η άρπα της Αμάντας

Σεπτεμβρίου 24, 2011

-πρέπει να θυμάσαι πως χωρίς πειθαρχία ο πλούτος η τόλμη και οι άλλες μορφές της αρετής παραμένουν ανεκμετάλευτες κι αναξιοποίητες. Ο κραντ σηκώθηκε από τη θέση του για να πλησιάσει τη μελλοντική βασίλισσα που του χαμογέλασε δαγκώνοντας ελαφρά το κάτω χείλος της. Τα χαρακτηρηστικά του προσώπου της ήταν τραβηγμένα κι ο ηλικιωμένος άνδρας δεν άργησε να το προσέξει.
-συγγνώμη, πριγκίπισσα, σε κούρασα περισσότερο από ό,τι ήθελα. Μα δεν ήταν στις προθέσεις μου. Μόνο που αισθάνομαι την ανάγκη να σου δώσω όλα όσα έχω, να σε προικίσω με σύνεση και σοφία. Ούτε εγώ τα διαθέτω στον υπέρτατο βαθμό αλλά τα τόσα βιβλία που έχω διαβάσει με βαραίνουν πολύ τώρα πια.
Η αμάντα σηκώθηκε με τη σειρά της και πήγε και στάθηκε απέναντί του.
-μη σε απασχολεί αυτό, Κραντ, νιώθω καλά, έχω ανάγκη αυτά τα μαθήματα. Θέλω να κρατώ απασχολημένο το μυαλό μου γιατί αλλιώς… φοβάμαι πως θα λυγίσω. Έφερε τα χέρια στο κεφάλι της και πίεσε ελαφρά τους κροτάφους της. Ο κραντ την πλησίασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και για μια σύντομη στιγμή έφερε το χέρι του στα μαλλιά της.
Κι αυτό το άγγιγμα από το χέρι αυτού του ανθρώπου ήταν αρκετό για να την κάνει να νιώσει αμέσως καλύτερα.
-πες μου την αλήθεια, Κραντ, πιστεύεις πως θα τα καταφέρω να φορέσω το στέμμα με αποτελεσματικότητα κι αξιοπρέπια; Θέλω ο πατέρας μουνα είναι περήφανος για μένα.
-Να είσαι σίγουρη πως θα γίνεις μια σοφή κι αγαπητή βασίλισσσα που θα κυβερνά με δικαιοσύνη και βαθιά γνώση. Εγώ θα το φροντίσω αυτό. Κι επιπλέον η τέχνη που τόσο λατρεύεις σε έχει ήδη εφοδιάσει με μια γλυκιά πραότητα που θα κάνει την εμφάνισή της κάθε φορά που κάτι τέτοιο θα κρίνεται απαραίτητο. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Πήγαινε να ξεκουραστείς και μην ανησυχείς άλλο.
Η Αμάντα έμεινε να τον κοιτά για λίγο αλλά τελικά ύστερα από ένα ακόμη ενθαρρυντικό γνέψιμο στράφηκε προς την έξοδο. Η δάρκα την ακολούθησε φτερουγίζοντας. Ήταν ώρα να μιλήσει με τη μεγάλη μητέρα για να πάρει νέες εντολές.
Η Αμάντα μπήκε στα διαμερίσματά της κι άρχισε να ξεντύνεται βιαστικά. Δεν είχε καλέσει τη ραλτίνα επειδή ήξερε πως από στιγμή σε στιγμή εκείνη θα άνοιγε την πόρτα. Πράγματι αυτό δεν άργησε να γίνει. Η υπηρέτρια μπήκε κρατώντας ένα μεγάλο βαρυφορτωμένο δίσκο.
-Μα γιατί δε με κάλεσες; Είπε βλέποντάς τη να ντύνεται μόνη της, γιατί δε με ειδοποίησες τουλάχιστον;
Η αμάντα τελείωσε το ντύσιμο και σωριάστηκε στην άκρη του κρεβατιού της εξουθενωμένη.
-δεν υπήρχε λόγος, τα κατάφερα και μόνη, η ραλτίνα πισοπάτησε αλλά προσπάθησε να μη δείξει την ενόχλησή της.
-εντάξει, όπως επιθυμείς. Πώς πήγε το μάθημα; Ήταν καλός μαζί σου ο Κραντ;
-ναι, είναι βαθύς γνώστης της ιστορίας και της διπλωματίας. Ποτέ δε θα μάθω ούτε τα μισά από αυτά που θέλει να μου διδάξει αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ.
Η Ραλτίνα άρχισε να ετοιμάζει το σερβίτσιο.
-εγώ σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, θα τα πας περίφημα. Μπορείς να έρθεις να φας και δε θα δεχθώ καμιά άρνηση.
Η αμάντα σηκώθηκε αργά αργά και πλησίασε το στρωμένο τραπέζι. Έριξε μια ματιά στα διάφορα φαγητά και μισοχαμογέλασε.
-Μα δε μπορεί να πιστεύετε στ’αλήθεια πως θα τα φάω όλα αυτά μόνη μου!
-θα φας όσο θελήσεις, αλλά εγώ θα είμαι εδώ και θα σε παρακολουθώ.
Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στην πόρτα.
Η αμάντα στέναξε κι άρχισε να τρώει μια κρύα σούπα με ψάρι.
-λοιπόν; Τι γίνεται μέσα στο παλάτι;
-όλοι είναι ανήσυχοι, αποκρίθηκε ειλικρινά η άλλη κοπέλα. Αλλά μη σταματάς να τρως, αλλιώς δε θα σου πω τίποτα. Μίλησα πριν λίγο με τον αρχιερέα.
Η αμάντα της έγνεψε να συνεχίσει δοκιμάζοντας μια πίτα με κρέας και λαχανικά.
-Μου είπε πως θα έρθει να σε βρει κάποια στιγμή μέσα στη μέρα. Θέλει λέει να συζητήσετε κάποια πράγματα για τη στέψη σου.
-Ναι, βέβαια, θα τον περιμένω. Σκεφτόμουν κι εγώ πως έπρεπε να μιλήσουμε.
-Κι ακόμη έμαθα πως ετοίμασε για σένα κάποιο ισχυρό φυλαχτό.
-αλήθεια;
-Ναι, είναι πολύ καλός σε κάτι τέτοια, θα σε προστατεύει είμαι σίγουρη. Αλλά θα σου τα πει καλύτερα κι ο ίδιος αργότερα. Ετοιμάστηκε να σηκωθεί.
-Πού θα πας;
-είναι πολλά που πρέπει να γίνουν ως το βράδυ. Δεν πιστεύω να το ξέχασες;
Η Αμάντα έγνεψε φέρνοντας στο νου της τη Μάγισσα.
-όχι βέβαια, το θυμάμαι καλά. Θέλω κάποιες απαντήσεις και θα τις πάρω απόψε. Θα έρθεις να με βρεις λοιπόν;
-Φυσικά, όταν όλοι πάνε για ύπνο.
Η δάρκα το σημείωσε στο νου της, Δεν ήταν βέβαιη γι’αυτό που πήγαινε να κάνει η αμάντα, αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να την εμποδίσει.
-Λες να μας αντιληφθεί κανείς; Αν γίνει κάτι τέτοιο καταστράφηκα.
-όχι, μην το σκέφτεσαι, δε θα αφήσω ποτέ να καταστραφείς. Η ραλτίνα την πλησίασε κι άρχισε να μαζεύει τα πιατικά.
-Ξεκουράσου λίγο, το χρειάζεσαι.
Η αμάντα πήγε και κάθισε πάλι στο κρεβάτι.
-Θα το ήθελα μα πρέπει να μελετήσω.
-αν το κάνεις τώρα δε θα έχει αποτέλεσμα. Αν κοιμηθείς λίγο θα δεις πόσο πιο εύκολο θα γίνει σε λίγο.
-Λες;
-Ναι, βέβαια. Ξάπλωσε. Την πλησίασε πάλι και τη βοήθησε να ξαπλώσει. Κι ύστερα τη φίλησε στο μέτωπο τυληγοντας τη με τα μυρωδάτα σκεπάσματα.
-κοιμίσου ήρεμα, εγώ θα είμαι εδώ. Η Αμάντα αναστέναξε ανακουφισμένη και η υπηρέτρια ετοιμάστηκε να βγει αλλά η φωνή της τη σταμάτησε.
-είχαμε κανένα νέο από την καινούρια μου δασκάλα;
-Δυστυχώς όχι. Η Ραλτίνα έφτασε στην πόρτα.
-Δε θα έρθει ξανά;
-Μη γίνεσαι ανόητη, θα έρθει. πΟλύ σύντομα, θα το δεις. Αφού δε σου λέω ποτέ ψέματα! Λοιπόν, καλή ξεκούραση. Βγήκε γρήγορα για να μην της δώσει χρόνο να μιλήσει. Ήταν βέβαιη πως θα κοιμόταν πριν περάσουν λίγα λεπτά.
Βγήκε από το δωμάτιο με σκοπό να κατευθυνθεί προς την αίθουσα υποδοχής όταν ξαφνικά άκουσε το όνομά της από κάπου κοντά. Στράφηκε να δει και αντίκρυσε το Μπάρτον που στεκόταν δίπλα της στο διάδρομο. Του χαμογέλασε ψυχρά.
-Γεια σου Ραλτίνα, της μίλησε πρώτος.
-Γεια σου κι εσένα μπάρτον, αποκρίθηκε κάπως ψυχρά εκείνη. Αντιμετοπίζεις κανένα πρόβλημα με τη φιλοξενία μας εδώ;
-Όχι, όλα είναι πολύ καλά. Δεν έχω κανένα παράπονο. Τιμάτε πολύ τους πρεσβευτές εδώ.
-Χαίρομαι που το λες. Θα μπορούσα να κάνω κάτι για σένα;
Ο μπάρτον έκανε ένα βήμα προς το μέρος της αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν της άρεσε.
-νομίζω πως ναι. Ξέρεις καλά την πριγκίπισσα, έτσι δεν είναι;
Η ραλτίνα έσφιξε δυνατά το δίσκο.
-ναι, γιατί το ρωτάς;
Ο άνδρας την κοίταξε διαπεραστικά κιεκείνη ρίγησε χωρίς να το θέλει.
-σου ζητάω συγνώμη που πήρα το θάρρος να σου μιλήσω εδώ γι’αυτό, αλλά είσαι η μόνη που γνωρίζω εδώ μέσα που θα μπορούσε να με φέρει σε επαφή μαζί της.
-γιατί να το κάνω αυτό; Τι θέλεις να συζητήσεις μαζί της;
-το θέμα είναι λεπτό, μην ξεχνάς πως είμαι…
-Ναι ναι, το θυμάμαι. Κατανοώ πως κάποιος σοβαρός λόγος σε φέρνει εδώ αλλά η στιγμή που διάλεξες δεν είναι κατάλληλη για τέτοιες συζητήσεις.
-Λυπάμαι που θα το πω αυτό αλλά γνωρίζω πιο πολλά από εσένα για το συγκεκριμένο αυτό θέμα. Η σπουδαιότητα του είναι μεγάλη. Δεν ήρθα εδώ για ασήμαντη αιτία.
Η Ραλτίνα το σκέφτηκε για λίγο.
-Σου ζητάω συγνώμη είπε κάπως πιο μαλακά. Θα μιλήσω στην αΜάντα για σένα αμέσως μόλις μου δοθεί η ευκαιρία. Εκείνη είναι που θα αποφασίσει πότε θα σε δεχθεί. Ο Μπάρτον της χαμογέλασεφιλικά και εκείνη έκανε τη σκέψη πως δεν ήταν άσχημος άνδρας.
-ευχαριστώ πολύ. Θα περιμένω κάποια ειδοποίηση, σου ζητάω και πάλι συγγνώμη. Τη χαιρέτισε με ένα κούνημα του κεφαλιού και χάθηκε στη στροφή του διαδρόμου, αφήνοντάς τη μόνη, να κρατάει το δίσκο στα χέρια.

σεμίρα

Σεπτεμβρίου 16, 2011

Κεφάλαιο δέκατο
Η μαθητευόμενη γιατρός έτρεξε κοντά στο κρεβάτι της βασίλισσας. ανασήκωσε τη μια άκρη της κουρτίνας κι έσκυψε γεμάτη ενδιαφέρον κι αγωνία πάνω από τη χλωμή γυναίκα.
-είστε καλα; Νιώθετε ζάλη;
Η Μάλφα σκούπισε το ιδρωμένο της μέτωπο με το δεξί της χέρι.
-Όχι, το κεφάλι μου… το στομάχι μου… δεν ξέρω, νιώθω μια δυσφορία.
Η νεαρή κοκκινομάλλα έγνεψε κι άφησε την κουρτίνα πίσω στη θέση της.
-επιστρέφω αμέσως, μην ανησυχείτε.
Χάθηκε στο διάδρομο.
Μόνη η βασίλισσα προσπάθησε να ελέγξει το σώμα της, είχε αρχίσει να τρέμει. Δεν το είχε ομολογήσει στη γιατρό που την παρακολουθούσε κάθε στιγμή πως η κύρια αιτία της ενόχλησής της ήταν ένας τρομερός εφιάλτης που ήρθε να την αναστατώσει ακριβώς την ώρα που η γαλήνη της χαμογελούσε. Δε θα το έλεγε σε κανέναν, δε θα μιλούσε για κείνο το όνειρο επειδή κανείς δε θα την καταλάβαινε. Κι εξάλλου αυτή ήταν η βασίλισσα, η πιο ισχυρή γυναίκα της χώρας, δεν της επιτρέπονταν φοβίες κι ανασφάλειες.
Ωστόσο είχε δει το βασιλιά στον ύπνο της, κάποιος τον κυνηγούσε, δε μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του διώκτη του, ούτε και την ίδια τη μορφή του καλά καλά επειδή φορούσε κάτι που θύμιζε πέπλο.
Στην αρχή ο βασιλιάς έτρεχε να ξεφύγει αλλά σιγά σιγά η απόσταση που τους χώριζε μίκραινε. Η μάλφα ήθελε να του φωνάξει να τρέξει πιο γρήγορα αλλά φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της. Κι έτσι ο διώκτης πλησίαζε όλο και περισσότερο. Κάποτε όμως ο βασιλιάς έπαψε να τρέχει κι εκείνος τον έφτασε και τον άδραξε. Κι εκεί τέλειωνε το όνειρο, τα υπόλοιπα δεν πρόλαβε να τα δει.
Η Μέλντα γύρισε κοντά της λίγα λεπτά αργότερα. Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι κι ακούμπησε στο μέτωππό της ένα βρεγμένο μεταξωτό μαντίλι.
-Θα σας ανακουφίσει, βασίλισσα μου, θα νιώσετε καλύτερα και θα κοιμηθείτε ξανά.
Η μάλφα άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες. Την εμπιστευόταν αυτή την κοπέλα, είχε τη δύναμη να τη βοηθήσει.
-Πιείτε κι αυτό. Η Μέλντα της έδωσε ένα μικροσκοπικό ασημένιο φλιτζάνι.
-εσύ δε θα κοιμηθείς; Τη ρώτησε καθώς εκείνη άρχισε να της τακτοποιεί τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια.
-όχι ακόμη, βασίλισσά μου. Πρώτα θα αναπαυθείτε εσείς κι έπειτα εγώ.
-σε παιδεύω πολύ, έτσι δεν είναι;
-μην το σκέφτεσθε, άλωστε όλα γίνονται για καλό σκοπό. Είναι χαρά μου να μένω στο πλευρό σας.
Η μάλφα αναστέναξε, είχε αρχίσει ήδη να γαληνεύει.
-σε ευχαριστώ πολύ, για όλα. Λες να τελείωσε η γαμήλια δεξίωση;
-είναι πολύ πιθανό. Η ώρα έχει περάσει.
-ελπίζω να γνωρίσω σύντομα τη νύφη. Τα βλέφαρά της είχαν αρχίσει να βαραίνουν.
-ναι βασίλισσά μου, θα κανονισθεί όποτε το επιθυμείτε.
Η μάλφα χαμογέλασε, δε μίλησε ξανά.

-είσαι έτοιμη να αποσυρθούμε, Βάλμα; Ο αρντάν ήρθε πλάι της και τύληξε το δεξί του χέρι γύρω από τη λεπτή της μέση. Η Βάλμα κόλλησε το σώμα της στο δικό του με ευχαρίστηση.
-ναι, αρντάν, είμαι. Είσαι ευτυχισμένος τώρα;
Ο αρχιδικαστής το σκέφθηκε για μια στιγμή. Θα έλεγε την αλήθεια.
-Είμαι, μα θα γίνω ακόμη περισσότερο σύντομα. Την έσφιξε πάνω του. εσύ; Πώς αισθάνεσαι;
-περίφημα, ομολόγησε εκείνη χωρίς δισταγμό κι αναζήτησε τα χείλη του.
Το φιλί έγινε απότομα βαθύ αλλά κανείς από τους δυο δεν είχε τη διάθεση να σταματήσει.
-θέλω όλα να γίνουν σωστά, μούρμουρισε κάποτε ξέπνοα ο αρντάν. Ξέρεις πόση σημασία έχουν για μένα αυτά.
Η βάλμα στέναξε και τραβήχθηκε απρόθυμα από την αγκαλιά του.
-το ξέρω, αρντάν, έλα πάμε, θα μου πάρει λίγη ώρα να ετοιμαστώ.
Την πήρε από το χέρι κι άρχισαν να περπατούν βιαστικά.
-σου άρεσε ο γάμος, η δεξίωση;
-όλα ήταν υπέροχα, αντάξιά σου.
Της χαμογέλασε στο σκοτάδι της νύχτας.
-ήσουν πανέμορφη, αληθινή θεά.
-αλήθεια το λες;
-βέβαια, θα είμαι πάντα ειλικρινής μαζί σου. Της έσφιξε πιο δυνατά το χέρι καθώς σκέφθηκε τις συνέπειες των τελευταίων του λόγων.
-ήθελα να σε ρωτήσω κάτι, ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που ήρθε να μας βρει στη δεξίωση κάπως καθυστερημένη;
-η Ρόνια. Μια από τις αναρίθμητες αυλητρίδες του παλατιού.
-δεν είναι μέλος της βασιλικής ορχήστρας, σωστά;
-Πολύ σωστά. Είναι στην υπηρεσία της βασίλισσας αλλά τον τελευταίο καιρό δεν παίζει πολύ για κείνη. Όλοι την εκτιμούν για το ήθος της. Ο βασιλιάς την ευνοεί, είμαι σίγουρος πως πολύ σύντομα θα της βρει σύζυγο.
-το κάνει συχνά αυτό;
-αρκετά συχνά, θέλει να έχει παντού τον πρώτο λόγο.
-σωστά ενεργεί.
-βρίσκεις;
Η βάλμα δάγκωσε τα χείλη της.
-Αλήθεια πώς σου φάνηκε; Τον συμπάθησες;
-αρκετά. Δείχνει επιβλητικός κι ακριβοδίκαιος. Μα ας μη μιλάμε άλλο για αυτόν απόψε. Θα βρούμε κάτι καλυτερο να κάνουμε.
Είχαν μόλις φτάσει στα διαμερίσματά τους.
Ο αρντάν συγκατένευσε. Η βάλμα έβαλε το χέρι στον ώμο του κι έσκυψε στο αφτί του.
-θέλω λίγο χρόνο για να προετοιμαστώ για σένα.
-δε χρειάζομαι τίποτα περισσότερο.
Ξαφνικα βιαζόταν πολύ.
Άπλωσε το χέρι του αλλά εκείνη γλίστρησε μακριά του με μια χορευτική κίνηση.
-Δε θυμάσαι τι έλεγες πριν; άσε με να κάνω αυτό που πρέπει, δε θα τα μετανιώσεις. Δε θα αργήσω.
Ο αρχιδικαστής αναστέναξε νικημένα.
-εντάξει, με έπεισες. Θα σε περιμένω εδώ. Κάθισε σε έναν καναπέ κι έκλεισε τα μάτια.
Η βάλμα μπήκε στο εσωτερικό ενός μικρού δωματίου κι άρχισε να πετάει από πάνω της τα βαριά της ρούχα. Ήθελε να αλείψει το σώμα της με έλαια κι ακριβά αρώματα κι ακόμη να χτενίσει τα μαλλιά της και να φορέσει ένα αραχνούφαντο πέπλο. Έπειτα θα τον καλούσε.

-θα σε σκοτώσω, Κάρλα. Ο Λόρεν τύληξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της κι άρχισε να τον χαιδεύει.
-δε μπορεί να το εννοείς αυτό. Το ρίγος που τη διαπέρασε ήταν έντονο μα έκρυβε μέσα του και μια γλυκιά σαγήνη.
-θα το κάνω, κι υστερα θα φύγω για πάντα από το παλάτι. Όλοι θα καταλάβουν πως το έκανα εγώ όταν σε βρουν.
Η Κάρλα προσπάθησε να τραβηχθεί αλλά τα χάδια του έγιναν πιο γλυκά.
-μου λες ψέματα.
Ο Λόρεν την ξάπλωσε στον καναπέ κι άρχισε να της ξεκουμπώνει το μακρύ της φόρεμα.
-για την ώρα αγάπη μου, θέλω να ζήσω μαζί σου λίγες στιγμές, όσες σου απομένουν.
Η διαστροφή της χτυπούσε την πόρτα αλλά εκείνη δεν της άνοιγε να μπει. Όσο το μυαλό της ούρλιαζε να φύγει άλλο τόσο το σώμα της βούλιαζε στην ηδονή. Ο Λόρεν ήταν καλός εραστής, ήξερε πώς να την ικανοποιήσει. Θα το έκανε και τούτη τη φορά κι ύστερα θα την άφηνε και θα έφευγε. Δεν ήξερε αν θα προλάβαινε την αρχή της δεξίωσης αλλά ίσως τελικά να μην είχε και μεγάλη σημασία αυτό τώρα. Θα άρχιζαν χωρίς εκείνη.
-Θα είμαι ο τελευταίος άνδρας που σε φίλησε, ο τελευταίος άνδρας που σε άγγιξε. Ο λόρεν έλυσε τη ζώνη του κι έπειτα άρχισε να λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του.
-αν δεν ήθελες την αποκλειστικότητα όλα θα ήταν πιο εύκολα για μας.
Μιλούσε χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να το θέλει.
-πάντα παίρνω αυτό που θέλω, το ξέρεις.
Πέταξε και τα υπόλοιπα ρούχα του και ξάπλωσε δίπλα της.
-τώρα θα ξεχάσεις το νεαρό σου σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μόνο το όνομά μου θα μείνει μέσα σου.

άγχος και σοκολάτα

Σεπτεμβρίου 14, 2011

Άγχος και σοκολάτα
Α. άγχος
Τι κάνετε όταν έχετε άγχος; Πώς το καταπολεμάτε;
Εγώ συνήθως παίζω πιάνο, τραγουδάω, γράφω… Κάποιες φορές κάτι από όλα αυτά αποδίδει κάποιες πάλι δεν πιάνει τίποτα. Όλες οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Στην περίπτωση αυτή αν είναι βράδυ ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και περιμένω να με πάρει ο ύπνος ξέροντας πως την επόμενη μέρα όλα θα πάνε καλύτερα.
Συχνά αναρωτιέμαι τι κάνουν οι άλλλοι άνθρωποι σε παρόμοιες περιπτώσεις. Υποθέτω πως ο καθένας το αντιμετοπίζει με το δικό του τρόπο. Κάποιοι βλέπουν τηλεόραση, κάποιοι περνούν όλη τη μέρα αγκαλιά με τον υπολογιστή, άλλοι πάλι κάνουν βόλτες ή τρώνε.
Αυτό το τελευταίο έχει κάποιο ενδιαφέρον. Τι τρώτε όταν έχετε άγχος;
Γλυκά κυρίως.
Χρησιμοπίησα β πληθυντικό επειδή εγώ τρώω πάντα γλυκά, όταν είμαι χαρούμενη ή λυπημένη ή κουρασμένη… κάθε μέρα υπάρχει ένας καλός λόγος για ένα ωραίο γλύκισμα.
Β. Σοκολάτα
Όσοι με ξέρουν καλά γνωρίζουν πως το αγαπημένο μου γλυκό είναι η σοκολάτα. Πάντα ήταν, με εξτασίαζε από τότε που ήμουν παιδί. Γενικά προσπαθώ να τις αποφεύγω αλλά δεν τα καταφέρνω συχνά να αντισταθώ στον πειρασμό. Μου αρέσουν οι σοκολάτες κάθε είδους, γεμιστες με φρούτα ή ξηρούς καρπούς, αλλά και οι σκέτες, οι μαύρες οι γάλακτος…Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον τις προτιμάω τις γάλακτος.
Κι ακόμη οι σοκολάτες μου αρέσουν μέσα σε γλυκά, σε παγωτά και πάστες.
Τον τελευταίο μήνα έφαγα τουλάχιστον τρεις διαφορετικές πάστες με σοκολάτα. Σοκολατίνα με γλάσο, γάλακτος και μους.
Προσπαθούσα να αποφασίσω ποια προτιμάω από όλες αυτές αλλά τελικά το μόνο που βγήκε ήταν αυτή η ανάρτηση.
Νομίζω πως η αναζήτηση θα συνεχισθεί…

Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 12, 2011

-Ναι μα η αράλ είναι μεγάλη θεά, κι αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο ισχυρή από τη στρίλντα. Πώς τα κατάφερε να τη διώξει;
Η Λίγκρα ανασήκωσε τους ώμους της μισοχαμογελώντας.
-για να πω την αλήθεια, αυτό δεν το ξέρω, αλλά κάτι υποψιάζομαι.
-δηλαδή;
-Να, φαίνεται πως έχει κάποιο μυστικό όπλο το οποίο δεν το έχει αποκαλύψει ούτε σε εμένα.
Η στρίλντα τους πλησίασε και κάθισε κοντά τους. Έδειχνε εξουθενωμένη αλλά χαρούμενη.
-Λοιπόν; Τι συμβαίνει τώρα μέσα στην άρπα; Η Λίγκρα μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Δεν ήθελε να ταράξει τις σκέψεις της θεάς.
-Θα δεις, Λίγκρα, τώρα θα δεις.
Κι όταν τελείωσε τη φράση της η μουσική άρχισε ξανά, γλυκιά κι αέρινη. Ολόκληρη η άρπα έμοιαζε να δονείται παράξενα.
Τότε η στρίλντα σηκώθηκε ξανά κι άρχισε να μιλάει δυνατά και διαπεραστικά.
-Μπρούνκαλ με ακούς;
-Μπρούνκαλ;
-Ναι, Στρίλντα, η φωνή του πολεμιστή ακούστηκε πεντακάθαρη.
-πώς αισθάνεσαι εκεί μέσα;
-Η άρπα είναι φιλόξενη κατοικία για την ψυχή μου. Ελπίζω μόνο το σώμα μου να είναι ασφαλές κοντά σου.
-είναι, μη σε απασχολεί αυτό. Φρόντισε να κάνεις καλά τη δουλειά σου και το σώμα σου θα σε περιμένει εδώ, θα σε υπηρετεί πάντα με την ίδια αφοσίωση, αρκεί να έχεις στο νου σου τη συμφωνία που κάναμε.
-Μείνε ήσυχη, στρίλντα, θυμάμαι όλα όσα είπαμε. Πότε θα φύγω;
Η θεά ανασήκωσε τα καλοσχηματισμένα της φρύδια και στράφηκε να κοιτάξει τη νεράιδα η οποία ανταποκρίθηκε αμέσωςστο βλέμμα της.
Πότε θα είσαι έτοιμη να φύγεις;
-Όποτε το προστάξεις, ακόμα και τώρα. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ο νέος πολεμιστής που έχουμε μαζί μας.
Κοίταξε το Δάλκιρ δίπλα της και η στρίλντα τη μιμήθηκε.
-μη σε νοιάζει γι’αυτόν, ξέρω καλά τι θα κάνω μαζί του.
Ο Δάλκιρ που όλο εκείνο το διάστημα πάλευε να ακούσει ξανά τη φωνή παράτησε την προσπάθεια και στράφηκε να τις κοιτάξει.
-Νομίζω πως είναι ώρα να μάθω τους σκοπούς σας για μένα. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω ψάχνοντας για το σπαθί του.
-μη βιάζεσαι τόσο, δε χρειάζεται. Θα τα μάθεις όλα, φτάνει να μην είσαι τόσο ανυπόμονος.
-δεν έχετε δικαίωμα να με κρατάτε αιχμάλωτο εδώ, έχω άλλη αποστολή.
-τι είδους; Αυτή που σου ανατέθηκε χθες απέτυχε, το ξέχασες;
Ο δάλκιρ χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος. Το θυμόταν πολύ καλά. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Είχε απογοητεύσει τη μεγάλη μητέρα, κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. έπρεπε να επανορθώσει.
Στο μεταξύ η η Λίγκρα εξακολουθούσε να μιλάει.
-αν είναι όλα έτοιμα μπορώ να πάω και πάλι πίσω στο παλάτι, άλωστε νομίζω πως η αμάντα θα αναρωτιέται που πήγα. Αν δηλαδή την αφήσει η θλίψη της.
Η στρίλντα χαμογέλασε.
-Ναι, θα είναι πολύ λυπημένη αλλά εμείς δεν είμαστε, έτσι δεν είναι;
Πήγε προς το μέρος της άρπας και την πήρε με προσοχή στα χέρια της.
-σου την παραδίδω, λίγκρα. Νομίζω πως ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
Η νεράιδα εγνεψε καταφατικά.
-μείνε ήσυχη στρίλντα, το ξέρω καλά το καθήκον μου. Όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις. Εγώ κι ο μπρούνκαλ θα σε ενημερώνουμε τακτικά και θα ζητάμε τη συμβουλή σου.
Θα περιμένω νέα σου.
-Και τι θα κάνεις με το δάλκιρ;
-θα σου πω όταν αποφασίσω.
Ο πολεμιστής τις πλησίασε βιαστικά.
-Μη με αφησεις εδώ, κοίταξε ικετευτικά τη νεράιδα.
-δε μπορώ να σε πάρω. Λυπάμαι. Ίσως προκαλέσεις δυσκολίες στα σχέδιά μας.
-δε θέλω να μείνω εδώ. Ο δάλκιρ άρχισε να τρέχει ψάχνοντας μια πιθανή διέξοδο. Το γέλιο της θεάς έφτασε απειλητικά σκληρό ως τα αφτιά του.
-μην κουράζεσαι άδικα, δε θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ χωρίς τη βοήθιά μου.
-Μα πού πάει; Η λίγκρα τύληξε τα χέρια της γύρω από την άρπα.
-Μην τον σκέφτεσαι, θα καταλήξει στη φωλιά του σκοταδιού χωρίς αμφιβολία. Εκεί η καρδιά του θα παγώσει κι ο νους του θα ατονίσει γρήγορα. Εκτός κι αν κάνω εγώ κάτι γι’αυτό. Θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά του.
Η Λίγκρα την κοίταξε μελαγχολικά.
-είναι κρίμα, είναι ωραίος άνδρας.
-αλήθεια, το διασκέδασες μαζί του, έτσι δεν είναι; Ξεχνάς πως στην πραγματικότητα είναι ξωτικό.
Η νεράιδα τίναξε κάπως ενοχλημένη τα μαλλιά της.
-αν μου το επέτρεπες εγώ θα φρόντιζα να τον μεταμορφώσω, θα έμενε μαζί μου.
-αλήθεια; Τέτοια σχέδια έχεις λοιπόν; Μα εντάξει, γιατί όχι; Άκου τι θα κάνουμε, αν τα καταφέρεις καλά στη δουλειά σου ο δάλκιρ θα γίνει δικός σου.
-Το λες αλήθεια;
-ναι, έχεις το λόγο μου.
Η Στρίλντα της άπλωσε το χέρι της. Τα μάτια της άστραφταν, την είχε μελετήσει καλά την κίνησή της, θα έδινε στον καθένα ό,τι ήθελε φτάνει να την εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο.
Η Λίγκρα με την άρπα στην αγκαλιά της βγήκε από το δωμάτιο βιαστική. Θα πήγαινε αμέσως να συναντήσει τη φρουρά που πλαισίωνε τον Μπρούνκαλ για να ξεκινήσουν όλοι μαζί για το παλάτι της αμάντας. Δεν ήθελε να χάσει άλλο χρόνο εκεί. Ευτυχώς η επιστροφή στον κόσμο των ανθρώπων θα γινόταν με τρόπο πολύ πιο γρήγορο χάρη στις ξεχωριστές της ικανότητες. Οι πολεμιστές την πλησίασαν χωρίς λέξη και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω της, εκείνη τους κοίταξε για λίγο, έναν έναν, συγκρίνοντάς τους με τον άνδρα που είχε αφήσει πίσω της, Κανείς δεν του έμοιαζε, ο μόνος ίσως που θα μπορούσενα συγκριθεί μαζί του ήταν ο Μπρούνκαλ. Αλλά κι αυτός θα έδειχνε την αξία του πολύ σύντομα. Καθώς έβγαινε από το παλάτι αναρωτήθηκε για τελευταία φορά ποια τύχη περίμενε τον δάλκιρ.
Η Ραλκ σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι ο αέρας γύρω της λιγόστευε. Τα λόγια της μεγάλης μητέρας έκαναν κύκλους στο νου της κάνοντάς τη να νιώθει όλο και πιο άσχημα. «είσαι εκεί που δεν πρέπει να είσαι «».
Μα πώς είχε βρεθεί εκεί; Ποιος την είχε οδηγήσει στο άγνωστο; Ο δάλκιρ μήπως; Πήρε μια βαθιά ανάσα νιώθοντας μια σουβλιά πόνου στο στήθος της. Ο αέρας λιγόστευε επικίνδυνα. Μα ναι, η φωνή του ήταν, χωρίς αμφιβολία. Δε μπορούσε ωστόσο να την είχε παγιδεύσει με τη θέλησή του. Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά. Εκείνη είχε παρατήσει τα πάντα για το χατίρι του, ήταν ποτέ δυνατό να της το ξεπλήρωνε με τέτοιο τρόπο;
Καποιο λάθος είχε γίνει σίγουρα και θα το ανακάλυπτε. Αργά και με προσοχή σήκωσε τα μάτια της ψηλά για να παρατηρήσει τα διάφορα σύμβολα. Όλα ήταν τόσο αντιφατικά, της θύμιζαν μια παράξενη αρχαία γραφή για την οποία τους μιλούσε κάθε τόσο η μεγάλη μητέρα. Να ήταν άραγε η ίδια; Μα τι ανόητη σκέψη, αν ήταν δε θα της το ανέφερε λίγο πριν;
Όταν ένιωσε τα αφτιά της να αρχίζουν να βουίζουν κατάλαβε πως ο χρόνος της τελείωνε. Ήταν ώρα να πάρει την απόφασή της. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ελεύθερα πια μα αυτό ήταν το λιγότερο. Άρχισε να χαιδεύει τα διάφορα χαράγματα προσπαθώντας να νιώσει κάποια καθοδηγητική άβρα αλλά κανένα σημάδι δεν της αποκαλυπτόταν. Η επιλογή δεν ήταν εύκολη. Τρόμος την κυρίευσε στη σκέψη του κόσμου της λήθης, θα ήταν κρύα και δυσάρεστα εκεί κάτω. Κανείς δε θα την περίμενε κι εκείνη δε θα έβλεπε ξανά τον αγαπημένο της δάλκιρ.
Όταν άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της κι άγγιξε έναν κύκλο που στο κέντρο του ήταν ζωγραφισμένο ένα αστέρι. Με όση δύναμη της είχε απομείνει το πίεσε κι ύστερα λιποθύμησε.
Δεν ένιωσε τίποτα, ούτε τις δονήσεις του εδάφους, ούτε τις αστραπές που έσκισαν τον αέρα. Η τελευταία της σκέψη ήταν πως έπρεπε να πιέσει με δύναμη το αστέρι γιατί αν έμενε εκεί μέσα λίγο παραπάνω θα πέθαινε.

Σεμίρα

Σεπτεμβρίου 9, 2011

Κεφάλαιο ένατο
Η κάρλα μπήκε στα διαμερίσματά της κι έκλεισε την πόρτα αθόρυβα πίσω της. Ένιωθε πολύ κουρασμένη και ήξερε πως ο χρόνος που είχε στη διάθεσή της ήταν ελάχιστος.
Θα έπινε γρήγορα ένα κοκτειλ κι ύστερα θα άλλαζε ρούχα.
Αυτά που φορούσε τώρα είχαν αρχίσει να τη στενεύουν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Έβγαλε τα παπούτσια της και τα έστειλε στη γωνία του προθάλαμου, ενώ την ίδια στιγμή άρχισε να καλεί δυνατά τη Μάρα, την τελευταία της υπηρέτρια.
Δεν εγκατέλειπε ποτέ τα διαμερίσματα της χωρίς την έγκρισή της μα τώρα δεν της απαντούσε.
Κι αυτό την εξόργισε. Έτρεξε ξιπόλητη κι άνοιξε τη τζαμένια πόρτα που έβγαζε κατευθείαν στο κεντρικό της σαλόνι. Τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κατακόκκινα και τα μάτια της σπίθιζαν έντονα.
Ετοιμάστηκε να βάλει ξανά τις φωνές χωρίς να μπει στον κόπο να την ψάξει στο χώρο αλλά την πρόλαβαν τα λόγια κάποιου άλλου.
-Καλησπέρα, Κάρλα, πώς ήταν η τελετή; Δε ρωτάω για το παίξιμό σου, είμαι σίγουρος πως διέπρεψες.
Τα χέρια της γυναίκας γλίστρησαν από την πόρτα κι έπεσαν στα πλευρά της. Μόνο τα μάτια της εξακολουθούσαν να κινούνται ανεξέλεγκτα χωρίς να εστιάζουν πουθενά στο χώρο. Έτσι ο άνδρας που καθόταν αναπαυτικά στο μεγάλο καναπέ με τα φουσκωτά μαξιλάρια μίλησε ξανά χαμογελώντας πιο πλατιά.
-τι συμβαίνει, καλή μου; Σε τρόμαξα; Σε ξάφνιασα; Δε χαίρεσαι που με βλέπεις ξανά;
Η κάρλα έσυρε τα πόδια της και μπήκε στο σαλόνι κλείνοντας ωστόσο την πόρτα την τελευταία στιγμή. Αυτό δε θα ξεχνούσε ποτέ να το κάνει, είχε πάρει πολλά μαθήματα μέσα σε κείνο το παλάτι.
Πήγε κατευθείαν σε ένα από τα αναρίθμητα ράφια που κάλυπταν όλες τις πλευρές του τοίχου και τράβηξε ένα μικρό τετράγωνο μπουκαλάκι. Το άνοιξε και ήπιε μια γερή γουλιά.
Μόνο έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα βρήκε το κουράγιο να καθίσει απέναντι του.
-Πώς μπήκες εδώ μέσα; Πού είναι η Μάρα;
Ο άνδρας άπλωσε το χέρι στο τραπεζάκι μπροστά του και πήρε κι εκείνος ένα μισογεμάτο χαμηλό ποτήρι. Δεν ήπιε ωστόσο προτού της απαντήσει.
-Η μάρα ήταν πολύ κουρασμένη, δεν αισθανόταν πολύ καλά. Της είπα πως μπορούσε να αποσυρθεί.
Το μπουκάλι άρχισε να τρέμει μέσα στα χέρια της γυναίκας.
-όσο για το πώς μπήκα… έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του και όταν το ξαν’α’βγαλε κρατούσε ένα ασημένιο κλειδί.
-μα πώς… Αφού μου το έδωσες όταν χωρίσαμε! Η Κάρλα άφησε κι εκείνη το μπουκάλι στο τραπέζι κι άπλωσε το δεξί της χέρι να το πάρει.
Ο άνδρας της το έδωσε χωρίς καθυστέρηση.
-είμαι προνοητικός, καλή μου. Πριν σου το επιστρέψω φρόντισα να βγάλω αντικλείδι.
-γιατί;
-είναι απλό, εσύ δε θα με άφηνες να ξαναμπώ ποτε πια εδώ μέσα, σωστά;
Εκείνη έγνεψε καταφατικά πετώντας το κλειδί πλάι στο μπουκάλι.
-φυσικά, κι είχα δώσει τις ίδιες εντολές και στη Μάρα αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο τις παρέβλεψε.
-λίγα ασημένια νομίσματα ήταν αρκετά.
Η Κάρλα εξαγριώθηκε.
-πώς τολμάς να μιλάς έτσι;
-νόμιζα πως με εκτιμούσες για την ευθύτητά μου…
-γιατί ήρθες, Λόρεν; Όλα μεταξύ μας τελείωσαν πριν δυο μήνες. Τότε τα είπαμε όλα, κάνω λάθος;
-ναι, μεγάλο λάθος.
Ο Λόρεν σηκώθηκε κι άρχισε να κάνει το γύρο του τραπεζιού.
Η κάρλα έμεινε να τον κοιτάζει παρά τη θέλησή της. Αναμφίβολα ήταν ωραίος άνδρας, το πρόσωπό του στόλιζαν δυο γαλάζια μάτια που όταν χαμογελούσε θύμιζαν θάλασσα κι όταν θύμωνε γίνονταν όμοια με πάγο. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, σγουρά και μακριά και το σώμα του γυμνασμένο. Κι όλα αυτά μαζί την είχαν κερδίσει.
-με κοιτάς, ωραία. Κάθισε δίπλα της με άνεση. Αυτό σημαίνει πως σου αρέσω ακόμη;
-όχι, δηλαδή ναι, είσαι ωραίος άνδρας αλλά δε μπορώ να γυρίσω σε εσένα. Περάσαμε όμορφα, πολύ όμορφα αλλά τώρα…
Άφησε μισή τη φράση της σταυρώνοντας τα χέρια της στα γόνατά της.
-τωρα τι; Είσαι με κάποιον άλλον;
-Ναι.
-Ξέρω με ποιον.
Ο Λόρεν άρπαξε το μπουκάλι της και ήπιε λαίμαργα φέρνοντάς το στα χείλη του.
-Ξέρεις; Πώς ξέρεις; Κανείς δε μας είδε ποτέ.
Ήπιε και πάλι. Η αναστάτωσή της ήταν ολοφάνερη.
-εγώ ναι, σας είδα. Η μάρα ήταν πολύ πρόθυμη…
-Ξέρω ξέρω, για λίγα νομίσματα.
-μαθαίνεις, αυτή τη φορά πρόσθεσα κι ένα δαχτυλίδι. Έχει ένα λουλούδι… αλήθεια δεν το έχεις προσέξει ποτέ στο χέρι της;
-μην είσαι ανόητος, δεν το έχει φορέσει εδώ μέσα.
-σωστά. Καλά, λίγη σημασία έχει αυτό τώρα. Γεγονός είναι πως γνωρίζω την ταυτότητα του τελευταίου εραστή σου. Είναι ο φάρεν, το μικρότερο μέλος της βασιλικής μπάντας.
Η κάρλα έπνιξε την κραυγή φρίκης που ανέβηκε ως το λαιμό της. Ο φάρεν ήταν ανήλικος. Αν μαθευόταν η σχέση τους τότε το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε δε θα είχε προηγούμενο.
-Λοιπόν, γιάυτόν με χώρισες; Τι του βρήκες αλήθεια;
-είναι καλός μουσικός, αν ακούει τις συμβουλές μου ίσως μια μέρα με διαδεχθεί.
-δε νομίζω πως κοιμάσαι μαζί του για να τον εκπαιδεύσεις, έτσι δεν είναι; Μα τώρα που το σκέφτομαι έχεις πολλά να του μάθεις.
-σταμάτα. Η Κάρλα σηκώθηκε.
-Πού πας;
-πρέπει να ετοιμαστώ για την τελετή. Αν καθυστερήσω λίγο ακόμη όλοι θα αρχίσουν να ανησυχούν.
-Ο άνδρας την κάθισε και πάλι στον καναπέ αφήνοντας το χέρι του στην πλάτη της.
-αυτό είναι βέβαιο, όλι θα ανησυχούν σύντομα για εσένα αν δεν κάνεις αυτό που πρέπει.
Η Κάρλα ανατρίχιασε. Τον κοίταξε περιμένοντας τον να συνεχίσει.
-τι θέλεις να πεις; Θα με εκβιάσεις; Θα προδώσεις το μυστικό μου;
Το χέρι του Λόρεν άρχισε να γλιστράει κάθετα στην πλάτη της.
-δεν έχω τέτοια πρόθεση, όλοι έχουμε δικαίωμα στο λάθος αρκεί να το διορθώνουμε έγκαιρα.
Την τράβηξε πιο κοντά του κι εκείνη δε βρήκε τη δύναμη να αντισταθεί.
-τι θέλεις από εμένα;
-να ξαναγίνεις δική μου. Θέλω να ξεχάσεις το νεαρό και να αφοσιωθείς σε εμένα. Δε θα σε δω ποτέ πια με άλλον άνδρα.
Η κάρλα επιτέλους προσπάθησε να τραβηχθεί μακριά του αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν πιο δυνατός από εκείνη και το ήξερε, κάποτε μάλιστα αυτό τη συνάρπαζε.
Ωστόσο αυτό που της πρότεινε δε θα το άντεχε για κανέναν λόγο. Δε θα μπορούσε να μείνει πιστή σε κάποιον άνδρα παραπάνω από λίγους μήνες.
-Αλλιώς τι θα κάνεις;
Είχε μιλήσει χωρίς να το πολυσκεφθεί και τώρα το μετάνιωνε αλλά ο χρόνος δε γύριζε πίσω πια.
-αυτό θα το μάθεις πολύ σύντομα αν αρνηθείς.
Την αγκάλιασε και παίρνοντας το πρόσωπό της στα χέρια του το έστρεψε προς το δικό του.
Η ανάσα της κόπηκε στη στιγμή. Δεν τον είχε εγκαταλείψει επειδή της ήταν αδιάφορος πια αλλά εξαιτίας της φύσης του χαρακτήρα της που δεν της επέτρεπε να κάνει μια μόνιμη σχέση. Δεν της άρεσε η ασφάλεια.
-σκέψου το λίγο, κάρλα. Σκέψου το σκάνδαλο, τις επιπτώσεις που θα έχει στις ζωές σας, στη δουλειά σου…
-δε μπορώ να μείνω μαζί σου για πάντα, το ξέρεις, δε μπορώ…
-γιατί; τόσο πολύ τον ερωτεύθηκες αυτό το νεαρό;
-όχι, δεν είναι αυτό… τα μάτια της βούρκωσαν. Ο φάρεν είναι καλός, με λατρεύει αλλά δε μένω μαζί του γι’αυτό. Ξέρω πως δε θα τολμήσει ποτέ να μου ζητήσει περισσότερα από αυτά που του δίνω. Αυτό με κρατάει κοντά του ως τώρα.
-ναι αλλά ο Φάρεν δε θα σου φερθεί ποτέ όπως εγώ. Δεν έχει τη δική μου οικονομική άνεση, ούτε το δικό μου χαρακτήρα, ούτε τη δική μου εμπειρία σε τόσο σοβαρά θέματα όπως η πολιτική κι ο πόλεμος.
Η κάρλα ήξερε πως εδώ ο Λόρεν είχε δίκιο. Δούλευε για το βασιλιά σαν διπλωμάτης και κάποτε που εκείνος τον είχε χρειασθεί δεν είχε διστάσει να πολεμήσει στο πλευρό του με μεγάλη επιτυχία.
-Το ξέρω αυτό… μα δε μπορώ…
-Ούτε κι εγω μπορώ να σε μοιράζομαι. Καμιά γυναίκα δε με είχε απορρίψει πριν από εσένα, καμιά γυναίκα δεν αγάπησα περισσότερο από εσένα.
Σταμάτησε να μιλάει και πίεσε τα χείλη του πάνω στα κλειστά δικά της.

Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 8, 2011

Η στρίλντα ξέσπασε σε ένα γέλιο που θύμιζε λάμα καλοτροχισμένου μαχαιριού και βγήκε από το δωμάτιο σέρνοντας πίσω της το άψυχο σώμα του Μπρούνκαλ. Ο πολεμιστής τα είχε καταφέρει με τον καλύτερο τρόπο κι αυτό την εξυπηρετούσε θαυμάσια. Δεν το χρειαζόταν το σώμα του αλλά θα το προστάτευε για πολλούς λόγους. Κι άλωστε ίσως ήθελε να το γνωρίσει η κόρη της, η σκέψη αυτή της έφερε κι άλλα δυνατά γέλια μα προσπάθησε να τα Καταπνίξει. Χωρίς βιασύνη μπήκε στην αίθουσα όπου την περίμεναν ο δάλκιρ και η λίγκρα. Πήγε και κάθισε κοντά τους μισοχαμογελώντας ακόμη. Όταν μίλησε στη Λίγκρα εκείνη τινάχτηκε από τη θέση της.
-είναι όλα έτοιμα. Φυλάκισα την ψυχή του.
-Μπράβο, στρίλντα. Η νεράιδα χαμογέλασε και κείνο το χαμόγελο φάνηκε ακτινοβόλο στο δάλκιρ αλλά απόδιωξε την αίσθηση φέρνοντας ξανά στο νου του τη ραλκ.
-τι πρέπει να γίνει τώρα; Η Λίγκρα μίλησε ξανά, γονατίζοντας μπροστά από τη Στρίλντα. Εκείνη της χάιδεψε τα μαλλιά κι ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα της νεράιδας. Στα τόσα χρόνια που την υπηρετούσε είχε μάθει πολλά για τη θεά και ένα από αυτά ήταν πως το χάδι στα μαλλιά θα την έβαζε σε μεγάλους μπελάδες. Δεν έπεσε έξω.
-γλυκιά μου Λίγκρα, είπε η θεά μελιστάλαχτα, εξακολουθώντας να τη χαιδεύει, ήρθε η ώρα να επιστρέψεις στο παλάτι κοντά στην αΜάντα. Σε χρειάζεται αληθινά. Θα έχεις μαζί σου το δώρο σου που είναι πραγματικά ανεκτίμητο.
Η στρίλντα σηκώθηκε κάνοντάς την στην άκρη και η νεράιδα βιάστηκε να τη μιμηθεί. Ο δάλκιρ τις παρακολουθούσε προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα ενώ αναρωτιόταν αν τον είχαν ξεχάσει.
Η Στρίλντα πλησίασε την πανέμορφη άρπα κι άρχισε να τη χαιδεύει με τα ακροδάχτυλά της γλυκά κι αργά, σχεδόν ερωτικά.
Ο δάλκιρ άρχισε να νιώθει ακόμη πιο άβολα καθώς στριφογυρνούσε στη θέση του νευρικά. Χρειάστηκε να του μιλήσει πολλές φορές η στρίλντα για να του αποσπάσει την προσοχή.
-σε παρακαλώ, πολεμιστή, μετέφερε το σώμα του μπρούνκαλ στον καναπέ, δε θέλω να πάθει το παραμικρό. Ο δάλκιρ σηκώθηκε σαν υπνοτισμένος κι έκανε ό,τι ακριβώς του ζήτησε η θεά. Καταλάβαινε πως κάτι σημαντικό θα γινόταν από στιγμή σε στιγμή.
Σήκωσε εύκολα το σώμα του άνδρα που έμοιαζε πανάλαφρο στα χέρια του και το ξάπλωσε στον καναπέ. κΟίταξε για μια στιγμή το πρόσωπό του αλλά την επόμενη στιγμή απόστρεψε το βλέμμα από πάνω του, Δεν του άρεσε αυτό που έβλεπε. Μια θανάσιμη χλωμάδα ήταν απλωμένη στο πρόσωπο εκείνου του άνδρα. Τι του είχε κάνει άραγε η θεά; Να περίμενε και τον ίδιο παρόμοια τύχη;
Άρχισε να μετατοπίζει το βάρος του σώματός του από το ένα πόδι στο άλλο, χωρίς να συνειδητοποιεί πως είχε αρχίσει να κατευθύνεται προς την έξοδο της αίθουσας.
Το πρόσεξε όμως η Λίγκρα που του φώναξε παγερά να επιστρέψει πίσω στη θέση του. Ο πολεμιστής έγνεψε καταφατικά κι ετοιμάστηκε να κάνει αυτό που του ζήτησε αλλά όταν δοκίμασε να περπατήσει τα πόδια του αρνήθηκαν να τον υπακούσουν και παρέμειναν καρφωμένα στο έδαφος. Τότε άκουσε εκείνη την παράξενη φωνή πολύ κοντά στο αφτί του, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε.
«δάλκιρ, με ακούς»; «Μη μιλήσεις, μόνο τηλεπαθητικά επιτρέπεται η επικοινωνία μαζί μου, άλωστε ακόμη κι αν το κάνεις εγώ δε θα σε ακούσω κι εσύ θα μπεις σε μπελάδες».
-Ναι, σε ακούω, πολύ καθαρά, μα δεν ξέρω ποια είσαι.
-είμαι πνεύμα, ανήκω στην ομάδα που σε προστατεύει.
-υπάρχει τέτοια ομάδα πνευμάτων;
-Ναι, βέβαια.
-και γιατί δεν επικοινώνησε κανείς μαζί μου ως τώρα;
-δεν υπήρχε λόγος. Τώρα βρίσκεσαι σε κίνδυνο.
-Ξέρεις που είμαι;
-ναι, εκεί όπου δεν πρέπει. Ο πολεμιστής ανατρίχιασε.
-τι πρέπει να κάνω για να φύγω από εδώ;
-θα σου πω, δεν είναι τόσο εύκολο… προηγούνται άλλα.
Η Στρίλντα εξακολουθούσε να χαιδεύει την άρπα όλο και πιο γρήγορα ενώ τα χείλη της κινούνταν ρυθμικά αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από αυτά. Η Λίγκρα δεν την έχανε στιγμή από τα μάτια της και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τη χρειαζόταν εκείνη την ώρα άρχισε να απομακρύνεται βιαστικά.
-Κάτι κακό γίνεται εκεί αυτή τη στιγμή, συνέχισε η αρχηγός των πνευμάτων. Μπορείς να μου το περιγράψεις;
-θα προσπαθήσω…
Η Λίγκρα έκανε γοργά τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν και τον αγκάλιασε σφιχτά τραβώντας τον μαζί της.
-μην κουνιέσαι, δάλκιρ, η φωνή άρχισε να σβήνει. Μην κουνιέσαι…
-τι κάνεις εκεί; Η λϊγκρα μίλησε στο αφτί του σιγανά.
Ο δάλκιρ ένιωσε τα πόδια του να κόβονται.
-τίποτα, απλά στεκόμουν εδώ. Δε μου είπε κανείς να κάνω κάτι. Προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-γιατί στεκόσουν σε αυτό ακριβώς το σημείο; Η λίγκρα τον τράβηξε μαζί της και η φωνή δεν ακούστηκε ξανά.
Τον οδήγησε πίσω στον καναπε όπου κάθονταν πριν λίγο.
-Τι κάνει η στρίλντα;
-θα δεις… έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του κι έστρεψε πάλι την προσοχή της στη θεά, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πως έβρισκε τόσο γρήγορα τις διόδους ο δάλκιρ. Κάτι έπρεπε να γίνει με αυτό, ίσως έφταιγε η εκπαίδευσή του.
Τότε ήταν που άρχισε η μουσική. Τη στιγμή που η στρίλντα τραβούσε επιτέλους τα χέρια της από την άρπα, ο χώρος γέμισε από μια εξαίσια μελωδία που όμοιά της δεν είχε ξανακούσει κανείς τους. Η μουσική στην αρχή ήταν σιγανή αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε οδηγηθεί σε ένα απίστευτο κρεσέντο χωρίς ωστόσο να γίνεται δυσάρεστη.
Η στρίλντα που είχε αρχίσει να απομακρύνεται πλησίασε ξανα την άρπα και γονάτισε μπροστά της. Την αγκάλιασε σφιχτά με τα δυο της χέρια κι έσκυψε μπροστά ώσπου τα χείλη της να αγγίξουν τη μια καλοκρυμμένη δίοδο.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και φύσηξε στο εσωτερικό της. Η μουσική άλλαξε στη στιγμή κι ο ήχος έγινε πιο σκληρός. Τώρα δε θύμιζε σε τίποτα το γλυκό ήχο του οργάνου. Ο δάλκιρ και η Λίγκρα ανατρίχιασαν κι έσφιξαν πιο πολύ τα πλεγμένα τους δάχτυλα.
οΙ ήχοι άρχισαν να μπερδεύονται κι αυτό που πλημμύριζε το χώρο απείχε πολύ από το τραγούδι. Μια γυναίκα φώναζε κάτι ρυθμικά ενώ δυνατοί ήχοι από πολλά ξύλινα τύμπανα τη συνόδευαν. Κανείς από τους δυο τους δεν αναγνώρισε τη φωνή όχι όμως και η στρίλντα που ξεκόλλησε για μια στιγμή τα χείλη της από την άρπα για να φωνάξει πάνω από τη φασαρία.
-φύγε, αράλ, μη με εμποδίζεις γιατί θα το μετανιώσεις.
-Η θεά της μουσικής, μουρμούρισε συνεπαρμένος ο δάλκιρ, είναι δυνατό;
-όλα είναι δυνατά εδώ κάτω, αποκρίθηκε η Λίγκρα.
-φύγε αράλ, η φωνή της θεάς έγινε ακόμη πιο επιτακτική. Και τότε ο ήχος των τυμπάνων άρχισε να υποχωρεί σιγά σιγά ώσπου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε χαθεί εντελως.
-απίστευτο, είπε πάλι ο δάλκιρ. Μα πώς την έδιωξε τόσο γρήγορα; Πίστευα πως η θεά της μουσικής ήταν ισχυρή.
-είναι, μα η στρίλντα διαθέτει ακόμη αρκετή από την παλιά της δύναμη και τώρα που βλέπει τα σχέδιά της να πραγματοποιούνται ένα ένα η δύναμη της μεγαλώνει.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 3, 2011

16.
-Η κόρη σου μεγαλώνει, έλεγε την ίδια στιγμή η ανζελίν χαιδεύοντας με στοργή το μωρό της Μέριλιν. Κάθονταν στο σαλόνι της τρώγοντας πάστες με κρέμα και κεράσια. Τις είχε φέρει η ανζελίν όταν ήρθε στο σπίτι, λίγες ώρες πριν. Είχαν ταίσει το μωρό, το είχαν κάνει μπάνιο και τώρα ετοιμάζονταν να το βάλουν για ύπνο
-ναι, τελικά τα μωρά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, η μέριλιν έβαλε στα πιατάκια ακόμη λίγο γλυκό
-δεν το πίστευα πριν το δω.Ξέρεις… πρέπει να διαλέξουμε και το όνομά της. Η άλλη γυναίκα σταμάτησε να τρώει για να την κοιτάξει πιο προσεκτικά.
-Μα γιατί βιάζεσαι; Δεν είναι ακόμη η ώρα!
-το ξέρω αλλά θέλω να το αποφασίσω από τώρα, το όνομα είναι πολύ σημαντικό για κάθε άνθρωπο. Άλωστε κάτι τέτοιο συζήτησα χθες και με τον ιγνάτιο. Δαγκώθηκε ξαφνικά κι έσφιξε πιο πολύ στο δεξί της χέρι το κουταλάκι του γλυκού. Αλλά η ανζελίν που την ήξερε παρακολούθησε την κάθε της αντίδραση. Αυτό πουέβλεπε τώρα δεν το είχε ξαναδεί ποτέ, της άρεσε ωστόσο.
-τι σου είπε δηλαδή; Η μέριλιν έφαγε ένα κεράσι κι ανασήκωσε τους ώμους με προσποιητή αδιαφορία, ίσως το είχε παρακάνει.
-Τίποτα πιο συγκεκριμένο, πες μου έχεις καμιά ιδέα;
-Για να είμαι ειλικρινής… υπάρχουν πολλά και πανέμορφα ονόματα, κάτι θα σκεφθώ, αν θέλεις θα ετοιμάσω μια λίστα με τα πιο αγαπημένα μου. Ξαφνικά η ανζελίν ένιωσε πάλι εκείνη τη γνωστή έξαψη που την κυρίευε όταν βοηθούσε τη Μέριλιν στο μεγάλωμα της μικρής. Μα μαζί με αυτή ήρθε και το επόμενο συναίσθημα που συνόδευε αυτή τη χαρά, η λαχτάρα για ένα δικό της παιδί. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται πια. Τα χρόνια κυλούσαν γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο ήθελε αλλά τίποτα τέτοιο δε φαινόταν στον ορίζοντα. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε η φωνή της Μέριλιν.
-ναι, να τη φτιάξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς, θα την περιμένω και στο μεταξύ θα σκεφθώ κι εγώ κάποια.
Μάζεψε τα πιατάκια και σηκώθηκε για να τα πάει στην κουζίνα. Στο νου της είχε έρθει ο Ομάρ, είχε αρχίσει χωρίς να το θέλει να αναρωτιέται πιο όνομα θα ήθελε εκείνος για την κόρη του. Χαμογέλασε σχεδόν με πίκρα κι ακούμπησε τα σκεύη στο νεροχύτη για να επιστρέψει κοντά στη φίλη της. Δε θα τον ενδιέφερε καθόλου αυτό, ποιος ξέρει που να βρισκόταν τώρα, σε ποια θάλασσα… καλύτερα να μην τον σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή, η ανζελίν τη διάβαζε εύκολα, δεν υπήρχε λόγος να τη βάζει σε σκέψεις.
Κάθισε κοντά της χαμογελώντας και πάλι ανέμελα.
-τι θα κάνεις σήμερα, ρώτησε όσο πιο φυσικά μπορούσε.
-Μμμ, δεν ξέρω, δεν έχω να κάνω κάποια συγκεκριμένη δουλειά, εσύ;
-Η αλήθεια είναι πως θέλω να πάω για ψώνια, δε θυμάμαι από πότε έχω να μαγειρέψω ένα αληθινά νόστιμο φαγητό.
Η ανζελίν γέλασε.
-μπορείς να πας τώρα αν θέλεις, θα μείνω με το μωρό και θα βάλω μια τάξη εδώ μέσα.
-Δε χρειάζεται να κάνεις δουλειές, δε θα αργήσω.
-πήγαινε εσύ και μη νοιάζεσαι, αφού με ξέρεις, το κάνω με χαρά, δε με περιμένει κανείς στο σπίτι μου.
Η μέριλιν πήγε κοντά της και την αγκάλιασε χαλαρά από τους ώμους.
-Ξέρεις τι θα γίνει; Θα πάω για ψώνια κι ύστερα θα γυρίσω για να μαγειρέψουμε. Θα μείνεις εδώ για φαγητό, εντάξει φάγαμε πρώτα τις πάστες αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα… θα πάρω κάτι άλλο για επιδόρπιο.
-εντάξει, θα βάλω και το μωρό για ύπνο, μην καθυστερείς λοιπόν!
Η μέριλιν κούνησε το κεφάλι και πήγε προς την πόρτα ενώ η ανζελίν έπαιρνε στην αγκαλιά της το μωρό.
Ο Ιγνάτιο βγήκε από ττην εκκλησία κι άρχισε να περπατάει άσκοπα. Το στήθος του είχε αρχίσει και πάλι να πονάει αλλά δεν έδινε σημασία, μόνο που χρειαζόταν λίγο καθαρό αέρα. Κι επιπλέον ήθελε να αδειάσει το μυαλό του από τις σκέψεις που του είχε προκαλέσει εκείνη η κοπέλα, η Σολ. Την είχε λυπηθεί αμέσως και το αίσθημα αυτό είχε δυναμώσει από την επίγνωση πως δε θα μπορούσε να κάνει πολλά για κείνη. Γι’αυτό έκανε ό,τι μπορούσε για να τη βγάλει από το νου του. Συνειδητά την αντικατέστησε με την εικόνα μιας άλλης γυναίκας, ήταν νέα κι εκείνη, την είχε γνωρίσει μόλις το προηγούμενο βράδυ.
Η εικόνα της ήταν αρκετή για να βελτιώσει τη διάθεσή του. Έστριψε σε μια γωνία κι εκεί έμεινε αναποφάσιστος. Είχε δει πως πλησίαζε κοντά στην περιοχή όπου ήταν το σπίτι της. Το είχε προσέξει και χθες, όταν έφτασε εκεί αλλά τότε δεν ήταν σίγουρος για την ιδιοκτήτρια του.
Τότε δεν είχε λόγο να πάει ως εκεί, αλλά σήμερα; Πήρε βαθιά ανάσα κι αυτό έφερε ένα νέο κύμα πόνου στο στήθος του αλλά το αγνόησε κι άρχισε να περπατάει ξανά, προσπαθώντας να μένει μακριά από τα μάτια των περαστικών.
Κι ήταν αυτή η συνειδητοποίηση πως τα είχε ξαναζήσει όλα αυτά που έκαναν τον πόνο ακόμη πιο δυνατό. Τότε ωστόσο δε βρισκόταν εδώ αλλά κάπου αλλού. Ήταν κι εκείνο το μέρος όμορφο, όπως και η γυναίκα εκείνη. Η ομορφιά της δεν ήταν σκληρή και δεν οφειλόταν αποκλειστικά στα χαρακτηρηστικά του προσώπου της αλλά πήγαζε από μέσα της. ΚΙ αυτό ήταν που τον είχε μαγέψει. Αυτό που τους είχε καταστρέψει και τους δυο, εκείνη ολοκληρωτικά.
Έφτασε μπροστά στον κήπο του σπιτιού της και κρύφτηκε εκεί. Κι όταν βγήκε την είδε. Ήταν τυληγμένη με μια κατάλευκη γούνα και φαινόταν βιαστική, ίσως και χαρούμενη. Πέρασε σχεδόν τόσο κοντά του που αν άπλωνε το χέρι θα την άγγιζε. Δεν το έκανε βέβαια, απλά την άφησε να φύγει και πήρε άλλη μια οδυνηρή ανάσα.
Πού να πήγαινε; Περπατούσε γρήγορα και τα χείλη της κινούνταν, σαν να μιλούσε σε κάποιον, μα μήπως σιγοτραγουδούσε; Θέλησε να την ακολουθήσει αλλά δεν κουνήθηκε, θέλησε να της μιλήσει αλλά την είδε να χάνεται από μπροστά του
Και τότε το μυαλό του άρχισε και πάλι να λειτουργεί κανονικά και κατάλαβε πως αν άρχιζε πάλι τα ίδια σύντομα θα έφευγε από εκεί, αν δηλαδή δενν του συνέβαινε τίποτα χειρότερο. Αναστέναξε προσπαθώντας να ηρεμήσει και πήρε αργά το δρόμο της επιστροφής.
Θα γύριζε στην εκκλησία κι αν δεν προέκυπτε κάποια δουλειά εκεί θα άκουγε λίγη μουσική και θα άρχιζε να γράφει τη συνέχεια σε κείνη την επιστολή που είχε αφήσει στο γραφείο του. Έπρεπε να τα γράψει όλα να τα κάνει βιβλίο μήπως κι έτσι εξαγνιζόταν, μήπως και έβρισκε τη λύτρωση, μήπως κι εκείνη έβρισκε και πάλι το δρόμο της κι επέστρεφε εκεί από όπου την είχε αρπάξει.
Δεν ήξερε αν θα τα εμπιστευόταν σε κάποιον τα χειρόγραφα όταν θα τέλειωνε μαζί τους, δεν ήξερε αν θα άντεχε να μοιραστεί τη ντροπή του με κάποιον, το μόνο που ήξερε ήταν πως όταν τέλειωνε μαζί τους αν δεν άλλαζε κάτι άμεσα στη ζωή του και το δικό του τέλος δε θα ήταν μακριά.
Θα έγραφε ως το βράδυ λοιπόν χωρίς διακοπή γιατί δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή του και πόσα ψυχικά αποθέματα διέθετε. Κι αν ως τότε έμενε ικανοποιημένος με τον εαυτό του θα πήγαινε και πάλι στο λιμάνι. Με τη σκέψη αυτή, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Αύγουστος 11, 2011

15.
Ο αλμπέρτο έριξε λίγες βιαστικές κλεφτές ματιές στο διάδρομο και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του κι έβγαλε από μέσα με προσοχή ένα μικρό αντικείμενο τυληγμένο σε μια πετσέτα. Την ξετύληξε και βρέθηκε να κρατάει ένα κλειδί. Το στριφογύρισε για λίγο αναποφάσιστος στα χέρια του. Διχαζόταν ανάμεσα στην περιεργια και στη σύνεση, πάντα αυτά τα δυο τον παίδευαν με τη συνύπαρξή τους μέσα του. Από τότε που ήταν παιδί έμπλεκε στις πιο απίστευτες περιπέτειες ενώ την επόμενη στιγμή σκάλιζε προσευχές στους τοίχους του δωματίου του. Μα μήπως δεν ήταν ο συνδυασμός τους που τον είχε φέρει στη θέση που κατείχε σήμερα; Όργανο της εκκλησίας, πειθήνιο εκτελεστικό ή…
Τελικά του ξέφυγε ένας αναστεναγμός και με προσοχή έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως χωρίς τον παραμικρό ήχο κι εκείνος έβγαλε αργά τον αέρα από τα πνευμόνια του. Να που δεν ήταν και τόσο δύσκολο.
Μπήκε στο γραφείο και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Το καταλάβαινε καλά πως δεν είχε στη διάθεσή του πολύ χρόνο. Λίγες μέρες αργότερα θα ερχόταν εκεί ο αντικαταστάτης του Ιγνάτιο. Γέλασε δυνατά με τη σκέψη αυτή. Κανείς δε θα τα κατάφερνε τόσο καλά όσο εκείνος, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Κι ο ίδιος ο αΛμπέρτο αναγνώριζε τις μαγικές σχεδόν ικανότητες αυτού του ανθρώπου που τα κατάφερνε τόσο καλά σε τόσους πολλούς τομείς, από τις πολύπλοκες υποθέσεις της δουλειάς ως και την επικοινωνία με τους πιο ιδιόρυθμους ανθρώπους που αναζητούσαν λίγη ηρεμία κοντά στο θεό.
Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο γραφείο παρατηρώντας τους αναρίθμητους τόμους των εκκλησιαστικών βιβλίων που στοιβάζονταν παντού στο χώρο. Ήταν βέβαιος πως ο Ιγνάτιο τα είχε διαβάσει όλα κάμποσες φορές και πως δεν είχε αρκεστεί μόνο σε αυτά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έβλεπε μέσα σε κάποιο μεγάλο βιβλιοπωλείο να χαζεύει τίτλους βιβλίων για ώρες.
Απομάκρυνε τη σκέψη προσπαθώντας να εστιάσει στο πρόβλημα που τον απασχολούσε. Είχε έρθει ως εδώ επειδή κάτι αναζητούσε, μα τι ακριβώς; Μια επιστολή. Ήξερε καλά πως ο Ιγνάτιο την είχε γράψει λίγο πριν την αναχώρησή του για το νησί. Χαμογέλασε βεβιασμένα, αν εκείνος δεν είχε μεσολαβήσει δε θα κέρδιζε ποτέ τη θέση αυτή αφού η παρουσία του εδώ ήταν απαραίτητη το λιγότερο. Ωστόσο αυτός ο Αλμπέρτο, ήταν φίλος και καταλάβαινε καλά τις ανάγκες του κληρικού. Κι όταν μάλιστα ταίριαζαν με τις δικές του…
Γονάτισε προσεκτικά μπροστά στη βιβλιοθήκη κι άρχισε να τραβά κάποιους τόμους που του φαίνονταν πιο πιθανές κρυψώνες. Η επιλογή τους γινόταν με βάση την προτεραιότητα που πίστευε πως θα τους έδινε ο ιγνάτιο.
Δεν ήταν καθόλου ανόητος ο αΛμπέρτο, ένιωθε πως αυτό που προσπαθούσε να ανακαλύψει δεν ήταν εύκολο κι ίσως να μην τα κατάφερνε ποτέ. Αλλά θα προσπαθούσε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Έπρεπε να ανακαλύψει την κορυφή του μυστικού που βάραινε τον Ιγνάτιο για τόσα χρόνια, έπρεπε να μάθει την ταυτότητα εκείνης της γυναίκας. Κι όταν θα τη μάθαινε θα έβλεπε πως θα χρησιμοποιούσε την πληροφορία αυτή. Όχι πως ήθελε να τον καταστρέψει, κάθε άλλο μάλιστα. Κατανοούσε καλύτερα από πολλούς την ανάγκη του για λίγη ηρεμία… όχι πως τον έστειλε κατευθείαν σε αυτή…
Το ράφι είχε αδειάσει αλλά καμιά επιστολή δεν είχε βρεθεί. Άνοιγε ένα ένα τα βιβλία και τα αναποδογύριζε για να πέσει το χαρτί. Μα όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο πίστευε πως είχε ακολουθήσει τη σωστή οδό. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να πιάσει στα χέρια του το σωστό βιβλίο.
Κάποτε σηκώθηκε όρθιος τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του. Το μυαλό του είχε αρχίσει να δουλεύει πιο γρήγορα. Τι διάβαζε τον τελευταίο καιρό ο Ιγνάτιο, πως του άρεσε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του;
Αλήθεια… άγγιξε το μέτωπό του ευχαριστημένος ξαφνικά. Ήταν τόσο προβλέψιμος, είχε καθυστερήσει πολύ να το σκεφθεί
Η λύση στο πρόβλημα ήταν η μουσική. Ο Ιγνάτιο είχε πραγματικό πάθος με τα θρησκευτικά κομμάτια των πολύ περασμένων αιώνων. Αν είχε γράψει κάτι σαν αυτό που αναζητούσε δε θα το έκρυβε ποτέ μέσα στη βιογραφία κάποιου επιφανούς εκκλησιαστικού άνδρα. Η συνειδητοποίηση αυτή του έδωσε νέα δύναμη και σταματώντας να τινάζει τις σκόνες από πάνω του έστρεψε και πάλι το βλέμμα στα ράφια της βιβλιοθήκης. …
Βρήκε το ράφι που τον ενδιέφερε κι άρχισε να μελετά τους τίτλους, ιστορία της μουσικής του μεσαίωνα, Παλεστρίνα και αναβιώσεις της τέχνης της πολυφωνίας… όλα αυτά του φαίνονταν πολύ εξειδικευμένα κι αναρωτιόταν πως μπορούσε κάποιος που δεν ήταν μουσικολόγος να βγάλει κάποιο νόημα από αυτά.
Μια ματιά στο ρολόι του τον έκανε να βιαστεί, δεν ήθελε να τον ανακαλύψουν… άρπαξε στην τύχη έναν τόμο και χωρίς να προσέξει τον τίτλο τον αναποδογύρισε γρήγορα με την ευχή να έβρισκε επιτέλους αυτό που έψαχνε.
Το χαρτί γλίστρησε στο πάτωμα χωρίς ήχο κι εκείνος έμεινε να το κοιτάει για λίγο μην πιστεύοντας στην καλή του τύχη. Τελικά επέστρεψε τον τόμο πίσω στην αρχική του θέση κι έσκυψε να μαζέψει την επιστολή, διότι δεν είχε καμιά αμφιβολία πως επρόκειτο για το χαρτί που έψαχνε. Κι άλωστε μια πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να φανεί πως δεν ήταν κάποια παρτιτούρα, αυτές μπορούσε να τις ξεχωρίσει κι ας μην τις καταλάβαινε.
Λίγες στιγμές αργότερα κλείδωνε το γραφείο του Ιγνάτιο και κατευθυνόταν με βήμα αδιάφορο προς το δικό του.
Μπήκε μέσα όσο πιο αδιάφορα μπορούσε χαιρετώντας την κοπέλα που έκανε τη δουλειά της σκυμμένη πάνω από ένα σωρό χαρτιά και κάθισε πίσω από το δικό του γραφείο. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της αλλά ούτε και να τη διώξει. Αν το έκανε εκείνη θα το ανέφερε σε κάποια φίλη…
Έβγαλε την επιστολή του Ιγνάτιο κι άρχισε να διαβάζει αργά αργά κοιτώντας την κάθε τόσο.
Σιγά σιγά τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους κι εκείνος εξηγούσε καλύτερα τη στάση του φίλου του αφού τώρα έβλεπε γιατί είχε αλλάξει χαρακτήρα.
Όσα διάβαζε τον συγκλόνιζαν κι ας μην το ομολογούσε. Ο ιγνάτιο διέθετε μια πολύ καλή και ισχυρή πένα, ικανή να αποτυπώνει την κάθε στιγμή που είχε ζήσει γλαφυρά και με ακρίβεια και δύναμη. Άλλοτε πάλι οι λέξεις γίνονταν πιο τρυφερές, ξεχείλιζαν σχεδόν από αγάπη, μα αυτό ήταν το λάθος του.
Δε μπόρεσε να μη δακρύσει λίγο πριν το τέλος, ίσως και να μην είχε καταλάβει σωστά… άρχισε να κουνά με δυσπιστία το κεφάλι του αλλά όταν κατάλαβε πως η κοπέλα είχε στρέψει τα μάτια της πάνω του βιάστηκε να γυρίσει στο διάβασμα.
Και τότε είδε επιτέλους αυτό που περίμενε, το όνομά της. Το διάβασε πολλές φορές για να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν του έπαιζαν κανένα παιχνίδι. Την έλεγαν κάτια ντεσάντ.

Η άρπα της αμάντας

Αύγουστος 7, 2011

-Τι άλλο μένει λοιπόν;
-βιάζεσαι, ας είναι. Ο λόγος σου είναι μεστός, η ψυχή σου ακόμη αμόλυντη από τα πάθη που βάφουν κόκκινα τα μάγουλα των ανθρώπων. Γι’αυτό δε θα καθυστερήσουμε άλλο. Θα περάσουμε στην τελευταία και πιο σκληρή δοκιμασία. Είσαι έτοιμος; Ο πολεμιστής ετοιμάστηκε να απαντήσει μα εκείνη τη στιγμή ένας δυνατός παράξενος πόνος τον διαπέρασε. Κρέμασε γρήγορα το σπαθί στον ώμο τουκι έφερε τα χέρια στο στήθος του. Τα αφτιά του γέμισαν με τους ήχους μιας άγριας συμπλοκής. Προσπάθησε να τους ξεδιαλύνει και τελικά ξεχώρισε κάποιους. Μια γυναίκα έπαιρνε σύντομες κοφτές ανάσες δίνοντας εντολές σε μια άγνωστη γλώσα ενώ κάποιος άνδρας πάλευε να της ξεφύγει. Έσφιξε το στήθος του προσπαθώντας να εντοπίσει την αιτία του πόνου.
-Τι γίνεται εδώ, στρίλντα; Μίλησε προτού το καταλάβει. Η θεά απάντησε κι η δική της φωνή έμοιαζε να έρχεται από πολύ μακριά.
-προσπαθώ να κλέψω την ψυχή σου. Εγώ είμαι που μιλάω μέσα σου κι εσύ αυτός που προσπαθεί να με εμποδίσει. Μα μη σε ταράζει αυτό, αυτό ακριβώς θα έπρεπε να κάνεις, αυτή είναι η λογική αντίδραση ενός ελεύθερου ανθρώπου. Θα παλέψεις μαζί μου για ώρα πολύ, σταμάτα να προσπαθείς να εμποδίσεις τον εαυτό σου. Δεν έχει κανένα νόημα αυτό που κάνεις. Πες μου τι νιώθεις.
-νιώθω πόνο, δεν έχω ξανααιστανθεί κάτι τόσο απόλυτο. Η ανάσα μου κόβεται.
-γονάτισε πολεμιστή, τώρα. Άσε το σπαθί σου να πέσει στο έδαφος. Η θεά τον πλησίασε. Ο Μπρούνκαλ ξεκρέμασε το σπαθί και το ακούμπησε με προσοχή δίπλα του. Έπειτα γονάτισε πειθήνια. Αμέσως ένιωσε καλύτερα.
-Έτσι μπράβο, επιδοκίμασε η στρίλντα. Τα πας καλά, το ξαναλέω. Βλέπω πως η ψυχή σου είναι έτοιμη να μου παραδοθεί. Γι’αυτό αν έχεις κάτι να πεις κάνε το τώρα. Ο Μπρούνκαλ μίλησε με μια φωνή που ακουστηκε ξένη ακόμα και στον ίδιο.
-αφού γεννήθηκα γι’αυτόν ακριβώς το σκοπό δε θα σε εμποδίσω άλλο. Πάρε την ψυχή μου και φυλάκισέ τη στην άρπα σου. Μα πες μου πρώτα κάποια πράγματα, τι θα γίνει με το σώμα μου; Έχω παλέψει σκληρά γι’αυτό, δε θέλω να το χάσω.
-Μην ανησυχείς γι’αυτό, δε θα το χάσεις. Όσο η ψυχή σου θα κάνει το καθήκον της εγώ θα προστατεύω το σώμα σου από τη φθορά. Θα το κρατήσω εδώ, ώσπου να πετύχεις το σκοπό σου.
-Και ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός μου; Ο πόνος στο στήθος του δυνάμωσε και πάλι κι ο πολεμιστής πίεσε το μέρος με την παλάμη του.
-τι νιώθεις; Ρώτησε η Στρίλντα αντί για άλλη απάντηση.
-νιώθω την πληγή να ανοίγει.
-Η ψυχή σου σε εγκαταλείπει. Τότε η φωνή του πολεμιστή δυνάμωσε ακόμη πιο πολύ.
-Πες μου το σκοπό μου θεά.
-πρέπει να με βοηθήσεις να αποκτήσω ξανά την παλιά μου αίγλη αλλά κυρίως τα δικαιώματα που μου στέρησε ο πατέρας των θεών. Αυτό θα το πετύχω αν πρώτα από όλα γίνω και πάλι βασίλισσα αυτού του κόσμου. Θα ξεκινήσω από το βασίλειο της πριγκίπισσας αμάντας, όπως ξέρεις. Θέλω να είσαι μέσα στην κάθε νότα που θα παίζει, να της μιλάς, να κλαίει και να γελάει μόνο όταν εσύ το επιθυμείς. Με καταλαβαίνεις;
-απόλυτα.
-Δε θα την αφήσεις να παντρευτεί κανέναν αν κι εκείνη βέβαια επιθυμήσει κάτι τέτοιο. θα την κάνεις να σε ερωτευθεί μέσα από την άρπα. Η φωνή σου θα είναι μαζί σου για να σε βοηθάει. Το ίδιο κι εγώ. Θα μιλάμε συχνά, κάθε φορά που θα χρειάζεται. Θα παλεύεις για μήνες. Αν τα καταφέρεις να την κάνεις να σε ερωτευθεί, θα σπάσω την άρπα και θα σου ξαναδώσω το σώμα σου για να ολοκληρώσεις το γάμο σας. Αν όχι… όλα θα έχουν τελειώσει για σένα αλλά θα σου ξαναδώσω και πάλι το σώμα σου μόνο για μια στιγμή, για να τη σκοτώσεις.
-γιατί;
-γιατί θα μου είναι πια άχρηστη.
-Κι εγώ τι θα απογίνω;
-θα παλεύεις να βγεις από την άρπα κι αν ποτέ το καταφέρεις, πράγμα για το οποίο αμφιβάλω, θα ψάξεις για νέο σώμα αφού εγώ θα έχω καταστρέψει αυτό που σε φιλοξενεί.
-Είσαι σκληρή.
-Σε περιμένει η δόξα ωστόσο αν τα καταφέρεις. Θα γίνεις βασιλιάς αυτού του τόπου, τουλάχιστον για λίγο. Αυτό θα το δούμε αν έρθει εκείνη η ώρα. Μα ουσιαστικά δε θα κυβερνάς εσύ αλλά εγώ. Τι λες, δεν αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις;
-αξίζει. Πάρε την ψυχή μου για να λυτρωθώ από τον πόνο και να ξεκινήσω την προσπάθεια. Πόσο χρόνο έχω;
-Ο χρόνος δε μετράει το ίδιο για εμάς τους δυο πολεμιστή. Μα σου μένουν κάποιοι μήνες. Θα εξαρτηθεί από τον κύκλο της αγάπης. Και τώρα κοιμίσου, σε αποδεσμεύω από την ψυχή και το πνεύμα σου. Ο Μπρούνκαλ βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα.
Η ραλκ μπήκε στη σπηλιά προσπαθώντας να προσανατολισθεί. Ο χώρος ήταν πολύ περιορισμένος. Άρχισε να κοιτά το πλήθος των βράχων που την περικύκλωναν. Ήταν σε διάφορα σχήματα και χρώματα και τους πιο πολλούς δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ. Τα τοιχώματα της σπηλιάς ήταν καλυμμένα με διάφορα παράξενα σύμβολα τα οποία της ήταν επίσης άγνωστα. Όταν κατάλαβε πως δε θα έβγαζε κάποια άκρη από αυτά τράβηξε τα μάτια της από πάνω τους και επικαλούμενη τις δυνάμεις της προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το πέτυχε πολύ εύκολα, πιο εύκολα από κάθε άλλη φορά κι αυτό την ικανοποίησε. Ο πρώτος με τον οποίο θέλησε να επικοινωνήσει ήταν η μεγάλη μητέρα. Άρχισε να της στέλνει μηνύματα ζητώντας της βοήθια. Εκείνη δεν άργησε να ανταποκριθεί.
-πΟύ είσαι κόρη μου; Νιώθεις καλά; Νιώθω την άβρα σου πολύ κοντά μου.
-είμαι καλά, μητέρα, μα νομίζω πως χάθηκα.
-Τι θέλεις να πεις;
-θέλησα να ξεκουραστώ για λίγο και βούτηξα σε ένα ποτάμι. Το νερό ήταν υπέροχο και ξαφνικά έφτασε ως εμένα η φωνή του δάλκιρ.
-Τον εντόπισες κι εσύ;
-Γιατί ποιος άλλος; Εγώ τον έχασα την επόμενη στιγμή. Μου φώναξε κάτι αλλά ο άνεμος το πήρε μακριά. Άρχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί από όπου νόμιζα πως ερχόταν η φωνή αλλά την έχασα κι αυτή.
-Και τώρα πού είσαι;
-δεν ξέρω ακριβώς. Μπήκα σε μια παράξενη σπηλιά γεμάτη σύμβολα και πολύχρωμους βράχους.
Όταν μίλησε η μεγάλη μητέρα η ραλκ την ένιωσε ανήσυχη.
-Μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο από τα σύμβολα;
-όχι, μητέρα, φοβάμαι πως δε μπορώ.
-σε παρακαλώ, προσπάθησε.
-δεν ξεχωρίζω τίποτα. Έχουν σχέδια σε κάθε γωνιά μα δεν τα καταλαβαίνω. Γιατί ανησυχείς; Αν ήμουν σε κάποιο επικίνδυνο μέρος δε θα έχανα τις δυνάμεις μου;
-είσαι στο πιο επικίνδυνο μέρος που θα μπορούσες να βρεθείς. Μόνο από την παράδοση και τους θρύλλους το ξέρουμε όλοι, κι εμείς και οι άνθρωποι.
-μη με τρομάζεις, σε παρακαλώ.
-Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου μα θα πρέπει να σε κανω να δεις την κρισιμότητα της κατάστασης. Η σπηλιά αυτή είναι το όριο ανάμεσα στους τρεις κόσμους. Διαθέτει τρεις θύρες, η μια σε βγάζει στον κόσμο των ανθρώπων, η άλλη στον κόσμο των θεών και η Τρίτη σε πάει κατευθείαν στο θάνατο. Η ραλκ τη διέκοψε τρελή από φόβο.
-Πού δηλαδή;
-στο κρυστάλινο παλάτι της στρίλντα. Εκεί όπου είναι τώρα κι ο αγαπημένος σου Δάλκιρ.
-Λες να τον σκότωσε;
-όχι, είναι ζωντανός. Επικοινώνησε μαζί του η δάρκα. Δηλαδή τον είδε, δε νομίζω πως την αντιλήφθηκε.
-είναι καλά;
-Ναι, ξέχνα το αυτό για λίγο. Πρέπει να δούμε τι θα κάνεις εσύ τώρα. Θα βρεις έναν τρόπο να αποκρυπτογραφήσεις τα σύμβολα που οδηγούν στις θύρες.
-Πώς;
-Αυτό δεν το ξέρω. Σκέψου, σε παρακαλώ. Σκέψου, δεν έχεις χρόνο. ΟΙ δυνάμεις σου θα αρχίσουν να σε εγκαταλείπουν σε λίγο. Πρέπει να καταλάβεις πως αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι στο κενό.

Η άρπα της Αμάντας

Ιουλίου 23, 2011

Η αμάντα ξύπνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε και μάλιστα χωρίς τη βοήθια της πιστής της υπηρέτριας. Τεντώθηκε στο κρεβάτι διαπιστώνοντας με έκπληξη πως ένιωθε εντελώς ξεκούραστη, σχεδόν ανανεωμένη. Η θλίψη για το θάνατο του πατέρα της εξακολουθούσε να τη μαστιγώνει αλλά ο νους της ήταν εξαιρετικά καθαρός κι έτοιμος να δεχθεί τις νέες πληροφορίες που προόριζε γι’αυτή ο Κραντ. Πέταξε τα σκεπάσματα αποφασιστικά και μπήκε στο λουτρό χωρίς να καλέσει τη ραλτίνα. Αυτή την ώρα σίγουρα θα κοιμόταν ακόμα. Κι άλωστε ήθελε να μείνει μόνη και να συγκεντρωθεί για το μάθημα. Καθώς άλειφε το σωμα της με κάποιο πλούσιο και μυρωδάτο λάδι που είχε το άρωμα ενός σπάνιου φρούτου αναρωτήθηκε αν η δασκάλα της μουσικής θα επέστρεφε εκείνη τη μέρα κι αν θα της έφερνε την πρώτη της άρπα. Η σκέψη τη γέμισε ενοχές κι έτσι βιάστηκε να τη διώξει μακριά. Πόσο καλά ένιωθε, πόσο γαλήνια. Σαν κάποιος να είχε κάνει κάποιο μαγικό ξόρκι. Λίγο αργότερα βγήκε από το λουτρό κι άρχισε να σκουπίζεται βιαστικά. Δεν ήθελε να αργήσει στο πρώτο της ραντεβού με τον Κραντ, δεν του άξιζε σίγουρα κάτι τέτοιο. Ήξερε πως θα την περίμενε αδιαμαρτύρητα αλλά δεν υπήρχε λόγος για ανόητες καθυστερήσεις και κλάματα. Άλωστε είχε γεννηθεί για να γίνει βασίλισσα, δεν της επιτρέπονταν τέτοια πράγματα. Κι άλωστε το βράδυ της ίδιας μέρας θα συναντούσε τη ραντ, μαζί με τη ραλτίνα, κι εκείνη θα την καθοδηγούσε με τον καλύτερο τρόπο για τις μετέπειτα κινήσεις της. Ήθελε να νιώθει ψυχικά και σωματικά έτοιμη γι’αυτό, τη μέρα της στέψης της.
Η δάρκα σταμάτησε να πετάει αόρατη βέβαια πάνω από το κεφάλι της πριγκίπισσας. Είχε γλιστρήσει στο παλάτι με το πρώτο φως του ήλιου. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ώρα. Είχε καθίσει πάνω στα μαλλιά της πριγκίπισσας για ώρα πολλή, όσο εκείνη κοιμόταν, προσπαθώντας να γαληνέψει τον ύπνο της και να διώξει τα ταραγμένα όνειρα που χόρευαν αγκαλιασμένα γύρω από το κεφάλι της. Δεν είχαν καμιά δουλειά εκεί. Μόνο όταν η Αμάντα άνοιξε τα μάτια της την εγκατέλειψε η δάρκα για να αρχίσει την περιήγησή της στο μεγάλο παλάτι. Καταλάβαινε πως έπρεπε να το γνωρίσει καλύτερα, για να μπορεί να την ακολουθεί με ευκολία υπηρετώντας την με τον καλύτερο τρόπο. Είχε αρχίσει ήδη να συμπαθεί την πριγκίπισσα, της φαινόταν τόσο απροστατευτη εκείνη την ώρα του ύπνου. Δε θα άφηνε να της συμβεί κανένα κακό. Ήταν αλήθεια πως ένιωθε ήδη εξαντλημένη από τη μάχη της με τους εφιάλτες αλλά αυτό δε θα τη σταματούσε από τη δουλειά της. Έτσι, όσο η Αμάντα ετοιμαζόταν, εκείνη κατευθυνόταν προς τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκεί θα την περίμενε και ίσως να ξεκουραζόταν και λίγο.
Ο Κραντ βρισκόταν ήδη στη μεγάλη βιβλιοθήκη, προτού καλά καλά ανοίξει τα μάτια της η πριγκίπισσα για ν’αντικρύσει την καινούρια μέρα. Δεν είχε κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα αναλογιζόμενος τα νέα του καθήκοντα. Προσπαθούσε να ξεδιαλέξει όλα όσα θα της ήταν απαραίτητα για τη νέα της αρχή. Γνώριζε καλά πόσο έξυπνη ήταν κι ήθελε να εκμεταλευθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έφεσή της στη γνώση. Βέβαια οι μέρες που είχαν στη διάθεσή τους κάθε άλλο παρά αρκετές ήταν αλλά αυτό δεν τον στενοχωρούσε καθόλου. Αν η πριγκίπισσα το επιθυμούσε θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα μαθήματα και μετά τη στέψη, ακόμα και κρυφά αν η ίδια δεν επιθυμούσε να μαθευτεί. Μα είχαν καιρό γι’αυτά. Τώρα προείχαν άλλά, πιο σπουδαία.
Κάθισε σε έναν καναπέ και τράβηξε μπροστά του μια μεγάλη στίβα από τυληγμένα χαρτιά. Εκείνη τη μέρα θα μιλούσαν για ιστορία και διπλωματία. Σίγουρα η Αμάντα θα θυμόταν κάποια βασικά πράγματα γύρω από την ιστορία του λαού της και το τυπικό του βασιλείου, κι ας ισχυριζόταν το αντίθετο. Δε μπορεί να τα είχε διαγράψει όλα για χάρη της τέχνης της θεάς άραλ!
Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και η κοπέλα μπήκε μέσα ορμητικά. Δε χρειάστηκε να την κοιτάξει για πολύ για να διαπιστώσει πως τα χειρότερα είχαν περάσει.
-καλημέρα κραντ, τον πλησίασε βιαστικά για να καθίσει απέναντί του.
-Καλημέρα, πριγκίπισσα Αμάντα, αποκρίθηκεχαμογελώντας της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε και πάλι εκείννο τον καταραμένο πόνο στο κεφάλι του αλλά ορκίστηκε σιωπηρά πως θα τον αγνοούσε. Δε θα άφηνε τίποτα και κανέναν να τον αποσπάσει από το έργο του.
-Κοιμήθηκες καλά;
-όσο παράδοξο κι αν ακουστεί, ξεκουράστηκα. Κάθε φορά που ξυπνούσα έφερνα στο νου μου την τωρινή δυσάρεστη κατάσταση μα ο ύπνος δεν αργούσε να έρθει και πάλι.
-Ωραία, καλό είναι αυτό. Θα χρειαστείς όλες σου τις πνευματικές δυνάμεις σήμερα. Λοιπόν, είσαι έτοιμη να αρχίσουμε;
-ναι, Κραντ, σε ακούω.
Η Δάρκα την πλησίασε και πάλι, κουρνιάζοντας ανάμεσα στα μακριά της μαλλιά.
Η Στρίλντα κι ο μπρούνκαλ μπήκαν σε ένα μικρό, πολύ μικρο δωμάτιο, κι εκείνη κλείδωσε πίσω της την πόρτα. Ο πολεμιστής άρχισε να παρατηρεί το χώρο με μάτια άπληστα. ΟΙ τοίχοι ήταν στρογγυλοί, καμωμένοι από ένα υπέροχο πανάκριβο γυαλί, μέσα από το οποίο μπορούσε να δει καθαρά τον εαυτό του. Η Στρίλντα τον περιεργαζόταν σχεδόν ξεδιάντροπα όσο εκείνος παρατηρούσε τον αλλόκοτο χώρο.
-μα πού είμαστε, θεά Στρίλντα; Ρώτησε ύστερα από λίγο, σαν είδε πάνω του το βλέμμα της.
-σε καλωσορίζω στο δωμάτιο των ψυχών, αποκρίθηκε ατάραχη εκείνη. Τους βλέπεις αυτούς εκεί τους καθρέφτες; Εκείνος έγνεψε καταφατικά για να την αφήσει να συνεχίσει.
-Αντανακλούν την ίδια σου την ψυχή. Όση ώρα θα μιλάμε εγώ θα ερευνώ μέσα της για να βεβαιωθώ πως είναι έτοιμη να κανει ό,τι την προστάξω και πως δε δειλιάζει μπροστά σε τίποτα. Ένα ρίγος άρχισε να διαπερνά το Μπρούνκαλ αλλά κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επιβληθεί στον εαυτό του.
-Μπράβο, εξακολούθησε η θεά, διαθέτεις μεγάλη πειθαρχία βλέπω κι αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι.
Κάνω ό,τι μπορώ, αποκρίθηκε εκείνος ψύχραιμα. Κι άλωστε έχω εκπαιδευθεί γι’αυτό.
-σωστά, μίλησέ μου λοιπόν λίγο για την εκπαίδευσή σου!
-από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, άρχισε ο μπρούνκαλ, ήμουν μ’ένα σπαθί στο χέρι. Πάλευα να το δαμάσω για να μου αποκαλύψει όλα του τα μυστικά κι αυτό δεν ήταν εύκολο γιατί κάθε φορά που κατακτούσα μια κορυφή, ο εκπαιδευτής μου πρόσθετε στο όπλο άλλον ένα μαγικό λίθο. Και τότε γινόμουν εντελώς ανίσχυρος μπροστά του κι εκείνο έμοιαζε να με κοροιδεύει. Αυτό δε μου άρεσε κι άρχισα να σκέφτομαι τι να κάνω για να εξολοθρεύσω τους λίθους. Ίσως το βρεις παιδιάστικο αλλά για πολλές νύχτες πάλευα να τους ξεριζώσω από το όπλο. Δε σταματούσα ακόμη κι όταν τα δάχτυλά μου καίγονταν από μια παράξενη δυνατή κι άσβεστη φωτιά. Κάποτε δεν άντεξα τον πόνο κι έτρεξα με την ανάσα κομμένη στον εκπαιδευτή μου. Εκείνος έσβησε τις φλόγες και θεράπευσε τα χέρια μου εξηγώντας μου πως δεν έφτανε η τέχνη του σπαθιού για να ολοκληρωθώ σαν πολεμιστής. Έτσι άρχισε να μου αποκαλύπτει ένα ένα τα μυστικά της αυτοίασης, της σύνεσης και φυσικά της μαγείας. Αυτό το τελευταίο με δυσκόλευε πολύ στην αρχή. Βλέπεις δε μπορούσα να προφέρω καλά τα ξόρκια. Αλλά με τον καιρό το συνήθισα κι αυτό.
-πΟλύ καλά, βλέπω πως όσα λες είναι αλήθεια. Συνέχισε όμως, τι άλλο περιελάμβανε η εκπαίδευσή σου;
-Όταν έφτασα σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο άρχισα να γυμνάζω το σώμα μου με διάφορους τρόπους. Η ξιφομαχία μου άρεσε, κι όσο για το τόξο έγινα αμέσως ένα μαζί του. Το κάθε βέλος καθοδηγούνταν από τη σκέψη μου, δεν αστοχούσα ποτέ.
-Και με τον έρωτα, πώς τα πήγαινες; Ο Μπρούνκαλ μίλησε την επόμενη στιγμή χωρίς φόβο.
-Τον έρωτα τον γνωρίζω μόνο μέσα από όσα έχω διαβάσει στη σύντομη ζωή μου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που δίνει χρώμα στη ζωή των ανθρώπων και τι είναι αυτό που τους την παίρνει πίσω.
-τότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος ακόμη, είπε η στρίλντα γελώντας. Κι αυτό επίσης μου αρέσει σε εσένα. Νομίζω πως για την ώρα είσαι εντάξει. Μα δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.