Archive for Φεβρουαρίου 2012

σεμίρα

Φεβρουαρίου 23, 2012

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο
Η σεμίρα σηκώθηκε αναστενάζοντας κι έτρεξε ως το μπάνιο. Πέταξε το νυχτικό της κι άρχισε να κοιτάει το σώμα της. Η κοιλιά της ήταν σχεδόν επίπεδη, το στήθος της μικρό και στητό. Ήταν λεπτή με λείο δέρμα κι αναμφίβολα αν το προσπαθούσε και το επεδίωκε πολλοί άνδρες θα ρίσκαραν για να βρεθούν μαζί της. Ωστόσο αυτή η προοπτική δεν την είχε απασχολήσει ποτέ ως σήμερα. Αυτή έναν άνδρα είχε γνωρίσει μονάχα, τον πρώτο και καλύτερο παιδικό της φίλο που δεν ήταν άλλος από το σέλμοντ.
Τον αγαπούσε με μια αγάπη τρυφερή, χωρίς εξάρσεις και σκαμπανεβάσματα. Είχε αποφασίσει πως θα έδενε τη ζωή της μαζί του κάποια στιγμή, πως θα τον παντρευόταν πως θα έκανε παιδιά μαζί του…
Αυτό το τελευταίο αν και το τοποθετούσε στο μέλλον φοβόταν πως δε θα αργούσε να γίνει. Είχε καθυστέρηση λίγων μόλις εβδομάδων κι αυτό από μόνο του δε θα ήταν και τόσο ανησυχητικό αφού τα γεγονότα των τελευταίων ημερών μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιες αλλαγές στον κύκλο της. Γνώριζε πως μια έντονη και μακριά θλίψη ήταν αρκετή για ορισμένες τέτοιες διαταραχές και πως το άγχος δε βοηθούσε την κατάσταση.
Ωστόσο λίγο καιρό τώρα ξυπνούσε με έντονη ζάλη και ναυτία. Το στομάχι της ανακατευόταν πολύ και κάποια φαγητά της προκαλούσαν αηδία. Όλο και πιο πολύ φοβόταν πως το μωρό είχε αρχίσει ήδη το ταξίδι του, όλο και πιο πολύ κυριευόταν από το άγχος. Ήξερε πως ο σέλμοντ θα χαιρόταν πολύ αλλά εκείνη δεν ένιωθε έτοιμη για κάτι τέτοιο. Αν ζούσε η μητέρα της… σκούπισε τα μάτια της και άρχισε να τρίβει το σώμα της προσεκτικά με το σαπούνι. Ήταν μόνη, κανείς εκτός από τον ίδιο της τον εαυτό δε θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Καταλάβαινε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της και πως αν το καθυστερούσε ο σέλμοντ θα καταλάβαινε πως κάτι της συνέβαινε. Ο Σέλμοντ που τη στήριζε κάθε μέρα όλο και πιο πολύ.
Φόρεσε καθαρά ρούχα και μπήκε στην κουζίνα να ετοιμάσει το πρωινό της. Εκείνος έλειπε, έψαχνε για κάποια δουλειά που θα χάριζε και στους δυο καλύτερες μέρες.
Όταν τον άκουσε να μπαίνει ήταν έτοιμη να καθίσει στο τραπέζι. Έπλυνε τα χέρια της και έτρεξε να τον υποδεχθεί.
-Καλημέρα, σεμίρα. Έκλεισε την πόρτα και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Είσαι καλά; Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς;
Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά. Είχε αρχίσει να νιώθει και πάλι προστατευμένη.
-είμαι καλά, σέλμοντ, δε σε περίμενα τόσο νωρίς. Στην πραγματικότητα ετοιμαζόμουν να πάρω το πρωινό μου.
Ο Σέλμοντ άρχισε να περπατάει προς την κουζίνα κρατώντας την πάντα αγκαλιά.
-Τι έχεις φτιάξει, μυρίζει υπέροχα.
-τηγανήτες με μέλι και τριμμένα καρύδια.
-Μμμ… και για εμένα;
-φυσικά.
-υπέροχα, έλα, πάμε, έχω να σου πω νέα.
-Τι νέα;
-μη βιάζεσαι, ας καθίσουμε. Βολεύτηκαν σε δυο καρέκλες ο ένας απέναντι στον άλλον και η σεμίρα άρχισε να γεμίζει τα πιάτα.
Ο Σέλμοντ πήρε μια τηγανήτα και τη δάγκωσε ανέμελα.
-Λοιπόν; Δε μπορώ να περιμένω άλλο, πες μου τουλάχιστον αν τα νέα είναι καλά!
-είναι καλά, καλύτερα δε θα μπορούσαν να είναι. Μα φάε, κι εγώ θα σου τα πω όλα.
Η σεμίρα πήρε μια τηγανήτα και τον περίμενε να συνεχίσει.

Ο Λόρεν περπατούσε ώρες πολλές. Όταν έφυγε από το παλάτι το σκοτάδι ήταν πυκνό αλλά τώρα είχε αρχίσει πια να φέγγει. Περπατούσε με μεγάλα κι ακούραστα βήματα χωρίς να σταματάει για να ξεκουραστεί. Το μόνο που ήθελε ήταν να απομακρυνθεί από το παλάτι. Ήξερε πως κι αυτό δεν ήταν αρκετό, πως τα πόδια του δε θα άντεχαν έτσι για πολύ αλλά θα έκανε υπομονή ώσπου να έβρισκε κάποιο κατάλληλο μέρος για να ξεκουραστεί.
Χωρίς να κόψει το βήμα του έχωσε το δεξί του χέρι στην τσέπη του κι άγγιξε τα νομίσματα που είχε πάρει μαζί του. Δεν ήταν και λίγα. Τα είχε σκορπίσει σε όλα του τα ρούχα για να μην τα χάσει όλα αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτά θα του εξασφάλιζαν όλα όσα χρειαζόταν τις επόμενες μέρες.
Είδε το κακοχτισμένο χάνι αλλά στην αρχή δεν κατάλαβε τι ήταν, τόση ήταν η κούρασή του και τόσο μακριά έτρεχε το μυαλό του. Μόνο όταν έφτασε πολύ κοντά σταμάτησε να περπατάει αρχίζοντας να το παρατηρεί πιο προσεκτικά. Ήταν πετρόχτιστο αλλά κάτι στην όψη δεν του άρεσε. Μεγάλο, γεμάτο παράθυρα.
Σήκωσε τα μάτια. Το φως του ήλιου γινόταν όλο και πιο λαμπρό. Υπολόγισε βιαστικά την απόσταση που τον χώριζε από το παλάτι. Έμεινε ικανοποιημένος. Σϊγουρα θα τους έπαιρνε κάμποσο μέχρι να τον φτάσουν. Από την άλλη εκείνος θα κατέρρεε σύντομα αν δεν έτρωγε κάτι κι αν δεν έπινε.
Αν έδινε ένα ασημένιο νόμισμα θα τον εξυπηρετουσαν πολύ γρήγορα. Αναστέναξε κι έσπρωξε την πόρτα.
Το κτίριο ήταν γεμάτο χωρίσματα και φασαρία. Στα αφτιά του έφταναν φωνές κοριτσίστικες, ανδρικές, ακόμη και παιδικές. Προς στιγμήν έμεινε αναποφάσιστος μην ξέροντας σε ποιο δωμάτιο να μπει αλλά τελικά διάλεξε το πρώτο που ήταν και το πιο μεγάλο.
Αμέσως μόλις πέρασε την πόρτα βρέθηκε ανάμεσα σε μεγάλα στρωμένα τραπέζια τα πιο πολλά από τα οποία ήταν ήδη γεμάτα παρά την ώρα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας έτρωγαν κι έπιναν. Σκέφθηκε πως ίσως δεν είχε κάνει καλά που ήρθε ως εδώ αλλά μετά ησύχασε κάπως. Δεν έβγαινε πολύ συχνά από το παλάτι τα τελευταία χρόνια. Είχε αποσυρθεί μετά τον πόλεμο και περιοριζόταν στη δουλειά του, να συντάσσει και να δέχεται μηνύματα από τις γειτονικές χώρες. Το πιο πιθανό ήταν πως δε θα τον αναγνώριζαν πολλοί. Βγήκε ωστόσο αθόρυβα, δε θα προκαλούσε την τύχη του.
Μια γυναίκα γύρω στα τριαντα τον πλησίασε χαμογελώντας στραβά. Φορούσε ποδιά γύρω από τη μέση της και είχε τα μαλλιά της τυληγμένα σε ένα σκουφάκι, θα ήταν μαγείρισσα σίγουρα.
-καλώσ’τον, είπε γλυκά, θα καθίσεις μαζί μας;
Ο λόρεν το σκέφθηκε για λίγο.
-Θα ήθελα κάτι να φαω και να πιω, αρκεί να μη μείνω εκεί μέσα με όλους αυτούς. Έδειξε την κλειστή πόρτα. Η φασαρία με ενοχλεί.
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι.
-καταλαβαίνω, ένα δωμάτιο για εσένα.
Ο λόρεν της έδωσε ένα ασημένιο νόμισμα προσέχοντας να μην τους δει κανείς. Ευτυχώς όλοι φαίνονταν πολύ απασχολημένοι.
Εκείνη το πήρε και του έγνεψε να την ακολουθήσει.
-Έρχεσαι από μακριά;
-ναι, είπε ψέματα ο λόρεν. Είμαι πολύ κουρασμένος όμως και δεν έχω διάθεση για κουβέντες.
Εκείνη φάνηκε να το καταλαβαίνει γιατί δεν ξαναμίλησε ώσπου του άνοιξε μια πόρτα.
-μείνε εδώ και περίμενε, είπε μόνο και εξαφανίσθηκε.
Ο λόρεν σωριάστηκε στο μαλακό σιδερένιο κρεβάτι. Σίγουρα δε θα μπορούσε να μείνει για πολύ εκεί μέσα.

Η Μπέρντα είχε περάσει τα 60. τα μαλλιά της ήταν λευκά και πολλά από τα δόντια της είχαν αρχίσει να πέφτουν εδώ και χρόνια. Εϊχε έρθει στο παλάτι πάνω από 30 χρόνια πριν για να φροντίζει τα φυτά του βασιλιά. Ζούσε σχεδόν απομονωμένη αφού δεν ήταν καλή στη συναναστροφή με τους ανθρώπους.
Επισκεπτόταν τα διαμερίσματα όσων το επιθυμούσαν τις ώρες που εκείνοι έλειπαν κι έκανε ήσυχα τη δουλειά της. Κι όταν κάποιος ήθελε κάτι, ερχόταν, πλήρωνε και το έπαιρνε χωρίς πολλά λόγια. Η κοπέλα που τώρα στεκόταν μπροστά της ήταν πολύ νέα, γύρω στα 17. την ήξερε, ήταν στην υπηρεσία της αδερφής της βασίλισσας.
-τι χρειάζεσαι; Της μίλησε ξερά, σχεδόν απότομα.
-δηλητήριο.
-για ποιον;
-δε μπορώ να πω.
-για άνθρωπο βέβαια.
Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
-δεν πουλάω, δε σκοτώνω ανθρώπους. η κοπέλα δεν έδειξε να ανησυχεί. Της έδωσε ένα μικρό πορτοφόλι. Η μπέρντα το άνοιξε και μέτρησε δωδεκα χρυσά νομίσματα. Δεν ήταν και λίγα. Το έριξε σε ένα συρτάρι και σηκώθηκε.
-Πόσο ισχυρό;
-Πολύ.
Άρχισε να ανακατεύει τα ράφια ώσπου βρήκε αυτό που έψαχνε.
-πες στην κυρά σου να το προσέχει. εΓώ δε σκοτώνω ανθρώπους. Μια σταγόνα είναι ευεργετική για τα λουλούδια που είχε στο διαμέρισμα για τους καλεσμένους. ΚΙ ακόμη αν ρίξει λίγο από αυτό στα λουλούδια της σύντομα θα μπορεί να φτιάξει ωραία αρώματα.
Η κοπέλα πήρε το μπουκαλάκι χωρις να της δίνει σημασία. Πάντα τα ίδια έλεγε.
-δε με είδες ποτέ, μπέρντα, είπε ενώ κατευθυνόταν προς την πόρτα.
-ούτε εσύ. Εγώ μόνο λουλούδια φροντίζω.
Η κοπέλα βγήκε. Καθώς έτρεχε να απομακρυνθεί άρχισε να αναρωτιέται πόσο πλούσια ήταν η μπέρντα. Τα μπουκαλάκια της είχαν σκοτώσει πολλούς εκεί μέσα. Αυτό έλεγαν όσοι ήξεραν. ΟΙ υπόλοιποι τη θεωρούσαν απλώς κάπως εκκεντρική κι απόμακρη. Ο ίδιος ο βασιλιάς δε φαινόταν να γνωρίζει κάτι για τις δραστηριότητές της. Τάχυνε το βήμα της. Για ποιον να το ήθελε άραγε αυτό η ράνα;

Advertisements