Posts Tagged ‘συγγραφή ερωτικό μυθιστόρημα’

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 6, 2011

17.
Η Μέριλιν γύρισε στο σπίτι της μια ώρα αργότερα. Ήταν φορτωμένη με ένα σωρό σακούλες, χάρτινες και πλαστικές. Αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι άρχισε να φωνάζει στη φίλη της να έρθει να τη βοηθήσει. Εκείνη κατέφθασε λίγες στιγμές αργότερα. Ήταν χαμογελαστή και τα μάτια της άστραφταν χαρούμενα. Με βιαστικές κινήσεις άρχισε να μεταφέρει τις σακούλες στην κουζίνα κι ενώ τις άδειαζε άρχισε να φλυαρεί.
-Νόμιζα πως θα αργούσες να επιστρέψεις, δεν πρόλαβα να κάνω και πολλά όσο έλειπες. Η μέριλιν ανασήκωσε τους ώμους κι έβγαλε το περιεχόμενο από μια χάρτινη σακούλα.
-Κρύωνα λίγο κι έπειτα… βιαζόμουν να γυρίσω, να δω το μωρό και να μαγειρέψουμε. Η ανζελίν γέλασε δυνατά και στράφηκε να την κοιτάξει. Η μέριλιν είχε σταματήσει να ασχολείται με τα ψώνια και γέμιζε ένα ποτήρι με νερό. Η Ανζελίν την παρακολουθούσε να πίνει άπληστα ενώ σκεφτόταν γρήγορα.
-είσαι εντάξει;
Η μέριλιν ακούμπησε το ποτήρι στο νεροχύτη κι ανασήκωσε ξανά τους ώμους, με μια κίνηση κάπως υπερβολική.
-μα ναι, γιατί ρωτάς;
-Νομίζω πως δείχνεις κάπως… ταραγμένη.
-η αλήθεια είναι πως… καθάρισε το λαιμό της πριν συνεχίσει, είχα μια παράξενη αίσθηση βγαίνοντας από εδώ σήμερα.
-δηλαδή; Η ανζελίν άνοιξε το ψυγείο με απόλυτη φυσικότητα κι άρχισε να το γεμίζει με τα τρόφιμα.
-να… δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω… σαν να ένιωθα πάνω μου καρφωμένα τα μάτια κάποιου.
-Μα τι λες; Σε παρακολουθούσε κάποιος;
-κοίταξα αλλά δεν είδα κανέναν. Μη δίνεις σημασία, καμιά φορά σκέφτομαιδιάφορα.
-φταίνε τα βιβλία που διαβάζεις…
-δεν είναι έτσι και το ξέρεις καλά… διαβάζω αυτά που μου δίνεις τον τελευταίο καιρό. Λοιπόν, πάω να δω το μωρό μου κι έρχομαι να μαγειρέψουμε, σε εμπιστεύομαι, φτιάξε το μενού όσο θα λείπω εντάξει;
Βγήκε από την κουζίνα προσπαθώντας να διώξει από πάνω της το βάρος εκείνων των ματιών. Η ανζελίν έμεινε για λίγο αμίλητη να την κοιτά. Ήξερε πόσο έξυπνη ήταν κι ακόμη γνώριζε την ευαισθησία της γύρω από κάποια πράγματα. Για κείνη η μέριλιν διέθετε αυτό που αποκαλούσαν έκτη αίσθηση. Αν είχε νιώσει κάτι τέτοιο σίγουρα κάτι θα είχε συμβεί. Ξαφνικά μια σκέψη ήρθε να την ταράξει, να είχε επιστρέψει άραγε ο πατέρας του παιδιού;
Η Σολ άφησε με προσοχή το φλιτζάνι μέσα στο πιατάκι του. Δίπλα της ο σύζυγός της την κοιτούσε με μάτια γεμάτα αγάπη. Είχαν επιστρέψει από την εκκλησία λίγο πριν κι είχε σπεύσει να της ετοιμάσει ένα καταπραυντικό ρόφημα που τους είχε συστήσει κάποιος γιατρός λίγο καιρό πριν. Ήταν πολύ αποτελεσματικό αφού έδιωχνε την ένταση από πάνω της γρήγορα και για πολλές ώρες ήταν σχεδόν φυσιολογική. Τότε, εκείνες τις ώρες ήταν πολύ ευτυχισμένος κοντά της και ξαναθυμόταν τους λόγους για τους οποίους την είχε αγαπήσει. Ήταν τόσο γλυκιά, τόσο εύθραυστη και όμορφη, τόσο ήρεμη…
Τι σκέφτεσαι; Η φωνή της τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ακόμη κάπως σκληρή αλλά σύντομα θα γινόταν γαλήνια, όπως παλιά.
Κάθισε δίπλα της στον καναπέ και τύληξε τρυφερά το χέρι του γύρω από τους λεπτούς της ώμους.
-Πόσο πολύ σε αγαπάω.
-αλήθεια; Η Σολ ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.
-μα ναι, δεν το πιστεύεις;
-φυσικά και το πιστεύω. Απλά…
-Τι;
Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά.
-τώρα τελευταία δεν είμαι καλά, το ξέρω πως φέρομαι παράξενα, ξεσπάω σε εσένα χωρίς λόγο, όλα μου φταίνε…
Άρχισε να χαιδεύει τα μαλλιά της με σίγουρες κινήσεις, ήξερε πόσο της άρεσε αυτό και σύντομα τα δάκρυα που λίγο πριν απειλούσαν να ξεχυθούν χάθηκαν από τα μάτια της.
-το ξέρω πως περνάς δύσκολες μέρες αλλά δεν είναι τίποτα. Θα το ξεχάσουμε όταν γίνεις καλά.
-Αλήθεια, τι έχω;
Το χέρι του σταμάτησε για μια στιγμή αλλά το κατάλαβε έγκαιρα ώστε να μην την ανησυχήσει περισσότερο. Διάλεξε τις λέξεις μια μια με προσοχή.
-τίποτα σοβαρό, τα νεύρα σου έχουν κλονισθεί, εξαιτίας των άσχημων γεγονότων που συνέβησαν στην οικογένειά σου.
Η Σολ ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει.
-Λες για το θάνατο της μαμάς;
-ναι κι ακόμα… ξέρεις τι θέλω να πω.
-Ξέρω, για το παιδί που χάσαμε.
-ναι. Η φωνή του έγινε πιο τραχιά. πΟτέ δε γκρίνιαζε γι’αυτό αλλά το ήξεραν καλά πως αυτό τον είχε στενοχωρήσει πολύ. Η Σολ ήταν πολύ μικροκαμωμένη κι ακόμη κάποιο πρόβλημα στη μήτρα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. οΙ γιατροί τους είχαν προειδοποιήσει να κάνουν υπομονή εξηγώντας πως ίσως περνούσαν χρόνια πριν τα καταφέρουν, αν τα κατάφερναν δηλαδή.
Εκείνη για πολύ καιρό τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, εκείνος απέφευγε να της μιλάει γι’αυτό. Ώσπου λίγο αργότερα κατάλαβε πως ήταν πολύ αδύναμη και πως έπρεπε να βρει το θάρρος να τη στηρήξει, να βρει τη δύναμη να πάνε παρακάτω. Και τα κατάφεραν ως εκείνη τη μέρα που η μαμά της πέθανε εντελώς ξαφνικά. Τότε τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα. Η Σολ έγινε ευερέθιστη και τις πιο πολλές νύχτες δεν κοιμόταν.
-θα κάνουμε άλλο παιδί, έτσι δεν είναι; Η φωνή της έτρεμε όπως και το χέρι της καθώς αναζητούσε το δικό του.
Την έσφιξε πάνω του με δύναμη πριν απαντήσει.
-βέβαια, θα κάνουμε, αρκεί να μη σε αγχώνει αυτό. Δε βιαζόμαστε, είμαστε και οι δυο πολύ νέοι. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε…
-Μην το λες αυτό, θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί γι’αυτό.
-το ξέρω αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε εγώ θα σε αγαπάω πάντα το ίδιο και θα είμαι πολύ ευτυχισμένος που σε παντρεύτηκα. Αλλά όταν νιώσεις καλύτερα, θα αποκτήσουμε ένα δικό μας παιδί και η οικογένειά μας θα μεγαλώσει. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να ηρεμήσεις και να δυναμώσεις. Θα μου υποσχεθείς πως θα προσπαθήσεις;
-ναι, η Σολ χαμογέλασε και τον αγκάλιασε κι εκείνη.
Έμειναν αμίλητοι για λίγο αλλά τελικά εκείνη έσπασε ξανά τη σιωπή.
-πώς σου φάνηκε ο αντικαταστάτης του τόνιο;
-Χμμμ… κάπως παράξενος δε μου μοιάζει και τόσο με ιερέα.
-αλήθεια;
-ναι, εσύ πώς τον βρίσκεις;
-γοητευτικό. Ξέσπασε σε γέλια καθώς είδε την έκφρασή του να αλλάζει.
-δε μπορεί να το πιστεύεις αυτό στ’αλήθεια;
-Κοίτα… έχει κάποια γοητεία, αλλά κανείς δεν είναι πιο γοητευτικός από εσένα.
-πάλι καλά που το είπες αυτό, είχα αρχίσει να τον ζηλεύω.
-δεν έχεις λόγο, άλωστε δεν τον πρόσεξα και πολύ. Δεν ήμουν πολύ καλά, αλλά θα σου πω τη γνώμη μου όταν τον δω ξανά.
-Θα πας στην εκκλησία; Πότε;
-αύριο μάλλον, σε πειράζει;
-όχι, κάνε αυτό που σε ευχαριστεί, το μόνο που θέλω είναι να σε βλέπω χαρούμενη. Έσκυψε για να αγγίξει με τα χείλη του τα δικά της.

Advertisements

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 3, 2011

16.
-Η κόρη σου μεγαλώνει, έλεγε την ίδια στιγμή η ανζελίν χαιδεύοντας με στοργή το μωρό της Μέριλιν. Κάθονταν στο σαλόνι της τρώγοντας πάστες με κρέμα και κεράσια. Τις είχε φέρει η ανζελίν όταν ήρθε στο σπίτι, λίγες ώρες πριν. Είχαν ταίσει το μωρό, το είχαν κάνει μπάνιο και τώρα ετοιμάζονταν να το βάλουν για ύπνο
-ναι, τελικά τα μωρά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, η μέριλιν έβαλε στα πιατάκια ακόμη λίγο γλυκό
-δεν το πίστευα πριν το δω.Ξέρεις… πρέπει να διαλέξουμε και το όνομά της. Η άλλη γυναίκα σταμάτησε να τρώει για να την κοιτάξει πιο προσεκτικά.
-Μα γιατί βιάζεσαι; Δεν είναι ακόμη η ώρα!
-το ξέρω αλλά θέλω να το αποφασίσω από τώρα, το όνομα είναι πολύ σημαντικό για κάθε άνθρωπο. Άλωστε κάτι τέτοιο συζήτησα χθες και με τον ιγνάτιο. Δαγκώθηκε ξαφνικά κι έσφιξε πιο πολύ στο δεξί της χέρι το κουταλάκι του γλυκού. Αλλά η ανζελίν που την ήξερε παρακολούθησε την κάθε της αντίδραση. Αυτό πουέβλεπε τώρα δεν το είχε ξαναδεί ποτέ, της άρεσε ωστόσο.
-τι σου είπε δηλαδή; Η μέριλιν έφαγε ένα κεράσι κι ανασήκωσε τους ώμους με προσποιητή αδιαφορία, ίσως το είχε παρακάνει.
-Τίποτα πιο συγκεκριμένο, πες μου έχεις καμιά ιδέα;
-Για να είμαι ειλικρινής… υπάρχουν πολλά και πανέμορφα ονόματα, κάτι θα σκεφθώ, αν θέλεις θα ετοιμάσω μια λίστα με τα πιο αγαπημένα μου. Ξαφνικά η ανζελίν ένιωσε πάλι εκείνη τη γνωστή έξαψη που την κυρίευε όταν βοηθούσε τη Μέριλιν στο μεγάλωμα της μικρής. Μα μαζί με αυτή ήρθε και το επόμενο συναίσθημα που συνόδευε αυτή τη χαρά, η λαχτάρα για ένα δικό της παιδί. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται πια. Τα χρόνια κυλούσαν γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο ήθελε αλλά τίποτα τέτοιο δε φαινόταν στον ορίζοντα. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε η φωνή της Μέριλιν.
-ναι, να τη φτιάξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς, θα την περιμένω και στο μεταξύ θα σκεφθώ κι εγώ κάποια.
Μάζεψε τα πιατάκια και σηκώθηκε για να τα πάει στην κουζίνα. Στο νου της είχε έρθει ο Ομάρ, είχε αρχίσει χωρίς να το θέλει να αναρωτιέται πιο όνομα θα ήθελε εκείνος για την κόρη του. Χαμογέλασε σχεδόν με πίκρα κι ακούμπησε τα σκεύη στο νεροχύτη για να επιστρέψει κοντά στη φίλη της. Δε θα τον ενδιέφερε καθόλου αυτό, ποιος ξέρει που να βρισκόταν τώρα, σε ποια θάλασσα… καλύτερα να μην τον σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή, η ανζελίν τη διάβαζε εύκολα, δεν υπήρχε λόγος να τη βάζει σε σκέψεις.
Κάθισε κοντά της χαμογελώντας και πάλι ανέμελα.
-τι θα κάνεις σήμερα, ρώτησε όσο πιο φυσικά μπορούσε.
-Μμμ, δεν ξέρω, δεν έχω να κάνω κάποια συγκεκριμένη δουλειά, εσύ;
-Η αλήθεια είναι πως θέλω να πάω για ψώνια, δε θυμάμαι από πότε έχω να μαγειρέψω ένα αληθινά νόστιμο φαγητό.
Η ανζελίν γέλασε.
-μπορείς να πας τώρα αν θέλεις, θα μείνω με το μωρό και θα βάλω μια τάξη εδώ μέσα.
-Δε χρειάζεται να κάνεις δουλειές, δε θα αργήσω.
-πήγαινε εσύ και μη νοιάζεσαι, αφού με ξέρεις, το κάνω με χαρά, δε με περιμένει κανείς στο σπίτι μου.
Η μέριλιν πήγε κοντά της και την αγκάλιασε χαλαρά από τους ώμους.
-Ξέρεις τι θα γίνει; Θα πάω για ψώνια κι ύστερα θα γυρίσω για να μαγειρέψουμε. Θα μείνεις εδώ για φαγητό, εντάξει φάγαμε πρώτα τις πάστες αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα… θα πάρω κάτι άλλο για επιδόρπιο.
-εντάξει, θα βάλω και το μωρό για ύπνο, μην καθυστερείς λοιπόν!
Η μέριλιν κούνησε το κεφάλι και πήγε προς την πόρτα ενώ η ανζελίν έπαιρνε στην αγκαλιά της το μωρό.
Ο Ιγνάτιο βγήκε από ττην εκκλησία κι άρχισε να περπατάει άσκοπα. Το στήθος του είχε αρχίσει και πάλι να πονάει αλλά δεν έδινε σημασία, μόνο που χρειαζόταν λίγο καθαρό αέρα. Κι επιπλέον ήθελε να αδειάσει το μυαλό του από τις σκέψεις που του είχε προκαλέσει εκείνη η κοπέλα, η Σολ. Την είχε λυπηθεί αμέσως και το αίσθημα αυτό είχε δυναμώσει από την επίγνωση πως δε θα μπορούσε να κάνει πολλά για κείνη. Γι’αυτό έκανε ό,τι μπορούσε για να τη βγάλει από το νου του. Συνειδητά την αντικατέστησε με την εικόνα μιας άλλης γυναίκας, ήταν νέα κι εκείνη, την είχε γνωρίσει μόλις το προηγούμενο βράδυ.
Η εικόνα της ήταν αρκετή για να βελτιώσει τη διάθεσή του. Έστριψε σε μια γωνία κι εκεί έμεινε αναποφάσιστος. Είχε δει πως πλησίαζε κοντά στην περιοχή όπου ήταν το σπίτι της. Το είχε προσέξει και χθες, όταν έφτασε εκεί αλλά τότε δεν ήταν σίγουρος για την ιδιοκτήτρια του.
Τότε δεν είχε λόγο να πάει ως εκεί, αλλά σήμερα; Πήρε βαθιά ανάσα κι αυτό έφερε ένα νέο κύμα πόνου στο στήθος του αλλά το αγνόησε κι άρχισε να περπατάει ξανά, προσπαθώντας να μένει μακριά από τα μάτια των περαστικών.
Κι ήταν αυτή η συνειδητοποίηση πως τα είχε ξαναζήσει όλα αυτά που έκαναν τον πόνο ακόμη πιο δυνατό. Τότε ωστόσο δε βρισκόταν εδώ αλλά κάπου αλλού. Ήταν κι εκείνο το μέρος όμορφο, όπως και η γυναίκα εκείνη. Η ομορφιά της δεν ήταν σκληρή και δεν οφειλόταν αποκλειστικά στα χαρακτηρηστικά του προσώπου της αλλά πήγαζε από μέσα της. ΚΙ αυτό ήταν που τον είχε μαγέψει. Αυτό που τους είχε καταστρέψει και τους δυο, εκείνη ολοκληρωτικά.
Έφτασε μπροστά στον κήπο του σπιτιού της και κρύφτηκε εκεί. Κι όταν βγήκε την είδε. Ήταν τυληγμένη με μια κατάλευκη γούνα και φαινόταν βιαστική, ίσως και χαρούμενη. Πέρασε σχεδόν τόσο κοντά του που αν άπλωνε το χέρι θα την άγγιζε. Δεν το έκανε βέβαια, απλά την άφησε να φύγει και πήρε άλλη μια οδυνηρή ανάσα.
Πού να πήγαινε; Περπατούσε γρήγορα και τα χείλη της κινούνταν, σαν να μιλούσε σε κάποιον, μα μήπως σιγοτραγουδούσε; Θέλησε να την ακολουθήσει αλλά δεν κουνήθηκε, θέλησε να της μιλήσει αλλά την είδε να χάνεται από μπροστά του
Και τότε το μυαλό του άρχισε και πάλι να λειτουργεί κανονικά και κατάλαβε πως αν άρχιζε πάλι τα ίδια σύντομα θα έφευγε από εκεί, αν δηλαδή δενν του συνέβαινε τίποτα χειρότερο. Αναστέναξε προσπαθώντας να ηρεμήσει και πήρε αργά το δρόμο της επιστροφής.
Θα γύριζε στην εκκλησία κι αν δεν προέκυπτε κάποια δουλειά εκεί θα άκουγε λίγη μουσική και θα άρχιζε να γράφει τη συνέχεια σε κείνη την επιστολή που είχε αφήσει στο γραφείο του. Έπρεπε να τα γράψει όλα να τα κάνει βιβλίο μήπως κι έτσι εξαγνιζόταν, μήπως και έβρισκε τη λύτρωση, μήπως κι εκείνη έβρισκε και πάλι το δρόμο της κι επέστρεφε εκεί από όπου την είχε αρπάξει.
Δεν ήξερε αν θα τα εμπιστευόταν σε κάποιον τα χειρόγραφα όταν θα τέλειωνε μαζί τους, δεν ήξερε αν θα άντεχε να μοιραστεί τη ντροπή του με κάποιον, το μόνο που ήξερε ήταν πως όταν τέλειωνε μαζί τους αν δεν άλλαζε κάτι άμεσα στη ζωή του και το δικό του τέλος δε θα ήταν μακριά.
Θα έγραφε ως το βράδυ λοιπόν χωρίς διακοπή γιατί δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή του και πόσα ψυχικά αποθέματα διέθετε. Κι αν ως τότε έμενε ικανοποιημένος με τον εαυτό του θα πήγαινε και πάλι στο λιμάνι. Με τη σκέψη αυτή, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Αύγουστος 11, 2011

15.
Ο αλμπέρτο έριξε λίγες βιαστικές κλεφτές ματιές στο διάδρομο και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του κι έβγαλε από μέσα με προσοχή ένα μικρό αντικείμενο τυληγμένο σε μια πετσέτα. Την ξετύληξε και βρέθηκε να κρατάει ένα κλειδί. Το στριφογύρισε για λίγο αναποφάσιστος στα χέρια του. Διχαζόταν ανάμεσα στην περιεργια και στη σύνεση, πάντα αυτά τα δυο τον παίδευαν με τη συνύπαρξή τους μέσα του. Από τότε που ήταν παιδί έμπλεκε στις πιο απίστευτες περιπέτειες ενώ την επόμενη στιγμή σκάλιζε προσευχές στους τοίχους του δωματίου του. Μα μήπως δεν ήταν ο συνδυασμός τους που τον είχε φέρει στη θέση που κατείχε σήμερα; Όργανο της εκκλησίας, πειθήνιο εκτελεστικό ή…
Τελικά του ξέφυγε ένας αναστεναγμός και με προσοχή έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως χωρίς τον παραμικρό ήχο κι εκείνος έβγαλε αργά τον αέρα από τα πνευμόνια του. Να που δεν ήταν και τόσο δύσκολο.
Μπήκε στο γραφείο και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Το καταλάβαινε καλά πως δεν είχε στη διάθεσή του πολύ χρόνο. Λίγες μέρες αργότερα θα ερχόταν εκεί ο αντικαταστάτης του Ιγνάτιο. Γέλασε δυνατά με τη σκέψη αυτή. Κανείς δε θα τα κατάφερνε τόσο καλά όσο εκείνος, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Κι ο ίδιος ο αΛμπέρτο αναγνώριζε τις μαγικές σχεδόν ικανότητες αυτού του ανθρώπου που τα κατάφερνε τόσο καλά σε τόσους πολλούς τομείς, από τις πολύπλοκες υποθέσεις της δουλειάς ως και την επικοινωνία με τους πιο ιδιόρυθμους ανθρώπους που αναζητούσαν λίγη ηρεμία κοντά στο θεό.
Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο γραφείο παρατηρώντας τους αναρίθμητους τόμους των εκκλησιαστικών βιβλίων που στοιβάζονταν παντού στο χώρο. Ήταν βέβαιος πως ο Ιγνάτιο τα είχε διαβάσει όλα κάμποσες φορές και πως δεν είχε αρκεστεί μόνο σε αυτά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έβλεπε μέσα σε κάποιο μεγάλο βιβλιοπωλείο να χαζεύει τίτλους βιβλίων για ώρες.
Απομάκρυνε τη σκέψη προσπαθώντας να εστιάσει στο πρόβλημα που τον απασχολούσε. Είχε έρθει ως εδώ επειδή κάτι αναζητούσε, μα τι ακριβώς; Μια επιστολή. Ήξερε καλά πως ο Ιγνάτιο την είχε γράψει λίγο πριν την αναχώρησή του για το νησί. Χαμογέλασε βεβιασμένα, αν εκείνος δεν είχε μεσολαβήσει δε θα κέρδιζε ποτέ τη θέση αυτή αφού η παρουσία του εδώ ήταν απαραίτητη το λιγότερο. Ωστόσο αυτός ο Αλμπέρτο, ήταν φίλος και καταλάβαινε καλά τις ανάγκες του κληρικού. Κι όταν μάλιστα ταίριαζαν με τις δικές του…
Γονάτισε προσεκτικά μπροστά στη βιβλιοθήκη κι άρχισε να τραβά κάποιους τόμους που του φαίνονταν πιο πιθανές κρυψώνες. Η επιλογή τους γινόταν με βάση την προτεραιότητα που πίστευε πως θα τους έδινε ο ιγνάτιο.
Δεν ήταν καθόλου ανόητος ο αΛμπέρτο, ένιωθε πως αυτό που προσπαθούσε να ανακαλύψει δεν ήταν εύκολο κι ίσως να μην τα κατάφερνε ποτέ. Αλλά θα προσπαθούσε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Έπρεπε να ανακαλύψει την κορυφή του μυστικού που βάραινε τον Ιγνάτιο για τόσα χρόνια, έπρεπε να μάθει την ταυτότητα εκείνης της γυναίκας. Κι όταν θα τη μάθαινε θα έβλεπε πως θα χρησιμοποιούσε την πληροφορία αυτή. Όχι πως ήθελε να τον καταστρέψει, κάθε άλλο μάλιστα. Κατανοούσε καλύτερα από πολλούς την ανάγκη του για λίγη ηρεμία… όχι πως τον έστειλε κατευθείαν σε αυτή…
Το ράφι είχε αδειάσει αλλά καμιά επιστολή δεν είχε βρεθεί. Άνοιγε ένα ένα τα βιβλία και τα αναποδογύριζε για να πέσει το χαρτί. Μα όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο πίστευε πως είχε ακολουθήσει τη σωστή οδό. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να πιάσει στα χέρια του το σωστό βιβλίο.
Κάποτε σηκώθηκε όρθιος τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του. Το μυαλό του είχε αρχίσει να δουλεύει πιο γρήγορα. Τι διάβαζε τον τελευταίο καιρό ο Ιγνάτιο, πως του άρεσε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του;
Αλήθεια… άγγιξε το μέτωπό του ευχαριστημένος ξαφνικά. Ήταν τόσο προβλέψιμος, είχε καθυστερήσει πολύ να το σκεφθεί
Η λύση στο πρόβλημα ήταν η μουσική. Ο Ιγνάτιο είχε πραγματικό πάθος με τα θρησκευτικά κομμάτια των πολύ περασμένων αιώνων. Αν είχε γράψει κάτι σαν αυτό που αναζητούσε δε θα το έκρυβε ποτέ μέσα στη βιογραφία κάποιου επιφανούς εκκλησιαστικού άνδρα. Η συνειδητοποίηση αυτή του έδωσε νέα δύναμη και σταματώντας να τινάζει τις σκόνες από πάνω του έστρεψε και πάλι το βλέμμα στα ράφια της βιβλιοθήκης. …
Βρήκε το ράφι που τον ενδιέφερε κι άρχισε να μελετά τους τίτλους, ιστορία της μουσικής του μεσαίωνα, Παλεστρίνα και αναβιώσεις της τέχνης της πολυφωνίας… όλα αυτά του φαίνονταν πολύ εξειδικευμένα κι αναρωτιόταν πως μπορούσε κάποιος που δεν ήταν μουσικολόγος να βγάλει κάποιο νόημα από αυτά.
Μια ματιά στο ρολόι του τον έκανε να βιαστεί, δεν ήθελε να τον ανακαλύψουν… άρπαξε στην τύχη έναν τόμο και χωρίς να προσέξει τον τίτλο τον αναποδογύρισε γρήγορα με την ευχή να έβρισκε επιτέλους αυτό που έψαχνε.
Το χαρτί γλίστρησε στο πάτωμα χωρίς ήχο κι εκείνος έμεινε να το κοιτάει για λίγο μην πιστεύοντας στην καλή του τύχη. Τελικά επέστρεψε τον τόμο πίσω στην αρχική του θέση κι έσκυψε να μαζέψει την επιστολή, διότι δεν είχε καμιά αμφιβολία πως επρόκειτο για το χαρτί που έψαχνε. Κι άλωστε μια πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να φανεί πως δεν ήταν κάποια παρτιτούρα, αυτές μπορούσε να τις ξεχωρίσει κι ας μην τις καταλάβαινε.
Λίγες στιγμές αργότερα κλείδωνε το γραφείο του Ιγνάτιο και κατευθυνόταν με βήμα αδιάφορο προς το δικό του.
Μπήκε μέσα όσο πιο αδιάφορα μπορούσε χαιρετώντας την κοπέλα που έκανε τη δουλειά της σκυμμένη πάνω από ένα σωρό χαρτιά και κάθισε πίσω από το δικό του γραφείο. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της αλλά ούτε και να τη διώξει. Αν το έκανε εκείνη θα το ανέφερε σε κάποια φίλη…
Έβγαλε την επιστολή του Ιγνάτιο κι άρχισε να διαβάζει αργά αργά κοιτώντας την κάθε τόσο.
Σιγά σιγά τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους κι εκείνος εξηγούσε καλύτερα τη στάση του φίλου του αφού τώρα έβλεπε γιατί είχε αλλάξει χαρακτήρα.
Όσα διάβαζε τον συγκλόνιζαν κι ας μην το ομολογούσε. Ο ιγνάτιο διέθετε μια πολύ καλή και ισχυρή πένα, ικανή να αποτυπώνει την κάθε στιγμή που είχε ζήσει γλαφυρά και με ακρίβεια και δύναμη. Άλλοτε πάλι οι λέξεις γίνονταν πιο τρυφερές, ξεχείλιζαν σχεδόν από αγάπη, μα αυτό ήταν το λάθος του.
Δε μπόρεσε να μη δακρύσει λίγο πριν το τέλος, ίσως και να μην είχε καταλάβει σωστά… άρχισε να κουνά με δυσπιστία το κεφάλι του αλλά όταν κατάλαβε πως η κοπέλα είχε στρέψει τα μάτια της πάνω του βιάστηκε να γυρίσει στο διάβασμα.
Και τότε είδε επιτέλους αυτό που περίμενε, το όνομά της. Το διάβασε πολλές φορές για να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν του έπαιζαν κανένα παιχνίδι. Την έλεγαν κάτια ντεσάντ.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Ιουνίου 27, 2011

14.
Ο Ιγνάτιο ξύπνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε. Στην πραγματικότητα δεν είχε κοιμηθεί και πολύ. Τα όνειρά του ήταν ταραγμένα αν και είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι νιώθοντας υπέροχα αφού είχε γνωρίσει ένα σπάνιο πλάσμα. Ξύπνησε με τη σκέψη της μέριλιν μέσα στη βαθιά νύχτα αλλά ακόμη κι αυτή δεν ήταν αρκετή για να τον κάνει να νιώσει καλά. Ξαφνικά ένιωθε μια έντονη δυσφορία, σηκώθηκε από το κρεβάτι παλεύοντας να ηρεμήσει και να ξαναβρεί την ανάσα του. Χρειάστηκε να περάσουν ώρες για να αποκτήσει η αναπνοή του το φυσιολογικό της ρυθμό. Και τότε, είχε βάλει ξανά να παίζει το αγαπημένο του θρησκευτικό κομμάτι κι είχε ξαπλώσει πάλι στο κρεβάτι του. Κι ο ύπνος ήρθε και πάλι, σύντομος αλλά ευεργετικός.
Εκείνο το πρωί λοιπόν ένιωθε έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος του αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να τον παραβλέψει. Ντύθηκε και μπήκε στον κυρίως χώρο της εκκλησίας. Είχε δουλειές να κάνει. Άρχισε να καθαρίζει μια μια τις εικόνες αγγίζοντάς τες πολύ προσεκτικά. Αυτή η καθημερινή ιεροτελεστία του έκανε πάντα καλό. Ηρεμούσε κι έβρισκε λύσεις για τα δικά του προβλήματα και των άλλων. Δεν το είχε πει σε κανέναν αλλά αντλούσε κάποιου είδους δύναμη από το άγγιγμα των εικόνων. Δεν ήταν μόνο το θρησκευτικό κομμάτι, αυτό ήταν δεδομένο, μα υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι που δε μπορούσε εύκολα να εξηγήσει.
Αλήθεια, σε ποιον θα μπορούσε να το πει και να το κατανοήσει; Ίσως σε κείνη… σταμάτησε να καθαρίζει μια χρυσή εικόνα για να συνεχίσει απερίσπαστος τη σκέψη του. Θα τον καταλάβαινε άραγε εκείνη; Να άξιζε άραγε η προσπάθια; Η σκέψη διακόπηκε από τον ήχο της εξώπορτας που άνοιγε.
Ο Ιγνάτιο αναστέναξε και στράφηκε να δει αυτόν που έμπαινε. Ήταν ώρα να γνωρίσει κάποιον πιστό ακόμη.
Χαμογέλασε έκπληκτος βλέποντας ένα νέο ζευγάρι να μπαίνει στην εκκλησία. Ο άνδρας κρατούσε την κοπέλα από το χέρι. Ήταν όμορφη, με κόκκινα κοντά μαλλιά. Μόνο που έδειχνε κάπως θλιμμένη, εκτός κι αν ήταν μια αόριστη εντύπωση.
Τους πλησίασε βιαστικά και τους μίλησε με το γνωστό και κάπως επίσημο τόνο που είχε για αυτές τις περιστάσεις.
-καλωσορίσατε
Εκείνοι τον κοίταξαν παραξενεμένοι.
Αλλά τελικά μίλησε ο άνδρας πρώτος και για τους δυο.
-Καλώς σε βρήκαμε.
Η κοπέλα του χαμογέλασε κι εκείνη δειλά.
-ελάτε, μη στέκεστε. Με λένε Ιγνάτιο. Εκείνοι μπήκαν κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Τότε κατάλαβε πως η κοπέλα δεν ήταν θλιμμένη αλλά άρρωστη. Τα χαρακτηρηστικα του προσώπου της ήταν τραβηγμένα και φανέρωναν πόνο. Ο νέος άνδρας που εξακολουθούσε να την κρατάει από το χέρι την οδήγησε μπροστά από την εικόνα που καθάριζε λίγα λεπτά πριν.
-πότε φτάσατε; Η φωνή του ήταν βαθιά, ευγενική και κουρασμένη.
Ο Ιγνάτιο τους πλησίασε κρατώντας ωστόσο μια διακριτική απόσταση.
-Χθες, είμαι καινούριος. Εσείς; Μένετε εδώ;
-ναι, παντρευτήκαμε πριν λίγους μήνες αλλά αμέσως μετά το γάμο φύγαμε για ένα ταξίδι στην Ευρώπη και γυρίσαμε μόλις πριν δυο ώρες. Η Σολ μου ζήτησε να έρθουμε, της κάνει καλό. Έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλιά της γυναίκας του που του χαμογέλασε αχνά.
Ο ιγνάτιο ήρθε πιο κοντά.
-σολ, ωραίο όνομα είπε χαμογελώντας κι εκείνος πιο πλατιά. Όπως κι ο ήλιος.
Η Σολ κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι.
-αυτό το έλεγε κι ο Πατέρας τόνιο. Αλήθεια; πΟύ είναι;
Ο Ιγνάτιο ξεροκατάπιε.
-δυστυχώς, δε βρίσκεται πια μαζί μας.
Τότε η σολ άρχισε να τρέμει κι ο άνδρας της της έσφιξε ακόμη πιο πολύ το χέρι. Στράφηκε στον ιγνάτιο που τους κοιτούσε γεμάτος αμηχανία.
-Πότε συνέβη; Ξέρετε, η γυναίκα μου τον εκτιμούσε πολύ. Κι εγώ το ίδιο για να πούμε την αλήθεια.
-λίγο καιρό πριν. Είμαι ο αντικαταστάτης του. Η σολ άρχισε να κλαίει σιγανά κι ο άνδρας την οδήγησε απαλά προς την πόρτα.
-δεν ήθελα να την αναστατώσω, λυπάμαι…
-μην ανησυχείτε, ταράζεται εύκολα, δεν είναι πολύ καλά κι άλωστε ήταν πολύ δεμένη με τον καημένο τον τόνιο.
-Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για εσάς. Ελάτε ξανά όταν νιώσετε καλύτερα, στράφηκε στη σολ που συνέχιζε να κλαίει αλλά χωρίς ήχο τώρα.
-Θα μας δείτε σύντομα, υποσχέθηκε ο άλλος άνδρας. Αμέσως μόλις ηρεμήσει θα έρθουμε ξανά.
Άνοιξε την πόρτα.
-Να πάτε στο καλό, τους αποχαιρέτισε ο Ιγνάτιο. Μην ξεχνάτε να προσεύχεστε, από σήμερα θα βρίσκεστε και στις δικές μου προσευχές.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαΐου 31, 2011

13.
Η μέριλιν ξύπνησε λίγο μετά τις δέκα το πρωί. Δεν έμεινε στο κρεβάτι ούτε λεπτό. Η πρώτη της σκέψη αμέσως μόλις άνοιξε τα μάτια της ήταν η κόρη της. Φόρεσε τις γούνινες παντόφλες της κι έτρεξε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Για λίγο έμεινε πάνω από την κούνια να την παρατηρεί, φαινόταν ήρεμη. Έτσι δεν την ξύπνησε για να την ταίσει, το φαγητό θα μπορούσε να περιμένει λίγη ώρα. Μπήκε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει ένα ζεστό τσάι με άρωμα βατόμουρου. Όση ώρα έψαχνε μέσα στα διάφορα φακελάκια οργάνωνε το πρόγραμμα εκείνης της ημέρας. Με χαρά διαπίστωνε πως η διάθεσή της είχε βελτιωθεί κατά πολύ από την προηγούμενη. Δε μπορούσε να βρει την αιτία γι’αυτό αλλά ούτε κι ενδιαφερόταν και πολύ.
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, μόλις είχε ετοιμάσει το τσάι. Το πήρε και μπήκε γρήγορα στο σαλόνι όπου ήταν η συσκευή.
-εμπρός;
-Καλημέρα μέριλιν. Η δροσερή φωνή της Ανζελίν έφτασε πεντακάθαρη ως τα αφτιά της.
-Καλημέρα, τι κάνεις;
-Καλά είμαι. Ξύπνησα πριν δυο ώρες. Πήγα για ψώνια και μόλις επέστρεψα. Εσύ; Νυσταγμένη ακούγεσαι. Η μέριλιν σταμάτησε να ανακατεύει το τσάι της με το ασημένιο κουταλάκι και ήπιε μια μικρή γουλιά. Έκαιγε ακόμη.
-όχι δε νυστάζω καθόλου, μόνο που τώρα ξύπνησα, δηλαδή πριν λίγο.
Η Ανζελίν γέλασε δυνατά.
-Αλήθεια; Δε σε ξύπνησε η μικρή μας;
-όχι, κι απορώ γιατί. Από τη στιγμή που την έβαλα στο κρεβάτι χθες δεν την άκουσα ξανά. Ίσως επειδή ήταν κουρασμένη.
-κουρασμένη; Γιατί; Τι κάνατε χθες; Η μέριλιν άρχισε ξανά να ανακατεύει το τσάι της. Απάντησε χωρίς δισταγμο.
-Χθες βράδυ πήγαμε μια βόλτα.
Η Ανζελίν τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο τηλέφωνο το οποίο δεν ήταν ασίρματο. Η φίλη της μόλις είχε πει κάτι ενδιαφέρον.
-Βόλτα; Πώς κι αυτό; Πού πήγατε;
-Στο λιμάνι. Είχα ανάγκη να βγω από το σπίτι. Ήπιε άλλη μια γουλιά κι αυτή τη φορά η θερμοκρασία την ικανοποίησε.
-Καλά έκανες. Μόνο που είχε λίγο κρύο χθες.
-Ναι, κι αυτός ήταν ο λόγος που επιστρέψαμε νωρίς. Φοβήθηκα για τη μικρή. Πήρε βαθιά ανάσα θέλοντας να πει κι άλλα αλλά την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Ωστόσο η ανζελίν την ήξερε καλά κι όταν μίλησε η φωνή της ακούστηκε ήρεμη μα σίγουρη.
-κάτι έγινε χθες, δεν είναι έτσι;
-τι θέλεις να πεις;
-τίποτα, απλά ρωτάω τι συνέβη.
Η μέριλιν το σκέφθηκε. Αφού τα μοιραζόταν σχεδόν όλα μαζί της γιατί να μην της μιλούσε και για τη συνομιλία της με τον Ιγνάτιο;
-εντάξει, κάτι έγινε αλλά δεν είναι και τόσο σημαντικό! Χθες συνάντησα κάποιον στο λιμάνι.
Η Ανζελίν άρχισε να τραβάει το καλώδιο του τηλεφώνου.
-πΟιον;
-τον αντικαταστάτη του Πατέρα τόνιο. Σταμάτησε πάλι. Η απάντηση της ακούστηκε ξερή και στην ίδια.
Η Ανζελίν κράτησε την ανάσα της.
-ήταν κι εκείνος στο λιμάνι;
-ναι. Τον λένε Ιγνάτιο.
Η ανζελίν έμεινε σιωπηλή για λίγο αλλά τελικά πήρε την απόφασή της. Δε θα της έλεγε τίποτα, θα έκανε την ανήξερη.
-αλήθεια; Πότε ήρθε;
-Χθες νομίζω.
-Πώς είναι;
Η μέριλιν το σκέφθηκε. Δυσκολευόταν να βρει τις σωστές λέξεις. Αν και είχε διαβάσει χιλιάδες περιγραφές ανδρών δεν της ήταν εύκολο να φτιάξει κι εκείνη μια. Ωστόσο η μορφή του ήταν ολοζώντανη μέσα της.
-Με ακούς; Η Ανζελίν μίλησε ξανά.
-ναι, σκεφτόμουν. Είναι νομίζω ωραίος άνδρας, νέος θα έλεγα κι όχι άσχημος.
Η Ανζελίν χαμογέλασε. Αυτά ήταν αρκετά για την ώρα. Δεν ήθελε να την πιέσει περισσότερο.
-Τι είπατε;
-να σου πω την αλήθεια μιλήσαμε για πολλή ώρα. Του άρεσε το μωρό, τη χάιδευε και της μιλούσε γλυκά.
-θα είναι καλός άνθρωπος. Σταμάτησε να τραβάει το καλώδιο για να κάνει την επόμενη ερώτηση.
-σε ρώτησε ποια είσαι;
-ναι, είπε πως ήθελε να μας γνωρίσει όλους σιγά σιγά.
Η καρδιά της άλλης γυναίκας χτυπησε γοργά. Όλα είχαν γίνει πιο γρήγορα από ό,τι είχε ελπίσει.
-λογικό το βρίσκω. Τον βρίσκεις συμπαθητικό;
-Ναι, φυσικά. Τον άφησα ωστόσο λίγο αργότερα επειδή έπρεπε να γυρίσουμε πίσω. Το μωρό νύσταζε. Του είπα πως θα τα ξαναπούμε στην εκκλησία.
Η ανζελίν προσπάθησε ανεπιτυχώς να κρύψει τη χαρά της.
-Αλήθεια; πΟλύ ωραίο ακούγεται. Αποφάσισες να έρθεις ξανά;
-μα ναι, τι περίμενες; Φυσικά και θα έρθω ξανά. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κλάμα του μωρού.
-Να σε αφήσω τώρα; Νομίζω πως πρέπει να ετοιμάσω πρωινό.
-εντάξει. Ξέρεις… έλεγα να έρθω σε λίγο εκεί, αν θέλεις. Έχουμε καιρό να…
-Έλα, θα σε περιμένω. Ναι, έχουμε καιρό.
Γέλασαν και η μέριλιν έκλεισε το τηλέφωνο.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαΐου 30, 2011

-Δεν τον έχω δει αυτόν τον πίνακα. Μα με τι ασχολείστε; Μήπως η δουλειά σας σχετίζεται με την τέχνη; Ο άνδρας ανασήκωσε τους ώμους χαμογελώντας ξανά.
-Όχι δυστυχώς. Την τέχνη τη λατρεύω, μα δεν την υπηρετώ, τουλάχιστον όχι έτσι όπως το θέσατε. Είμαι ιερέας.
Η Μεριλιν ανασήκωσε ξαφνιασμένη τα φρύδια της.
-αλήθεια; Δεν το περίμενα.
-γιατί όχι; Μόλις σήμερα έφτασα, θα πάρω τη θέση του Τόνιο. Τον γνωρίζατε υποθέτω.
-μα ναι, πολύ καλά. Τον εκτιμούσα πολύ. Ώστε σήμερα φτάσατε, γι’αυτό δε σας είχα ξαναδεί. Πίστευα πως ανήκατε στους ρομαντικούς εκείνους παραθεριστές που επιλέγουν να ζουν κοντά στη θάλασσα ακόμη και το χειμώνα. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε το κλάμα του μωρού. Η μέριλιν άρχισε να το χαιδεύει μιλώντας του ξανά. Ο Ιγνάτιο τους παρακολουθούσε σιωπηλός, μην τολμώντας να τους διακόψει. Κάποτε το κλάμα έσβησε και τότε η κοπέλα στράφηκε πάλι προς το μέρος του.
-Αφού λοιπόν θα μείνετε μαζί μας θα έχουμε την ευκαιρία να τα ξαναπούμε. Δυστυχώς πρέπει να γυρίσω στο σπίτι για να τη βάλω για ύπνο. Έχουμε ήδη αργήσει.
-ζητάω συγγνώμη αν ήμουν η αιτία αυτής της καθυστέρησης. Απόλαυσα την κουβέντα και θα σας περιμένω ξανά.
Έσφιξαν ξανά τα χέρια κι η Μέριλιν άρχισε να απομακρύνεται. Μόνο μια φορά στράφηκε να τον δει πιστεύοντας πως εκείνος δεν την παρακολουθούσε πια. Μα έκανε λάθος. Ο Ιγνάτιο περίμενε ώσπου να τη χάσει από τα μάτια του κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στη θάλασσα.
Η Μέριλιν μπήκε στο σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Ένιωθε τήψεις, σχεδόν αδικιολόγητα πολλές αφού το μωρό ήταν καλά τυληγμένο και προστατευμένο στην αγκαλιά της. Μόνο που αντί για μερικά λεπτά η βόλτα τους είχε διαρκέσει κάτι λιγότερο από μια ώρα.
Άφησε την τσάντα της στο διάδρομο και μπήκε στο μπάνιο ανάβοντας τα φώτα στο πέρασμά της. Με γρήγορες κινήσεις που γίνονταν όλο και πιο σταθερές έγδυσε το μωρό και σταθεροποιώντας το στον ώμο της για μια στιγμή, άνοιξε τη βρύση για να ελέγξει τη θερμοκρασία του νερού. Την επόμενη στιγμή τραβούσε γρήγορα το δάκτυλό της, το νερό έκαιγε. Άρχισε να πλένει το μωρό με το ειδικό σαπούνι που μύριζε γάλα και μέλι, ενώ σιγοτραγουδούσε κι ένα νανούρισμα. Μα δεν ήταν σίγουρη αν το έλεγε σε κείνο ή στον εαυτό της. Το νερό επέδρασε ευεργετικά πάνω στο μωρό που άρχισε και πάλι να χαμογελάει ευτυχισμένο.
Όταν τέλειωσε με το μπάνιο, το έντυσε με τα ρουχαλάκια του ύπνου και πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν ήδη ώρα για ύπνο. Κι αφού το είχε ταίσει αμέσως πριν φύγουν, η διαδικασία θα επαναλαμβανόταν αργά τη νύχτα. Το έβαλε με προσοχή στην κούνια κι ύστερα βγήκε αφού πρώτα το φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού. Ήξερε καλά πως δε θα αργούσε να κοιμηθεί.
Έπειτα, άρχισε και η ίδια να ετοιμάζεται για τη βραδινή της ξεκούραση. Καθώς περνούσε από το σαλόνι για να πάρει το βιβλίο της είδε το κουτί με τα μπισκότα στον καναπέ και συνειδητοποίησε πως σχεδόν δεν είχε φάει τίποτα όλη εκείνη τη μέρα μα δεν πεινούσε πολύ. Ωστόσο αφού έκανε ένα ζεστό μπάνιο κι άπλωσε στο σώμα και στο πρόσωπό της κρέμες με άρωμα φρούτων του δάσους, μπήκε ξανά στην κουζίνα. Βιαστικά έφτιαξε ένα σαντουιτς με τυρί κι αγκούρι κι άρχισε να τρώει τακτοποιώντας πλυμένα πιάτα και μαγειρικά σκεύη. Πάντα της άρεσε να κάνει δουλειές το βράδυ, αθόρυβα βέβαια για να μην ταράξει τον ύπνο της κόρης της. Όταν τέλειωσε κι αυτό, πήρε ξανά το βιβλίο της και ξάπλωσε στο μεγάλο της κρεβάτι. Ένιωθε το σώμα της κρύο και μουδιασμένο, το νερό δεν είχε βοηθήσει πολύ στη δική της περίπτωση. Μα αυτό δεν την πείραζε. Τυλήχτηκε πιο σφιχτά με το πάπλωμα και άνοιξε το βιβλίο. Μα λίγα λεπτά αργότερα κατάλαβε πως δεν είχε όρεξη για διάβασμα. Εκείνο το ανάγνωσμα ήταν πολύ βαρύ κι αυτό το έβλεπε σε κάθε σελίδα. Σήμερα δεν το άντεχε. Το έκλεισε και το ακούμπησε δίπλα της. Κι ύστερα έκλεισε τα μάτια της κι άλλαξε πλευρό. Ήταν ώρα να κοιμηθεί. Λίγες στιγμές πριν σφραγίσουν τα βλέφαρά της ήρθε στο νου της η μορφή του άνδρα που γνώρισε το ίδιο βράδυ. Και μαζί με αυτήν έφτασε στα αφτιά της η φωνή του καθώς ζητούσε να μάθει το όνομά της. Την επόμενη στιγμή, είχε περάσει στη χώρα των ονείρων.
Ο Ιγνάτιο μπήκε στο δωμάτιό του την ίδια ώρα που το μωρό της μέριλιν είχε αποκοιμηθεί. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, τραβώντας τα αργά αργά, φανερά αφηρημένος. Τον απασχολούσαν πολλά, κι αυτό δεν ήταν παράλογο.
Όταν λίγο αργότερα τέλειωσε με τη φροντίδα του εαυτού του, έβαλε να παίζει ένα εκκλησιαστικό κομμάτι εκτελεσμένο από τον αγαπημένο του οργανίστα και κάθισε σε μια καρέκλα για να σκεφθεί. Δεν αισθανόταν ίχνος νύστας. Μα ποτέ δεν κοιμόταν πολύ. Την είχε συναντήσει τυχαία, αμέσως μόλις βγήκε από την εκκλησία, δεν είχε χρειασθεί να περιμένει καθόλου. Η Ανζελίν είχε δίκιο, ήταν καλλιεργημένη κι ευαίσθητη. Ήταν κι όμορφη, αυτό δεν το είχε πει για πολλές γυναίκες. Διέθετε οξυμένο πνεύμα και ζεστό χαμόγελο. Όπως ακριβώς την είχε περιγράψει. Κι ακόμη είχε δει για μια στιγμή κάτι σχεδόν αδιόρατο να περνά από τα μάτια της, αλλα για την ώρα δε θα το λογάριαζε αυτό. Το κομμάτι τέλειωσε κι άρχισε ξανά από την αρχή, κι έτσι οι σκέψεις του δε διακόπηκαν καθόλου. Πότε θα ερχόταν άραγε στην εκκλησία; Μήπως αύριο, μαζί με την Ανζελίν; Μπα, αυτό δεν ήταν πιθανό. Μάλλον θα χρειαζόταν να περιμένει κάμποσο, εκτός κι αν εκείνη το αποφάσιζε. Του είχε πει άλωστε πως θα μιλούσαν ξανά σύντομα. Άρα έτσι θα γινόταν.
Ξάπλωσε τελικά με τη σκέψη πως δεν είχε ζητήσει να μάθειτ ο όνομα που είχε διαλέξει για την κόρη της. Σίγουρα θα είχε διαλέξει για κείνη ένα όνομα εξείσου όμορφο με το δικό της.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαρτίου 14, 2011

12.
Τις σκέψεις της διέκοψε ο ερχομός ενός άνδρα. Ο ήχος των βημάτων του την έκανε να σηκώσει ξαφνιασμένη το κεφάλι της, σφίγγοντας πιο πολύ το μωρό πάνω της.
Από όσο μπορούσε να διακρίνει ο άνδρας εκείνος ήταν λεπτός, μα όχι ιδιαίτερα όμορφος. Της φαινόταν κάπως κουρασμένος κάθως την πλησίασε. Για μια στιγμή της θύμισε τον Ομάρ κι η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά αλλά αμέσως μετά κατάλαβε πως φυσικά δεν ήταν αυτός.
-καλησπέρα. Η φωνή του ήταν βαθιά και καθησυχαστική. Ελπίζω να μη σας ενοχλώ. Η μέριλιν έκανε ένα βηματάκι προς το μέρος του προτού απαντήσει.
-Καλησπέρα, όχι βέβαια, κανένα πρόβλημα. Ύστερα έριξε μια γρήγορη ματιά θέλοντας να δει αν τους κοιτούσε κανείς, κατάλοιπο της νοοτροπίας της κλειστής τους κοινωνίας. Μα ήταν εντελώς μόνοι. Σε λίγο θα έβγαιναν τα πρώτα αστέρια.
-τι ωραίος τόπος, μουρμούρισε ο ιερέας χαμογελώντας της πιο πλατιά. Νομίζω πως εδώ οι ψυχές γαληνεύουν και τα εκδικητικά μυθολογικά πλάσματα δεν πατούν ποτέ το πόδι τους σ’αυτόν. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε από το σχόλιο αλλά της άρεσε κι έτσι έσπευσε να απαντήσει στο ίδιο πνεύμα.
-εξαρτάται από πολλά. Αν η ψυχή είναι γαλήνια εδώ η γαλήνη γίνεται πιο βαθιά κι απόλυτη. Μα αν το κακό έχει στοιχιώσει κάποιον άνθρωπο οι τήψεις μεγεθύνονται πολύ, κυρίως τα βράδια. Ο Ιγνάτιο κούνησε το κεφάλι, σημάδι πως καταλάβαινε.
-υποθέτω πως στη δική σας περίπτωση η γαλήνη φωλιάζει μόνιμα στην ψυχή σας κι επιτείνεται από την παρουσία αυτού του υπέροχου πλάσματος! Ήρθε λίγο πιο κοντά κι άπλωσε το χέρι του για να αγγίξει το κεφαλάκι του μωρού. Μα πριν το κάνει κοίταξε στα μάτια τη μέριλιν ζητώντας τη συγκατάθεσή της. Εκείνη έμεινε αναποφάσιστη για λίγο αλλά ύστερα έγνεψε καταφατικά, σχεδόν αδιόρατα. Κι έτσι, ο Ιγνάτιο με προσοχή και δισταγμό άγγιξε το χνουδωτό κεφαλάκι.
-θεσπαίσια αίσθηση, είπε λίγο αργότερα, τραβώντας το χέρι του. Κάθε φορά που αγγίζω ένα παιδί νιώθω πως του φορτώνω κάποια από τα δικά μου βάρη για να ξεκουραστώ λίγο.
-Αυτό το νιώθω κι εγώ καμιά φορά. Κι όσο γι’αυτό που είπατε προηγουμένως, φοβάμαι πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Ο ιερέας άργησε να απαντήσει. Σκεφτόταν πως ίσως εκείνη η κοπέλα να ήταν η μέριλιν, η φίλη της Ανζελίν με την ταραγμένη καρδιά. Η ανάγκη να σιγουρευτεί τον έσπρωξε να κάνει την επόμενη ερώτηση με τόνο ωστόσο συγκρατημένο.
-Μήπως θα μπορούσα να μάθω το όνομά σας
-Βεβαίως, με λένε μέριλιν. Τώρα ήταν εκείνη που του άπλωσε το χέρι. Το έσφιξε χωρίς δεύτερη σκέψη, ήταν ζεστό κι έτρεμε ελαφρά.
-Και το δικό σας όνομα ποιο είναι;
-Με λένε ιγνάτιο.
-ωραίο όνομα, κάπως ασυνήθιστο.
-Βρίσκετε; Άρεσε πολύ στη μητέρα μου. Το διάβαζε συχνά στα βιβλία κι αποφάσισε να μου το χαρίσει. Το δικό σας όνομα είναι γλυκό και…
-Και; Μιλήστε, μη διστάζετε!
-Και πολύ γυναικείο. Μια πονηρή λάμψη φάνηκε στα μάτια του για μια στιγμή κι ύστερα χάθηκε. Η μέριλιν γέλασε καμπανιστά κι ο ήχος αυτός χαράχτηκε βαθιά μέσα του.
-ευχαριστώ, ποτέ δε μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο.
-Απορώ πως κι αυτό. Ίσως να μην το επιτρέψατε. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω κι ο ιερέας κατάλαβε πως βιαζόταν υπερβολικά. Μάλλον η κοπέλα εκείνη μιλούσε λίγοτερο από τη φίλη της και σίγουρα με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από το δικό της.
-Συγχωρήστε με, δεν είχα κακή πρόθεση. Απλά μου άρεσε πολύ ο συνδυασμός των γραμμάτων. Ξέρετε μου θυμίζει έναν ζωγραφικό πίνακα που είδα κάποτε. Εκείνη στράφηκε ξανά προς το μέρος του.
-Αλήθεια; Τι είδους πίνακας ήταν αυτός;
-τον είδα στη μαδρίτη. Παρίστανε μια κοπέλα εκπληκτικής ομορφιάς που κρατούσε στο ένα χέρι ένα παράξενο σκήπτρο και στο άλλο μια εκκλησιαστική εικόνα. Θύμιζε μαντόνα κι από οσο θυμάμαι, την έλεγαν μαρλέν.

η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαρτίου 8, 2011

11.
η Μέριλιν ξύπνησε την ώρα που άρχιζε να σουρουπώνει. Με δυσκολία κατόρθωσε να ανοίξει τα μάτια της. Ήταν το κλάμα της κόρης της που την είχε βγάλει τελικά από τη νάρκη της, γιατί μόνο έτσι χαρακτηριζόταν αυτό στο οποίο είχε πέσει αμέσως μόλις ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Σηκώθηκε τρέμοντας, πιέζοντας σχεδόν τον εαυτό της. Ήταν ώρα να ταίσει το μωρό για να πάνε μια βόλτα. Ο καθαρός αέρας θα έκανε καλό και στις δυο.
Μπήκε στο παιδικό δωμάτιο και πήρε στην αγκαλιά της το κοριτσάκι που εξακολουθούσε να κλαίει. Άρχισε να του μιλάει με λόγια γλυκά και πανέμορφα που έβγαιναν αυθόρμητα από τα χείλη της κι έπεφταν πάνω στο απαλό του δέρμα σαν στολίδια. Μπήκαν στην κουζίνα κι έβαλε το γάλα να βράσει. Σύντομα το κλάμα είχε σταματήσει και το μωρό έδειχνε και πάλι γαλήνιο κι ευτυχισμένο. Κι όταν επιτέλους το τάισε, είχε την αίσθηση πως της χαμογελούσε κιόλας. Λίγο αργότερα το απέθεσε με προσοχή στο μεγάλο της κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. Το φόρεμά της ήταν καφέ, φτιαγμένο από χονδρό πλεχτό ύφασμα κι έφτανε λίγο κάτω από τα γόνατά της. Αμέσως μόλις άνοιξε το παράθυρο για λίγο αισθάνθηκε τον κρύο αέρα. Είχε ανατριχιάσει, κόντευε να ξεχάσει πως ήταν το κρύο αφού δεν έβγαινε σχεδόν πια από το σπίτι. Ωστόσο είχε πάρει την απόφαση για τη βόλτα αμέσως μόλις είχε ξυπνήσει γνωρίζοντας πως το μωρό είχε ανάγκη από φρέσκο αέρα και λίγη δροσιά. Κι άλωστε δε θα πήγαιναν μακριά. Μια βόλτα ως το λιμάνι που δεν απείχε πολύ από το σπίτι τους κι ύστερα πάλι πίσω.
Ο Ιγνάτιο βγήκε από την εκκλησία όταν το σκοτάδι είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του οδηγημένος από τη γνωστή του επιθυμία να γνωρίσει ανθρώπους και να μοιραστεί μαζί τους σκέψεις και όνειρα. Καθώς άρχιζε να προχωράει έφερε ασυναίσθητα στο νου του τη συζήτηση του με την ανζελίν. Δεν το περίμενε κι ο ίδιος πως θα τον απασχολούσε τόσο εκείνη τη στιγμή. Στο κάτω κάτω εκείνη η κοπέλα του ήταν εντελώς άγνωστη. Ας τη συναντούσε πρώτα κι ύστερα είχε χρόνο να τη συλλογησθεί.
Δεν άργησε να συναντήσει μια χαρούμενη παρέα νέων ανθρώπων που περπατούσαν και φλυαρούσαν ανέμελα. Μια κοπέλα στράφηκε προς το μέρος του και τον χαιρέτισε φιλικά. Στάθηκε κι εκείνος και αντάλλαξε λίγα λόγια μαζί της. Της είπε πως ήταν ο νέος ιερέας και τη ρώτησε αν πήγαινε τακτικά στην εκκλησία.
Η μέριλιν έφτασε στο λιμάνι λίγα μόλις λεπτά από την ώρα που έφυγε από το σπίτι. Το μωρό στα χέρια της είχε αποκοιμηθεί και πάλι μα της αρκούσε να το κρατά κι ας μη μπορούσε εκείνο να την ακούσει. Η συντροφιά του μαλάκωνε την ψυχή της. Καθώς έφτανε σκεφτόταν πόσο λίγη ανάγκη είχε την παρέα των ανθρώπων. Πίστευε πως ήταν πολύ διαφορετική από τα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της. Κι αυτό επειδή διάβαζε πολύ, άκουγε θρησκευτική μουσική και καμιά φορά αποτύπωνε τις σκέψεις της στο χαρτί. Με λίγους ανθρώπους μπορούσε να περάσει ώρες πολλές συζητώντας για φιλοσοφία ή και για πολύ πιο απλά πράγματα όπως η αγάπη ακόμη κι η πεζή καθημερινότητα. Ο ένας από αυτούς ήταν ο καημένος ο Τόνιο, μακάρι να βρισκόταν ακόμη ανάμεσά τους. Πόσο την ένιωθε, πόσο καλά τη συμβούλευε…
Και τώρα ποιος άλλος της έμενε; Στέναξε και βόλεψε καλύτερα στο στήθος της το μωρό. Η μοναδική καλή της φίλη, η Ανζελίν. Εκείνη ήξερε να διαλέγει τους ανθρώπους κι εκτιμούσε βαθιά την ξεχωριστή προσωπικότητα και την ευαίσθητη ψυχή της μέριλιν. Από τότε που έμαθε για το παιδί είχε μετακομίσει σχεδόν στο σπίτι της δίνοντάς της το λόγο της πως θα τη στήριζε και πως θα της πρόσφερε ό,τι είχε. Και πράγματι αυτό έκανε ως τη μέρα που η μέριλιν είχε αρχίσει να την απομακρύνει. Το έκανε πολύ αργά, μεθοδικά σχεδόν, ασυναίσθητα από φόβο μην την πληγώσει. Δεν ήταν πως δεν την αγαπούσε, κι ένας θεός ήξερε πόσο πολύ τη χρειαζόταν, αλλά ο ομάρ και η σκέψη του υπήρχε πάντα ανάμεσά τους. Κι ήταν και κάτι άλλο. Ο ερχομός της κόρης της την είχε αλλάξει κατά κάποιο τρόπο. Την είχε κάνει σχεδόν κτητική, κι αυτό ήταν πρωτόγνωρο για κείνη. Ξαφνικά δεν ήθελε να τη μοιράζεται με κανέναν, και δεν άντεχε την παρουσία κανενός άλλου στο σπίτι στις ιδιωτικές τους στιγμές. Όχι πως δεν την επισκεπτόταν πια η ανζελίν μα η μέριλιν προτιμούσε την επικοινωνία μέσω του τηλεφώνου και δεν ήταν λίγα τα βράδια που την έπαιρνε ο ύπνος με το ακουστικό ακουμπισμένο στο αφτί της.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Φεβρουαρίου 27, 2011

Ο Ιγνάτιο άφησε το κάθισμά του και ήρθε πιο κοντά της.
-τι συνέβη τότε; Μιλήστε μου. Η Ανζελίν κόμπιασε.
-έγιναν πολλά, δεν ξέρω από πού να αρχίσω.
-Από όπου κρίνετε πως είναι το πιο σωστό.
-Ας είναι. Η μέριλιν είναι μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της ήταν ναυτικός, είχε πάρει μέρος σε αρκετές μάχες, ήθελε να βοηθά τη χώρα του. Πέθανε πριν λίγα χρόνια αφήνοντάς της μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία. Είναι συνετή κοπέλα, δε θα τη σπαταλήσει. Λατρεύει τη ζωγραφικήκαι το διάβασμα, είναι καλλιεργημένη κι ευαίσθητη. Μα όλα αυτά τα χρόνια ήταν μόνη κι αυτό δεν το άντεχε άλλο. Ο πατέρας της ήταν υπερπροστατευτικός και δεν την άφηνε να βγαίνει πολύ και να συναναστρέφεται τους άνδρες της ηλικίας της.
Είναι βαθιά ρομαντική και είχε πλάσει στο νου της έναν άνδρα, αληθινό πρίγκηπα. Αν τον έβρισκε θα του έδινε τα πάντα. Γι’αυτό φοβάμαι τόσο.
-μη φοβάστε, πείτε μου τι έγινε πέρισι.
-Δεν ξέρω ακριβώς την ιστορία, δεν ξέρω με ποιον έμπλεξε… σταμάτησε ξαφνικά.
-Δημιούργησε κάποια σχέση;
-περίπου. Γνώρισε κάποιον, έναν άγνωστο που ήρθε με καράβι. Κανείς δεν τον είχε ξαναδεί. Τον συνάντησε στη θάλασσα και πέρασε μαζί του σχεδόν δυο μερόνυχτα. Κανείς, ούτε εγώ δεν ξέρω που την πήγε. Την παρακάλεσα να μου πει την αλήθεια αλλά δεν το έκανε αν και ξέρω πως με εμπιστεύεται.το κρατάει μέσα της. Μα από όλη αυτή την ιστορία προέκυψε κι ένα μωρό. Ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι, αξιολάτρευτο. Σε λίγο θα κλείσει τρεις μήνες ζωής. Μαζί θα το μεγαλώσουμε, θα είμαι κοντά της πάντα. Μα ξέρω πως δεν είναι καλά.
-Γιατί; Δεν τη γέμισε η χαρά της μητρότητας;
-Μα ναι, βέβαια. Ωστόσο δεν είναι αυτό το μόνο που καθρεφτίζεται στα μάτια της.
-Τι θέλεις να πεις;Ενικός ασυναίσθητα.
-δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Νιώθω πως απομακρύνεται από κοντά μας.
-γιατί το λέτε αυτό;
-Βλέπω τα μάτια της, κάποιες στιγμές σκουραίνουν, χάνεται. Χαμογελάει παράξενα, δεν ξέρω τι συμβαίνει.
-Μήπως σκέφτεται εκείνον τον άνδρα;
-ναι, είναι πολύ πιθανό αυτό. Ήταν η πρώτη μου σκέψη.
-Δεν τον συνάντησε ποτέ ξανά από τότε που την άφησε;
-από όσο ξέρω όχι. Ίσως να νοσταλγεί τις στιγμές που έζησε μαζί του. Θέλω να κάνω κάτι να τη βοηθήσω. Ο τόνιο της είχε μιλήσει πολλές φορές, προσπαθούσε να την πείσει πως όλη η ζωή είναι μπροστά της.
-πόσων χρόνων είναι;
-όσο κι εγώ περίπου. Είναι κι όμορφη, γλυκιά. Θέλω να τη βγάλω από αυτή την κατάσταση. Τι να κάνω;
-πώς περνάει το χρόνο της; Υποθέτω πως έχει αφοσιωθεί στη φροντίδα του παιδιού της.
-Ω ναι, το προσέχει το μωρό, πάρα πολύ. Δεν του λείπει τίποτα. Μα τις υπόλοιπες ώρες τις περνάει κλεισμένη στο σπίτι της διαβάζοντας και ζωγραφίζοντας. Δε μιλάει σε κανέναν εκτός δηλαδή από ελάχιστα άτομα. Κι ο τόνιο δυστυχώς ήταν ένα από αυτά τα άτομα. Δείχνει χαρούμενη, μα βασανίζεται.
Ο Ιγνάτιο κούνησε το κεφάλι του.
-κυρία μου νομίζω πως σας καταλαβαίνω καλά. Στο παρελθόν έχω χειρισθεί παρόμοια περίπτωση. Η κοπέλα βασανιζόταν χρόνια εξαιτίας της θύμισης του παιδικού της έρωτα. Εκεί δεν υπήρχε παιδί μα εκείνη είχε οδηγηθεί σε ακρότητες. Τη βοήθησα όσο πιο πολύ μπορούσα. Στην αρχή δε με άκουγε μα σιγά σιγά με άφησε να δω μέσα της. Το ίδιο θα κάνω και με τη φίλη σας. Αρκεί να με αφήσει. Σας ικανοποιεί αυτή η λύση;
-ναι, βέβαια. Μα πώς θα γίνει; Θα την προσεγγίσετε σιγά σιγά;
-θα περιμένω να έρθει εδώ. Αργά η γρήγορα θα το κάνει. Και τότε θα της μιλήσω. Θα δω τι γίνεται μέσα της. Κι όταν δω θα αποφασίσω και πως θα πράξω.
-Μα έχει καιρό να ανοίξει την ψυχή της σε κάποιον!
-Μη φοβάστε, κυρία μου, όλα θα γίνουν. Προσευχηθείτε για κείνη, αυτό θα κάνω κι εγώ κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
Η ανζελίν σηκώθηκε να φύγει.
-σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση, ευχαριστώ που με ακούσατε.
Ο Ιγνάτιο της έσφιξε το χέρι.
-Να βρίσκεστε δίπλα της. Σας χρειάζεται. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και βγήκε από την εκκλησία.
Η ανζελίν πήγε κατευθείαν στο σπίτι της κι έκλεισε όλα τα παράθυρα. Ένιωθε παράξενα φέρνοντας στο νου της τη συνομιλία της με το νέο ιερέα. Ήταν πολύ διαφορετικός από τον πατέρα Τόνιο, πιο νέος, πιο όμορφοςκατά κάποιο τρόπο, αν και δεν ήταν η ομορφιά το βασικό του γνώρισμα κι αναμφίβολα πιο μορφωμένος. Μιλούσε συνετά, και έπαιρνε γρήγορα αποφάσεις. Κι αυτό της άρεσε. Για μια στιγμή κάτι σα χαρά την πλημμύρισε μα έπειτα χάθηκε στη θύμιση της Μέριλιν. Είχε κάνει καλά άραγε που του τα είχε πει όλα για κείνη; Ήταν εντελώς άγνωστη σε αυτόν. Δεν την είχε δει ποτέ. Κι ίσως να τα άκουγε σαν μια ιστορία, αλλά όχι δε μπορούσε να συνέβαινε αυτό. Αφού της είχε πει πως είχε ξανακάνει κάτι ανάλογο. Κι άλωστε γι’αυτό δεν είχε έρθει εκεί;
Ετοίμασε ένα ζεστό ρόφημα και κάθισε στο σαλόνι της. Θα προσπαθούσε να κατευνάσει τον εαυτό της. Μα η μέριλιν πως θα αντιδρούσε όταν μάθαινε τι είχε κάνει; Να διέθετε άραγε την απαραίτητη διακριτικότητα ο Ιγνάτιο ώστε να μην την αποκαλύψει; Μα ναι, έτσι έπρεπε να ήταν. Φαινόταν έξυπνος άνθρωπος, σίγουρα την ήξερε καλά τη δουλειά του. Ήπιε μια γουλιά και ξάπλωσε πίσω στα μαξιλάρια.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Φεβρουαρίου 24, 2011

10.
Σηκώθηκε από τον καναπέ. Δεν ήθελενα σκέφτεται άλλο εκείνες τις μέρες. Έκλαιγε συνέχεια και ούτε η Ανζελίν ούτε κανένας άλλος δεν ήταν σε θέση να την ηρεμήσει. Δεν τους έλεγε το μυστικό της, πρώτη θα το ανακάλυπτε η νάνση, στην εκκλησία λίγους μήνες αργότερα.
Έφτασε νυχοπατώντας ως την κρεβατοκάμαρα του μωρού. Το είδε να κοιμάται κι έτσι έφυγε ξανά. Μπήκε κι εκείνη στο δικό της δωμάτιο και χώθηκε κάτω από το βαρύ πάπλωμα.
Ο Ιγνάτιο μπήκεστο νησί λίγο μετά το μεσημέρι. Το κρρύο ωστόσο ακόμη κι εδώ ήταν τσουχτερό αναγκάζοντάς τον να κουμπώσει όλα τα κουμπιά του σακακιού του. Το είχε ξεχάσει το κρύο αυτού του τόπου. Εκεί όπου έμενε ως σήμερα η ζέστη ήταν σχεδόν ανυπόφορη. Θα έπρεπε να εφοδιαζόταν με μερικά πιο κατάλληλα ρούχα. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα σπίτια. Κάποια ήταν μικρά και πολύ παλιά, κάποια άλλα μεγάλα και χτισμένα πολύ πρόσφατα. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ένα υπέροχο, μεγάλο με έναν πανέμορφο κήπο. Μόνο που τίποτα σχεδόν δεν υπήρχε εκεί αφού η εποχή δεν ήταν η καλύτερη για λουλούδια. Ωστόσο ήταν φανερό πως κάποιος τον φρόντιζε, γιατί ο,τι φυτρώνει το χειμώνα ήταν κάπου εκεί. Αναρωτήθηκε πόσα λουλούδια θα υπήρχαν εκεί την άνοιξη. Ξαφνικά θέλησε να μπει μέσα, να μυρίσει ο,τι υπήρχε ακόμη αλλά σύντομα μάλωσε τον εαυτό του διαπιστώνοντας πως ο κήπος ήταν περιφραγμένος. Κι άλωστε δεν ήταν αυτή η δουλειά του. Άρχισε να απομακρύνεται από το σπίτι αργά αργά. Το μέρος είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που το θυμόταν. Μα τότε ο καιρός ήταν πιο μαλακός, ή μήπως έτσι του φαινόταν; Μήπως είχε αρχίσει να γερνάει; Τότε κατάλαβε πως αυτό που περνούσε για κρύο δεν ήταν τίποτα άλλοπαρά υγρασία. Κοντοστάθηκε. Μα τι γινόταν πια σε τούτο το νησί;; Μήπως είχε χαθεί;Μάλλον είχε ξεχάσει τη γλυκιά μυρωδιά της θάλασσας, τη σαγήνη της…
Βρήκε την εκκλησία και στάθηκε απ’έξω κοιτώντας την προσεκτικά. Το κτίριο ήταν καινούριο, φρεσκοβαμμένο μαλίστα. Χάιδεψε την πόρτα με τις άκρες των δακτύλων του διστάζοντας να μπει. Ύστερα σταυροκοπήθηκε και την άνοιξε. Έπρεπε να το γνωρίσει το μέρος, να το αγαπήσει, μόνο τότε θα αγαπούσε τους ανθρώπους και μόνο τότε θα τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Έκλεισε ξανά την πόρτα πίσω του κι άρχισε να περπατά, προσπαθώντας να γνωρίσει το χώρο. Κάθε τόσο σταματούσε για να μυρίσει κάποιο αντικείμενο. Λίγο αργότερα κατάλαβε πως του άρεσε η μυρωδιά του χώρου. Κι αυτό ξαφνικά τον έκανε να νιώσει πιο δυνατός. Τα τελευταία χρόνια το μόνο που έκανε ήταν να γράφει, ξεχνώντας τους ανθρώπους. Η μόνη του σκέψη ήταν να αναριχηθεί στα διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα και τώρα έβλεπε πόσο λάθος είχε κάνει. Μα για όλα έφταιγε ο αλμπέρτο, δε χωρούσε αμφιβολία. Μα αν δεν ήταν κι ο αλμπέρτο δε θα παρατούσε ποτέ εκείνο το γραφείο μέσα στο οποίο είχε περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το είχε αφήσει αλήθεια; Κι αν ναι για πόσο; Δεν ήταν σίγουρος αλλα θα το ανακάλυπτε.
Μπήκε στο εσωτερικό, θέλοντας να βρει τον κόσμο που είχε αφήσει γι’αυτόν ο προκάτοχός του, Ο αλμπέρτο του είχε πει πως είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν. Δε δυσκολεύτηκε να βρει το μικρό δωμάτιο, το οποίο εκείνος χρησιμοποιούσε για σπίτι. Έμενε εκεί, αναμφίβολα. Υπήρχε ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα ένα μικροσκοπικό γραφείο και μια κουζίνα. Τα κοίταξε όλα προσεκτικά, μισοχαμογελώντας. Ήταν αλήθεια πως δεν είχε συνηθίσει να ζει ακριβώς έτσι μα θα τα κατάφερνε. Εντάξει, ίσως αγόραζε κάποια ακόμη έπιπλα, ίσως μετακόμιζε κάπου πιο άνετα, μα θα τα κατάφερνε. Σε καμιά περίπτωση δε θα γύριζε προτού δοκιμάσει την παλιά του ζωή. Κάθισε στο κρεβάτι κι άνοιξε τη βαλίτσα του. Άρχισε να βγάζει από μέσα ρούχα, βιβλία δίσκους και διάφορα άλλα είδη. Πρώτα τακτοποίησε τους δίσκους μέσα σε ένα ράφι. Η μουσική που λάτρευε θα τον ακολουθούσε πάντα, όπου κι αν πήγαινε. Αγαπούσε τα χορωδιακά κομμάτια της εποχής του μεσαίωνα και διέθετε μια απίστευτα μεγάλη συλλογή από αυτά. Τα άκουγε σχεδόν κάθε στιγμή της μέρας και της νύχτας. Τον βοηθούσαν να σκέφτεται να παίρνει αποφάσεις και να επικοινωνεί με το θεό όπως του άρεσε να λέει σε κάποιους παλιούς κι αγαπημένους φίλους. Ήθελε να βλέπει τον εαυτό του μεγάλο μα στην πραγματικότητα μόλις πριν λίγο καιρό είχε περάσει τα σαράντα του χρόνια. Ωστόσο το διάβασμα τόσων θρησκευτικών βιβλιων και τα βαριά του καθήκοντα του είχαν χαρίσει μια απίστευτη ωριμότητα κι ένα βάθος σκέψης που το εκτιμούσαν όλοι όσοι τον γνώριζαν. Δεν ήταν ψηλός, ούτε όμορφος, τα μάτια του έμοιαζαν πάντα κουρασμένα και το χαμόγελό του ήταν στραβό μα ειλικρινές. Τις ώρες που κυκλοφορούσε έξω από την εκκλησία ντυνόταν απλά, χωρίς τίποτα περιττό πάνω του. Κρατούσε ένα βιβλίο στο χέρι και περιπλανιόταν φαινομενικά χωρίς σκοπό στα σοκάκια της πόλης.
Τέλειωσε με τα πράγματα κι ετοιμάστηκε να ξαπλώσει όταν άκουσε τη μεγάλη πόρτα της εκκλησίας να ανοίγει κι ύστερα να κλείνει. Βγήκε με προσοχή από το δωμάτιο και προχώρησε προς τα εκεί. Σύντομα έμπαινε και πάλι στον κυρίως χώρο.
Μια νεαρή κοπέλα με σγουρά κόκκινα μακριά μαλλιά στεκόταν μπροστά σε μια μεγάλη ασημένια εικόνα. Ο ήχος των βημάτων του, την έκαναν να στραφεί απότομα προς το μέρος του. Τον κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα τον πλησίασε βιαστικά, απλώνοντας το χέρι της.
-Καλησπέρα, είπε εκείνος πιάνοντας το.
-Καλησπέρα και σε εσάς, η φωνή της μόλις που ακουγόταν.
-είμαι ο νέος ιερέας, θα το μαντέψατε υποθέτω.
Εκείνη έγνεψε αόριστα.
-Μου πέρασε από το νου.
-έφτασα μόλις πριν λίγες ώρες. Με λένε Ιγνάτιο. Εσάς;
-ανζελίν. Καλωσήρθατε. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω.
-Κι εγώ το ίδιο. Είστε η πρώτη που συναντώ. Και μια όμορφη παρουσία είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Η ανζελίν κοκκίνισε και στράφηκε πάλι προς την εικόνα.
-ελπίζω να μη σας ενοχλώ, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
-Καθόλου, το αντίθετο. Εγώ είμαι που πρέπει να αποσυρθώ για να σας αφήσω να προσευχηθείτε με ηρεμία και γαλήνη. Εκείνη τον κοίταξε ξανά.
-Τη γαλήνη όλοι την έχουμε ανάγκη, κι εγώ γι’αυτή ήρθα, μα δε με ενοχλείτε καθόλου. Ξέρετε έρχομαι συχνά εδώ, σχεδόν κάθε μέρα. Μιλούσα πολύ με τον τόνιο. Ο καημενος πέθανε όπως ξέρετε, θα μου λείψει πολύ.