Η άρπα της Αμάντας

Οκτώβριος 14, 2011

Ο μπάρτον επέστρεψε στα διαμερίσματα που του είχαν παραχωρηθεί κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τα είχε καταφέρει καλά ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να σκέφτεται όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Κι ενώ σκεφτόταν την αποστολή που του είχαν αναθέσει και την επικείμενη συνάντηση με την αΜάντα τα μάτια του άρχισαν να περιπλανιούνται στους ατέλειωτους κήπους του παλατιού. Του άρεσε το θέαμα που σε λίγο απέσπασε την προσοχή του από το λόγο του ερχομού του εκεί. Οι κήποι απλώνονταν ως εκεί όπου έφτανε το μάτι του και η επιθυμία να τους επισκεφθεί ξύπνησε μέσα του. Έτσι σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο ενώ αναρρωτιόταν γιατί δεν του είχαν βάλει φρουρά έξω από την πόρτα. Ίσως απλά να το είχαν αμελήσει, δεν είχαν γίνει και λίγα στο παλάτι…
Έφτασε στους κήπους κι άρχισε να εισπνέει άπληστα σχεδόν τον βαρυφορτωμένο με αρώματα αέρα. Φρούτα και λουλούδια σε διάφορα σχήματα και χρώματα που πολλά τα έβλεπε για πρώτη φορά τράβηξαν αμέσως την προσοχή του. Έσκυψε κι άγγιξε απαλά έναν στρογγυλό καρπό που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Αναρωτήθηκε αν όλα αυτά φύτρωναν και στο νότο και η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει. Στην πατρίδα του δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιους όμορφους περιπάτους. Δεν ήταν σίγουρος τι έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου του στο παλάτι. Προσπάθησε να θυμηθεί αλλά μάταια. Εκεί περνούσε όλη τη μέρα κλεισμένος στην αίθουσα συσκέψεων. Κοιμόταν ελάχιστα και διασκέδαζε ακόμη λιγότερο.
Κι έτσι όπως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του δεν πήρε είδηση προς τα πού πήγαινε παρά μόνο αφού έφτασε κάτω από τα παράθυρα της αΜάντας. Τρόμαξε και στάθηκε στη θέση του προσπαθώντας να σκεφθεί ποια θα ήταν η καλύτερη κίνηση για κείνον.
Η αμάντα ξύπνησε μισή ώρα αργότερα. Ένιωθε ξεκούραστη κι ανανεωμένη, δε χρειαζόταν πιο πολύ ύπνο. Έτσι, πέταξε τα σκεπάσματα κι έτρεξε στο παράθυρο. Το άνοιξε κι ο χώρος γέμισε από τη γλυκιά ευωδιά των φρούτων.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι άρχισε να ντύνεται και πάλι με το επίσημο της φόρεμα. Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα δεν είχε καλέσει κοντά της τη Ραλτίνα. Ήθελε να την αφήσει να ασχοληθεί με τις δουλειές της για να είναι ελεύθερη το βράδυ. Καθώς άλειφε το σώμα της με ένα αρωματικό λάδι αναρωτιόταν πόσα θα της αποκάλυπτε η Ρέντα κι αν τα χρήματα που είχε δώσει θα έφερναν κάποιο αποτέλεσμα. Έπειτα πήρε τη χρυσή της χτένα και κάθισε και πάλι κοντά στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στα λουλούδια που την περιτριγύριζαν.
Ο Μπάρτον πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω όταν είδε το παράθυρο να ανοίγει. Η ανάσα του κόπηκε όταν είδε ένα πανέμορφο πρόσωπο να του χαμογελάει. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί ευχόμενος το πρόσωπο αυτό να ανήκε σε κάποια από τις κυρίες που ζούσαν στο παλάτι και πλαισίωναν την ΑΜάντα. Όμως βαθιά μέσα του το ένιωθε πως αυτή που έβλεπε ήταν η ίδια η πριγκίπισσα.Την είχε δει μόνο μια φορά, λίγο μετά το θάνατο του βασιλιά αλλά τότε βρισκόταν σε σύγχιση ενώ τώρα βρισκόταν ακόμη αρκετά μακριά από εκείνη.

Η αμάντα τον είδε πρώτη. Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του αρχίζοντας να τον εξετάζει. Σύντομα κατάλαβε πως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ παρά μόνο μια φορά στο παρελθόν.Άρχισε να αναρωτιέται για την ταυτότητα και το επάγγελμά του όταν της ήρθε άξαφνα μια σκέψη. Ο άνθρωποςαυτός δεν ήταν πολεμιστής. Αν ήταν θα το καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή αφού τους είχε συνηθίσει από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Τεντώθηκε στη θέση της κοιτώντας τον πιο προσεκτικά. Ναι, του έλειπε το σπαθί.
Ο Μπάρτον πιο πολύ ένιωσε παρά είδε το βλέμμα της πάνω του. Κι όλη του η θέληση σχεδόν παρέλυσε καθώς τα μάτια του μαγνητήστηκαν από τα δικά της. Ναι, αυτή ήταν, η μέλλουσα βασίλισσα. Είχε καθυστερήσει υπερβολικά να το παραδεχθεί. Έκανε τα τελευταία βήματα για να βρεθεί ακριβώς κάτω από το παράθυρο της.
Η Αμάντα άπλωσε το χέρι της για να τον χαιρετίσει κι εκείνος ανταπέδωσε δειλά το χαιρετισμό της.
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί και οι δυο αλλά όταν τελικά άνοιξε ο μπάρτον το στόμα του η ραλτίνα τους πρόλαβε.
Μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας αιφνηδιάζοντας την ΑΜάντα που έκλεισε το παράθυρο κατατρομαγμένη.
-πότε ξύπνησες;
-πριν λίγο. Θέλησα να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τους κήπους μας. Δεν είναι υπέροχοι;
-είναι. Θα πάμε αύριο μια βόλτα αν βρεις λίγο ελεύθερο χρόνο.
-ναι, θα το κανονίσω. Τι ήθελες; Να με ξυπνήσεις;
-Ναι, και αυτό. Ήθελα να σου πω πως είναι όλα έτοιμα για το βραδυ. Θα φύγουμε όταν χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Η ΑΜάντα ανατρίχιασε.
-δεν πιστεύω να φοβάσαι;
-όχι, ύψωσε τη φωννή της που είχε γίνει σαν ψίθυρος. Δε φοβάμαι, νιώθω πως κάτι καλό θα γίνει απόψε.
-Μακαρι, αυτό θέλω κι εγώ. Τι θα κάνεις τώρα;
-θα μιλήσω με τον αρχιερέα κι ύστερα ίσως επισκεφθώ τον Κραντ για λίγο.
-εντάξει, αν με χρειαστείς κάτι ειδοποιησε με. Στράφηκε κατά την πόρτα αλλά ξαναγύρισε σε λίγο.
-Ξέρεις όταν έβγαινα από εδώ το μεσημέρι συνάντησα κάποιον που επιθυμούσε να κανονίσω μια συνάντηση μαζί σου.
Ποιος ήταν; Τον ξέρω;
-μάλλον ναι, τον λένε μπάρτον.Η Αμάντα έσφιξε τα χείλη νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά. Δεν έπρεπε να φανερώσει τίποτα στη ραλτίνα.
-δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Μα για στάσου… Τότε που μίλησα με τους φρουρούς για τον πατέρα μου… Άρχισε να τρίβει το μέτωπό της περιμένοντας τη Ραλτίνα.
-έρχεται από το νότο.
αΛήθεια;
-Ναι, έτσι μου είπε.
-Και; Τι θέλει;
-θα μιλούσε με το βασιλιά μας. Η Αμάντα χλωμιασε αλλά κατόρθωσε να επιβληθεί στον εαυτό της. αυτός ήταν, καμιά σχέση δεν είχε με τους στρατιώτες μαζί με τους οπιούς την είχε συναντήσει. Κάτι συνέβαινε εδώ.
-είναι διπλωμάτης;
-μάλλον, πάντως δε δείχνει για πολεμιστής. Λοιπόν; Τι να του πω; Θα τον δεχθείς;
-ναι, αύριο για μεσημεριανό φαγητό. Η ραλτίνα έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά η ΑΜάντα δεν την άφησε.
-το ξέρω πως δε συνηθίζεται αλλά εγώ φτιάχνω τους νόμους. Θα πας και θα τονπροσκαλέσεις.
-εντάξει, μην ταράζεσαι, έτσι θα γίνει. Τη χαιρέτισε και βγήκε με την κατάπληξη ζωγραφισμένη στα μάτια.
Ο μπάρτον καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί έκανε μεταβολή κι άρχισε να επιστρέφει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στα διαμερίσματά του. Μόνο όταν έκλεισε καλά πίσω του την πόρτα και κάθισε να ηρεμήσει συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Άρχισε να μαλώνει σιωπηρά τον εαυτό του για τον αυθορμητισμό και την απερισκεψία του. Σε τι είδους μπελάδες πήγαινε να μπλέξει; Ξαφνικά ο λόγος του ερχομού του εκεί τον καθήλωσε με τη σοβαρότητά του. Η σημασία του μηνύματος που μετέφερε του έκοψε την ανάσα. Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε στη ντουλάπα. Άρχισε να πετάει έξω τα ρούχα του ψάχνοντας το μήνυμα. Δεν άργησε να το βρει.
Ανακούφιση τον πλημμύρισε. Μα τι τον είχε πιάσει; Το έσφιξε πάνω του κι ύστερα άρχισε να ελέγχει μια μια τις σφραγίδες για να βεβαιωθεί πως καμιά δεν είχε σπάσει. Όταν βεβαιώθηκε και γι’αυτό το έκρυψε στη ζώνη του και τακτοποίησε ξανά τα υπόλοιπα ρούχα του μέσα στη ντουλάπα. Αν ο βασιλιάς του μάθαινε τι είχε κάνει θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. Κανένας άλλος εκτός από την αΜάντα δεν επιτρεπόταν να το διαβάσει.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας στο νου του τη συζήτηση με την προσωπική της υπηρέτρια. Ευχόταν να κανονίσει τη συνάντηση όσο πιο σύντομα μπορούσε. Να ήξερε άραγε την ταυτοτητά του η πριγκίπισσα;
Κι αν όχι; Να τον θυμόταν από τη μια και μοναδική τους συνάντηση; Τότε το βλέμμα της ήταν φουρτουνιασμένο και παρακολουθούσε σχεδόν μόνο τον κεμ. Είχε καταλάβει άραγε κάτι από αυτά που της έκρυβε;Γιατί τον είχε χαιρετίσει; Να ήταν η ραλτίνα που τους είχε διακόψει; Θα ήταν σύμμαχος ή εχθρός;

Advertisements

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 6, 2011

17.
Η Μέριλιν γύρισε στο σπίτι της μια ώρα αργότερα. Ήταν φορτωμένη με ένα σωρό σακούλες, χάρτινες και πλαστικές. Αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι άρχισε να φωνάζει στη φίλη της να έρθει να τη βοηθήσει. Εκείνη κατέφθασε λίγες στιγμές αργότερα. Ήταν χαμογελαστή και τα μάτια της άστραφταν χαρούμενα. Με βιαστικές κινήσεις άρχισε να μεταφέρει τις σακούλες στην κουζίνα κι ενώ τις άδειαζε άρχισε να φλυαρεί.
-Νόμιζα πως θα αργούσες να επιστρέψεις, δεν πρόλαβα να κάνω και πολλά όσο έλειπες. Η μέριλιν ανασήκωσε τους ώμους κι έβγαλε το περιεχόμενο από μια χάρτινη σακούλα.
-Κρύωνα λίγο κι έπειτα… βιαζόμουν να γυρίσω, να δω το μωρό και να μαγειρέψουμε. Η ανζελίν γέλασε δυνατά και στράφηκε να την κοιτάξει. Η μέριλιν είχε σταματήσει να ασχολείται με τα ψώνια και γέμιζε ένα ποτήρι με νερό. Η Ανζελίν την παρακολουθούσε να πίνει άπληστα ενώ σκεφτόταν γρήγορα.
-είσαι εντάξει;
Η μέριλιν ακούμπησε το ποτήρι στο νεροχύτη κι ανασήκωσε ξανά τους ώμους, με μια κίνηση κάπως υπερβολική.
-μα ναι, γιατί ρωτάς;
-Νομίζω πως δείχνεις κάπως… ταραγμένη.
-η αλήθεια είναι πως… καθάρισε το λαιμό της πριν συνεχίσει, είχα μια παράξενη αίσθηση βγαίνοντας από εδώ σήμερα.
-δηλαδή; Η ανζελίν άνοιξε το ψυγείο με απόλυτη φυσικότητα κι άρχισε να το γεμίζει με τα τρόφιμα.
-να… δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω… σαν να ένιωθα πάνω μου καρφωμένα τα μάτια κάποιου.
-Μα τι λες; Σε παρακολουθούσε κάποιος;
-κοίταξα αλλά δεν είδα κανέναν. Μη δίνεις σημασία, καμιά φορά σκέφτομαιδιάφορα.
-φταίνε τα βιβλία που διαβάζεις…
-δεν είναι έτσι και το ξέρεις καλά… διαβάζω αυτά που μου δίνεις τον τελευταίο καιρό. Λοιπόν, πάω να δω το μωρό μου κι έρχομαι να μαγειρέψουμε, σε εμπιστεύομαι, φτιάξε το μενού όσο θα λείπω εντάξει;
Βγήκε από την κουζίνα προσπαθώντας να διώξει από πάνω της το βάρος εκείνων των ματιών. Η ανζελίν έμεινε για λίγο αμίλητη να την κοιτά. Ήξερε πόσο έξυπνη ήταν κι ακόμη γνώριζε την ευαισθησία της γύρω από κάποια πράγματα. Για κείνη η μέριλιν διέθετε αυτό που αποκαλούσαν έκτη αίσθηση. Αν είχε νιώσει κάτι τέτοιο σίγουρα κάτι θα είχε συμβεί. Ξαφνικά μια σκέψη ήρθε να την ταράξει, να είχε επιστρέψει άραγε ο πατέρας του παιδιού;
Η Σολ άφησε με προσοχή το φλιτζάνι μέσα στο πιατάκι του. Δίπλα της ο σύζυγός της την κοιτούσε με μάτια γεμάτα αγάπη. Είχαν επιστρέψει από την εκκλησία λίγο πριν κι είχε σπεύσει να της ετοιμάσει ένα καταπραυντικό ρόφημα που τους είχε συστήσει κάποιος γιατρός λίγο καιρό πριν. Ήταν πολύ αποτελεσματικό αφού έδιωχνε την ένταση από πάνω της γρήγορα και για πολλές ώρες ήταν σχεδόν φυσιολογική. Τότε, εκείνες τις ώρες ήταν πολύ ευτυχισμένος κοντά της και ξαναθυμόταν τους λόγους για τους οποίους την είχε αγαπήσει. Ήταν τόσο γλυκιά, τόσο εύθραυστη και όμορφη, τόσο ήρεμη…
Τι σκέφτεσαι; Η φωνή της τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ακόμη κάπως σκληρή αλλά σύντομα θα γινόταν γαλήνια, όπως παλιά.
Κάθισε δίπλα της στον καναπέ και τύληξε τρυφερά το χέρι του γύρω από τους λεπτούς της ώμους.
-Πόσο πολύ σε αγαπάω.
-αλήθεια; Η Σολ ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.
-μα ναι, δεν το πιστεύεις;
-φυσικά και το πιστεύω. Απλά…
-Τι;
Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά.
-τώρα τελευταία δεν είμαι καλά, το ξέρω πως φέρομαι παράξενα, ξεσπάω σε εσένα χωρίς λόγο, όλα μου φταίνε…
Άρχισε να χαιδεύει τα μαλλιά της με σίγουρες κινήσεις, ήξερε πόσο της άρεσε αυτό και σύντομα τα δάκρυα που λίγο πριν απειλούσαν να ξεχυθούν χάθηκαν από τα μάτια της.
-το ξέρω πως περνάς δύσκολες μέρες αλλά δεν είναι τίποτα. Θα το ξεχάσουμε όταν γίνεις καλά.
-Αλήθεια, τι έχω;
Το χέρι του σταμάτησε για μια στιγμή αλλά το κατάλαβε έγκαιρα ώστε να μην την ανησυχήσει περισσότερο. Διάλεξε τις λέξεις μια μια με προσοχή.
-τίποτα σοβαρό, τα νεύρα σου έχουν κλονισθεί, εξαιτίας των άσχημων γεγονότων που συνέβησαν στην οικογένειά σου.
Η Σολ ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει.
-Λες για το θάνατο της μαμάς;
-ναι κι ακόμα… ξέρεις τι θέλω να πω.
-Ξέρω, για το παιδί που χάσαμε.
-ναι. Η φωνή του έγινε πιο τραχιά. πΟτέ δε γκρίνιαζε γι’αυτό αλλά το ήξεραν καλά πως αυτό τον είχε στενοχωρήσει πολύ. Η Σολ ήταν πολύ μικροκαμωμένη κι ακόμη κάποιο πρόβλημα στη μήτρα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. οΙ γιατροί τους είχαν προειδοποιήσει να κάνουν υπομονή εξηγώντας πως ίσως περνούσαν χρόνια πριν τα καταφέρουν, αν τα κατάφερναν δηλαδή.
Εκείνη για πολύ καιρό τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, εκείνος απέφευγε να της μιλάει γι’αυτό. Ώσπου λίγο αργότερα κατάλαβε πως ήταν πολύ αδύναμη και πως έπρεπε να βρει το θάρρος να τη στηρήξει, να βρει τη δύναμη να πάνε παρακάτω. Και τα κατάφεραν ως εκείνη τη μέρα που η μαμά της πέθανε εντελώς ξαφνικά. Τότε τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα. Η Σολ έγινε ευερέθιστη και τις πιο πολλές νύχτες δεν κοιμόταν.
-θα κάνουμε άλλο παιδί, έτσι δεν είναι; Η φωνή της έτρεμε όπως και το χέρι της καθώς αναζητούσε το δικό του.
Την έσφιξε πάνω του με δύναμη πριν απαντήσει.
-βέβαια, θα κάνουμε, αρκεί να μη σε αγχώνει αυτό. Δε βιαζόμαστε, είμαστε και οι δυο πολύ νέοι. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε…
-Μην το λες αυτό, θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί γι’αυτό.
-το ξέρω αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε εγώ θα σε αγαπάω πάντα το ίδιο και θα είμαι πολύ ευτυχισμένος που σε παντρεύτηκα. Αλλά όταν νιώσεις καλύτερα, θα αποκτήσουμε ένα δικό μας παιδί και η οικογένειά μας θα μεγαλώσει. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να ηρεμήσεις και να δυναμώσεις. Θα μου υποσχεθείς πως θα προσπαθήσεις;
-ναι, η Σολ χαμογέλασε και τον αγκάλιασε κι εκείνη.
Έμειναν αμίλητοι για λίγο αλλά τελικά εκείνη έσπασε ξανά τη σιωπή.
-πώς σου φάνηκε ο αντικαταστάτης του τόνιο;
-Χμμμ… κάπως παράξενος δε μου μοιάζει και τόσο με ιερέα.
-αλήθεια;
-ναι, εσύ πώς τον βρίσκεις;
-γοητευτικό. Ξέσπασε σε γέλια καθώς είδε την έκφρασή του να αλλάζει.
-δε μπορεί να το πιστεύεις αυτό στ’αλήθεια;
-Κοίτα… έχει κάποια γοητεία, αλλά κανείς δεν είναι πιο γοητευτικός από εσένα.
-πάλι καλά που το είπες αυτό, είχα αρχίσει να τον ζηλεύω.
-δεν έχεις λόγο, άλωστε δεν τον πρόσεξα και πολύ. Δεν ήμουν πολύ καλά, αλλά θα σου πω τη γνώμη μου όταν τον δω ξανά.
-Θα πας στην εκκλησία; Πότε;
-αύριο μάλλον, σε πειράζει;
-όχι, κάνε αυτό που σε ευχαριστεί, το μόνο που θέλω είναι να σε βλέπω χαρούμενη. Έσκυψε για να αγγίξει με τα χείλη του τα δικά της.

σεμίρα

Οκτώβριος 2, 2011

Κεφάλαιο ενδέκατο
Η Βάλμα στράφηκε προς το μέρος του άνδρα της.
Το μόνο που κάλυπτε τη γύμνια της ήταν ένα λεπτότατο αραχνούφαντο πέπλο διανθισμένο με πολύχρωμες χάντρες. Ήταν το παραδοσιακό ένδυμα αυτού του βασιλείου για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Τα μάτια της καρφώνονταν μέσα στα δικά του σαν να ήθελαν να τα σκλαβώσουν, να τα κυριεύσουν για πάντα. τΗν κοίταζε κι εκείνος ανήμπορος να αρθρώσει λέξη. Η ομορφιά της αποκοίμιζε τη λογική και ξυπνούσε το κορμί του συνταράζοντάς το πολύ βαθιά. Αυτή δε θα ήταν βέβαια η πρώτη φορά που θα έκανε έρωτα μαζί της αλλά καταλάβαινε πως όλα από εδώ και στο εξής θα ήταν διαφορετικά, πιο έντονα και ίσως και πιο άγρια. Μα αυτό δεν τον δυσαρεστούσε καθόλου. Το είχε αποδεχθεί πως όλη του η ζωή θα άλλαζε από εκείνη την ώρα που άκουσε την προσταγή του βασιλιά. Έπρεπε λοιπόν να την απολαύσει όσο περισσότερο του επιτρεπόταν και παράλληλα να κάνει ο,τι μπορεί για να τη σώσει.
-δε σου αρέσω; Η Βάλμα ήρθε πιο κοντά του ανεμίζοντας επιδεικτικά τα μακριά της μαλλιά. Ένα βαρύ άρωμα τριαντάφυλλου γέμισε την ατμόσφαιρα κι ο Αρντάν ένιωσε να ξυπνάει στη στιγμή.
Την άρπαξε με βία σχεδόν κολλώντας τη πάνω του με αποτέλεσμα το πέπλο να σχιστεί στα δυο. Λεπτές λουρίδες υφάσματος έμειναν στα δάκτυλά του αλλά εκείνος δεν έδειχνε να τις αντιλαμβάνεται. Η βάλμα ωστόσο το πρόσεξε και αναρίγησε. Ήξερε αυτό που έλεγαν, πως δηλαδή αν συνέβαινε κάτι τέτοιο κάποιος από τους δυο θα πέθαινε προτού περάσει πολύς καιρός. Μα αυτό αντί για αναστάτωση της προκάλεσε μια έντονη ερωτική διέγερση.
Έτσι ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό στο αγκάλιασμα του άνδρα της.
-Φυσικά και μου αρέσεις, είπε εκείνος κολλώντας και τα χείλη του στα δικά της. Πάρα πολύ, πώς μπορείς και το ρωτάς; Είσαι δική μου, επιτέλους, έγινες δική μου.
Την έσφιξε ακόμη περισσότερο σε σημείο που της προξένησε έναν ελαφρύ πόνο, αλλά δεν του έδωσε καμιά σημασία. Θα έβλεπε πως θα ξυπνούσε αύριο, κι αν της άφηνε κάποιο σημάδι θα του φερόταν ανάλογα. Για την ώρα υπήρχαν άλλα πιο σημαντικά πράγματα που την περίμεναν.

Ο Λόρεν κατέβηκε από τον καναπέ προσπαθώντας να γλιστρήσει κάτω από το σώμα της νεκρής γυναίκας. Της είχε κάνει έρωτα πολλές φορές με έναν τρόπο γλυκό στην αρχή αν και δεν το σκόπευε. Ωστόσο όσο περνούσε η ώρα ο θυμός του φούντωνε όλο και περισσότερο ώσπου στο τέλος τον κυρίευσε ολοκληρωτικά. Η κάρλα δεν είχε πάψει να διαμαρτύρεται με αποτέλεσμα να της κλείσει το στόμα με κάτι πρόχειρο. Κι αυτό του άρεσε ακόμη πιο πολύ, η εξουσία που φαινόταν να ασκεί πάνω της, τα πνιχτά βογκητά της, η κοφτή της αναπνοή… όλα τον ερέθιζαν κι έτσι κατέληξε να περάσει μαζί της περισσότερες ώρες από όσες υπολόγιζε. Μια δυο φορές η πόρτα της χτύπησε, κάποιος προφανώς την αναζητούσε αλλά εκείνος δεν ανησύχησε καθόλου. Ολοι ήξεραν τις συνήθειες της αρχιμουσικού, δε θα τους ξάφνιαζε η απουσία της.
Μα όχι, για στάσου, αυτό ήταν ψέμα. Η κάρλα ήταν συνεπής, δε θα μπορούσε να λείψει από αυτό το γεγονός…
Τη σκέψη αυτή την έκανε τώρα, καθώς ντυνόταν. Συνειδητοποίησε πως μέσα στο πάθος του είχε κάνει λάθη που θα μπορούσαν να του έχουν κοστίσει ακριβά. Θα έπρεπε να φύγει από εδώ, και μάλιστα πολύ γρήγορα αφού και η δική του απουσία δε θα περνούσε απαρατήρητη. Το σχέδιό του είχε ανατραπεί. Εκείνος λογάριαζε να τελειώνει γρήγορα μαζί της, αυτό υπολόγιζε όταν ερχόταν εδώ, ήθελε να τη σκοτώσει και μετά να πάει να συναντήσει τους υπόλοιπους και να περάσει όμορφα αλλά αυτή η καταραμένη γυναίκα τον είχε τρελάνει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσε ξανά. Όμως κι εκείνος της είχε φερθεί όπως της άξιζε. Την είχε πνίξει την τελευταία φορά. Εκείνη πάλεψε όσο μπορούσε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ντυμένος πια έριξε μια ματιά στο χώρο προσπαθώντας να υπολογίσει σε πόσες ώρες θα τον ανακάλυπταν. Η οργή του βασιλιά ήταν παραπάνω από βέβαιη, η τιμωρία σκληρή, δεν έπρεπε να χάνει άλλο χρόνο. Θα εξαφανιζόταν για πάντα, θα άφηνε το σκοτάδι να τον καταπιεί. Θα γινόταν ένα με τον άνεμο.
Ξαφνικά χαμογέλασε. Όταν εκείνοι θα ανακάλυπταν την ταυτότητά του, αυτός, ο λόρεν, θα ήταν πια πολύ μακριά.
Άνοιξε την πόρτα αποφασιστικά. Κανένας φρουρός δε στεκόταν απ’έξω. Το πιθανότερο ήταν πως όλοι θα κοιμόνταν αγκαλιά με τις γυναίκες του παλατιού που δεν ήταν και λίγες! Κι αυτό τον βόλευε. Έκλεισε πίσω του την πόρτα κι άρχισε νατρέχει.

Η βάλμα άνοιξε τα μάτια της αργά αργά και τεντώθηκε. Από τα χείλη της ξέφυγε ένα ελαφρύ βογκητό. Όλο της το σώμα ήταν πιασμένο. Ο Αρντάν το είχε παρακάνει, θα μιλούσε μαζί του γι’αυτό αργότερα. αΛήθεια πού ήταν; άΠλωσε το χέρι της να τον αναζητήσει αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο.
Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της προσπαθώντας να ξυπνήσειεντελώς. Μεμιάς ο νους της καθάρισε, είχε δουλειά να κάνει. Θα επισκεπτόταν τη βασίλισσα εκείνο το πρωινό, θα τη γνώριζε και θα διαλυόταν και το μυστήριο της απουσίας της από το γάμο και τη δεξίωση.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι συμπαρασύροντας μαζί και τα σκεπάσματα. Είχε το χρόνο να ετοιμαστεί; Άρχισε να φωνάζει τις υπηρέτριες ξεχνώντας πως ήταν εντελώς γυμνή.
Αργότερα θα έψαχνε και τον Αρντάν, θα είχε κι εκείνος σίγουρα πολλές δουλειές να κάνει.
Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε η κοπέλα που είχε πληγώσει την προηγούμενη μέρα.
-καλημέρα, μουρμούρισε σαστισμένη από αυτό που έβλεπε.
-Τι με κοιτάς έτσι; Η βάλμα τυλήχτηκε με ένα λουλουδάτο σεντόνι και ξανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Πότε έφυγεο άνδρας μου;
-πριν λίγο, κυρία, ζήτησε να μη σας ενοχλήσουμε.
Η βάλμα έγνεψε αδιόρατα.
-πες να μου ετοιμάσουν το αφρόλουτρο κι ένα καλό πρωινό και μετά φώναξε την υπεύθυνη για τα ρούχα μου, με περιμένει η βασίλισσα. Βιάσου.
Η κοπέλα έγνεψε ξανά και βγήκε.

Ο βασιλιάς μπήκε στην αίθουσα του θρόνου νωρίτερα από τη συνηθισμένη του ώρα. Αν και είχε αργήσει να κοιμηθεί ένιωθε φρέσκος και ξεκούραστος. Ήθελε να στρωθεί αμέσως στη δουλειά αφού υπήρχαν υποθέσεις που δε μπορούσαν να περιμένουν. Ήταν αλήθεια πως αυτό που είχε ζητήσει από τον Αρντάν το είχε κάνει κυρίως για να τον δοκιμάσει και για να του περιορίσει λίγο την έπαρση αλλά σε περίπτωση που πετύχαινε το βήμα θα ήταν καθοριστικό για τη χώρα του. Μα αν άρχιζε η εξυγείανση τότε έπρεπε να ακολουθήσουν κι όλοι οι κλάδοι.
-καλημέρα, βασιλιά μου, Ο ραλφ στεκόταν κοντά του γεμάτος αμηχανία. Έπλεκε και έσφιγγε μεταξύ τους τα χέρια του παλεύοντας να μιλήσει την κατάλληλη στιγμή για να μην ανησυχήσει το βασιλιά αλλά και για να μη φανεί πως τον παρακολουθούσε ώρα πολλή χωρίς να του μιλάει.
-Ραλφ, εδώ είσαι; Πότε ήρθες;
-τώρα, βασιλιά μου.
Ο βασιλιάς τον κοίταξε πιο προσεκτικά.
-είσαι καλά; Φαίνεσαι σχεδόν άρρωστος. Γιατί βιάστηκες να με ακολουθήσεις; Έπρεπε να μείνεις στο κρεβάτι για λίγο ακόμη.
Ο ραλφ κρέμασε τα χέρια στα πλευρά. Κι έπειτα ξεροκατάπιε.
-συμβαίνει κάτι;
-μάλιστα, βασιλιά μου, κάτι συμβαίνει. Δεν υπάρχει χρόνος για ξεκούραση και ύπνο σε τούτο το παλάτι ακόμη κι αν η προηγούμενη νύχτα ήταν νύχτα γιορτής και γλεντιού.
-μίλα λοιπόν, ραλφ.Πες αυτό που έχεις να πεις.
-ήρθε και με ξύπνησε ο αρχίατρος.
Ο βασιλιάς χλώμιασε.
-Η βασίλισσα…
-όχι, η φωνή του άλλου ακούστηκε στριγκή από τον τρόμο και τη βιασύνη, η βασίλισσα είναι μια χαρά. Ήθελε να μου μιλήσει για την Κάρλα.
-Για την Κάρλα;
-ναι, το προσέξατε ίσως πως δεν εμφανίσθηκε στη δεξίωση χθες.
-ναι τώρα που το λες… έχεις δίκιο, θυμάμαι πως με απασχόλησε κάποια στιγμή αλλά μετά το ξέχασα. Τι της συνέβη; αΡρώστησε;
-όχι ακριβώς… ο ραλφ φάνηκε να πνίγεται αλλά τελικά το πήρε απόφαση.
-Η Κάρλα βασιλιά μου, είναι νεκρή!

η άρπα της Αμάντας

Σεπτεμβρίου 24, 2011

-πρέπει να θυμάσαι πως χωρίς πειθαρχία ο πλούτος η τόλμη και οι άλλες μορφές της αρετής παραμένουν ανεκμετάλευτες κι αναξιοποίητες. Ο κραντ σηκώθηκε από τη θέση του για να πλησιάσει τη μελλοντική βασίλισσα που του χαμογέλασε δαγκώνοντας ελαφρά το κάτω χείλος της. Τα χαρακτηρηστικά του προσώπου της ήταν τραβηγμένα κι ο ηλικιωμένος άνδρας δεν άργησε να το προσέξει.
-συγγνώμη, πριγκίπισσα, σε κούρασα περισσότερο από ό,τι ήθελα. Μα δεν ήταν στις προθέσεις μου. Μόνο που αισθάνομαι την ανάγκη να σου δώσω όλα όσα έχω, να σε προικίσω με σύνεση και σοφία. Ούτε εγώ τα διαθέτω στον υπέρτατο βαθμό αλλά τα τόσα βιβλία που έχω διαβάσει με βαραίνουν πολύ τώρα πια.
Η αμάντα σηκώθηκε με τη σειρά της και πήγε και στάθηκε απέναντί του.
-μη σε απασχολεί αυτό, Κραντ, νιώθω καλά, έχω ανάγκη αυτά τα μαθήματα. Θέλω να κρατώ απασχολημένο το μυαλό μου γιατί αλλιώς… φοβάμαι πως θα λυγίσω. Έφερε τα χέρια στο κεφάλι της και πίεσε ελαφρά τους κροτάφους της. Ο κραντ την πλησίασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και για μια σύντομη στιγμή έφερε το χέρι του στα μαλλιά της.
Κι αυτό το άγγιγμα από το χέρι αυτού του ανθρώπου ήταν αρκετό για να την κάνει να νιώσει αμέσως καλύτερα.
-πες μου την αλήθεια, Κραντ, πιστεύεις πως θα τα καταφέρω να φορέσω το στέμμα με αποτελεσματικότητα κι αξιοπρέπια; Θέλω ο πατέρας μουνα είναι περήφανος για μένα.
-Να είσαι σίγουρη πως θα γίνεις μια σοφή κι αγαπητή βασίλισσσα που θα κυβερνά με δικαιοσύνη και βαθιά γνώση. Εγώ θα το φροντίσω αυτό. Κι επιπλέον η τέχνη που τόσο λατρεύεις σε έχει ήδη εφοδιάσει με μια γλυκιά πραότητα που θα κάνει την εμφάνισή της κάθε φορά που κάτι τέτοιο θα κρίνεται απαραίτητο. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Πήγαινε να ξεκουραστείς και μην ανησυχείς άλλο.
Η Αμάντα έμεινε να τον κοιτά για λίγο αλλά τελικά ύστερα από ένα ακόμη ενθαρρυντικό γνέψιμο στράφηκε προς την έξοδο. Η δάρκα την ακολούθησε φτερουγίζοντας. Ήταν ώρα να μιλήσει με τη μεγάλη μητέρα για να πάρει νέες εντολές.
Η Αμάντα μπήκε στα διαμερίσματά της κι άρχισε να ξεντύνεται βιαστικά. Δεν είχε καλέσει τη ραλτίνα επειδή ήξερε πως από στιγμή σε στιγμή εκείνη θα άνοιγε την πόρτα. Πράγματι αυτό δεν άργησε να γίνει. Η υπηρέτρια μπήκε κρατώντας ένα μεγάλο βαρυφορτωμένο δίσκο.
-Μα γιατί δε με κάλεσες; Είπε βλέποντάς τη να ντύνεται μόνη της, γιατί δε με ειδοποίησες τουλάχιστον;
Η αμάντα τελείωσε το ντύσιμο και σωριάστηκε στην άκρη του κρεβατιού της εξουθενωμένη.
-δεν υπήρχε λόγος, τα κατάφερα και μόνη, η ραλτίνα πισοπάτησε αλλά προσπάθησε να μη δείξει την ενόχλησή της.
-εντάξει, όπως επιθυμείς. Πώς πήγε το μάθημα; Ήταν καλός μαζί σου ο Κραντ;
-ναι, είναι βαθύς γνώστης της ιστορίας και της διπλωματίας. Ποτέ δε θα μάθω ούτε τα μισά από αυτά που θέλει να μου διδάξει αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ.
Η Ραλτίνα άρχισε να ετοιμάζει το σερβίτσιο.
-εγώ σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, θα τα πας περίφημα. Μπορείς να έρθεις να φας και δε θα δεχθώ καμιά άρνηση.
Η αμάντα σηκώθηκε αργά αργά και πλησίασε το στρωμένο τραπέζι. Έριξε μια ματιά στα διάφορα φαγητά και μισοχαμογέλασε.
-Μα δε μπορεί να πιστεύετε στ’αλήθεια πως θα τα φάω όλα αυτά μόνη μου!
-θα φας όσο θελήσεις, αλλά εγώ θα είμαι εδώ και θα σε παρακολουθώ.
Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στην πόρτα.
Η αμάντα στέναξε κι άρχισε να τρώει μια κρύα σούπα με ψάρι.
-λοιπόν; Τι γίνεται μέσα στο παλάτι;
-όλοι είναι ανήσυχοι, αποκρίθηκε ειλικρινά η άλλη κοπέλα. Αλλά μη σταματάς να τρως, αλλιώς δε θα σου πω τίποτα. Μίλησα πριν λίγο με τον αρχιερέα.
Η αμάντα της έγνεψε να συνεχίσει δοκιμάζοντας μια πίτα με κρέας και λαχανικά.
-Μου είπε πως θα έρθει να σε βρει κάποια στιγμή μέσα στη μέρα. Θέλει λέει να συζητήσετε κάποια πράγματα για τη στέψη σου.
-Ναι, βέβαια, θα τον περιμένω. Σκεφτόμουν κι εγώ πως έπρεπε να μιλήσουμε.
-Κι ακόμη έμαθα πως ετοίμασε για σένα κάποιο ισχυρό φυλαχτό.
-αλήθεια;
-Ναι, είναι πολύ καλός σε κάτι τέτοια, θα σε προστατεύει είμαι σίγουρη. Αλλά θα σου τα πει καλύτερα κι ο ίδιος αργότερα. Ετοιμάστηκε να σηκωθεί.
-Πού θα πας;
-είναι πολλά που πρέπει να γίνουν ως το βράδυ. Δεν πιστεύω να το ξέχασες;
Η Αμάντα έγνεψε φέρνοντας στο νου της τη Μάγισσα.
-όχι βέβαια, το θυμάμαι καλά. Θέλω κάποιες απαντήσεις και θα τις πάρω απόψε. Θα έρθεις να με βρεις λοιπόν;
-Φυσικά, όταν όλοι πάνε για ύπνο.
Η δάρκα το σημείωσε στο νου της, Δεν ήταν βέβαιη γι’αυτό που πήγαινε να κάνει η αμάντα, αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να την εμποδίσει.
-Λες να μας αντιληφθεί κανείς; Αν γίνει κάτι τέτοιο καταστράφηκα.
-όχι, μην το σκέφτεσαι, δε θα αφήσω ποτέ να καταστραφείς. Η ραλτίνα την πλησίασε κι άρχισε να μαζεύει τα πιατικά.
-Ξεκουράσου λίγο, το χρειάζεσαι.
Η αμάντα πήγε και κάθισε πάλι στο κρεβάτι.
-Θα το ήθελα μα πρέπει να μελετήσω.
-αν το κάνεις τώρα δε θα έχει αποτέλεσμα. Αν κοιμηθείς λίγο θα δεις πόσο πιο εύκολο θα γίνει σε λίγο.
-Λες;
-Ναι, βέβαια. Ξάπλωσε. Την πλησίασε πάλι και τη βοήθησε να ξαπλώσει. Κι ύστερα τη φίλησε στο μέτωπο τυληγοντας τη με τα μυρωδάτα σκεπάσματα.
-κοιμίσου ήρεμα, εγώ θα είμαι εδώ. Η Αμάντα αναστέναξε ανακουφισμένη και η υπηρέτρια ετοιμάστηκε να βγει αλλά η φωνή της τη σταμάτησε.
-είχαμε κανένα νέο από την καινούρια μου δασκάλα;
-Δυστυχώς όχι. Η Ραλτίνα έφτασε στην πόρτα.
-Δε θα έρθει ξανά;
-Μη γίνεσαι ανόητη, θα έρθει. πΟλύ σύντομα, θα το δεις. Αφού δε σου λέω ποτέ ψέματα! Λοιπόν, καλή ξεκούραση. Βγήκε γρήγορα για να μην της δώσει χρόνο να μιλήσει. Ήταν βέβαιη πως θα κοιμόταν πριν περάσουν λίγα λεπτά.
Βγήκε από το δωμάτιο με σκοπό να κατευθυνθεί προς την αίθουσα υποδοχής όταν ξαφνικά άκουσε το όνομά της από κάπου κοντά. Στράφηκε να δει και αντίκρυσε το Μπάρτον που στεκόταν δίπλα της στο διάδρομο. Του χαμογέλασε ψυχρά.
-Γεια σου Ραλτίνα, της μίλησε πρώτος.
-Γεια σου κι εσένα μπάρτον, αποκρίθηκε κάπως ψυχρά εκείνη. Αντιμετοπίζεις κανένα πρόβλημα με τη φιλοξενία μας εδώ;
-Όχι, όλα είναι πολύ καλά. Δεν έχω κανένα παράπονο. Τιμάτε πολύ τους πρεσβευτές εδώ.
-Χαίρομαι που το λες. Θα μπορούσα να κάνω κάτι για σένα;
Ο μπάρτον έκανε ένα βήμα προς το μέρος της αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν της άρεσε.
-νομίζω πως ναι. Ξέρεις καλά την πριγκίπισσα, έτσι δεν είναι;
Η ραλτίνα έσφιξε δυνατά το δίσκο.
-ναι, γιατί το ρωτάς;
Ο άνδρας την κοίταξε διαπεραστικά κιεκείνη ρίγησε χωρίς να το θέλει.
-σου ζητάω συγνώμη που πήρα το θάρρος να σου μιλήσω εδώ γι’αυτό, αλλά είσαι η μόνη που γνωρίζω εδώ μέσα που θα μπορούσε να με φέρει σε επαφή μαζί της.
-γιατί να το κάνω αυτό; Τι θέλεις να συζητήσεις μαζί της;
-το θέμα είναι λεπτό, μην ξεχνάς πως είμαι…
-Ναι ναι, το θυμάμαι. Κατανοώ πως κάποιος σοβαρός λόγος σε φέρνει εδώ αλλά η στιγμή που διάλεξες δεν είναι κατάλληλη για τέτοιες συζητήσεις.
-Λυπάμαι που θα το πω αυτό αλλά γνωρίζω πιο πολλά από εσένα για το συγκεκριμένο αυτό θέμα. Η σπουδαιότητα του είναι μεγάλη. Δεν ήρθα εδώ για ασήμαντη αιτία.
Η Ραλτίνα το σκέφτηκε για λίγο.
-Σου ζητάω συγνώμη είπε κάπως πιο μαλακά. Θα μιλήσω στην αΜάντα για σένα αμέσως μόλις μου δοθεί η ευκαιρία. Εκείνη είναι που θα αποφασίσει πότε θα σε δεχθεί. Ο Μπάρτον της χαμογέλασεφιλικά και εκείνη έκανε τη σκέψη πως δεν ήταν άσχημος άνδρας.
-ευχαριστώ πολύ. Θα περιμένω κάποια ειδοποίηση, σου ζητάω και πάλι συγγνώμη. Τη χαιρέτισε με ένα κούνημα του κεφαλιού και χάθηκε στη στροφή του διαδρόμου, αφήνοντάς τη μόνη, να κρατάει το δίσκο στα χέρια.

σεμίρα

Σεπτεμβρίου 16, 2011

Κεφάλαιο δέκατο
Η μαθητευόμενη γιατρός έτρεξε κοντά στο κρεβάτι της βασίλισσας. ανασήκωσε τη μια άκρη της κουρτίνας κι έσκυψε γεμάτη ενδιαφέρον κι αγωνία πάνω από τη χλωμή γυναίκα.
-είστε καλα; Νιώθετε ζάλη;
Η Μάλφα σκούπισε το ιδρωμένο της μέτωπο με το δεξί της χέρι.
-Όχι, το κεφάλι μου… το στομάχι μου… δεν ξέρω, νιώθω μια δυσφορία.
Η νεαρή κοκκινομάλλα έγνεψε κι άφησε την κουρτίνα πίσω στη θέση της.
-επιστρέφω αμέσως, μην ανησυχείτε.
Χάθηκε στο διάδρομο.
Μόνη η βασίλισσα προσπάθησε να ελέγξει το σώμα της, είχε αρχίσει να τρέμει. Δεν το είχε ομολογήσει στη γιατρό που την παρακολουθούσε κάθε στιγμή πως η κύρια αιτία της ενόχλησής της ήταν ένας τρομερός εφιάλτης που ήρθε να την αναστατώσει ακριβώς την ώρα που η γαλήνη της χαμογελούσε. Δε θα το έλεγε σε κανέναν, δε θα μιλούσε για κείνο το όνειρο επειδή κανείς δε θα την καταλάβαινε. Κι εξάλλου αυτή ήταν η βασίλισσα, η πιο ισχυρή γυναίκα της χώρας, δεν της επιτρέπονταν φοβίες κι ανασφάλειες.
Ωστόσο είχε δει το βασιλιά στον ύπνο της, κάποιος τον κυνηγούσε, δε μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του διώκτη του, ούτε και την ίδια τη μορφή του καλά καλά επειδή φορούσε κάτι που θύμιζε πέπλο.
Στην αρχή ο βασιλιάς έτρεχε να ξεφύγει αλλά σιγά σιγά η απόσταση που τους χώριζε μίκραινε. Η μάλφα ήθελε να του φωνάξει να τρέξει πιο γρήγορα αλλά φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της. Κι έτσι ο διώκτης πλησίαζε όλο και περισσότερο. Κάποτε όμως ο βασιλιάς έπαψε να τρέχει κι εκείνος τον έφτασε και τον άδραξε. Κι εκεί τέλειωνε το όνειρο, τα υπόλοιπα δεν πρόλαβε να τα δει.
Η Μέλντα γύρισε κοντά της λίγα λεπτά αργότερα. Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι κι ακούμπησε στο μέτωππό της ένα βρεγμένο μεταξωτό μαντίλι.
-Θα σας ανακουφίσει, βασίλισσα μου, θα νιώσετε καλύτερα και θα κοιμηθείτε ξανά.
Η μάλφα άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες. Την εμπιστευόταν αυτή την κοπέλα, είχε τη δύναμη να τη βοηθήσει.
-Πιείτε κι αυτό. Η Μέλντα της έδωσε ένα μικροσκοπικό ασημένιο φλιτζάνι.
-εσύ δε θα κοιμηθείς; Τη ρώτησε καθώς εκείνη άρχισε να της τακτοποιεί τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια.
-όχι ακόμη, βασίλισσά μου. Πρώτα θα αναπαυθείτε εσείς κι έπειτα εγώ.
-σε παιδεύω πολύ, έτσι δεν είναι;
-μην το σκέφτεσθε, άλωστε όλα γίνονται για καλό σκοπό. Είναι χαρά μου να μένω στο πλευρό σας.
Η μάλφα αναστέναξε, είχε αρχίσει ήδη να γαληνεύει.
-σε ευχαριστώ πολύ, για όλα. Λες να τελείωσε η γαμήλια δεξίωση;
-είναι πολύ πιθανό. Η ώρα έχει περάσει.
-ελπίζω να γνωρίσω σύντομα τη νύφη. Τα βλέφαρά της είχαν αρχίσει να βαραίνουν.
-ναι βασίλισσά μου, θα κανονισθεί όποτε το επιθυμείτε.
Η μάλφα χαμογέλασε, δε μίλησε ξανά.

-είσαι έτοιμη να αποσυρθούμε, Βάλμα; Ο αρντάν ήρθε πλάι της και τύληξε το δεξί του χέρι γύρω από τη λεπτή της μέση. Η Βάλμα κόλλησε το σώμα της στο δικό του με ευχαρίστηση.
-ναι, αρντάν, είμαι. Είσαι ευτυχισμένος τώρα;
Ο αρχιδικαστής το σκέφθηκε για μια στιγμή. Θα έλεγε την αλήθεια.
-Είμαι, μα θα γίνω ακόμη περισσότερο σύντομα. Την έσφιξε πάνω του. εσύ; Πώς αισθάνεσαι;
-περίφημα, ομολόγησε εκείνη χωρίς δισταγμό κι αναζήτησε τα χείλη του.
Το φιλί έγινε απότομα βαθύ αλλά κανείς από τους δυο δεν είχε τη διάθεση να σταματήσει.
-θέλω όλα να γίνουν σωστά, μούρμουρισε κάποτε ξέπνοα ο αρντάν. Ξέρεις πόση σημασία έχουν για μένα αυτά.
Η βάλμα στέναξε και τραβήχθηκε απρόθυμα από την αγκαλιά του.
-το ξέρω, αρντάν, έλα πάμε, θα μου πάρει λίγη ώρα να ετοιμαστώ.
Την πήρε από το χέρι κι άρχισαν να περπατούν βιαστικά.
-σου άρεσε ο γάμος, η δεξίωση;
-όλα ήταν υπέροχα, αντάξιά σου.
Της χαμογέλασε στο σκοτάδι της νύχτας.
-ήσουν πανέμορφη, αληθινή θεά.
-αλήθεια το λες;
-βέβαια, θα είμαι πάντα ειλικρινής μαζί σου. Της έσφιξε πιο δυνατά το χέρι καθώς σκέφθηκε τις συνέπειες των τελευταίων του λόγων.
-ήθελα να σε ρωτήσω κάτι, ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που ήρθε να μας βρει στη δεξίωση κάπως καθυστερημένη;
-η Ρόνια. Μια από τις αναρίθμητες αυλητρίδες του παλατιού.
-δεν είναι μέλος της βασιλικής ορχήστρας, σωστά;
-Πολύ σωστά. Είναι στην υπηρεσία της βασίλισσας αλλά τον τελευταίο καιρό δεν παίζει πολύ για κείνη. Όλοι την εκτιμούν για το ήθος της. Ο βασιλιάς την ευνοεί, είμαι σίγουρος πως πολύ σύντομα θα της βρει σύζυγο.
-το κάνει συχνά αυτό;
-αρκετά συχνά, θέλει να έχει παντού τον πρώτο λόγο.
-σωστά ενεργεί.
-βρίσκεις;
Η βάλμα δάγκωσε τα χείλη της.
-Αλήθεια πώς σου φάνηκε; Τον συμπάθησες;
-αρκετά. Δείχνει επιβλητικός κι ακριβοδίκαιος. Μα ας μη μιλάμε άλλο για αυτόν απόψε. Θα βρούμε κάτι καλυτερο να κάνουμε.
Είχαν μόλις φτάσει στα διαμερίσματά τους.
Ο αρντάν συγκατένευσε. Η βάλμα έβαλε το χέρι στον ώμο του κι έσκυψε στο αφτί του.
-θέλω λίγο χρόνο για να προετοιμαστώ για σένα.
-δε χρειάζομαι τίποτα περισσότερο.
Ξαφνικα βιαζόταν πολύ.
Άπλωσε το χέρι του αλλά εκείνη γλίστρησε μακριά του με μια χορευτική κίνηση.
-Δε θυμάσαι τι έλεγες πριν; άσε με να κάνω αυτό που πρέπει, δε θα τα μετανιώσεις. Δε θα αργήσω.
Ο αρχιδικαστής αναστέναξε νικημένα.
-εντάξει, με έπεισες. Θα σε περιμένω εδώ. Κάθισε σε έναν καναπέ κι έκλεισε τα μάτια.
Η βάλμα μπήκε στο εσωτερικό ενός μικρού δωματίου κι άρχισε να πετάει από πάνω της τα βαριά της ρούχα. Ήθελε να αλείψει το σώμα της με έλαια κι ακριβά αρώματα κι ακόμη να χτενίσει τα μαλλιά της και να φορέσει ένα αραχνούφαντο πέπλο. Έπειτα θα τον καλούσε.

-θα σε σκοτώσω, Κάρλα. Ο Λόρεν τύληξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της κι άρχισε να τον χαιδεύει.
-δε μπορεί να το εννοείς αυτό. Το ρίγος που τη διαπέρασε ήταν έντονο μα έκρυβε μέσα του και μια γλυκιά σαγήνη.
-θα το κάνω, κι υστερα θα φύγω για πάντα από το παλάτι. Όλοι θα καταλάβουν πως το έκανα εγώ όταν σε βρουν.
Η Κάρλα προσπάθησε να τραβηχθεί αλλά τα χάδια του έγιναν πιο γλυκά.
-μου λες ψέματα.
Ο Λόρεν την ξάπλωσε στον καναπέ κι άρχισε να της ξεκουμπώνει το μακρύ της φόρεμα.
-για την ώρα αγάπη μου, θέλω να ζήσω μαζί σου λίγες στιγμές, όσες σου απομένουν.
Η διαστροφή της χτυπούσε την πόρτα αλλά εκείνη δεν της άνοιγε να μπει. Όσο το μυαλό της ούρλιαζε να φύγει άλλο τόσο το σώμα της βούλιαζε στην ηδονή. Ο Λόρεν ήταν καλός εραστής, ήξερε πώς να την ικανοποιήσει. Θα το έκανε και τούτη τη φορά κι ύστερα θα την άφηνε και θα έφευγε. Δεν ήξερε αν θα προλάβαινε την αρχή της δεξίωσης αλλά ίσως τελικά να μην είχε και μεγάλη σημασία αυτό τώρα. Θα άρχιζαν χωρίς εκείνη.
-Θα είμαι ο τελευταίος άνδρας που σε φίλησε, ο τελευταίος άνδρας που σε άγγιξε. Ο λόρεν έλυσε τη ζώνη του κι έπειτα άρχισε να λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του.
-αν δεν ήθελες την αποκλειστικότητα όλα θα ήταν πιο εύκολα για μας.
Μιλούσε χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να το θέλει.
-πάντα παίρνω αυτό που θέλω, το ξέρεις.
Πέταξε και τα υπόλοιπα ρούχα του και ξάπλωσε δίπλα της.
-τώρα θα ξεχάσεις το νεαρό σου σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μόνο το όνομά μου θα μείνει μέσα σου.

άγχος και σοκολάτα

Σεπτεμβρίου 14, 2011

Άγχος και σοκολάτα
Α. άγχος
Τι κάνετε όταν έχετε άγχος; Πώς το καταπολεμάτε;
Εγώ συνήθως παίζω πιάνο, τραγουδάω, γράφω… Κάποιες φορές κάτι από όλα αυτά αποδίδει κάποιες πάλι δεν πιάνει τίποτα. Όλες οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Στην περίπτωση αυτή αν είναι βράδυ ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και περιμένω να με πάρει ο ύπνος ξέροντας πως την επόμενη μέρα όλα θα πάνε καλύτερα.
Συχνά αναρωτιέμαι τι κάνουν οι άλλλοι άνθρωποι σε παρόμοιες περιπτώσεις. Υποθέτω πως ο καθένας το αντιμετοπίζει με το δικό του τρόπο. Κάποιοι βλέπουν τηλεόραση, κάποιοι περνούν όλη τη μέρα αγκαλιά με τον υπολογιστή, άλλοι πάλι κάνουν βόλτες ή τρώνε.
Αυτό το τελευταίο έχει κάποιο ενδιαφέρον. Τι τρώτε όταν έχετε άγχος;
Γλυκά κυρίως.
Χρησιμοπίησα β πληθυντικό επειδή εγώ τρώω πάντα γλυκά, όταν είμαι χαρούμενη ή λυπημένη ή κουρασμένη… κάθε μέρα υπάρχει ένας καλός λόγος για ένα ωραίο γλύκισμα.
Β. Σοκολάτα
Όσοι με ξέρουν καλά γνωρίζουν πως το αγαπημένο μου γλυκό είναι η σοκολάτα. Πάντα ήταν, με εξτασίαζε από τότε που ήμουν παιδί. Γενικά προσπαθώ να τις αποφεύγω αλλά δεν τα καταφέρνω συχνά να αντισταθώ στον πειρασμό. Μου αρέσουν οι σοκολάτες κάθε είδους, γεμιστες με φρούτα ή ξηρούς καρπούς, αλλά και οι σκέτες, οι μαύρες οι γάλακτος…Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον τις προτιμάω τις γάλακτος.
Κι ακόμη οι σοκολάτες μου αρέσουν μέσα σε γλυκά, σε παγωτά και πάστες.
Τον τελευταίο μήνα έφαγα τουλάχιστον τρεις διαφορετικές πάστες με σοκολάτα. Σοκολατίνα με γλάσο, γάλακτος και μους.
Προσπαθούσα να αποφασίσω ποια προτιμάω από όλες αυτές αλλά τελικά το μόνο που βγήκε ήταν αυτή η ανάρτηση.
Νομίζω πως η αναζήτηση θα συνεχισθεί…

Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 12, 2011

-Ναι μα η αράλ είναι μεγάλη θεά, κι αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο ισχυρή από τη στρίλντα. Πώς τα κατάφερε να τη διώξει;
Η Λίγκρα ανασήκωσε τους ώμους της μισοχαμογελώντας.
-για να πω την αλήθεια, αυτό δεν το ξέρω, αλλά κάτι υποψιάζομαι.
-δηλαδή;
-Να, φαίνεται πως έχει κάποιο μυστικό όπλο το οποίο δεν το έχει αποκαλύψει ούτε σε εμένα.
Η στρίλντα τους πλησίασε και κάθισε κοντά τους. Έδειχνε εξουθενωμένη αλλά χαρούμενη.
-Λοιπόν; Τι συμβαίνει τώρα μέσα στην άρπα; Η Λίγκρα μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Δεν ήθελε να ταράξει τις σκέψεις της θεάς.
-Θα δεις, Λίγκρα, τώρα θα δεις.
Κι όταν τελείωσε τη φράση της η μουσική άρχισε ξανά, γλυκιά κι αέρινη. Ολόκληρη η άρπα έμοιαζε να δονείται παράξενα.
Τότε η στρίλντα σηκώθηκε ξανά κι άρχισε να μιλάει δυνατά και διαπεραστικά.
-Μπρούνκαλ με ακούς;
-Μπρούνκαλ;
-Ναι, Στρίλντα, η φωνή του πολεμιστή ακούστηκε πεντακάθαρη.
-πώς αισθάνεσαι εκεί μέσα;
-Η άρπα είναι φιλόξενη κατοικία για την ψυχή μου. Ελπίζω μόνο το σώμα μου να είναι ασφαλές κοντά σου.
-είναι, μη σε απασχολεί αυτό. Φρόντισε να κάνεις καλά τη δουλειά σου και το σώμα σου θα σε περιμένει εδώ, θα σε υπηρετεί πάντα με την ίδια αφοσίωση, αρκεί να έχεις στο νου σου τη συμφωνία που κάναμε.
-Μείνε ήσυχη, στρίλντα, θυμάμαι όλα όσα είπαμε. Πότε θα φύγω;
Η θεά ανασήκωσε τα καλοσχηματισμένα της φρύδια και στράφηκε να κοιτάξει τη νεράιδα η οποία ανταποκρίθηκε αμέσωςστο βλέμμα της.
Πότε θα είσαι έτοιμη να φύγεις;
-Όποτε το προστάξεις, ακόμα και τώρα. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ο νέος πολεμιστής που έχουμε μαζί μας.
Κοίταξε το Δάλκιρ δίπλα της και η στρίλντα τη μιμήθηκε.
-μη σε νοιάζει γι’αυτόν, ξέρω καλά τι θα κάνω μαζί του.
Ο Δάλκιρ που όλο εκείνο το διάστημα πάλευε να ακούσει ξανά τη φωνή παράτησε την προσπάθεια και στράφηκε να τις κοιτάξει.
-Νομίζω πως είναι ώρα να μάθω τους σκοπούς σας για μένα. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω ψάχνοντας για το σπαθί του.
-μη βιάζεσαι τόσο, δε χρειάζεται. Θα τα μάθεις όλα, φτάνει να μην είσαι τόσο ανυπόμονος.
-δεν έχετε δικαίωμα να με κρατάτε αιχμάλωτο εδώ, έχω άλλη αποστολή.
-τι είδους; Αυτή που σου ανατέθηκε χθες απέτυχε, το ξέχασες;
Ο δάλκιρ χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος. Το θυμόταν πολύ καλά. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Είχε απογοητεύσει τη μεγάλη μητέρα, κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. έπρεπε να επανορθώσει.
Στο μεταξύ η η Λίγκρα εξακολουθούσε να μιλάει.
-αν είναι όλα έτοιμα μπορώ να πάω και πάλι πίσω στο παλάτι, άλωστε νομίζω πως η αμάντα θα αναρωτιέται που πήγα. Αν δηλαδή την αφήσει η θλίψη της.
Η στρίλντα χαμογέλασε.
-Ναι, θα είναι πολύ λυπημένη αλλά εμείς δεν είμαστε, έτσι δεν είναι;
Πήγε προς το μέρος της άρπας και την πήρε με προσοχή στα χέρια της.
-σου την παραδίδω, λίγκρα. Νομίζω πως ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
Η νεράιδα εγνεψε καταφατικά.
-μείνε ήσυχη στρίλντα, το ξέρω καλά το καθήκον μου. Όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις. Εγώ κι ο μπρούνκαλ θα σε ενημερώνουμε τακτικά και θα ζητάμε τη συμβουλή σου.
Θα περιμένω νέα σου.
-Και τι θα κάνεις με το δάλκιρ;
-θα σου πω όταν αποφασίσω.
Ο πολεμιστής τις πλησίασε βιαστικά.
-Μη με αφησεις εδώ, κοίταξε ικετευτικά τη νεράιδα.
-δε μπορώ να σε πάρω. Λυπάμαι. Ίσως προκαλέσεις δυσκολίες στα σχέδιά μας.
-δε θέλω να μείνω εδώ. Ο δάλκιρ άρχισε να τρέχει ψάχνοντας μια πιθανή διέξοδο. Το γέλιο της θεάς έφτασε απειλητικά σκληρό ως τα αφτιά του.
-μην κουράζεσαι άδικα, δε θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ χωρίς τη βοήθιά μου.
-Μα πού πάει; Η λίγκρα τύληξε τα χέρια της γύρω από την άρπα.
-Μην τον σκέφτεσαι, θα καταλήξει στη φωλιά του σκοταδιού χωρίς αμφιβολία. Εκεί η καρδιά του θα παγώσει κι ο νους του θα ατονίσει γρήγορα. Εκτός κι αν κάνω εγώ κάτι γι’αυτό. Θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά του.
Η Λίγκρα την κοίταξε μελαγχολικά.
-είναι κρίμα, είναι ωραίος άνδρας.
-αλήθεια, το διασκέδασες μαζί του, έτσι δεν είναι; Ξεχνάς πως στην πραγματικότητα είναι ξωτικό.
Η νεράιδα τίναξε κάπως ενοχλημένη τα μαλλιά της.
-αν μου το επέτρεπες εγώ θα φρόντιζα να τον μεταμορφώσω, θα έμενε μαζί μου.
-αλήθεια; Τέτοια σχέδια έχεις λοιπόν; Μα εντάξει, γιατί όχι; Άκου τι θα κάνουμε, αν τα καταφέρεις καλά στη δουλειά σου ο δάλκιρ θα γίνει δικός σου.
-Το λες αλήθεια;
-ναι, έχεις το λόγο μου.
Η Στρίλντα της άπλωσε το χέρι της. Τα μάτια της άστραφταν, την είχε μελετήσει καλά την κίνησή της, θα έδινε στον καθένα ό,τι ήθελε φτάνει να την εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο.
Η Λίγκρα με την άρπα στην αγκαλιά της βγήκε από το δωμάτιο βιαστική. Θα πήγαινε αμέσως να συναντήσει τη φρουρά που πλαισίωνε τον Μπρούνκαλ για να ξεκινήσουν όλοι μαζί για το παλάτι της αμάντας. Δεν ήθελε να χάσει άλλο χρόνο εκεί. Ευτυχώς η επιστροφή στον κόσμο των ανθρώπων θα γινόταν με τρόπο πολύ πιο γρήγορο χάρη στις ξεχωριστές της ικανότητες. Οι πολεμιστές την πλησίασαν χωρίς λέξη και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω της, εκείνη τους κοίταξε για λίγο, έναν έναν, συγκρίνοντάς τους με τον άνδρα που είχε αφήσει πίσω της, Κανείς δεν του έμοιαζε, ο μόνος ίσως που θα μπορούσενα συγκριθεί μαζί του ήταν ο Μπρούνκαλ. Αλλά κι αυτός θα έδειχνε την αξία του πολύ σύντομα. Καθώς έβγαινε από το παλάτι αναρωτήθηκε για τελευταία φορά ποια τύχη περίμενε τον δάλκιρ.
Η Ραλκ σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι ο αέρας γύρω της λιγόστευε. Τα λόγια της μεγάλης μητέρας έκαναν κύκλους στο νου της κάνοντάς τη να νιώθει όλο και πιο άσχημα. «είσαι εκεί που δεν πρέπει να είσαι «».
Μα πώς είχε βρεθεί εκεί; Ποιος την είχε οδηγήσει στο άγνωστο; Ο δάλκιρ μήπως; Πήρε μια βαθιά ανάσα νιώθοντας μια σουβλιά πόνου στο στήθος της. Ο αέρας λιγόστευε επικίνδυνα. Μα ναι, η φωνή του ήταν, χωρίς αμφιβολία. Δε μπορούσε ωστόσο να την είχε παγιδεύσει με τη θέλησή του. Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά. Εκείνη είχε παρατήσει τα πάντα για το χατίρι του, ήταν ποτέ δυνατό να της το ξεπλήρωνε με τέτοιο τρόπο;
Καποιο λάθος είχε γίνει σίγουρα και θα το ανακάλυπτε. Αργά και με προσοχή σήκωσε τα μάτια της ψηλά για να παρατηρήσει τα διάφορα σύμβολα. Όλα ήταν τόσο αντιφατικά, της θύμιζαν μια παράξενη αρχαία γραφή για την οποία τους μιλούσε κάθε τόσο η μεγάλη μητέρα. Να ήταν άραγε η ίδια; Μα τι ανόητη σκέψη, αν ήταν δε θα της το ανέφερε λίγο πριν;
Όταν ένιωσε τα αφτιά της να αρχίζουν να βουίζουν κατάλαβε πως ο χρόνος της τελείωνε. Ήταν ώρα να πάρει την απόφασή της. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ελεύθερα πια μα αυτό ήταν το λιγότερο. Άρχισε να χαιδεύει τα διάφορα χαράγματα προσπαθώντας να νιώσει κάποια καθοδηγητική άβρα αλλά κανένα σημάδι δεν της αποκαλυπτόταν. Η επιλογή δεν ήταν εύκολη. Τρόμος την κυρίευσε στη σκέψη του κόσμου της λήθης, θα ήταν κρύα και δυσάρεστα εκεί κάτω. Κανείς δε θα την περίμενε κι εκείνη δε θα έβλεπε ξανά τον αγαπημένο της δάλκιρ.
Όταν άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της κι άγγιξε έναν κύκλο που στο κέντρο του ήταν ζωγραφισμένο ένα αστέρι. Με όση δύναμη της είχε απομείνει το πίεσε κι ύστερα λιποθύμησε.
Δεν ένιωσε τίποτα, ούτε τις δονήσεις του εδάφους, ούτε τις αστραπές που έσκισαν τον αέρα. Η τελευταία της σκέψη ήταν πως έπρεπε να πιέσει με δύναμη το αστέρι γιατί αν έμενε εκεί μέσα λίγο παραπάνω θα πέθαινε.

Σεμίρα

Σεπτεμβρίου 9, 2011

Κεφάλαιο ένατο
Η κάρλα μπήκε στα διαμερίσματά της κι έκλεισε την πόρτα αθόρυβα πίσω της. Ένιωθε πολύ κουρασμένη και ήξερε πως ο χρόνος που είχε στη διάθεσή της ήταν ελάχιστος.
Θα έπινε γρήγορα ένα κοκτειλ κι ύστερα θα άλλαζε ρούχα.
Αυτά που φορούσε τώρα είχαν αρχίσει να τη στενεύουν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Έβγαλε τα παπούτσια της και τα έστειλε στη γωνία του προθάλαμου, ενώ την ίδια στιγμή άρχισε να καλεί δυνατά τη Μάρα, την τελευταία της υπηρέτρια.
Δεν εγκατέλειπε ποτέ τα διαμερίσματα της χωρίς την έγκρισή της μα τώρα δεν της απαντούσε.
Κι αυτό την εξόργισε. Έτρεξε ξιπόλητη κι άνοιξε τη τζαμένια πόρτα που έβγαζε κατευθείαν στο κεντρικό της σαλόνι. Τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κατακόκκινα και τα μάτια της σπίθιζαν έντονα.
Ετοιμάστηκε να βάλει ξανά τις φωνές χωρίς να μπει στον κόπο να την ψάξει στο χώρο αλλά την πρόλαβαν τα λόγια κάποιου άλλου.
-Καλησπέρα, Κάρλα, πώς ήταν η τελετή; Δε ρωτάω για το παίξιμό σου, είμαι σίγουρος πως διέπρεψες.
Τα χέρια της γυναίκας γλίστρησαν από την πόρτα κι έπεσαν στα πλευρά της. Μόνο τα μάτια της εξακολουθούσαν να κινούνται ανεξέλεγκτα χωρίς να εστιάζουν πουθενά στο χώρο. Έτσι ο άνδρας που καθόταν αναπαυτικά στο μεγάλο καναπέ με τα φουσκωτά μαξιλάρια μίλησε ξανά χαμογελώντας πιο πλατιά.
-τι συμβαίνει, καλή μου; Σε τρόμαξα; Σε ξάφνιασα; Δε χαίρεσαι που με βλέπεις ξανά;
Η κάρλα έσυρε τα πόδια της και μπήκε στο σαλόνι κλείνοντας ωστόσο την πόρτα την τελευταία στιγμή. Αυτό δε θα ξεχνούσε ποτέ να το κάνει, είχε πάρει πολλά μαθήματα μέσα σε κείνο το παλάτι.
Πήγε κατευθείαν σε ένα από τα αναρίθμητα ράφια που κάλυπταν όλες τις πλευρές του τοίχου και τράβηξε ένα μικρό τετράγωνο μπουκαλάκι. Το άνοιξε και ήπιε μια γερή γουλιά.
Μόνο έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα βρήκε το κουράγιο να καθίσει απέναντι του.
-Πώς μπήκες εδώ μέσα; Πού είναι η Μάρα;
Ο άνδρας άπλωσε το χέρι στο τραπεζάκι μπροστά του και πήρε κι εκείνος ένα μισογεμάτο χαμηλό ποτήρι. Δεν ήπιε ωστόσο προτού της απαντήσει.
-Η μάρα ήταν πολύ κουρασμένη, δεν αισθανόταν πολύ καλά. Της είπα πως μπορούσε να αποσυρθεί.
Το μπουκάλι άρχισε να τρέμει μέσα στα χέρια της γυναίκας.
-όσο για το πώς μπήκα… έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του και όταν το ξαν’α’βγαλε κρατούσε ένα ασημένιο κλειδί.
-μα πώς… Αφού μου το έδωσες όταν χωρίσαμε! Η Κάρλα άφησε κι εκείνη το μπουκάλι στο τραπέζι κι άπλωσε το δεξί της χέρι να το πάρει.
Ο άνδρας της το έδωσε χωρίς καθυστέρηση.
-είμαι προνοητικός, καλή μου. Πριν σου το επιστρέψω φρόντισα να βγάλω αντικλείδι.
-γιατί;
-είναι απλό, εσύ δε θα με άφηνες να ξαναμπώ ποτε πια εδώ μέσα, σωστά;
Εκείνη έγνεψε καταφατικά πετώντας το κλειδί πλάι στο μπουκάλι.
-φυσικά, κι είχα δώσει τις ίδιες εντολές και στη Μάρα αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο τις παρέβλεψε.
-λίγα ασημένια νομίσματα ήταν αρκετά.
Η Κάρλα εξαγριώθηκε.
-πώς τολμάς να μιλάς έτσι;
-νόμιζα πως με εκτιμούσες για την ευθύτητά μου…
-γιατί ήρθες, Λόρεν; Όλα μεταξύ μας τελείωσαν πριν δυο μήνες. Τότε τα είπαμε όλα, κάνω λάθος;
-ναι, μεγάλο λάθος.
Ο Λόρεν σηκώθηκε κι άρχισε να κάνει το γύρο του τραπεζιού.
Η κάρλα έμεινε να τον κοιτάζει παρά τη θέλησή της. Αναμφίβολα ήταν ωραίος άνδρας, το πρόσωπό του στόλιζαν δυο γαλάζια μάτια που όταν χαμογελούσε θύμιζαν θάλασσα κι όταν θύμωνε γίνονταν όμοια με πάγο. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, σγουρά και μακριά και το σώμα του γυμνασμένο. Κι όλα αυτά μαζί την είχαν κερδίσει.
-με κοιτάς, ωραία. Κάθισε δίπλα της με άνεση. Αυτό σημαίνει πως σου αρέσω ακόμη;
-όχι, δηλαδή ναι, είσαι ωραίος άνδρας αλλά δε μπορώ να γυρίσω σε εσένα. Περάσαμε όμορφα, πολύ όμορφα αλλά τώρα…
Άφησε μισή τη φράση της σταυρώνοντας τα χέρια της στα γόνατά της.
-τωρα τι; Είσαι με κάποιον άλλον;
-Ναι.
-Ξέρω με ποιον.
Ο Λόρεν άρπαξε το μπουκάλι της και ήπιε λαίμαργα φέρνοντάς το στα χείλη του.
-Ξέρεις; Πώς ξέρεις; Κανείς δε μας είδε ποτέ.
Ήπιε και πάλι. Η αναστάτωσή της ήταν ολοφάνερη.
-εγώ ναι, σας είδα. Η μάρα ήταν πολύ πρόθυμη…
-Ξέρω ξέρω, για λίγα νομίσματα.
-μαθαίνεις, αυτή τη φορά πρόσθεσα κι ένα δαχτυλίδι. Έχει ένα λουλούδι… αλήθεια δεν το έχεις προσέξει ποτέ στο χέρι της;
-μην είσαι ανόητος, δεν το έχει φορέσει εδώ μέσα.
-σωστά. Καλά, λίγη σημασία έχει αυτό τώρα. Γεγονός είναι πως γνωρίζω την ταυτότητα του τελευταίου εραστή σου. Είναι ο φάρεν, το μικρότερο μέλος της βασιλικής μπάντας.
Η κάρλα έπνιξε την κραυγή φρίκης που ανέβηκε ως το λαιμό της. Ο φάρεν ήταν ανήλικος. Αν μαθευόταν η σχέση τους τότε το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε δε θα είχε προηγούμενο.
-Λοιπόν, γιάυτόν με χώρισες; Τι του βρήκες αλήθεια;
-είναι καλός μουσικός, αν ακούει τις συμβουλές μου ίσως μια μέρα με διαδεχθεί.
-δε νομίζω πως κοιμάσαι μαζί του για να τον εκπαιδεύσεις, έτσι δεν είναι; Μα τώρα που το σκέφτομαι έχεις πολλά να του μάθεις.
-σταμάτα. Η Κάρλα σηκώθηκε.
-Πού πας;
-πρέπει να ετοιμαστώ για την τελετή. Αν καθυστερήσω λίγο ακόμη όλοι θα αρχίσουν να ανησυχούν.
-Ο άνδρας την κάθισε και πάλι στον καναπέ αφήνοντας το χέρι του στην πλάτη της.
-αυτό είναι βέβαιο, όλι θα ανησυχούν σύντομα για εσένα αν δεν κάνεις αυτό που πρέπει.
Η Κάρλα ανατρίχιασε. Τον κοίταξε περιμένοντας τον να συνεχίσει.
-τι θέλεις να πεις; Θα με εκβιάσεις; Θα προδώσεις το μυστικό μου;
Το χέρι του Λόρεν άρχισε να γλιστράει κάθετα στην πλάτη της.
-δεν έχω τέτοια πρόθεση, όλοι έχουμε δικαίωμα στο λάθος αρκεί να το διορθώνουμε έγκαιρα.
Την τράβηξε πιο κοντά του κι εκείνη δε βρήκε τη δύναμη να αντισταθεί.
-τι θέλεις από εμένα;
-να ξαναγίνεις δική μου. Θέλω να ξεχάσεις το νεαρό και να αφοσιωθείς σε εμένα. Δε θα σε δω ποτέ πια με άλλον άνδρα.
Η κάρλα επιτέλους προσπάθησε να τραβηχθεί μακριά του αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν πιο δυνατός από εκείνη και το ήξερε, κάποτε μάλιστα αυτό τη συνάρπαζε.
Ωστόσο αυτό που της πρότεινε δε θα το άντεχε για κανέναν λόγο. Δε θα μπορούσε να μείνει πιστή σε κάποιον άνδρα παραπάνω από λίγους μήνες.
-Αλλιώς τι θα κάνεις;
Είχε μιλήσει χωρίς να το πολυσκεφθεί και τώρα το μετάνιωνε αλλά ο χρόνος δε γύριζε πίσω πια.
-αυτό θα το μάθεις πολύ σύντομα αν αρνηθείς.
Την αγκάλιασε και παίρνοντας το πρόσωπό της στα χέρια του το έστρεψε προς το δικό του.
Η ανάσα της κόπηκε στη στιγμή. Δεν τον είχε εγκαταλείψει επειδή της ήταν αδιάφορος πια αλλά εξαιτίας της φύσης του χαρακτήρα της που δεν της επέτρεπε να κάνει μια μόνιμη σχέση. Δεν της άρεσε η ασφάλεια.
-σκέψου το λίγο, κάρλα. Σκέψου το σκάνδαλο, τις επιπτώσεις που θα έχει στις ζωές σας, στη δουλειά σου…
-δε μπορώ να μείνω μαζί σου για πάντα, το ξέρεις, δε μπορώ…
-γιατί; τόσο πολύ τον ερωτεύθηκες αυτό το νεαρό;
-όχι, δεν είναι αυτό… τα μάτια της βούρκωσαν. Ο φάρεν είναι καλός, με λατρεύει αλλά δε μένω μαζί του γι’αυτό. Ξέρω πως δε θα τολμήσει ποτέ να μου ζητήσει περισσότερα από αυτά που του δίνω. Αυτό με κρατάει κοντά του ως τώρα.
-ναι αλλά ο Φάρεν δε θα σου φερθεί ποτέ όπως εγώ. Δεν έχει τη δική μου οικονομική άνεση, ούτε το δικό μου χαρακτήρα, ούτε τη δική μου εμπειρία σε τόσο σοβαρά θέματα όπως η πολιτική κι ο πόλεμος.
Η κάρλα ήξερε πως εδώ ο Λόρεν είχε δίκιο. Δούλευε για το βασιλιά σαν διπλωμάτης και κάποτε που εκείνος τον είχε χρειασθεί δεν είχε διστάσει να πολεμήσει στο πλευρό του με μεγάλη επιτυχία.
-Το ξέρω αυτό… μα δε μπορώ…
-Ούτε κι εγω μπορώ να σε μοιράζομαι. Καμιά γυναίκα δε με είχε απορρίψει πριν από εσένα, καμιά γυναίκα δεν αγάπησα περισσότερο από εσένα.
Σταμάτησε να μιλάει και πίεσε τα χείλη του πάνω στα κλειστά δικά της.

Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 8, 2011

Η στρίλντα ξέσπασε σε ένα γέλιο που θύμιζε λάμα καλοτροχισμένου μαχαιριού και βγήκε από το δωμάτιο σέρνοντας πίσω της το άψυχο σώμα του Μπρούνκαλ. Ο πολεμιστής τα είχε καταφέρει με τον καλύτερο τρόπο κι αυτό την εξυπηρετούσε θαυμάσια. Δεν το χρειαζόταν το σώμα του αλλά θα το προστάτευε για πολλούς λόγους. Κι άλωστε ίσως ήθελε να το γνωρίσει η κόρη της, η σκέψη αυτή της έφερε κι άλλα δυνατά γέλια μα προσπάθησε να τα Καταπνίξει. Χωρίς βιασύνη μπήκε στην αίθουσα όπου την περίμεναν ο δάλκιρ και η λίγκρα. Πήγε και κάθισε κοντά τους μισοχαμογελώντας ακόμη. Όταν μίλησε στη Λίγκρα εκείνη τινάχτηκε από τη θέση της.
-είναι όλα έτοιμα. Φυλάκισα την ψυχή του.
-Μπράβο, στρίλντα. Η νεράιδα χαμογέλασε και κείνο το χαμόγελο φάνηκε ακτινοβόλο στο δάλκιρ αλλά απόδιωξε την αίσθηση φέρνοντας ξανά στο νου του τη ραλκ.
-τι πρέπει να γίνει τώρα; Η Λίγκρα μίλησε ξανά, γονατίζοντας μπροστά από τη Στρίλντα. Εκείνη της χάιδεψε τα μαλλιά κι ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα της νεράιδας. Στα τόσα χρόνια που την υπηρετούσε είχε μάθει πολλά για τη θεά και ένα από αυτά ήταν πως το χάδι στα μαλλιά θα την έβαζε σε μεγάλους μπελάδες. Δεν έπεσε έξω.
-γλυκιά μου Λίγκρα, είπε η θεά μελιστάλαχτα, εξακολουθώντας να τη χαιδεύει, ήρθε η ώρα να επιστρέψεις στο παλάτι κοντά στην αΜάντα. Σε χρειάζεται αληθινά. Θα έχεις μαζί σου το δώρο σου που είναι πραγματικά ανεκτίμητο.
Η στρίλντα σηκώθηκε κάνοντάς την στην άκρη και η νεράιδα βιάστηκε να τη μιμηθεί. Ο δάλκιρ τις παρακολουθούσε προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα ενώ αναρωτιόταν αν τον είχαν ξεχάσει.
Η Στρίλντα πλησίασε την πανέμορφη άρπα κι άρχισε να τη χαιδεύει με τα ακροδάχτυλά της γλυκά κι αργά, σχεδόν ερωτικά.
Ο δάλκιρ άρχισε να νιώθει ακόμη πιο άβολα καθώς στριφογυρνούσε στη θέση του νευρικά. Χρειάστηκε να του μιλήσει πολλές φορές η στρίλντα για να του αποσπάσει την προσοχή.
-σε παρακαλώ, πολεμιστή, μετέφερε το σώμα του μπρούνκαλ στον καναπέ, δε θέλω να πάθει το παραμικρό. Ο δάλκιρ σηκώθηκε σαν υπνοτισμένος κι έκανε ό,τι ακριβώς του ζήτησε η θεά. Καταλάβαινε πως κάτι σημαντικό θα γινόταν από στιγμή σε στιγμή.
Σήκωσε εύκολα το σώμα του άνδρα που έμοιαζε πανάλαφρο στα χέρια του και το ξάπλωσε στον καναπέ. κΟίταξε για μια στιγμή το πρόσωπό του αλλά την επόμενη στιγμή απόστρεψε το βλέμμα από πάνω του, Δεν του άρεσε αυτό που έβλεπε. Μια θανάσιμη χλωμάδα ήταν απλωμένη στο πρόσωπο εκείνου του άνδρα. Τι του είχε κάνει άραγε η θεά; Να περίμενε και τον ίδιο παρόμοια τύχη;
Άρχισε να μετατοπίζει το βάρος του σώματός του από το ένα πόδι στο άλλο, χωρίς να συνειδητοποιεί πως είχε αρχίσει να κατευθύνεται προς την έξοδο της αίθουσας.
Το πρόσεξε όμως η Λίγκρα που του φώναξε παγερά να επιστρέψει πίσω στη θέση του. Ο πολεμιστής έγνεψε καταφατικά κι ετοιμάστηκε να κάνει αυτό που του ζήτησε αλλά όταν δοκίμασε να περπατήσει τα πόδια του αρνήθηκαν να τον υπακούσουν και παρέμειναν καρφωμένα στο έδαφος. Τότε άκουσε εκείνη την παράξενη φωνή πολύ κοντά στο αφτί του, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε.
«δάλκιρ, με ακούς»; «Μη μιλήσεις, μόνο τηλεπαθητικά επιτρέπεται η επικοινωνία μαζί μου, άλωστε ακόμη κι αν το κάνεις εγώ δε θα σε ακούσω κι εσύ θα μπεις σε μπελάδες».
-Ναι, σε ακούω, πολύ καθαρά, μα δεν ξέρω ποια είσαι.
-είμαι πνεύμα, ανήκω στην ομάδα που σε προστατεύει.
-υπάρχει τέτοια ομάδα πνευμάτων;
-Ναι, βέβαια.
-και γιατί δεν επικοινώνησε κανείς μαζί μου ως τώρα;
-δεν υπήρχε λόγος. Τώρα βρίσκεσαι σε κίνδυνο.
-Ξέρεις που είμαι;
-ναι, εκεί όπου δεν πρέπει. Ο πολεμιστής ανατρίχιασε.
-τι πρέπει να κάνω για να φύγω από εδώ;
-θα σου πω, δεν είναι τόσο εύκολο… προηγούνται άλλα.
Η Στρίλντα εξακολουθούσε να χαιδεύει την άρπα όλο και πιο γρήγορα ενώ τα χείλη της κινούνταν ρυθμικά αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από αυτά. Η Λίγκρα δεν την έχανε στιγμή από τα μάτια της και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τη χρειαζόταν εκείνη την ώρα άρχισε να απομακρύνεται βιαστικά.
-Κάτι κακό γίνεται εκεί αυτή τη στιγμή, συνέχισε η αρχηγός των πνευμάτων. Μπορείς να μου το περιγράψεις;
-θα προσπαθήσω…
Η Λίγκρα έκανε γοργά τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν και τον αγκάλιασε σφιχτά τραβώντας τον μαζί της.
-μην κουνιέσαι, δάλκιρ, η φωνή άρχισε να σβήνει. Μην κουνιέσαι…
-τι κάνεις εκεί; Η λϊγκρα μίλησε στο αφτί του σιγανά.
Ο δάλκιρ ένιωσε τα πόδια του να κόβονται.
-τίποτα, απλά στεκόμουν εδώ. Δε μου είπε κανείς να κάνω κάτι. Προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-γιατί στεκόσουν σε αυτό ακριβώς το σημείο; Η λίγκρα τον τράβηξε μαζί της και η φωνή δεν ακούστηκε ξανά.
Τον οδήγησε πίσω στον καναπε όπου κάθονταν πριν λίγο.
-Τι κάνει η στρίλντα;
-θα δεις… έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του κι έστρεψε πάλι την προσοχή της στη θεά, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πως έβρισκε τόσο γρήγορα τις διόδους ο δάλκιρ. Κάτι έπρεπε να γίνει με αυτό, ίσως έφταιγε η εκπαίδευσή του.
Τότε ήταν που άρχισε η μουσική. Τη στιγμή που η στρίλντα τραβούσε επιτέλους τα χέρια της από την άρπα, ο χώρος γέμισε από μια εξαίσια μελωδία που όμοιά της δεν είχε ξανακούσει κανείς τους. Η μουσική στην αρχή ήταν σιγανή αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε οδηγηθεί σε ένα απίστευτο κρεσέντο χωρίς ωστόσο να γίνεται δυσάρεστη.
Η στρίλντα που είχε αρχίσει να απομακρύνεται πλησίασε ξανα την άρπα και γονάτισε μπροστά της. Την αγκάλιασε σφιχτά με τα δυο της χέρια κι έσκυψε μπροστά ώσπου τα χείλη της να αγγίξουν τη μια καλοκρυμμένη δίοδο.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και φύσηξε στο εσωτερικό της. Η μουσική άλλαξε στη στιγμή κι ο ήχος έγινε πιο σκληρός. Τώρα δε θύμιζε σε τίποτα το γλυκό ήχο του οργάνου. Ο δάλκιρ και η Λίγκρα ανατρίχιασαν κι έσφιξαν πιο πολύ τα πλεγμένα τους δάχτυλα.
οΙ ήχοι άρχισαν να μπερδεύονται κι αυτό που πλημμύριζε το χώρο απείχε πολύ από το τραγούδι. Μια γυναίκα φώναζε κάτι ρυθμικά ενώ δυνατοί ήχοι από πολλά ξύλινα τύμπανα τη συνόδευαν. Κανείς από τους δυο τους δεν αναγνώρισε τη φωνή όχι όμως και η στρίλντα που ξεκόλλησε για μια στιγμή τα χείλη της από την άρπα για να φωνάξει πάνω από τη φασαρία.
-φύγε, αράλ, μη με εμποδίζεις γιατί θα το μετανιώσεις.
-Η θεά της μουσικής, μουρμούρισε συνεπαρμένος ο δάλκιρ, είναι δυνατό;
-όλα είναι δυνατά εδώ κάτω, αποκρίθηκε η Λίγκρα.
-φύγε αράλ, η φωνή της θεάς έγινε ακόμη πιο επιτακτική. Και τότε ο ήχος των τυμπάνων άρχισε να υποχωρεί σιγά σιγά ώσπου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε χαθεί εντελως.
-απίστευτο, είπε πάλι ο δάλκιρ. Μα πώς την έδιωξε τόσο γρήγορα; Πίστευα πως η θεά της μουσικής ήταν ισχυρή.
-είναι, μα η στρίλντα διαθέτει ακόμη αρκετή από την παλιά της δύναμη και τώρα που βλέπει τα σχέδιά της να πραγματοποιούνται ένα ένα η δύναμη της μεγαλώνει.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 3, 2011

16.
-Η κόρη σου μεγαλώνει, έλεγε την ίδια στιγμή η ανζελίν χαιδεύοντας με στοργή το μωρό της Μέριλιν. Κάθονταν στο σαλόνι της τρώγοντας πάστες με κρέμα και κεράσια. Τις είχε φέρει η ανζελίν όταν ήρθε στο σπίτι, λίγες ώρες πριν. Είχαν ταίσει το μωρό, το είχαν κάνει μπάνιο και τώρα ετοιμάζονταν να το βάλουν για ύπνο
-ναι, τελικά τα μωρά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, η μέριλιν έβαλε στα πιατάκια ακόμη λίγο γλυκό
-δεν το πίστευα πριν το δω.Ξέρεις… πρέπει να διαλέξουμε και το όνομά της. Η άλλη γυναίκα σταμάτησε να τρώει για να την κοιτάξει πιο προσεκτικά.
-Μα γιατί βιάζεσαι; Δεν είναι ακόμη η ώρα!
-το ξέρω αλλά θέλω να το αποφασίσω από τώρα, το όνομα είναι πολύ σημαντικό για κάθε άνθρωπο. Άλωστε κάτι τέτοιο συζήτησα χθες και με τον ιγνάτιο. Δαγκώθηκε ξαφνικά κι έσφιξε πιο πολύ στο δεξί της χέρι το κουταλάκι του γλυκού. Αλλά η ανζελίν που την ήξερε παρακολούθησε την κάθε της αντίδραση. Αυτό πουέβλεπε τώρα δεν το είχε ξαναδεί ποτέ, της άρεσε ωστόσο.
-τι σου είπε δηλαδή; Η μέριλιν έφαγε ένα κεράσι κι ανασήκωσε τους ώμους με προσποιητή αδιαφορία, ίσως το είχε παρακάνει.
-Τίποτα πιο συγκεκριμένο, πες μου έχεις καμιά ιδέα;
-Για να είμαι ειλικρινής… υπάρχουν πολλά και πανέμορφα ονόματα, κάτι θα σκεφθώ, αν θέλεις θα ετοιμάσω μια λίστα με τα πιο αγαπημένα μου. Ξαφνικά η ανζελίν ένιωσε πάλι εκείνη τη γνωστή έξαψη που την κυρίευε όταν βοηθούσε τη Μέριλιν στο μεγάλωμα της μικρής. Μα μαζί με αυτή ήρθε και το επόμενο συναίσθημα που συνόδευε αυτή τη χαρά, η λαχτάρα για ένα δικό της παιδί. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται πια. Τα χρόνια κυλούσαν γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο ήθελε αλλά τίποτα τέτοιο δε φαινόταν στον ορίζοντα. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε η φωνή της Μέριλιν.
-ναι, να τη φτιάξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς, θα την περιμένω και στο μεταξύ θα σκεφθώ κι εγώ κάποια.
Μάζεψε τα πιατάκια και σηκώθηκε για να τα πάει στην κουζίνα. Στο νου της είχε έρθει ο Ομάρ, είχε αρχίσει χωρίς να το θέλει να αναρωτιέται πιο όνομα θα ήθελε εκείνος για την κόρη του. Χαμογέλασε σχεδόν με πίκρα κι ακούμπησε τα σκεύη στο νεροχύτη για να επιστρέψει κοντά στη φίλη της. Δε θα τον ενδιέφερε καθόλου αυτό, ποιος ξέρει που να βρισκόταν τώρα, σε ποια θάλασσα… καλύτερα να μην τον σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή, η ανζελίν τη διάβαζε εύκολα, δεν υπήρχε λόγος να τη βάζει σε σκέψεις.
Κάθισε κοντά της χαμογελώντας και πάλι ανέμελα.
-τι θα κάνεις σήμερα, ρώτησε όσο πιο φυσικά μπορούσε.
-Μμμ, δεν ξέρω, δεν έχω να κάνω κάποια συγκεκριμένη δουλειά, εσύ;
-Η αλήθεια είναι πως θέλω να πάω για ψώνια, δε θυμάμαι από πότε έχω να μαγειρέψω ένα αληθινά νόστιμο φαγητό.
Η ανζελίν γέλασε.
-μπορείς να πας τώρα αν θέλεις, θα μείνω με το μωρό και θα βάλω μια τάξη εδώ μέσα.
-Δε χρειάζεται να κάνεις δουλειές, δε θα αργήσω.
-πήγαινε εσύ και μη νοιάζεσαι, αφού με ξέρεις, το κάνω με χαρά, δε με περιμένει κανείς στο σπίτι μου.
Η μέριλιν πήγε κοντά της και την αγκάλιασε χαλαρά από τους ώμους.
-Ξέρεις τι θα γίνει; Θα πάω για ψώνια κι ύστερα θα γυρίσω για να μαγειρέψουμε. Θα μείνεις εδώ για φαγητό, εντάξει φάγαμε πρώτα τις πάστες αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα… θα πάρω κάτι άλλο για επιδόρπιο.
-εντάξει, θα βάλω και το μωρό για ύπνο, μην καθυστερείς λοιπόν!
Η μέριλιν κούνησε το κεφάλι και πήγε προς την πόρτα ενώ η ανζελίν έπαιρνε στην αγκαλιά της το μωρό.
Ο Ιγνάτιο βγήκε από ττην εκκλησία κι άρχισε να περπατάει άσκοπα. Το στήθος του είχε αρχίσει και πάλι να πονάει αλλά δεν έδινε σημασία, μόνο που χρειαζόταν λίγο καθαρό αέρα. Κι επιπλέον ήθελε να αδειάσει το μυαλό του από τις σκέψεις που του είχε προκαλέσει εκείνη η κοπέλα, η Σολ. Την είχε λυπηθεί αμέσως και το αίσθημα αυτό είχε δυναμώσει από την επίγνωση πως δε θα μπορούσε να κάνει πολλά για κείνη. Γι’αυτό έκανε ό,τι μπορούσε για να τη βγάλει από το νου του. Συνειδητά την αντικατέστησε με την εικόνα μιας άλλης γυναίκας, ήταν νέα κι εκείνη, την είχε γνωρίσει μόλις το προηγούμενο βράδυ.
Η εικόνα της ήταν αρκετή για να βελτιώσει τη διάθεσή του. Έστριψε σε μια γωνία κι εκεί έμεινε αναποφάσιστος. Είχε δει πως πλησίαζε κοντά στην περιοχή όπου ήταν το σπίτι της. Το είχε προσέξει και χθες, όταν έφτασε εκεί αλλά τότε δεν ήταν σίγουρος για την ιδιοκτήτρια του.
Τότε δεν είχε λόγο να πάει ως εκεί, αλλά σήμερα; Πήρε βαθιά ανάσα κι αυτό έφερε ένα νέο κύμα πόνου στο στήθος του αλλά το αγνόησε κι άρχισε να περπατάει ξανά, προσπαθώντας να μένει μακριά από τα μάτια των περαστικών.
Κι ήταν αυτή η συνειδητοποίηση πως τα είχε ξαναζήσει όλα αυτά που έκαναν τον πόνο ακόμη πιο δυνατό. Τότε ωστόσο δε βρισκόταν εδώ αλλά κάπου αλλού. Ήταν κι εκείνο το μέρος όμορφο, όπως και η γυναίκα εκείνη. Η ομορφιά της δεν ήταν σκληρή και δεν οφειλόταν αποκλειστικά στα χαρακτηρηστικά του προσώπου της αλλά πήγαζε από μέσα της. ΚΙ αυτό ήταν που τον είχε μαγέψει. Αυτό που τους είχε καταστρέψει και τους δυο, εκείνη ολοκληρωτικά.
Έφτασε μπροστά στον κήπο του σπιτιού της και κρύφτηκε εκεί. Κι όταν βγήκε την είδε. Ήταν τυληγμένη με μια κατάλευκη γούνα και φαινόταν βιαστική, ίσως και χαρούμενη. Πέρασε σχεδόν τόσο κοντά του που αν άπλωνε το χέρι θα την άγγιζε. Δεν το έκανε βέβαια, απλά την άφησε να φύγει και πήρε άλλη μια οδυνηρή ανάσα.
Πού να πήγαινε; Περπατούσε γρήγορα και τα χείλη της κινούνταν, σαν να μιλούσε σε κάποιον, μα μήπως σιγοτραγουδούσε; Θέλησε να την ακολουθήσει αλλά δεν κουνήθηκε, θέλησε να της μιλήσει αλλά την είδε να χάνεται από μπροστά του
Και τότε το μυαλό του άρχισε και πάλι να λειτουργεί κανονικά και κατάλαβε πως αν άρχιζε πάλι τα ίδια σύντομα θα έφευγε από εκεί, αν δηλαδή δενν του συνέβαινε τίποτα χειρότερο. Αναστέναξε προσπαθώντας να ηρεμήσει και πήρε αργά το δρόμο της επιστροφής.
Θα γύριζε στην εκκλησία κι αν δεν προέκυπτε κάποια δουλειά εκεί θα άκουγε λίγη μουσική και θα άρχιζε να γράφει τη συνέχεια σε κείνη την επιστολή που είχε αφήσει στο γραφείο του. Έπρεπε να τα γράψει όλα να τα κάνει βιβλίο μήπως κι έτσι εξαγνιζόταν, μήπως και έβρισκε τη λύτρωση, μήπως κι εκείνη έβρισκε και πάλι το δρόμο της κι επέστρεφε εκεί από όπου την είχε αρπάξει.
Δεν ήξερε αν θα τα εμπιστευόταν σε κάποιον τα χειρόγραφα όταν θα τέλειωνε μαζί τους, δεν ήξερε αν θα άντεχε να μοιραστεί τη ντροπή του με κάποιον, το μόνο που ήξερε ήταν πως όταν τέλειωνε μαζί τους αν δεν άλλαζε κάτι άμεσα στη ζωή του και το δικό του τέλος δε θα ήταν μακριά.
Θα έγραφε ως το βράδυ λοιπόν χωρίς διακοπή γιατί δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή του και πόσα ψυχικά αποθέματα διέθετε. Κι αν ως τότε έμενε ικανοποιημένος με τον εαυτό του θα πήγαινε και πάλι στο λιμάνι. Με τη σκέψη αυτή, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα.