Η άρπα της Αμάντας

Ο μπάρτον επέστρεψε στα διαμερίσματα που του είχαν παραχωρηθεί κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τα είχε καταφέρει καλά ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να σκέφτεται όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Κι ενώ σκεφτόταν την αποστολή που του είχαν αναθέσει και την επικείμενη συνάντηση με την αΜάντα τα μάτια του άρχισαν να περιπλανιούνται στους ατέλειωτους κήπους του παλατιού. Του άρεσε το θέαμα που σε λίγο απέσπασε την προσοχή του από το λόγο του ερχομού του εκεί. Οι κήποι απλώνονταν ως εκεί όπου έφτανε το μάτι του και η επιθυμία να τους επισκεφθεί ξύπνησε μέσα του. Έτσι σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο ενώ αναρρωτιόταν γιατί δεν του είχαν βάλει φρουρά έξω από την πόρτα. Ίσως απλά να το είχαν αμελήσει, δεν είχαν γίνει και λίγα στο παλάτι…
Έφτασε στους κήπους κι άρχισε να εισπνέει άπληστα σχεδόν τον βαρυφορτωμένο με αρώματα αέρα. Φρούτα και λουλούδια σε διάφορα σχήματα και χρώματα που πολλά τα έβλεπε για πρώτη φορά τράβηξαν αμέσως την προσοχή του. Έσκυψε κι άγγιξε απαλά έναν στρογγυλό καρπό που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Αναρωτήθηκε αν όλα αυτά φύτρωναν και στο νότο και η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει. Στην πατρίδα του δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιους όμορφους περιπάτους. Δεν ήταν σίγουρος τι έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου του στο παλάτι. Προσπάθησε να θυμηθεί αλλά μάταια. Εκεί περνούσε όλη τη μέρα κλεισμένος στην αίθουσα συσκέψεων. Κοιμόταν ελάχιστα και διασκέδαζε ακόμη λιγότερο.
Κι έτσι όπως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του δεν πήρε είδηση προς τα πού πήγαινε παρά μόνο αφού έφτασε κάτω από τα παράθυρα της αΜάντας. Τρόμαξε και στάθηκε στη θέση του προσπαθώντας να σκεφθεί ποια θα ήταν η καλύτερη κίνηση για κείνον.
Η αμάντα ξύπνησε μισή ώρα αργότερα. Ένιωθε ξεκούραστη κι ανανεωμένη, δε χρειαζόταν πιο πολύ ύπνο. Έτσι, πέταξε τα σκεπάσματα κι έτρεξε στο παράθυρο. Το άνοιξε κι ο χώρος γέμισε από τη γλυκιά ευωδιά των φρούτων.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι άρχισε να ντύνεται και πάλι με το επίσημο της φόρεμα. Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα δεν είχε καλέσει κοντά της τη Ραλτίνα. Ήθελε να την αφήσει να ασχοληθεί με τις δουλειές της για να είναι ελεύθερη το βράδυ. Καθώς άλειφε το σώμα της με ένα αρωματικό λάδι αναρωτιόταν πόσα θα της αποκάλυπτε η Ρέντα κι αν τα χρήματα που είχε δώσει θα έφερναν κάποιο αποτέλεσμα. Έπειτα πήρε τη χρυσή της χτένα και κάθισε και πάλι κοντά στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στα λουλούδια που την περιτριγύριζαν.
Ο Μπάρτον πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω όταν είδε το παράθυρο να ανοίγει. Η ανάσα του κόπηκε όταν είδε ένα πανέμορφο πρόσωπο να του χαμογελάει. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί ευχόμενος το πρόσωπο αυτό να ανήκε σε κάποια από τις κυρίες που ζούσαν στο παλάτι και πλαισίωναν την ΑΜάντα. Όμως βαθιά μέσα του το ένιωθε πως αυτή που έβλεπε ήταν η ίδια η πριγκίπισσα.Την είχε δει μόνο μια φορά, λίγο μετά το θάνατο του βασιλιά αλλά τότε βρισκόταν σε σύγχιση ενώ τώρα βρισκόταν ακόμη αρκετά μακριά από εκείνη.

Η αμάντα τον είδε πρώτη. Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του αρχίζοντας να τον εξετάζει. Σύντομα κατάλαβε πως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ παρά μόνο μια φορά στο παρελθόν.Άρχισε να αναρωτιέται για την ταυτότητα και το επάγγελμά του όταν της ήρθε άξαφνα μια σκέψη. Ο άνθρωποςαυτός δεν ήταν πολεμιστής. Αν ήταν θα το καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή αφού τους είχε συνηθίσει από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Τεντώθηκε στη θέση της κοιτώντας τον πιο προσεκτικά. Ναι, του έλειπε το σπαθί.
Ο Μπάρτον πιο πολύ ένιωσε παρά είδε το βλέμμα της πάνω του. Κι όλη του η θέληση σχεδόν παρέλυσε καθώς τα μάτια του μαγνητήστηκαν από τα δικά της. Ναι, αυτή ήταν, η μέλλουσα βασίλισσα. Είχε καθυστερήσει υπερβολικά να το παραδεχθεί. Έκανε τα τελευταία βήματα για να βρεθεί ακριβώς κάτω από το παράθυρο της.
Η Αμάντα άπλωσε το χέρι της για να τον χαιρετίσει κι εκείνος ανταπέδωσε δειλά το χαιρετισμό της.
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί και οι δυο αλλά όταν τελικά άνοιξε ο μπάρτον το στόμα του η ραλτίνα τους πρόλαβε.
Μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας αιφνηδιάζοντας την ΑΜάντα που έκλεισε το παράθυρο κατατρομαγμένη.
-πότε ξύπνησες;
-πριν λίγο. Θέλησα να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τους κήπους μας. Δεν είναι υπέροχοι;
-είναι. Θα πάμε αύριο μια βόλτα αν βρεις λίγο ελεύθερο χρόνο.
-ναι, θα το κανονίσω. Τι ήθελες; Να με ξυπνήσεις;
-Ναι, και αυτό. Ήθελα να σου πω πως είναι όλα έτοιμα για το βραδυ. Θα φύγουμε όταν χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Η ΑΜάντα ανατρίχιασε.
-δεν πιστεύω να φοβάσαι;
-όχι, ύψωσε τη φωννή της που είχε γίνει σαν ψίθυρος. Δε φοβάμαι, νιώθω πως κάτι καλό θα γίνει απόψε.
-Μακαρι, αυτό θέλω κι εγώ. Τι θα κάνεις τώρα;
-θα μιλήσω με τον αρχιερέα κι ύστερα ίσως επισκεφθώ τον Κραντ για λίγο.
-εντάξει, αν με χρειαστείς κάτι ειδοποιησε με. Στράφηκε κατά την πόρτα αλλά ξαναγύρισε σε λίγο.
-Ξέρεις όταν έβγαινα από εδώ το μεσημέρι συνάντησα κάποιον που επιθυμούσε να κανονίσω μια συνάντηση μαζί σου.
Ποιος ήταν; Τον ξέρω;
-μάλλον ναι, τον λένε μπάρτον.Η Αμάντα έσφιξε τα χείλη νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά. Δεν έπρεπε να φανερώσει τίποτα στη ραλτίνα.
-δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Μα για στάσου… Τότε που μίλησα με τους φρουρούς για τον πατέρα μου… Άρχισε να τρίβει το μέτωπό της περιμένοντας τη Ραλτίνα.
-έρχεται από το νότο.
αΛήθεια;
-Ναι, έτσι μου είπε.
-Και; Τι θέλει;
-θα μιλούσε με το βασιλιά μας. Η Αμάντα χλωμιασε αλλά κατόρθωσε να επιβληθεί στον εαυτό της. αυτός ήταν, καμιά σχέση δεν είχε με τους στρατιώτες μαζί με τους οπιούς την είχε συναντήσει. Κάτι συνέβαινε εδώ.
-είναι διπλωμάτης;
-μάλλον, πάντως δε δείχνει για πολεμιστής. Λοιπόν; Τι να του πω; Θα τον δεχθείς;
-ναι, αύριο για μεσημεριανό φαγητό. Η ραλτίνα έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά η ΑΜάντα δεν την άφησε.
-το ξέρω πως δε συνηθίζεται αλλά εγώ φτιάχνω τους νόμους. Θα πας και θα τονπροσκαλέσεις.
-εντάξει, μην ταράζεσαι, έτσι θα γίνει. Τη χαιρέτισε και βγήκε με την κατάπληξη ζωγραφισμένη στα μάτια.
Ο μπάρτον καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί έκανε μεταβολή κι άρχισε να επιστρέφει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στα διαμερίσματά του. Μόνο όταν έκλεισε καλά πίσω του την πόρτα και κάθισε να ηρεμήσει συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Άρχισε να μαλώνει σιωπηρά τον εαυτό του για τον αυθορμητισμό και την απερισκεψία του. Σε τι είδους μπελάδες πήγαινε να μπλέξει; Ξαφνικά ο λόγος του ερχομού του εκεί τον καθήλωσε με τη σοβαρότητά του. Η σημασία του μηνύματος που μετέφερε του έκοψε την ανάσα. Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε στη ντουλάπα. Άρχισε να πετάει έξω τα ρούχα του ψάχνοντας το μήνυμα. Δεν άργησε να το βρει.
Ανακούφιση τον πλημμύρισε. Μα τι τον είχε πιάσει; Το έσφιξε πάνω του κι ύστερα άρχισε να ελέγχει μια μια τις σφραγίδες για να βεβαιωθεί πως καμιά δεν είχε σπάσει. Όταν βεβαιώθηκε και γι’αυτό το έκρυψε στη ζώνη του και τακτοποίησε ξανά τα υπόλοιπα ρούχα του μέσα στη ντουλάπα. Αν ο βασιλιάς του μάθαινε τι είχε κάνει θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. Κανένας άλλος εκτός από την αΜάντα δεν επιτρεπόταν να το διαβάσει.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας στο νου του τη συζήτηση με την προσωπική της υπηρέτρια. Ευχόταν να κανονίσει τη συνάντηση όσο πιο σύντομα μπορούσε. Να ήξερε άραγε την ταυτοτητά του η πριγκίπισσα;
Κι αν όχι; Να τον θυμόταν από τη μια και μοναδική τους συνάντηση; Τότε το βλέμμα της ήταν φουρτουνιασμένο και παρακολουθούσε σχεδόν μόνο τον κεμ. Είχε καταλάβει άραγε κάτι από αυτά που της έκρυβε;Γιατί τον είχε χαιρετίσει; Να ήταν η ραλτίνα που τους είχε διακόψει; Θα ήταν σύμμαχος ή εχθρός;

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Ερωτήματα μας αφήνει αυτή η συνέχεια. Ποια είναι η αποστολή του Μπάρτον και τι μήνυμα είναι αυτό που φέρνει; Και τι θα γίνει με την Αμάντα; Υπάρχει μια αμοιβαία έλξη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: