του μιλούσε ώρα πολλή εκθέτοντάς του τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.
-με ποιο τρόπο;
-τη στραγκάλισε. Η κάρλα πάλεψε αλλά δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Ο άνδρας ήταν δυνατός, πολύ δυνατός.
-είσαι σίγουρος πως πρόκειται για άνδρα;
-Απόλυτα σίγουρος.
-γιατί; Κάποιες γυναίκες εδώ μέσα…
-με όλο το σεβασμο, βασιλιά μου, το ξέρω γιατί πριν τη σκοτώσει τη βίασε πολλές φορές.
Τα μάτια του βασιλιά γούρλωσαν από την έκπληξη. Εντάξει, η Κάρλα ήταν πολύ ζωηρή αλλά αυτό παραπήγαινε.
-κάποιος από τους παλιούς της εραστές;
Ο αρχίατρος συνοφριώθηκε. Υποθέτω πως ναι.
-πΟιος;
-Αυτό δεν το ξέρω.
-Με ποιον κοιμόταν τώρα τελευταία η κάρλα;
-θα φροντίσω να μάθω.
-Κάνε το, σε παρακαλώ, αν και ξέρω πως αυτή δεν είναι δουλειά για εσένα.
-μείνετε ήσυχος. Τι θα κάνουμε με τη νεκρή;
-Θα τη θάψουμε με όλες τις τιμές. Εγώ θα τα αναλάβω όλα. Πες να το φροντίσουν οι αρμόδιοι, σε παρακαλώ και αν μπορείς φώναξε το ραλφ. Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά σου και αμέσως μόλις έχεις κάποιο νέο έλα πάλι να με βρείς, εντάξει;
-μάλιστα, βασιλιά μου.
Ο αρχίατρος βγήκε σκυφτός.

Η ράνα διάλεξε ένα σκουρόχρωμο στενό και μακρύ φορεμα και το πέρασε αναστενάζοντας πάνω από τους ώμους της. Ήξερε πως θα δυσαρεστούσε πιθανότατα τη βασίλισσα με αυτό αλλά πίστευε πως θα την καταλάβαινε. Η ψυχή της ήταν βαριά, δε μπορούσε να το αγνοήσει τέτοιο βάρος. Θα εκτελούσε ωστόσο τα καθήκοντά της και θα της παρουσίαζε τη γυναίκα του εκλεκτού της αλλά θα ήταν διακριτική και σιωπηλή, κλεισμένη στον εαυτό της. Κι έπειτα, όταν η επίσκεψη θα τελείωνε θα βεβαιωνόταν πως η υγεία της αδερφής της ήταν καλή και θα ζητούσε να αποχωρήσει. Κι όταν αυτό συνέβαινε…
Μάζεψε τα μαλλιά της πίσω με μια χρυσή στέκα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το αποτέλεσμα την άφησε αδιάφορη σχεδόν. Δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσει περισσότερο, ήταν ευπρεπής τουλάχιστον, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό.
Πήρε ένα μικροσκοπικό τετράγωνο τσαντάκι κι έριξε μέσα μια ντουζίνα χρυσά νομίσματα ευχόμενη να φτάσουν. Δεν έπρεπε να το παρακάνει γιατί αλλιώς θα την υποψιαζόταν κάποιος. Κι ύστερα βγήκε από τα διαμερίσματά της κι άρχισε να περπατάει αργά αργά μέσα στους τεράστιους διαδρόμους του παλατιού.

-δε μου αρέσει αυτό το φόρεμα. Η Βάλμα τράβηξε με τόση δύναμη το ρούχο από πάνω της που λίγο έλειψε να σχιστεί κι αυτό όπως το πέπλο της και το πέταξε στο πάτωμα.
-μα γιατί; Είναι υπέροχο! Η Σέλμα έσκυψε και το μάζεψε χαιδεύοντάς το με υπέρμετρο θαυμασμό.
Το ρούχο ήταν καταπράσινο, χωρίς κανένα στολίδι.
-Σου το χαρίζω αν το θες, είπε η γυναίκα ενθυμούμενη τον τρόπο που της είχε φερθεί την προηγούμενη μέρα. Θα έβλεπε αν θα το εκτιμούσε.
Η Σέλμα το έσφιξε στο στήθος της.
-ευχαριστώ, κυρία, ευχαριστώ πολύ.
-φέρε μου κάτι άλλο, κάτι μεγαλοπρεπές.
Η κοπέλα έτρεξε προς τον τεράστιο σωρό των ρούχων και διάλεξε ένα άλλο φόρεμα γεμάτο βαριά πετράδια και δαντέλες. Το άπλωσε προτείνοντάς το.
Τα μάτια της άλλης άστραψαν.
-αυτό θέλω, αυτό! Δε μπορούσες να το φέρεις πρώτο;
Η Σέλμα έκανε ένα βήμα πίσω. Το είχε δει από την αρχή το φόρεμα αλλά δεν το είχε προτείνει επειδή φοβόταν πως με την υπερβολική του λάμψη θα ξυπνούσε το φθόνο της βασίλισσας. Μπορεί να ήταν γλυκιά η μάλφα αλλά κάτι τέτοια δεν τα αναιχόταν. Θα ήταν σε θέση να ντυθεί κατάλληλα για την περίσταση; ΑΝ ναι σίγουρα θα φορούσε κάτι καλύτερο από αυτό, μα αν όχι… τότε η οργή της θα ξεσπούσε σε κείνη κι όλα θα ήταν χαμένα πια.
-Ξέρετε, βάλμα… φοβάμαι μήπως είναι υπερβολικά φανταχτερό αυτό.
Η Βάλμα σηκώθηκε και το άρπαξε. Ήταν έξυπνη, δε χρειαζόταν να ακούσει περισσότερα.
-άΚου, Σέλμα, κάνε όπως σου λέω διαφορετικά θα με δεις πολύ θυμωμένη. Εγώ είμαι η πιο όμορφη εδώ μέσα, το κατάλαβες; Εγώ θα είμαι και η πιο φροντισμένη.
-μα η βασίλισσα;
Η Βάλμα φάνηκε να ηρεμεί.
-Η βασίλισσα έχει δική της λάμψη, δεν της χρειάζονται τα στολίδια, με μια της λέξη όλο αυτό το παλάτι παίρνει φωτιά και γίνεται στάχτη. Κι εγώ αυτήν θέλω να την υπηρετήσω όσο καλύτερα μπορώ. Γι’αυτό θα ντυθώ όπως αρμόζει στην περίσταση αυτή. Φέρε μου λοιπόν κοσμήματα.
Η σέλμα έφυγε και η Βάλμα άρχισε να παίρνει κοφτές ανάσες. Είχε παρασυρθεί για μια ακόμη φορά κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. Κόντευε να τα διαλύσει όλα από την πρώτη μέρα. Έκανε κακό στον εαυτό της, κι αυτό ήταν ο,τι χειρότερο μπορούσε να κάνει. Έπρεπε να βάλει μυαλό πολύ σύντομα διαφορετικά…

Η άρπα της Αμάντας

Οκτώβριος 14, 2011

Ο μπάρτον επέστρεψε στα διαμερίσματα που του είχαν παραχωρηθεί κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τα είχε καταφέρει καλά ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να σκέφτεται όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Κι ενώ σκεφτόταν την αποστολή που του είχαν αναθέσει και την επικείμενη συνάντηση με την αΜάντα τα μάτια του άρχισαν να περιπλανιούνται στους ατέλειωτους κήπους του παλατιού. Του άρεσε το θέαμα που σε λίγο απέσπασε την προσοχή του από το λόγο του ερχομού του εκεί. Οι κήποι απλώνονταν ως εκεί όπου έφτανε το μάτι του και η επιθυμία να τους επισκεφθεί ξύπνησε μέσα του. Έτσι σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο ενώ αναρρωτιόταν γιατί δεν του είχαν βάλει φρουρά έξω από την πόρτα. Ίσως απλά να το είχαν αμελήσει, δεν είχαν γίνει και λίγα στο παλάτι…
Έφτασε στους κήπους κι άρχισε να εισπνέει άπληστα σχεδόν τον βαρυφορτωμένο με αρώματα αέρα. Φρούτα και λουλούδια σε διάφορα σχήματα και χρώματα που πολλά τα έβλεπε για πρώτη φορά τράβηξαν αμέσως την προσοχή του. Έσκυψε κι άγγιξε απαλά έναν στρογγυλό καρπό που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Αναρωτήθηκε αν όλα αυτά φύτρωναν και στο νότο και η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει. Στην πατρίδα του δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιους όμορφους περιπάτους. Δεν ήταν σίγουρος τι έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου του στο παλάτι. Προσπάθησε να θυμηθεί αλλά μάταια. Εκεί περνούσε όλη τη μέρα κλεισμένος στην αίθουσα συσκέψεων. Κοιμόταν ελάχιστα και διασκέδαζε ακόμη λιγότερο.
Κι έτσι όπως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του δεν πήρε είδηση προς τα πού πήγαινε παρά μόνο αφού έφτασε κάτω από τα παράθυρα της αΜάντας. Τρόμαξε και στάθηκε στη θέση του προσπαθώντας να σκεφθεί ποια θα ήταν η καλύτερη κίνηση για κείνον.
Η αμάντα ξύπνησε μισή ώρα αργότερα. Ένιωθε ξεκούραστη κι ανανεωμένη, δε χρειαζόταν πιο πολύ ύπνο. Έτσι, πέταξε τα σκεπάσματα κι έτρεξε στο παράθυρο. Το άνοιξε κι ο χώρος γέμισε από τη γλυκιά ευωδιά των φρούτων.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι άρχισε να ντύνεται και πάλι με το επίσημο της φόρεμα. Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα δεν είχε καλέσει κοντά της τη Ραλτίνα. Ήθελε να την αφήσει να ασχοληθεί με τις δουλειές της για να είναι ελεύθερη το βράδυ. Καθώς άλειφε το σώμα της με ένα αρωματικό λάδι αναρωτιόταν πόσα θα της αποκάλυπτε η Ρέντα κι αν τα χρήματα που είχε δώσει θα έφερναν κάποιο αποτέλεσμα. Έπειτα πήρε τη χρυσή της χτένα και κάθισε και πάλι κοντά στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στα λουλούδια που την περιτριγύριζαν.
Ο Μπάρτον πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω όταν είδε το παράθυρο να ανοίγει. Η ανάσα του κόπηκε όταν είδε ένα πανέμορφο πρόσωπο να του χαμογελάει. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί ευχόμενος το πρόσωπο αυτό να ανήκε σε κάποια από τις κυρίες που ζούσαν στο παλάτι και πλαισίωναν την ΑΜάντα. Όμως βαθιά μέσα του το ένιωθε πως αυτή που έβλεπε ήταν η ίδια η πριγκίπισσα.Την είχε δει μόνο μια φορά, λίγο μετά το θάνατο του βασιλιά αλλά τότε βρισκόταν σε σύγχιση ενώ τώρα βρισκόταν ακόμη αρκετά μακριά από εκείνη.

Η αμάντα τον είδε πρώτη. Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του αρχίζοντας να τον εξετάζει. Σύντομα κατάλαβε πως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ παρά μόνο μια φορά στο παρελθόν.Άρχισε να αναρωτιέται για την ταυτότητα και το επάγγελμά του όταν της ήρθε άξαφνα μια σκέψη. Ο άνθρωποςαυτός δεν ήταν πολεμιστής. Αν ήταν θα το καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή αφού τους είχε συνηθίσει από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Τεντώθηκε στη θέση της κοιτώντας τον πιο προσεκτικά. Ναι, του έλειπε το σπαθί.
Ο Μπάρτον πιο πολύ ένιωσε παρά είδε το βλέμμα της πάνω του. Κι όλη του η θέληση σχεδόν παρέλυσε καθώς τα μάτια του μαγνητήστηκαν από τα δικά της. Ναι, αυτή ήταν, η μέλλουσα βασίλισσα. Είχε καθυστερήσει υπερβολικά να το παραδεχθεί. Έκανε τα τελευταία βήματα για να βρεθεί ακριβώς κάτω από το παράθυρο της.
Η Αμάντα άπλωσε το χέρι της για να τον χαιρετίσει κι εκείνος ανταπέδωσε δειλά το χαιρετισμό της.
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί και οι δυο αλλά όταν τελικά άνοιξε ο μπάρτον το στόμα του η ραλτίνα τους πρόλαβε.
Μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας αιφνηδιάζοντας την ΑΜάντα που έκλεισε το παράθυρο κατατρομαγμένη.
-πότε ξύπνησες;
-πριν λίγο. Θέλησα να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τους κήπους μας. Δεν είναι υπέροχοι;
-είναι. Θα πάμε αύριο μια βόλτα αν βρεις λίγο ελεύθερο χρόνο.
-ναι, θα το κανονίσω. Τι ήθελες; Να με ξυπνήσεις;
-Ναι, και αυτό. Ήθελα να σου πω πως είναι όλα έτοιμα για το βραδυ. Θα φύγουμε όταν χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Η ΑΜάντα ανατρίχιασε.
-δεν πιστεύω να φοβάσαι;
-όχι, ύψωσε τη φωννή της που είχε γίνει σαν ψίθυρος. Δε φοβάμαι, νιώθω πως κάτι καλό θα γίνει απόψε.
-Μακαρι, αυτό θέλω κι εγώ. Τι θα κάνεις τώρα;
-θα μιλήσω με τον αρχιερέα κι ύστερα ίσως επισκεφθώ τον Κραντ για λίγο.
-εντάξει, αν με χρειαστείς κάτι ειδοποιησε με. Στράφηκε κατά την πόρτα αλλά ξαναγύρισε σε λίγο.
-Ξέρεις όταν έβγαινα από εδώ το μεσημέρι συνάντησα κάποιον που επιθυμούσε να κανονίσω μια συνάντηση μαζί σου.
Ποιος ήταν; Τον ξέρω;
-μάλλον ναι, τον λένε μπάρτον.Η Αμάντα έσφιξε τα χείλη νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά. Δεν έπρεπε να φανερώσει τίποτα στη ραλτίνα.
-δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Μα για στάσου… Τότε που μίλησα με τους φρουρούς για τον πατέρα μου… Άρχισε να τρίβει το μέτωπό της περιμένοντας τη Ραλτίνα.
-έρχεται από το νότο.
αΛήθεια;
-Ναι, έτσι μου είπε.
-Και; Τι θέλει;
-θα μιλούσε με το βασιλιά μας. Η Αμάντα χλωμιασε αλλά κατόρθωσε να επιβληθεί στον εαυτό της. αυτός ήταν, καμιά σχέση δεν είχε με τους στρατιώτες μαζί με τους οπιούς την είχε συναντήσει. Κάτι συνέβαινε εδώ.
-είναι διπλωμάτης;
-μάλλον, πάντως δε δείχνει για πολεμιστής. Λοιπόν; Τι να του πω; Θα τον δεχθείς;
-ναι, αύριο για μεσημεριανό φαγητό. Η ραλτίνα έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά η ΑΜάντα δεν την άφησε.
-το ξέρω πως δε συνηθίζεται αλλά εγώ φτιάχνω τους νόμους. Θα πας και θα τονπροσκαλέσεις.
-εντάξει, μην ταράζεσαι, έτσι θα γίνει. Τη χαιρέτισε και βγήκε με την κατάπληξη ζωγραφισμένη στα μάτια.
Ο μπάρτον καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί έκανε μεταβολή κι άρχισε να επιστρέφει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στα διαμερίσματά του. Μόνο όταν έκλεισε καλά πίσω του την πόρτα και κάθισε να ηρεμήσει συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Άρχισε να μαλώνει σιωπηρά τον εαυτό του για τον αυθορμητισμό και την απερισκεψία του. Σε τι είδους μπελάδες πήγαινε να μπλέξει; Ξαφνικά ο λόγος του ερχομού του εκεί τον καθήλωσε με τη σοβαρότητά του. Η σημασία του μηνύματος που μετέφερε του έκοψε την ανάσα. Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε στη ντουλάπα. Άρχισε να πετάει έξω τα ρούχα του ψάχνοντας το μήνυμα. Δεν άργησε να το βρει.
Ανακούφιση τον πλημμύρισε. Μα τι τον είχε πιάσει; Το έσφιξε πάνω του κι ύστερα άρχισε να ελέγχει μια μια τις σφραγίδες για να βεβαιωθεί πως καμιά δεν είχε σπάσει. Όταν βεβαιώθηκε και γι’αυτό το έκρυψε στη ζώνη του και τακτοποίησε ξανά τα υπόλοιπα ρούχα του μέσα στη ντουλάπα. Αν ο βασιλιάς του μάθαινε τι είχε κάνει θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. Κανένας άλλος εκτός από την αΜάντα δεν επιτρεπόταν να το διαβάσει.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας στο νου του τη συζήτηση με την προσωπική της υπηρέτρια. Ευχόταν να κανονίσει τη συνάντηση όσο πιο σύντομα μπορούσε. Να ήξερε άραγε την ταυτοτητά του η πριγκίπισσα;
Κι αν όχι; Να τον θυμόταν από τη μια και μοναδική τους συνάντηση; Τότε το βλέμμα της ήταν φουρτουνιασμένο και παρακολουθούσε σχεδόν μόνο τον κεμ. Είχε καταλάβει άραγε κάτι από αυτά που της έκρυβε;Γιατί τον είχε χαιρετίσει; Να ήταν η ραλτίνα που τους είχε διακόψει; Θα ήταν σύμμαχος ή εχθρός;

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 6, 2011

17.
Η Μέριλιν γύρισε στο σπίτι της μια ώρα αργότερα. Ήταν φορτωμένη με ένα σωρό σακούλες, χάρτινες και πλαστικές. Αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι άρχισε να φωνάζει στη φίλη της να έρθει να τη βοηθήσει. Εκείνη κατέφθασε λίγες στιγμές αργότερα. Ήταν χαμογελαστή και τα μάτια της άστραφταν χαρούμενα. Με βιαστικές κινήσεις άρχισε να μεταφέρει τις σακούλες στην κουζίνα κι ενώ τις άδειαζε άρχισε να φλυαρεί.
-Νόμιζα πως θα αργούσες να επιστρέψεις, δεν πρόλαβα να κάνω και πολλά όσο έλειπες. Η μέριλιν ανασήκωσε τους ώμους κι έβγαλε το περιεχόμενο από μια χάρτινη σακούλα.
-Κρύωνα λίγο κι έπειτα… βιαζόμουν να γυρίσω, να δω το μωρό και να μαγειρέψουμε. Η ανζελίν γέλασε δυνατά και στράφηκε να την κοιτάξει. Η μέριλιν είχε σταματήσει να ασχολείται με τα ψώνια και γέμιζε ένα ποτήρι με νερό. Η Ανζελίν την παρακολουθούσε να πίνει άπληστα ενώ σκεφτόταν γρήγορα.
-είσαι εντάξει;
Η μέριλιν ακούμπησε το ποτήρι στο νεροχύτη κι ανασήκωσε ξανά τους ώμους, με μια κίνηση κάπως υπερβολική.
-μα ναι, γιατί ρωτάς;
-Νομίζω πως δείχνεις κάπως… ταραγμένη.
-η αλήθεια είναι πως… καθάρισε το λαιμό της πριν συνεχίσει, είχα μια παράξενη αίσθηση βγαίνοντας από εδώ σήμερα.
-δηλαδή; Η ανζελίν άνοιξε το ψυγείο με απόλυτη φυσικότητα κι άρχισε να το γεμίζει με τα τρόφιμα.
-να… δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω… σαν να ένιωθα πάνω μου καρφωμένα τα μάτια κάποιου.
-Μα τι λες; Σε παρακολουθούσε κάποιος;
-κοίταξα αλλά δεν είδα κανέναν. Μη δίνεις σημασία, καμιά φορά σκέφτομαιδιάφορα.
-φταίνε τα βιβλία που διαβάζεις…
-δεν είναι έτσι και το ξέρεις καλά… διαβάζω αυτά που μου δίνεις τον τελευταίο καιρό. Λοιπόν, πάω να δω το μωρό μου κι έρχομαι να μαγειρέψουμε, σε εμπιστεύομαι, φτιάξε το μενού όσο θα λείπω εντάξει;
Βγήκε από την κουζίνα προσπαθώντας να διώξει από πάνω της το βάρος εκείνων των ματιών. Η ανζελίν έμεινε για λίγο αμίλητη να την κοιτά. Ήξερε πόσο έξυπνη ήταν κι ακόμη γνώριζε την ευαισθησία της γύρω από κάποια πράγματα. Για κείνη η μέριλιν διέθετε αυτό που αποκαλούσαν έκτη αίσθηση. Αν είχε νιώσει κάτι τέτοιο σίγουρα κάτι θα είχε συμβεί. Ξαφνικά μια σκέψη ήρθε να την ταράξει, να είχε επιστρέψει άραγε ο πατέρας του παιδιού;
Η Σολ άφησε με προσοχή το φλιτζάνι μέσα στο πιατάκι του. Δίπλα της ο σύζυγός της την κοιτούσε με μάτια γεμάτα αγάπη. Είχαν επιστρέψει από την εκκλησία λίγο πριν κι είχε σπεύσει να της ετοιμάσει ένα καταπραυντικό ρόφημα που τους είχε συστήσει κάποιος γιατρός λίγο καιρό πριν. Ήταν πολύ αποτελεσματικό αφού έδιωχνε την ένταση από πάνω της γρήγορα και για πολλές ώρες ήταν σχεδόν φυσιολογική. Τότε, εκείνες τις ώρες ήταν πολύ ευτυχισμένος κοντά της και ξαναθυμόταν τους λόγους για τους οποίους την είχε αγαπήσει. Ήταν τόσο γλυκιά, τόσο εύθραυστη και όμορφη, τόσο ήρεμη…
Τι σκέφτεσαι; Η φωνή της τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ακόμη κάπως σκληρή αλλά σύντομα θα γινόταν γαλήνια, όπως παλιά.
Κάθισε δίπλα της στον καναπέ και τύληξε τρυφερά το χέρι του γύρω από τους λεπτούς της ώμους.
-Πόσο πολύ σε αγαπάω.
-αλήθεια; Η Σολ ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.
-μα ναι, δεν το πιστεύεις;
-φυσικά και το πιστεύω. Απλά…
-Τι;
Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά.
-τώρα τελευταία δεν είμαι καλά, το ξέρω πως φέρομαι παράξενα, ξεσπάω σε εσένα χωρίς λόγο, όλα μου φταίνε…
Άρχισε να χαιδεύει τα μαλλιά της με σίγουρες κινήσεις, ήξερε πόσο της άρεσε αυτό και σύντομα τα δάκρυα που λίγο πριν απειλούσαν να ξεχυθούν χάθηκαν από τα μάτια της.
-το ξέρω πως περνάς δύσκολες μέρες αλλά δεν είναι τίποτα. Θα το ξεχάσουμε όταν γίνεις καλά.
-Αλήθεια, τι έχω;
Το χέρι του σταμάτησε για μια στιγμή αλλά το κατάλαβε έγκαιρα ώστε να μην την ανησυχήσει περισσότερο. Διάλεξε τις λέξεις μια μια με προσοχή.
-τίποτα σοβαρό, τα νεύρα σου έχουν κλονισθεί, εξαιτίας των άσχημων γεγονότων που συνέβησαν στην οικογένειά σου.
Η Σολ ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει.
-Λες για το θάνατο της μαμάς;
-ναι κι ακόμα… ξέρεις τι θέλω να πω.
-Ξέρω, για το παιδί που χάσαμε.
-ναι. Η φωνή του έγινε πιο τραχιά. πΟτέ δε γκρίνιαζε γι’αυτό αλλά το ήξεραν καλά πως αυτό τον είχε στενοχωρήσει πολύ. Η Σολ ήταν πολύ μικροκαμωμένη κι ακόμη κάποιο πρόβλημα στη μήτρα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. οΙ γιατροί τους είχαν προειδοποιήσει να κάνουν υπομονή εξηγώντας πως ίσως περνούσαν χρόνια πριν τα καταφέρουν, αν τα κατάφερναν δηλαδή.
Εκείνη για πολύ καιρό τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, εκείνος απέφευγε να της μιλάει γι’αυτό. Ώσπου λίγο αργότερα κατάλαβε πως ήταν πολύ αδύναμη και πως έπρεπε να βρει το θάρρος να τη στηρήξει, να βρει τη δύναμη να πάνε παρακάτω. Και τα κατάφεραν ως εκείνη τη μέρα που η μαμά της πέθανε εντελώς ξαφνικά. Τότε τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα. Η Σολ έγινε ευερέθιστη και τις πιο πολλές νύχτες δεν κοιμόταν.
-θα κάνουμε άλλο παιδί, έτσι δεν είναι; Η φωνή της έτρεμε όπως και το χέρι της καθώς αναζητούσε το δικό του.
Την έσφιξε πάνω του με δύναμη πριν απαντήσει.
-βέβαια, θα κάνουμε, αρκεί να μη σε αγχώνει αυτό. Δε βιαζόμαστε, είμαστε και οι δυο πολύ νέοι. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε…
-Μην το λες αυτό, θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί γι’αυτό.
-το ξέρω αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε εγώ θα σε αγαπάω πάντα το ίδιο και θα είμαι πολύ ευτυχισμένος που σε παντρεύτηκα. Αλλά όταν νιώσεις καλύτερα, θα αποκτήσουμε ένα δικό μας παιδί και η οικογένειά μας θα μεγαλώσει. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να ηρεμήσεις και να δυναμώσεις. Θα μου υποσχεθείς πως θα προσπαθήσεις;
-ναι, η Σολ χαμογέλασε και τον αγκάλιασε κι εκείνη.
Έμειναν αμίλητοι για λίγο αλλά τελικά εκείνη έσπασε ξανά τη σιωπή.
-πώς σου φάνηκε ο αντικαταστάτης του τόνιο;
-Χμμμ… κάπως παράξενος δε μου μοιάζει και τόσο με ιερέα.
-αλήθεια;
-ναι, εσύ πώς τον βρίσκεις;
-γοητευτικό. Ξέσπασε σε γέλια καθώς είδε την έκφρασή του να αλλάζει.
-δε μπορεί να το πιστεύεις αυτό στ’αλήθεια;
-Κοίτα… έχει κάποια γοητεία, αλλά κανείς δεν είναι πιο γοητευτικός από εσένα.
-πάλι καλά που το είπες αυτό, είχα αρχίσει να τον ζηλεύω.
-δεν έχεις λόγο, άλωστε δεν τον πρόσεξα και πολύ. Δεν ήμουν πολύ καλά, αλλά θα σου πω τη γνώμη μου όταν τον δω ξανά.
-Θα πας στην εκκλησία; Πότε;
-αύριο μάλλον, σε πειράζει;
-όχι, κάνε αυτό που σε ευχαριστεί, το μόνο που θέλω είναι να σε βλέπω χαρούμενη. Έσκυψε για να αγγίξει με τα χείλη του τα δικά της.

σεμίρα

Οκτώβριος 2, 2011

Κεφάλαιο ενδέκατο
Η Βάλμα στράφηκε προς το μέρος του άνδρα της.
Το μόνο που κάλυπτε τη γύμνια της ήταν ένα λεπτότατο αραχνούφαντο πέπλο διανθισμένο με πολύχρωμες χάντρες. Ήταν το παραδοσιακό ένδυμα αυτού του βασιλείου για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Τα μάτια της καρφώνονταν μέσα στα δικά του σαν να ήθελαν να τα σκλαβώσουν, να τα κυριεύσουν για πάντα. τΗν κοίταζε κι εκείνος ανήμπορος να αρθρώσει λέξη. Η ομορφιά της αποκοίμιζε τη λογική και ξυπνούσε το κορμί του συνταράζοντάς το πολύ βαθιά. Αυτή δε θα ήταν βέβαια η πρώτη φορά που θα έκανε έρωτα μαζί της αλλά καταλάβαινε πως όλα από εδώ και στο εξής θα ήταν διαφορετικά, πιο έντονα και ίσως και πιο άγρια. Μα αυτό δεν τον δυσαρεστούσε καθόλου. Το είχε αποδεχθεί πως όλη του η ζωή θα άλλαζε από εκείνη την ώρα που άκουσε την προσταγή του βασιλιά. Έπρεπε λοιπόν να την απολαύσει όσο περισσότερο του επιτρεπόταν και παράλληλα να κάνει ο,τι μπορεί για να τη σώσει.
-δε σου αρέσω; Η Βάλμα ήρθε πιο κοντά του ανεμίζοντας επιδεικτικά τα μακριά της μαλλιά. Ένα βαρύ άρωμα τριαντάφυλλου γέμισε την ατμόσφαιρα κι ο Αρντάν ένιωσε να ξυπνάει στη στιγμή.
Την άρπαξε με βία σχεδόν κολλώντας τη πάνω του με αποτέλεσμα το πέπλο να σχιστεί στα δυο. Λεπτές λουρίδες υφάσματος έμειναν στα δάκτυλά του αλλά εκείνος δεν έδειχνε να τις αντιλαμβάνεται. Η βάλμα ωστόσο το πρόσεξε και αναρίγησε. Ήξερε αυτό που έλεγαν, πως δηλαδή αν συνέβαινε κάτι τέτοιο κάποιος από τους δυο θα πέθαινε προτού περάσει πολύς καιρός. Μα αυτό αντί για αναστάτωση της προκάλεσε μια έντονη ερωτική διέγερση.
Έτσι ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό στο αγκάλιασμα του άνδρα της.
-Φυσικά και μου αρέσεις, είπε εκείνος κολλώντας και τα χείλη του στα δικά της. Πάρα πολύ, πώς μπορείς και το ρωτάς; Είσαι δική μου, επιτέλους, έγινες δική μου.
Την έσφιξε ακόμη περισσότερο σε σημείο που της προξένησε έναν ελαφρύ πόνο, αλλά δεν του έδωσε καμιά σημασία. Θα έβλεπε πως θα ξυπνούσε αύριο, κι αν της άφηνε κάποιο σημάδι θα του φερόταν ανάλογα. Για την ώρα υπήρχαν άλλα πιο σημαντικά πράγματα που την περίμεναν.

Ο Λόρεν κατέβηκε από τον καναπέ προσπαθώντας να γλιστρήσει κάτω από το σώμα της νεκρής γυναίκας. Της είχε κάνει έρωτα πολλές φορές με έναν τρόπο γλυκό στην αρχή αν και δεν το σκόπευε. Ωστόσο όσο περνούσε η ώρα ο θυμός του φούντωνε όλο και περισσότερο ώσπου στο τέλος τον κυρίευσε ολοκληρωτικά. Η κάρλα δεν είχε πάψει να διαμαρτύρεται με αποτέλεσμα να της κλείσει το στόμα με κάτι πρόχειρο. Κι αυτό του άρεσε ακόμη πιο πολύ, η εξουσία που φαινόταν να ασκεί πάνω της, τα πνιχτά βογκητά της, η κοφτή της αναπνοή… όλα τον ερέθιζαν κι έτσι κατέληξε να περάσει μαζί της περισσότερες ώρες από όσες υπολόγιζε. Μια δυο φορές η πόρτα της χτύπησε, κάποιος προφανώς την αναζητούσε αλλά εκείνος δεν ανησύχησε καθόλου. Ολοι ήξεραν τις συνήθειες της αρχιμουσικού, δε θα τους ξάφνιαζε η απουσία της.
Μα όχι, για στάσου, αυτό ήταν ψέμα. Η κάρλα ήταν συνεπής, δε θα μπορούσε να λείψει από αυτό το γεγονός…
Τη σκέψη αυτή την έκανε τώρα, καθώς ντυνόταν. Συνειδητοποίησε πως μέσα στο πάθος του είχε κάνει λάθη που θα μπορούσαν να του έχουν κοστίσει ακριβά. Θα έπρεπε να φύγει από εδώ, και μάλιστα πολύ γρήγορα αφού και η δική του απουσία δε θα περνούσε απαρατήρητη. Το σχέδιό του είχε ανατραπεί. Εκείνος λογάριαζε να τελειώνει γρήγορα μαζί της, αυτό υπολόγιζε όταν ερχόταν εδώ, ήθελε να τη σκοτώσει και μετά να πάει να συναντήσει τους υπόλοιπους και να περάσει όμορφα αλλά αυτή η καταραμένη γυναίκα τον είχε τρελάνει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσε ξανά. Όμως κι εκείνος της είχε φερθεί όπως της άξιζε. Την είχε πνίξει την τελευταία φορά. Εκείνη πάλεψε όσο μπορούσε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ντυμένος πια έριξε μια ματιά στο χώρο προσπαθώντας να υπολογίσει σε πόσες ώρες θα τον ανακάλυπταν. Η οργή του βασιλιά ήταν παραπάνω από βέβαιη, η τιμωρία σκληρή, δεν έπρεπε να χάνει άλλο χρόνο. Θα εξαφανιζόταν για πάντα, θα άφηνε το σκοτάδι να τον καταπιεί. Θα γινόταν ένα με τον άνεμο.
Ξαφνικά χαμογέλασε. Όταν εκείνοι θα ανακάλυπταν την ταυτότητά του, αυτός, ο λόρεν, θα ήταν πια πολύ μακριά.
Άνοιξε την πόρτα αποφασιστικά. Κανένας φρουρός δε στεκόταν απ’έξω. Το πιθανότερο ήταν πως όλοι θα κοιμόνταν αγκαλιά με τις γυναίκες του παλατιού που δεν ήταν και λίγες! Κι αυτό τον βόλευε. Έκλεισε πίσω του την πόρτα κι άρχισε νατρέχει.

Η βάλμα άνοιξε τα μάτια της αργά αργά και τεντώθηκε. Από τα χείλη της ξέφυγε ένα ελαφρύ βογκητό. Όλο της το σώμα ήταν πιασμένο. Ο Αρντάν το είχε παρακάνει, θα μιλούσε μαζί του γι’αυτό αργότερα. αΛήθεια πού ήταν; άΠλωσε το χέρι της να τον αναζητήσει αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο.
Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της προσπαθώντας να ξυπνήσειεντελώς. Μεμιάς ο νους της καθάρισε, είχε δουλειά να κάνει. Θα επισκεπτόταν τη βασίλισσα εκείνο το πρωινό, θα τη γνώριζε και θα διαλυόταν και το μυστήριο της απουσίας της από το γάμο και τη δεξίωση.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι συμπαρασύροντας μαζί και τα σκεπάσματα. Είχε το χρόνο να ετοιμαστεί; Άρχισε να φωνάζει τις υπηρέτριες ξεχνώντας πως ήταν εντελώς γυμνή.
Αργότερα θα έψαχνε και τον Αρντάν, θα είχε κι εκείνος σίγουρα πολλές δουλειές να κάνει.
Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε η κοπέλα που είχε πληγώσει την προηγούμενη μέρα.
-καλημέρα, μουρμούρισε σαστισμένη από αυτό που έβλεπε.
-Τι με κοιτάς έτσι; Η βάλμα τυλήχτηκε με ένα λουλουδάτο σεντόνι και ξανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Πότε έφυγεο άνδρας μου;
-πριν λίγο, κυρία, ζήτησε να μη σας ενοχλήσουμε.
Η βάλμα έγνεψε αδιόρατα.
-πες να μου ετοιμάσουν το αφρόλουτρο κι ένα καλό πρωινό και μετά φώναξε την υπεύθυνη για τα ρούχα μου, με περιμένει η βασίλισσα. Βιάσου.
Η κοπέλα έγνεψε ξανά και βγήκε.

Ο βασιλιάς μπήκε στην αίθουσα του θρόνου νωρίτερα από τη συνηθισμένη του ώρα. Αν και είχε αργήσει να κοιμηθεί ένιωθε φρέσκος και ξεκούραστος. Ήθελε να στρωθεί αμέσως στη δουλειά αφού υπήρχαν υποθέσεις που δε μπορούσαν να περιμένουν. Ήταν αλήθεια πως αυτό που είχε ζητήσει από τον Αρντάν το είχε κάνει κυρίως για να τον δοκιμάσει και για να του περιορίσει λίγο την έπαρση αλλά σε περίπτωση που πετύχαινε το βήμα θα ήταν καθοριστικό για τη χώρα του. Μα αν άρχιζε η εξυγείανση τότε έπρεπε να ακολουθήσουν κι όλοι οι κλάδοι.
-καλημέρα, βασιλιά μου, Ο ραλφ στεκόταν κοντά του γεμάτος αμηχανία. Έπλεκε και έσφιγγε μεταξύ τους τα χέρια του παλεύοντας να μιλήσει την κατάλληλη στιγμή για να μην ανησυχήσει το βασιλιά αλλά και για να μη φανεί πως τον παρακολουθούσε ώρα πολλή χωρίς να του μιλάει.
-Ραλφ, εδώ είσαι; Πότε ήρθες;
-τώρα, βασιλιά μου.
Ο βασιλιάς τον κοίταξε πιο προσεκτικά.
-είσαι καλά; Φαίνεσαι σχεδόν άρρωστος. Γιατί βιάστηκες να με ακολουθήσεις; Έπρεπε να μείνεις στο κρεβάτι για λίγο ακόμη.
Ο ραλφ κρέμασε τα χέρια στα πλευρά. Κι έπειτα ξεροκατάπιε.
-συμβαίνει κάτι;
-μάλιστα, βασιλιά μου, κάτι συμβαίνει. Δεν υπάρχει χρόνος για ξεκούραση και ύπνο σε τούτο το παλάτι ακόμη κι αν η προηγούμενη νύχτα ήταν νύχτα γιορτής και γλεντιού.
-μίλα λοιπόν, ραλφ.Πες αυτό που έχεις να πεις.
-ήρθε και με ξύπνησε ο αρχίατρος.
Ο βασιλιάς χλώμιασε.
-Η βασίλισσα…
-όχι, η φωνή του άλλου ακούστηκε στριγκή από τον τρόμο και τη βιασύνη, η βασίλισσα είναι μια χαρά. Ήθελε να μου μιλήσει για την Κάρλα.
-Για την Κάρλα;
-ναι, το προσέξατε ίσως πως δεν εμφανίσθηκε στη δεξίωση χθες.
-ναι τώρα που το λες… έχεις δίκιο, θυμάμαι πως με απασχόλησε κάποια στιγμή αλλά μετά το ξέχασα. Τι της συνέβη; αΡρώστησε;
-όχι ακριβώς… ο ραλφ φάνηκε να πνίγεται αλλά τελικά το πήρε απόφαση.
-Η Κάρλα βασιλιά μου, είναι νεκρή!