Posts Tagged ‘συγγραφή μυθιστόρημα φαντασίας’

σεμίρα

Ιουνίου 29, 2012

Κεφάλαιο 15ο.
-Και τ’ωρα; Ο βασιλιάς στράφηκε να κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια τη λεπτ’η κοκκινομάλλα γυναίκα που στεκόταν όρθια δίπλα του.
-ακούω, βασιλι’α μου.
-Χρειαζόμαστε έναν νέο αρχιμουσικό, έτσι δεν είναι;
Η κοκκινομάλλα έγνεψε αδιόρατα.
-νομίζω πως ναι.
-Νομίζεις ή χρειαζόμαστε, νέλνα; Ο άνδρας έκανε ένα ακόμη βήμα προς το μέρος της.
Η Νέλνα ήταν υπεύθυνη για οτιδήποτε ήταν σχετικό με τον πολιτισμό και τις τέχνες στο παλάτι. Κανείς δε μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τις γνώσεις της και η ίδια δε βοηθούσε σ’αυτό επειδή ήταν ελάχιστα κοινωνική όταν αυτό της επιτρεπόταν από τις συνθήκες και τα δεδομένα της κάθε μέρας.
-είμαι βέβαιη πως χρειαζόμαστε τον αντικαταστάτη της αρχιμουσικού που… που…
-Της αρχιμουσικού που δολοφονήθηκε, συμπλήρωσε ο βασιλιάς προσπαθώντας να κατευνάσει κάπως τον ίδιο του τον εαυτό. Την εκτιμούσε τη Νέλνα, εκείνη δεν είχε καμιά σχέση με την Κάρλα. Ήταν χαμηλών τόνων κι εξυπηρετική. Έκανε αθόρυβα αυτά που έπρεπε και δεν εμφανιζόταν παρά μόνο αν κάποιος την καλούσε επίσημα.
-Άκουσε, νέλνα. Η βασίλισσα περιμένει το παιδί μου, κι αυτό φτάνει για να οργανώσουμε μια μεγάλη γιορτή. Με καταλαβαίνεις;
-φυσικά, βασιλιά μου, η γυναίκα χαμογέλασε ελαφρά αποκαλύπτοντας ένα μικρό κενό ανάμεσα σε δυο από τα μπροστινά της δόντια.
-Στο τέλος της γιορτής όλοι θα φάνε και θα πιούνε με την ψυχή τους. Αλλά ως τότε… θέλω να γίνουν πολλά άλλα πράγματα. Θέλω ήχο και θέαμα που θα σαγηνεύσει το νου και θα αιχμαλωτίσει την ψυχή όλων των παρισταμένων, θέλω ποιότητα ανάλογη με τούτο το γεγονός που θα γιορτάσουμε.
Η νέλνα κούνησε ζωηρά το κεφάλι της περιμένοντάς τον να συνεχίσει.
-Λοιπόν, η γιορτή θα γίνει σε τρεις εβδομάδες. Φυσικά θα τα αναλάβεις όλα εσύ.
-Φυσικά, όπως πάντα.
-ωραία, γι’αυτό μας χρειάζεται άμεσα ο νέος αρχιμουσικός. Τον θέλω εδώ το συντομότερο δυνατό.
-θέλετε ένα νέο πρόσωπο η η επιλογή μπορεί να…
-θέλω φρεσκάδα κι ενεργητικότητα. Θέλω κάποιον που δεν έχει κουραστεί από τις ίντριγκες αυτου εδώ του παλατιού, κάποιον με βαθιά γνώση του αντικειμένου και γεμάτο όρεξη για δουλειά.
Η γυναίκα κούνησε και πάλι το κεφάλι.
-καταλαβαίνω. Θα ξεκινήσω αμέσως την έρευνα παράλληλα με τη διοργάνωση της γιορτής.
-πΟλύ ωραία, γι’αυτό σε εκτιμάω τόσο, επειδή δε χάνεις ποτέ χρόνο. Θα σε περιμένω εδώ έπειτα από μια εβδομάδα για να ακούσω όσα θα έχεις να μου πεις.
Η Νέλνα υποκλίθηκε ελαφρά κι ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει την αίθουσα όταν η φωνή του τη σταμάτησε.
-για πες μου και κάτι ακόμη, μήπως σου λείπει τίποτα;
Η γυναίκα στράφηκε ξαφνιασμένη. Η φωνή του βασιλιά ακουγόταν τώρα εντελώς διαφορετική, απαλαγμένη από τη σκληρότητα και την εξουσία.
-όχι, βασιλιά μου, έχω όλα όσα επιθυμώ. Το μόνο που χρειάζομαι είναι κάποια νέα έργα σχετικά με το αντικείμενό μου. Αν θα είχατε την καλοσύνη…
-δώσε τις παραγγελίες σου σε κάποιον από τους συμβούλους μου κι εκείνος θα κάνει το καλύτερο δυνατό στο όνομά μου. Δε θα σε απογοητεύσω, αφού κι εσύ δεν πρόκειται να απογοητεύσεις εμένα.
-Ευχαριστώ, βασιλιά μου. Και κάτι ακόμη, χαίρομαι πολύ για το μωρό που έρχεται.
Τα μάτια του άνδρα γέμισαν φως.
-να είσαι καλά, νέλνα, να είσαι καλά.

Το σπιτάκι ήταν μικρό μα πολύ περιποιημένο. Μπροστά είχε έναν κήπο γεμάτο μυρωδιές και χρώματα. Η σεμίρα κοντοστάθηκε να τον χαζέψει για λίγο, ίσως και για να ηρεμήσει και να τακτοπποιήσει τις σκέψεις της. Ακόμη δεν ήταν εντελώς σίγουρη γι’αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει ωστόσο κάτι μέσα της την έσπρωχνε να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε. Θα έπαιρνε αυτό που ήθελε κι ύστερα…
Κανείς δε θα την υποχρέωνε να το χρησιμοποιήσει, κανείς. Η απόφαση θα ήταν αποκλειστικά δική της.
Έφτασε μπροστά στην ξύλινη πόρτα κι άπλωσε το χέρι να αγγίξει το χερούλι με το ζωγραφισμένο ποτήρι. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα ερχόταν εδώ… είχε ακούσει κάποτε τη μητέρα της να μιλάει για την ιδιοκτήτρια του σπιτιού αλλά τότε είχε γελάσει περιφρονητικά. Εκείνη ποτέ δε θα κατέφευγε σε τέτοιες λύσεις.
-Λοιπόν; Γιατί στέκεσαι έξω μόνη; Φοβάσαι πως θα σου συμβεί κάτι κακό αν μπεις εδώ μέσα;
Αναπήδησε αλαφιασμένη. Η πόρτα είχε ανοίξει και στο κατώφλι στεκόταν μια κοπέλα στη δική της ηλικία περίπου.
Η σεμίρα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω με αποτέλεσμα η άλλη κοπέλα να ξεσπάσει σε δυνατά γέλια.
-τι συμβαίνει λοιπόν; Δε με φανταζόσουν έτσι; Αυτό είναι;
-Εεε, όχι ακριβώς. Η σεμίρα προχώρησε μπροστά ξαναβρίσκοντας την ψυχραιμία και τους καλούς της τρόπους.
-έλα τώρα, το ξέρω πως αυτό είναι. Όλες έτσι αντιδρούν την πρώτη φορά που με συναντούν, το έχω συνηθίσει. Έλα μέσα.
Παραμέρισε για να την αφήσει να μπει στο σπίτι κι έκλεισε πίσω της.
Η σεμίρα κοίταξε γύρω της όσο πιο αδιάφορα μπορούσε. Το δωμάτιο ήταν μικρό, γεμάτο ράφια και ντουλάπια. Σε κάποια διέκρινε ένα σωρό βιβλία και βάζα όλων των μεγεθών.
-μα κάθισε λοιπόν, η άλλη γυναίκα της χαμογέλασε εγκάρδια και μόνο τότε πρόσεξε η σεμίρα πόσο όμορφη ήταν. Το πρόσωπό της ήταν στρογκυλό και ρόδινο και στεφανωνόταν από κατάμαυρες μπούκλες όπως ακριβώς μαύρα ήταν και τα μάτια της. Στο λαιμό της ήταν περασμένη μια λεπτή αλυσίδα κι από αυτήν κρεμόταν ένα χρυσό αστέρι με ένα οβάλ πετράδι στο κέντρο.
-σου αρέσει το κόσμημα ε; η κοπέλα το έκλεισε ανάμεσα στη χούφτα της.
-Πολύ, παραδέχτηκε βραχνά η σεμίρα.
-είναι το σύμβολο της ιδιότητάς μου, εξήγησε χαμηλόφωνα η άλλη κοπέλα. Ήταν δώρο της μητέρας μου πριν πεθάνει. Το είχε χαρίσει και σε κείνη η δική της μητέρα…
Τα μάτια της βούρκωσαν στη στιγμή, και η γυναίκα σταμάτησε αμέσως να μιλάει. Σηκώθηκε και την πλησίασε. Στα ρουθούνια της ήρθε ένα υπέροχο άρωμα κανέλλας και τριαντάφυλλου κι ένιωσε αμέσως καλύτερα.
-Ζητάω συγγνώμη, σεμίρα, ο θάνατος έπληξε πρόσφατα το σπίτι σου, φέρθηκα ανόητα, δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω έτσι.
Η σεμίρα μίλησε χωρίς να το καλοσκεφθεί.
-Ώστε ξέρεις ποια είμαι;
-φυσικά. Όλοι ξέρουν την κοπέλα με την αγγελική φωνή και τις ουράνιες μελωδίες. Είναι τιμή μου που ήρθες ως εδώ. Της άπλωσε ευγενικά το χέρι.
-ξέρεις πως εγώ είμαι η σερένα, έτσι δεν είναι;
-Φυσικά. Η Σεμίρα της το έσφιξε ευγενικά. Μου μίλησε για σένα η μητέρα μου κάποτε.
-καταλαβαίνω. Τη θυμάμαι τη μητέρα σου, ήταν καλός άνθρωπος.
Η σεμίρα στέναξε. Η σερένα μίλησε γρήγορα.
-Άκουσε, δε θέλω να σε παιδεύω, νομίζω πως ξέρω τι θέλεις από εμένα.
-Αλήθεια; Μα πώς;
-όλες το ίδιο θέλουν, μα ακόμη κι αν δεν το υποπτευόμουν… Χάιδεψε το αστέρι στο λαιμό της που είχε αρχίσει να ζεσταίνεται. Η πέτρα μου μιλάει όταν κάποιος είναι κοντά.
-μα πώς;
-είναι μυστικό αλλά θα σου πω, αλλάζει η υφή και η θερμοκρασία της.
-δεν το πιστεύω…
-Είναι τέχνη κι αυτή όπως και η δική σου. Της χαμογέλασε πλατιά και πλησίασε ένα ντουλάπι. Λίγες στιγμές αργότερα της έβαζε στο χέρι ένα μεταλλικό βαζάκι.
-ρίξε λίγο στο φαγητό σου απόψε. Θα ξυπνήσεις τη νύχτα με πόνους, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς έκλειναν γύρω από το βαζάκι.
-Ξέρω, μα για πες μου, είναι εντελώς ακίνδυνο για μένα;
-ναι, έχεις το λόγο μου.εσύ δε θα πάθεις απολύτως τίποτα.
Η Σεμίρα την ευχαρίστησε ανακουφισμένη.
-έλα να με δεις ξανά όποτε θέλεις. Θα χαρώ να μου μιλήσεις για σένα. Ίσως έχω να σου πω κάτι όταν ξεμπερδέψεις με αυτή την περιπέτεια. Τα μάτια της άστραψαν πονηρά και χαρούμενα.
-σαν τι;
-Μη βιάζεσαι, περίμενε την πέτρα. Δε θα σε προδώσει ποτέ.
Η κουβέντα της φάνηκε αινιγματική αλλά αποφάσισε να μην πει τίποτα άλλο για ττην ώρα. ΑΝ όλα πήγαιναν καλά ίσως το αποφάσιζε να ξαναέρθει ως εδώ. Κι άλωστε της άρεσε η σερένα, ακόμη κι αν την προβλημάτιζαν κάπως τα λόγια της.
Βγήκε αφήνοντας σε ένα χαμηλό τραπέζι διακριτικά την πληρωμή της άλλης γυναίκας.

Advertisements

σεμίρα

Ιουνίου 28, 2012

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο
-Δουλειά; πΟύ; Η Σεμίρα γέμισε ξανά το πιάτο του Σέλμοντ. Η ίδια είχε σταματήσει να τρώει και είχε προσηλωθεί στα λόγια του.
-σε ένα χάνι, εδώ κοντά. Ο σέλμοντ άρχισε ξανά να τρώει.
-Εσύ δεν έλεγες πως η δουλειά αυτή είναι κακοπληρωμένη;
Ο άνδρας ανασήκωσε τους ώμους και της χαμογέλασε.
-αυτή τη φορά τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Θα δουλέψω σαν μάγειρας.
-Αλήθεια το λες; Τα μάτια της κοπέλας γέμισαν φως.
-ναι, φυσικά. Μίλησα με τον υπεύθυνο. Με προσέλαβαν.
-θα παίρνεις πολλά χρήματα;
-αρκετά για να ζούμε άνετα μαζί.
Ο Σέλμοντ σκούπισε τα χέρια του και σηκώθηκε. Την πλησίασε και την αγκάλιασε από τους ώμους.
-Δε θα σου λείψει τίποτα, αγάπη μου, σου το υποσχέθηκα. Θα παντρευτούμε αμέσως μόλις το θελήσεις εσύ και θα ζήσουμε ευτυχισμένοι.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα κι ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Μέχρι χθες αυτό που της πρότεινε ο σέλμοντ θα σηματοδοτούσε την ευτυχία της αλλά σήμερα…
-Τι συμβαίνει; Ο Σέλμοντ άρχισε να τη χαιδεύει όσο πιο τρυφερά μπορούσε.
-τίποτα, απλά… ξέρεις πως νιώθω.
-το ξέρω, ησύχασε, δε βιαζόμαστε, όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Θέλω μόνο να είσαι χαρούμενη, δεν είσαι;
-Πολύ. Η Σεμίρα μίλησε σιγανά. Εκείνη την ώρα πάλευε με τον εαυτό της. Προσπαθούσε να αποφασίσει αν η στιγμή ήταν η κατάλληλη για να του εκμυστηρευτεί τις υποψίες της. Κάτι την ενοχλούσε αλλά δεν ήταν βέβαιη τι της προκαλούσε αυτή την ενόχληση.
-το ξέρω πως είσαι βαθιά λυπημένηκι ας λες το αντίθετο, συνέχισε ανυποψίαστος ο Σέλμοντ. Δε θα σε πίεζα ποτέ, ήθελα μόνο…
-το ξέρω τι ήθελες. Η φωνή της μαλάκωσε κι άλλο. Αν δεν είχα κι εσένα δεν ξέρω τι θα έκανα. Τον αγκάλιασε αποφασίζοντας να μην του πει τίποτα για την ώρα. Θα ξεκαθάριζε πρώτα αυτό που την παίδευε, θα βεβαιωνόταν κι έπειτα θα ενεργούσε ανάλογα. Έπρεπε πρώτα να μιλήσει με κάποιον, έπειτα όλα θα γίνονταν πιο εύκολα.

Ο Αρντάν έκλεισε το βαρύ τόμο και στήρηξε τα χέρια στο γραφείο. Το κεφάλι του πονούσε πολύ ώρες τώρα. Είχε σηκωθεί πολύ νωρίς, είχε εγκαταλείψει τη Βάλμα παρά τη θέλησή του, κι είχε τρέξει στη βασιλική βιβλιοθήκη. Το μόνο που ήθελε ήταν να αρχίσει αμέσως τη δουλειά. Είχε αποφασίσει να διαβάσει όσο περισσότερες υποθέσεις τον αφορούσαν. Ο προκάτοχός του, ο ράνταν, είχε κάνει πολύ καλή δουλειά στο παρελθόν. Τη θέση του αρχιδικαστή την κατείχε 35 ολόκληρα χρόνια κι ο προηγούμενος βασιλιάς του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Το ίδιο πίστευε ο αρντάν πως θα συνέβαινε και με αυτόν αλλά τώρα διαπίστωνε ξανά πόσο λάθος έκανε.
Όσο διάβαζε καταλάβαινε πως έπρεπε ταυτοχρόνως να αρχίσει και τη σύνταξη των δικών του προτάσεων. Η αλήθεια ήταν πως είχε κάποιες ιδέες και ήξερε πως σιγά σιγά η σκέψη του θα ξεκαθάριζε και θα έγραφε πιο γρήγορα. Έπρεπε ωστόσο να ενεργήσει συγκροτημένα και με φρόνηση.
Σηκώθηκε και πλησίασετην απέναντι πλευρά του τοίχου, έψαχνε τον επόμενο τόμο που φιλοξενούσε τις αποφάσεις μιας ακόμη χρονιάς. σΙγά σιγά κατανοούσε την πολιτική του Ράνταν, αλλά ένιωθε πως είχε κάνει και κάποια λάθη, τα οποία θα μπορούσε να τα καταδείξει ο ίδιος.
Βρήκε τον τόμο και τον κουβάλησε πίσω στο γραφείο του. Θα τον πίστευε άραγε ο βασιλιάς ή αν επιχειρούσε να τον πείσει θα επιδείνωνε τη θέση του; Και η Βάλμα; Τι θα έλεγε για όλα αυτά; Χθες δεν είχε μπορέσει να της μιλήσει αφού ήταν απασχολημένοι ολόκληρη τη μέρα αλλά και τη νύχτα. Μήπως έπρεπε να το κάνει σήμερα;
Άρχισε να γυρνά τις λεπτές σελίδες με άπειρη προσοχή. Τι να έκανε τώρα εκείνη; Θα του είχε θυμώσει που έφυγε χωρίς ένα αντίο; Σϊγουρα θα έβρισκε τον τρόπο να την κατευνάσει αν χρειαζόταν. Την ήθελε με το μέρος του. Ίσως να πανικοβαλόταν όταν άκουγε την αλήθεια από τα χείλη του αλλά ήταν βέβαιος πως η λογική της θα υπερίσχυε τελικά και θα στεκόταν στο πλάι του, πολύτιμη σύμβουλος και συνεργάτης. Ναι, θα της μιλούσε το βράδυ.

-Λείπει ο Λόρεν; Ο βασιλιάς μόρφασε μπερδεμένος κι ανήσυχος. Βρισκόταν ακόμη στην αίθουσα του θρόνου μαζί με το ραλφ κι έναν υψηλόβαθμο στρατιωτικό αξιωματούχο.
-μάλιστα, βασιλιά μου. Το εξακρίβωσα ο ίδιος.
-Πότε;
-νωρίς το πρωί. Δεν είναι πουθενά.
-ψάξατε καλά;
Ο άνδρας έγνεψε συγκαταβατικά προσπαθώντας να κρύψει την ενόχλησή του.
-μάλιστα. Ο Λόρεν είχε υπηρεσία, θέλω να πω…
-Ναι, ήταν σε αποστολή, το γνωρίζω πολύ καλά. Εγώ ο ίδιος ορίζω τα καθήκοντά του, μήπως το ξέχασες;
Ο άνδρας χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος.
-Πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω;
-ήταν χθες στο γάμο;
-Όχι.
-Από πότε έχεις να τον δεις; Εσύ ή οι υπόλοιποι; Ο γραμματέας του;
-Ο ΑΛφ; Μίλησα μαζί του πριν έρθω εδώ. Τον είδε για τελευταία φορά χθες το μεσημέρι.
-πρόσεξε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του;
-είπε πως φαινόταν νευρικός. Κανείς άλλος δεν τον είδε αργότερα.
-Δηλαδή έφυγε, μάλιστα. Πολύ παράξενο.
Ξαφνικά στράφηκε στο ραλφ που άκουγε συλλογισμένος κι αμίλητος.
-θα ήθελες να μοιραστείς τη σκέψη σου μαζί μας; Στοιχηματίζω πως θα μας είναι πολύτιμη.
Ο ραλφ χαμογέλασε ανακουφισμένος. Τον ήξερε καλά αυτόν τον τόνο στη φωνή του βασιλιά και τον αποζητούσε. Ήταν σημάδι αποδοχής και συντροφικότητας.
Έκανε ένα βήμα μπροστά.
-Είναι αλήθεια πως κάτι σκέπτομαι. Γνωρίζω πως ο λόρεν διατηρούσε στο παρελθόν ερωτική σχέση με την Κάρλα.
Ο βασιλιάς συνοφριώθηκε ελαφρά.
-Πότε το ανακάλυψες αυτό;
-φροντίζω να μαθαίνω αυτά που ίσως κάποτε σας φανούν χρήσιμα βασιλιά μου.
-Και πότε χώρισαν;
-πριν λίγο καιρό.
-για ποιο λόγο; Το ξέρεις κι αυτό;
Ο ραλφ μόρφασε. Φυσικά και το ήξερε αλλά τώρα έπρεπε να υπολογίσει πόσα θα αποκάλυπτε στο βασιλιά. Ήξερε πως μια παραπάνω λέξη ήταν ικανή να τον βάλει σε μπελάδες. Ήταν αδύνατο να μαντέψει την αντίδραση του βασιλιά αν μάθαινε την ταυτότητα του τελευταίου εραστή της αρχιμουσικού.
-Ξέρω πως η Κάρλα… πως προτίμησε κάποιον άλλον άνδρα.
-Α, έτσι. πΟιον;
-Αυτό δεν το ξέρω.
-Είσαι σίγουρος; Τα μάτια του βασιλιά τον κοίταξαν διερευνητικά αλλά ο Ραλφ έμεινε εντελώς ατάραχος.
-Απόλυτα. Θα μάθω ωστόσο και θα σας ενημερώσω αμέσως.
-σύμφωνοι, θα περιμένουμε.
Στράφηκε στον αξιωματούχο.
-μπορείς να πηγαίνεις. Δες τους υπόλοιπους διπλωμάτες, κάνε έρευνα, μίλα μαζί τους. Θέλω γρήγορα τα αποτελέσματα. Μπορεί οι δυο περιπτώσεις να μη συνδέονται μεταξύ τους.
Ο αξιωματούχος υποκλίθηκε κι ετοιμάστηκε να φύγει αλλά τότε στην είσοδο της αίθουσας έκανε την εμφάνισή του ο αρχίατρος.
-έλα κοντά μας, τον ενθάρρυνε ο βασιλιάς κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, ολοφάνερο σημάδι εύνοιας.
-πες μας τι ανακάλυψες.
Ο αρχίατρος τους πλησίασε και υποκλίθηκε.
-το είχα υποψιαστεί από νωρίς αλλά ήθελα να εξετάσω πάλι μόνος μου το πτώμα της άτυχης.
-λοιπόν; Τώρα σιγουρεύτηκες;
-ναι. Τώρα μπορώ να σας ανακοινώσω με βεβαιότητα πως η αρχιμουσικός έπεσε θύμα δολοφονίας.
Τρία ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω του.
-κάποιος άνδρας τη στραγκάλισε αφού πρώτα τη βίασε πολλές φορές.
Ο βασιλιάς ανάσανε με θόρυβο.
-ειδοποιήστε αμέσως τον Νταν, τον θέλω εδώ το συντομότερο δυνατό. Δώστε του ο,τι χρειάζεται, κι εξηγήστε του την κατάσταση, ξέρει εκείνος, θα καταλάβει.

Η μαγείρισσα μπήκε στο δωμάτιο του Λόρεν λίγα λεπτά αργότερα που του φάνηκαν αιώνας. Κουβαλούσε ένα δίσκο μέσα στον οποίο υπήρχε ένα παραγεμισμένο πιάτο, μια γαβάθα και μια κούπα κρασί.
Τα ακούμπησε μπροστά του χαμογελώντας κι έχοντας την ίδια λάμψη στα μάτια.
-Ορίστε, ελπίζω να σε εξυπηρέτησα καλά. Φαίνεσαι πεινασμένος.
-και είμαι. Ο Λόρεν σήκωσε το δίσκο κι άρχισε να τον εξετάζει. Το φαγητό μύριζε όμορφα αλλά απείχε πολύ από αυτά που συνήθιζε να τρώει.
-είσαι σίγουρος πως δεν θέλεις παρέα; Έχω μια κοπέλα, τη λένε Μάντια και…
-είμαι απόλυτα σίγουρος, σε ευχαριστώ. Δεν έχω καθόλου χρόνο όπως σου είπα. Κι άκου και κάτι ακόμη…
Την κοίταξε όσο πιο έντονα μπορούσε ελπίζοντας να πετύχει το σκοπό του πριν συνεχίσει.
-δε με είδες εδώ, δε μπορείς να με περιγράψεις σε κανέναν, σύμφωνοι;
Εκείνη έγνεψε χωρίς να μιλήσει.
-Αν μιλήσεις θα το μάθω και τότε θα δεις το σπίτι σου να διαλύεται. Έχωσε το χέρι στην τσέπη και την επόμενη στιγμή εκείνη έπιανε στον αέρα άλλο ένα νόμισμα.
Ο Λόρεν στράφηκε στο δίσκο. Αυτή τη φορά ήταν βέβαιος πως η γυναίκα τον καταλάβαινε απόλυτα.
-στο καλό, μουρμούρισε καθώς έβγαινε. Κανείς δε σε είδε ποτέ εδώ, δεν πέρασες ποτέ αυτήν την πόρτα.
Ο λόρεν άρχισε να τρώει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήξερε πως ήταν λάθος αυτό που έκανε αλλά θα φρόντιζε να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Αν δεν έτρωγε κι αν δεν έπινε δε θα άντεχε για πολύ. Πίστευε πως η γυναίκα δε θα μιλούσε ακόμη κι αν της πρόσφεραν χρήματα. Οι απειλες έπιαναν σε αυτόν τον τόπο. Δε φαινόταν καθόλου κουτή, το ήξερε πως είχε μεγάλη δύναμη. Δε θα μιλούσε παρά μόνο αν τη βασάνιζαν. Θα το έκανε ο βασιλιάς; Μάλλον ναι.
Σηκώθηκε αδειάζοντας την κούπα. Το κρασί ήταν μάλλον ανακατεμένο με μέλι. Σίγουρα κατώτερης ποιότητας. Αλλά τώρα αυτό δεν τον ένοιαζε, ο χρόνος του εκεί μέσα είχε τελειώσει.

σεμίρα

Φεβρουαρίου 23, 2012

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο
Η σεμίρα σηκώθηκε αναστενάζοντας κι έτρεξε ως το μπάνιο. Πέταξε το νυχτικό της κι άρχισε να κοιτάει το σώμα της. Η κοιλιά της ήταν σχεδόν επίπεδη, το στήθος της μικρό και στητό. Ήταν λεπτή με λείο δέρμα κι αναμφίβολα αν το προσπαθούσε και το επεδίωκε πολλοί άνδρες θα ρίσκαραν για να βρεθούν μαζί της. Ωστόσο αυτή η προοπτική δεν την είχε απασχολήσει ποτέ ως σήμερα. Αυτή έναν άνδρα είχε γνωρίσει μονάχα, τον πρώτο και καλύτερο παιδικό της φίλο που δεν ήταν άλλος από το σέλμοντ.
Τον αγαπούσε με μια αγάπη τρυφερή, χωρίς εξάρσεις και σκαμπανεβάσματα. Είχε αποφασίσει πως θα έδενε τη ζωή της μαζί του κάποια στιγμή, πως θα τον παντρευόταν πως θα έκανε παιδιά μαζί του…
Αυτό το τελευταίο αν και το τοποθετούσε στο μέλλον φοβόταν πως δε θα αργούσε να γίνει. Είχε καθυστέρηση λίγων μόλις εβδομάδων κι αυτό από μόνο του δε θα ήταν και τόσο ανησυχητικό αφού τα γεγονότα των τελευταίων ημερών μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιες αλλαγές στον κύκλο της. Γνώριζε πως μια έντονη και μακριά θλίψη ήταν αρκετή για ορισμένες τέτοιες διαταραχές και πως το άγχος δε βοηθούσε την κατάσταση.
Ωστόσο λίγο καιρό τώρα ξυπνούσε με έντονη ζάλη και ναυτία. Το στομάχι της ανακατευόταν πολύ και κάποια φαγητά της προκαλούσαν αηδία. Όλο και πιο πολύ φοβόταν πως το μωρό είχε αρχίσει ήδη το ταξίδι του, όλο και πιο πολύ κυριευόταν από το άγχος. Ήξερε πως ο σέλμοντ θα χαιρόταν πολύ αλλά εκείνη δεν ένιωθε έτοιμη για κάτι τέτοιο. Αν ζούσε η μητέρα της… σκούπισε τα μάτια της και άρχισε να τρίβει το σώμα της προσεκτικά με το σαπούνι. Ήταν μόνη, κανείς εκτός από τον ίδιο της τον εαυτό δε θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Καταλάβαινε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της και πως αν το καθυστερούσε ο σέλμοντ θα καταλάβαινε πως κάτι της συνέβαινε. Ο Σέλμοντ που τη στήριζε κάθε μέρα όλο και πιο πολύ.
Φόρεσε καθαρά ρούχα και μπήκε στην κουζίνα να ετοιμάσει το πρωινό της. Εκείνος έλειπε, έψαχνε για κάποια δουλειά που θα χάριζε και στους δυο καλύτερες μέρες.
Όταν τον άκουσε να μπαίνει ήταν έτοιμη να καθίσει στο τραπέζι. Έπλυνε τα χέρια της και έτρεξε να τον υποδεχθεί.
-Καλημέρα, σεμίρα. Έκλεισε την πόρτα και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Είσαι καλά; Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς;
Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά. Είχε αρχίσει να νιώθει και πάλι προστατευμένη.
-είμαι καλά, σέλμοντ, δε σε περίμενα τόσο νωρίς. Στην πραγματικότητα ετοιμαζόμουν να πάρω το πρωινό μου.
Ο Σέλμοντ άρχισε να περπατάει προς την κουζίνα κρατώντας την πάντα αγκαλιά.
-Τι έχεις φτιάξει, μυρίζει υπέροχα.
-τηγανήτες με μέλι και τριμμένα καρύδια.
-Μμμ… και για εμένα;
-φυσικά.
-υπέροχα, έλα, πάμε, έχω να σου πω νέα.
-Τι νέα;
-μη βιάζεσαι, ας καθίσουμε. Βολεύτηκαν σε δυο καρέκλες ο ένας απέναντι στον άλλον και η σεμίρα άρχισε να γεμίζει τα πιάτα.
Ο Σέλμοντ πήρε μια τηγανήτα και τη δάγκωσε ανέμελα.
-Λοιπόν; Δε μπορώ να περιμένω άλλο, πες μου τουλάχιστον αν τα νέα είναι καλά!
-είναι καλά, καλύτερα δε θα μπορούσαν να είναι. Μα φάε, κι εγώ θα σου τα πω όλα.
Η σεμίρα πήρε μια τηγανήτα και τον περίμενε να συνεχίσει.

Ο Λόρεν περπατούσε ώρες πολλές. Όταν έφυγε από το παλάτι το σκοτάδι ήταν πυκνό αλλά τώρα είχε αρχίσει πια να φέγγει. Περπατούσε με μεγάλα κι ακούραστα βήματα χωρίς να σταματάει για να ξεκουραστεί. Το μόνο που ήθελε ήταν να απομακρυνθεί από το παλάτι. Ήξερε πως κι αυτό δεν ήταν αρκετό, πως τα πόδια του δε θα άντεχαν έτσι για πολύ αλλά θα έκανε υπομονή ώσπου να έβρισκε κάποιο κατάλληλο μέρος για να ξεκουραστεί.
Χωρίς να κόψει το βήμα του έχωσε το δεξί του χέρι στην τσέπη του κι άγγιξε τα νομίσματα που είχε πάρει μαζί του. Δεν ήταν και λίγα. Τα είχε σκορπίσει σε όλα του τα ρούχα για να μην τα χάσει όλα αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτά θα του εξασφάλιζαν όλα όσα χρειαζόταν τις επόμενες μέρες.
Είδε το κακοχτισμένο χάνι αλλά στην αρχή δεν κατάλαβε τι ήταν, τόση ήταν η κούρασή του και τόσο μακριά έτρεχε το μυαλό του. Μόνο όταν έφτασε πολύ κοντά σταμάτησε να περπατάει αρχίζοντας να το παρατηρεί πιο προσεκτικά. Ήταν πετρόχτιστο αλλά κάτι στην όψη δεν του άρεσε. Μεγάλο, γεμάτο παράθυρα.
Σήκωσε τα μάτια. Το φως του ήλιου γινόταν όλο και πιο λαμπρό. Υπολόγισε βιαστικά την απόσταση που τον χώριζε από το παλάτι. Έμεινε ικανοποιημένος. Σϊγουρα θα τους έπαιρνε κάμποσο μέχρι να τον φτάσουν. Από την άλλη εκείνος θα κατέρρεε σύντομα αν δεν έτρωγε κάτι κι αν δεν έπινε.
Αν έδινε ένα ασημένιο νόμισμα θα τον εξυπηρετουσαν πολύ γρήγορα. Αναστέναξε κι έσπρωξε την πόρτα.
Το κτίριο ήταν γεμάτο χωρίσματα και φασαρία. Στα αφτιά του έφταναν φωνές κοριτσίστικες, ανδρικές, ακόμη και παιδικές. Προς στιγμήν έμεινε αναποφάσιστος μην ξέροντας σε ποιο δωμάτιο να μπει αλλά τελικά διάλεξε το πρώτο που ήταν και το πιο μεγάλο.
Αμέσως μόλις πέρασε την πόρτα βρέθηκε ανάμεσα σε μεγάλα στρωμένα τραπέζια τα πιο πολλά από τα οποία ήταν ήδη γεμάτα παρά την ώρα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας έτρωγαν κι έπιναν. Σκέφθηκε πως ίσως δεν είχε κάνει καλά που ήρθε ως εδώ αλλά μετά ησύχασε κάπως. Δεν έβγαινε πολύ συχνά από το παλάτι τα τελευταία χρόνια. Είχε αποσυρθεί μετά τον πόλεμο και περιοριζόταν στη δουλειά του, να συντάσσει και να δέχεται μηνύματα από τις γειτονικές χώρες. Το πιο πιθανό ήταν πως δε θα τον αναγνώριζαν πολλοί. Βγήκε ωστόσο αθόρυβα, δε θα προκαλούσε την τύχη του.
Μια γυναίκα γύρω στα τριαντα τον πλησίασε χαμογελώντας στραβά. Φορούσε ποδιά γύρω από τη μέση της και είχε τα μαλλιά της τυληγμένα σε ένα σκουφάκι, θα ήταν μαγείρισσα σίγουρα.
-καλώσ’τον, είπε γλυκά, θα καθίσεις μαζί μας;
Ο λόρεν το σκέφθηκε για λίγο.
-Θα ήθελα κάτι να φαω και να πιω, αρκεί να μη μείνω εκεί μέσα με όλους αυτούς. Έδειξε την κλειστή πόρτα. Η φασαρία με ενοχλεί.
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι.
-καταλαβαίνω, ένα δωμάτιο για εσένα.
Ο λόρεν της έδωσε ένα ασημένιο νόμισμα προσέχοντας να μην τους δει κανείς. Ευτυχώς όλοι φαίνονταν πολύ απασχολημένοι.
Εκείνη το πήρε και του έγνεψε να την ακολουθήσει.
-Έρχεσαι από μακριά;
-ναι, είπε ψέματα ο λόρεν. Είμαι πολύ κουρασμένος όμως και δεν έχω διάθεση για κουβέντες.
Εκείνη φάνηκε να το καταλαβαίνει γιατί δεν ξαναμίλησε ώσπου του άνοιξε μια πόρτα.
-μείνε εδώ και περίμενε, είπε μόνο και εξαφανίσθηκε.
Ο λόρεν σωριάστηκε στο μαλακό σιδερένιο κρεβάτι. Σίγουρα δε θα μπορούσε να μείνει για πολύ εκεί μέσα.

Η Μπέρντα είχε περάσει τα 60. τα μαλλιά της ήταν λευκά και πολλά από τα δόντια της είχαν αρχίσει να πέφτουν εδώ και χρόνια. Εϊχε έρθει στο παλάτι πάνω από 30 χρόνια πριν για να φροντίζει τα φυτά του βασιλιά. Ζούσε σχεδόν απομονωμένη αφού δεν ήταν καλή στη συναναστροφή με τους ανθρώπους.
Επισκεπτόταν τα διαμερίσματα όσων το επιθυμούσαν τις ώρες που εκείνοι έλειπαν κι έκανε ήσυχα τη δουλειά της. Κι όταν κάποιος ήθελε κάτι, ερχόταν, πλήρωνε και το έπαιρνε χωρίς πολλά λόγια. Η κοπέλα που τώρα στεκόταν μπροστά της ήταν πολύ νέα, γύρω στα 17. την ήξερε, ήταν στην υπηρεσία της αδερφής της βασίλισσας.
-τι χρειάζεσαι; Της μίλησε ξερά, σχεδόν απότομα.
-δηλητήριο.
-για ποιον;
-δε μπορώ να πω.
-για άνθρωπο βέβαια.
Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
-δεν πουλάω, δε σκοτώνω ανθρώπους. η κοπέλα δεν έδειξε να ανησυχεί. Της έδωσε ένα μικρό πορτοφόλι. Η μπέρντα το άνοιξε και μέτρησε δωδεκα χρυσά νομίσματα. Δεν ήταν και λίγα. Το έριξε σε ένα συρτάρι και σηκώθηκε.
-Πόσο ισχυρό;
-Πολύ.
Άρχισε να ανακατεύει τα ράφια ώσπου βρήκε αυτό που έψαχνε.
-πες στην κυρά σου να το προσέχει. εΓώ δε σκοτώνω ανθρώπους. Μια σταγόνα είναι ευεργετική για τα λουλούδια που είχε στο διαμέρισμα για τους καλεσμένους. ΚΙ ακόμη αν ρίξει λίγο από αυτό στα λουλούδια της σύντομα θα μπορεί να φτιάξει ωραία αρώματα.
Η κοπέλα πήρε το μπουκαλάκι χωρις να της δίνει σημασία. Πάντα τα ίδια έλεγε.
-δε με είδες ποτέ, μπέρντα, είπε ενώ κατευθυνόταν προς την πόρτα.
-ούτε εσύ. Εγώ μόνο λουλούδια φροντίζω.
Η κοπέλα βγήκε. Καθώς έτρεχε να απομακρυνθεί άρχισε να αναρωτιέται πόσο πλούσια ήταν η μπέρντα. Τα μπουκαλάκια της είχαν σκοτώσει πολλούς εκεί μέσα. Αυτό έλεγαν όσοι ήξεραν. ΟΙ υπόλοιποι τη θεωρούσαν απλώς κάπως εκκεντρική κι απόμακρη. Ο ίδιος ο βασιλιάς δε φαινόταν να γνωρίζει κάτι για τις δραστηριότητές της. Τάχυνε το βήμα της. Για ποιον να το ήθελε άραγε αυτό η ράνα;

σεμίρα

Οκτώβριος 21, 2011

Κεφάλαιο δωδέκατο
-είναι νεκρή; Ο βασιλιάς άρχισε να πλησιάζει το Ραλφ με τις γροθιές του σφιγμένες.
-Ναι, μάλιστα βασιλιά μου. Ο άνδρας ζάρωσε από το φόβο του. Μπορεί να απολάμβανε τη φιλία του βασιλιά αλλά αυτό δε θα εξοστράκιζε την οργή του.
-Ποιος σου το είπε;
-Ο αρχίατρος. Την εξέτασε πριν λίγο.
Ο βασιλιάς ανασήκωσε μπερδεμένος τα φρύδια.
-τι ακριβώς ξέρεις; Τι σου είπε;
-η κάρλα δεν εμφανίσθηκε χθες στη δεξίωση, κι αυτό έβαλε σε σκέψεις… τους φίλους της. Ο Ραλφ κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα.
-Κατάλαβα, και;
-οΙ φίλοι και οι συνεργάτες της ανησύχησαν και σήμερα το πρωί έσπευσαν στα διαμερίσματά της για να βεβαιωθούν πως ήταν καλά.
-και λοιπόν; Η φωνή του βρόντηξε πάνω στους τοίχους.
-τη βρήκαν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού της. Ήταν παγωμένη και μελανιασμένη.
-Απίστευτο, λοιπόν;
-Κάποιος από αυτούς ειδοποίησε τον αρχίατρο.
-Ποιος από όλους;
Ο Ραλφ έξυσε το πηγούνι του.
-Ο φάρεν, το μικρότερο μέλος της βασιλικής μπάντας.
-ώστε έτσι…
-λοιπόν ο αρχίατρος έτρεξε εκει και την εξέτασε. Είπε πως η Κάρλα έπεσε θύμα δολοφονίας.
Ο βασιλιάς κοπάνησε με δύναμη το πόδι του στο δάπεδο. Όχι πως ξαφνιαζόταν, ήξερε καλά τι ζωή έκανε η Κάρλα αλλά παρόλ’αυτά τη συμπαθούσε και θαύμαζε το ταλέντο και τις γνώσεις της. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έγινε γιατί εκτός από όλα τα’άλλα φανέρωνε πόσο διεφθαρμένο ήταν το παλάτι του.
Τελικά στράφηκε στο Ραλφ που έστεκε αμίλητος περιμένοντας τις εντολές του.
-πες στον αρχίατρο πως τον περιμένω τώρα αμέσως.
Ο ραλφ υποκλίθηκε αμήχανα κι έπειτα εξαφανίσθηκε.

Η βασίλισσα άνοιξε τα μάτια της και χασμουρήθηκε αθόρυβα. Το φάρμακο που της έδωσε η Μέλντα το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει θαύματα. σήμερα αισθανόταν καλύτερα το σώμα της και η διάθεσή της ήταν αισθητά βελτιωμένη. Ανασήκωσε την κουρτίνα του κρεβατιού της και αναζήτησε τη μαθητευόμενη γιατρό. Δεν άργησε να την εντοπίσει. Η μέλντα καθόταν γονατιστή κοντά στο κρεβάτι και διάβαζε.
Φαινόταν απορροφημένη αλλά αμέσως μόλις ένιωσε πάνω της το βλέμμα της βασίλισσας άφησε στην άκρη αυτό που διάβαζε και σηκώθηκε.
-Καλημέρα, βασίλισσά μου. Της χαμογέλασε και παραμέρισε ελαφρά τις κουρτίνες του κρεβατιού. Πώς νιώθετε;
Η μάλφα έτριψε τα μάτια της.
-Πολύ καλύτερα, νομίζω πως χθες μου έδωσες αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν. Κάνεις προόδους νομίζω, Μέλντα. Θα πρέπει να μιλήσω για σένα στον αρχίατρο, σε προσέχει αλήθεια;
-ναι, πολύ, δεν έχω κανένα παράπονο. Με βοηθά κι ελέγχει την πρόοδό μου. Πιστεύω πως όταν έρθει η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας θα είμαι έτοιμη.
-Εγώ είμαι σίγουρη γι’αυτό. Θα διαπρέψεις.
Το χαμόγελο της κοπέλας έγινε πιο πλατύ.
-Να σαςφέρω το πρωινό σας;
Η βασίλισσα έγνεψε καταφατικά, ξαφνικά πεινούσε.
-Τι θα θέλατε να κάνουμε σήμερα;
Η μέλντα πλησίασε την πόρτα.
-εχεις καμιά ιδέα;
Νομίζω πως ναι. Η σύζυγος του αρχιδικαστή επιθυμεί να σας γνωρίσει. Σκέφθηκα να το αναβάλλουμε αλλά αφού νιώθετε καλύτερα…
-δε χρειάζεται, κι άλωστε θέλω κι εγώ να τη γνωρίσω. Θα την περιμένω μετά το πρόγευμα. Αλήθεια, η αδερφή μου πού είναι;
-νομίζω πως δεν έχει ξυπνήσει, θέλετε να την ειδοποίησω;
-όχι, δε χρειάζεται, υποθέτω πως αφού χθες γνώρισε τη Βάλμα θα τη συνοδεύσει ως εδώ η ίδια. Το μόνο που θέλω είναι να με βοηθήσετε να ετοιμαστώ, πες να φέρουν κοσμήματα κι ακριβά φορέματα. Δε θέλω να με κακοχαρακτηρίσει η Βάλμα.
-Μην ανησυχείτε, αυτό δε θα γίνει, είστε πανέμορφη.

-δεν έχω καμιά αμφιβολία, βασιλιά μου, κάποιος τη δολοφόνησε.
Ο αρχίατρος στεκόταν κοντά στο βασιλιά και του μιλούσε ώρα πολλή εκθέτοντάς του τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.
-με ποιο τρόπο;
-τη στραγκάλισε. Η κάρλα πάλεψε αλλά δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Ο άνδρας ήταν δυνατός, πολύ δυνατός.
-είσαι σίγουρος πως πρόκειται για άνδρα;
-Απόλυτα σίγουρος.
-γιατί; Κάποιες γυναίκες εδώ μέσα…
-με όλο το σεβασμο, βασιλιά μου, το ξέρω γιατί πριν τη σκοτώσει τη βίασε πολλές φορές.
Τα μάτια του βασιλιά γούρλωσαν από την έκπληξη. Εντάξει, η Κάρλα ήταν πολύ ζωηρή αλλά αυτό παραπήγαινε.
-κάποιος από τους παλιούς της εραστές;
Ο αρχίατρος συνοφριώθηκε. Υποθέτω πως ναι.
-πΟιος;
-Αυτό δεν το ξέρω.
-Με ποιον κοιμόταν τώρα τελευταία η κάρλα;
-θα φροντίσω να μάθω.
-Κάνε το, σε παρακαλώ, αν και ξέρω πως αυτή δεν είναι δουλειά για εσένα.
-μείνετε ήσυχος. Τι θα κάνουμε με τη νεκρή;
-Θα τη θάψουμε με όλες τις τιμές. Εγώ θα τα αναλάβω όλα. Πες να το φροντίσουν οι αρμόδιοι, σε παρακαλώ και αν μπορείς φώναξε το ραλφ. Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά σου και αμέσως μόλις έχεις κάποιο νέο έλα πάλι να με βρείς, εντάξει;
-μάλιστα, βασιλιά μου.
Ο αρχίατρος βγήκε σκυφτός.

Η ράνα διάλεξε ένα σκουρόχρωμο στενό και μακρύ φορεμα και το πέρασε αναστενάζοντας πάνω από τους ώμους της. Ήξερε πως θα δυσαρεστούσε πιθανότατα τη βασίλισσα με αυτό αλλά πίστευε πως θα την καταλάβαινε. Η ψυχή της ήταν βαριά, δε μπορούσε να το αγνοήσει τέτοιο βάρος. Θα εκτελούσε ωστόσο τα καθήκοντά της και θα της παρουσίαζε τη γυναίκα του εκλεκτού της αλλά θα ήταν διακριτική και σιωπηλή, κλεισμένη στον εαυτό της. Κι έπειτα, όταν η επίσκεψη θα τελείωνε θα βεβαιωνόταν πως η υγεία της αδερφής της ήταν καλή και θα ζητούσε να αποχωρήσει. Κι όταν αυτό συνέβαινε…
Μάζεψε τα μαλλιά της πίσω με μια χρυσή στέκα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το αποτέλεσμα την άφησε αδιάφορη σχεδόν. Δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσει περισσότερο, ήταν ευπρεπής τουλάχιστον, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό.
Πήρε ένα μικροσκοπικό τετράγωνο τσαντάκι κι έριξε μέσα μια ντουζίνα χρυσά νομίσματα ευχόμενη να φτάσουν. Δεν έπρεπε να το παρακάνει γιατί αλλιώς θα την υποψιαζόταν κάποιος. Κι ύστερα βγήκε από τα διαμερίσματά της κι άρχισε να περπατάει αργά αργά μέσα στους τεράστιους διαδρόμους του παλατιού.

-δε μου αρέσει αυτό το φόρεμα. Η Βάλμα τράβηξε με τόση δύναμη το ρούχο από πάνω της που λίγο έλειψε να σχιστεί κι αυτό όπως το πέπλο της και το πέταξε στο πάτωμα.
-μα γιατί; Είναι υπέροχο! Η Σέλμα έσκυψε και το μάζεψε χαιδεύοντάς το με υπέρμετρο θαυμασμό.
Το ρούχο ήταν καταπράσινο, χωρίς κανένα στολίδι.
-Σου το χαρίζω αν το θες, είπε η γυναίκα ενθυμούμενη τον τρόπο που της είχε φερθεί την προηγούμενη μέρα. Θα έβλεπε αν θα το εκτιμούσε.
Η Σέλμα το έσφιξε στο στήθος της.
-ευχαριστώ, κυρία, ευχαριστώ πολύ.
-φέρε μου κάτι άλλο, κάτι μεγαλοπρεπές.
Η κοπέλα έτρεξε προς τον τεράστιο σωρό των ρούχων και διάλεξε ένα άλλο φόρεμα γεμάτο βαριά πετράδια και δαντέλες. Το άπλωσε προτείνοντάς το.
Τα μάτια της άλλης άστραψαν.
-αυτό θέλω, αυτό! Δε μπορούσες να το φέρεις πρώτο;
Η Σέλμα έκανε ένα βήμα πίσω. Το είχε δει από την αρχή το φόρεμα αλλά δεν το είχε προτείνει επειδή φοβόταν πως με την υπερβολική του λάμψη θα ξυπνούσε το φθόνο της βασίλισσας. Μπορεί να ήταν γλυκιά η μάλφα αλλά κάτι τέτοια δεν τα αναιχόταν. Θα ήταν σε θέση να ντυθεί κατάλληλα για την περίσταση; ΑΝ ναι σίγουρα θα φορούσε κάτι καλύτερο από αυτό, μα αν όχι… τότε η οργή της θα ξεσπούσε σε κείνη κι όλα θα ήταν χαμένα πια.
-Ξέρετε, βάλμα… φοβάμαι μήπως είναι υπερβολικά φανταχτερό αυτό.
Η Βάλμα σηκώθηκε και το άρπαξε. Ήταν έξυπνη, δε χρειαζόταν να ακούσει περισσότερα.
-άΚου, Σέλμα, κάνε όπως σου λέω διαφορετικά θα με δεις πολύ θυμωμένη. Εγώ είμαι η πιο όμορφη εδώ μέσα, το κατάλαβες; Εγώ θα είμαι και η πιο φροντισμένη.
-μα η βασίλισσα;
Η Βάλμα φάνηκε να ηρεμεί.
-Η βασίλισσα έχει δική της λάμψη, δεν της χρειάζονται τα στολίδια, με μια της λέξη όλο αυτό το παλάτι παίρνει φωτιά και γίνεται στάχτη. Κι εγώ αυτήν θέλω να την υπηρετήσω όσο καλύτερα μπορώ. Γι’αυτό θα ντυθώ όπως αρμόζει στην περίσταση αυτή. Φέρε μου λοιπόν κοσμήματα.
Η σέλμα έφυγε και η Βάλμα άρχισε να παίρνει κοφτές ανάσες. Είχε παρασυρθεί για μια ακόμη φορά κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. Κόντευε να τα διαλύσει όλα από την πρώτη μέρα. Έκανε κακό στον εαυτό της, κι αυτό ήταν ο,τι χειρότερο μπορούσε να κάνει. Έπρεπε να βάλει μυαλό πολύ σύντομα διαφορετικά…

Η άρπα της Αμάντας

Οκτώβριος 14, 2011

Ο μπάρτον επέστρεψε στα διαμερίσματα που του είχαν παραχωρηθεί κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τα είχε καταφέρει καλά ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να σκέφτεται όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Κι ενώ σκεφτόταν την αποστολή που του είχαν αναθέσει και την επικείμενη συνάντηση με την αΜάντα τα μάτια του άρχισαν να περιπλανιούνται στους ατέλειωτους κήπους του παλατιού. Του άρεσε το θέαμα που σε λίγο απέσπασε την προσοχή του από το λόγο του ερχομού του εκεί. Οι κήποι απλώνονταν ως εκεί όπου έφτανε το μάτι του και η επιθυμία να τους επισκεφθεί ξύπνησε μέσα του. Έτσι σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο ενώ αναρρωτιόταν γιατί δεν του είχαν βάλει φρουρά έξω από την πόρτα. Ίσως απλά να το είχαν αμελήσει, δεν είχαν γίνει και λίγα στο παλάτι…
Έφτασε στους κήπους κι άρχισε να εισπνέει άπληστα σχεδόν τον βαρυφορτωμένο με αρώματα αέρα. Φρούτα και λουλούδια σε διάφορα σχήματα και χρώματα που πολλά τα έβλεπε για πρώτη φορά τράβηξαν αμέσως την προσοχή του. Έσκυψε κι άγγιξε απαλά έναν στρογγυλό καρπό που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Αναρωτήθηκε αν όλα αυτά φύτρωναν και στο νότο και η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει. Στην πατρίδα του δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιους όμορφους περιπάτους. Δεν ήταν σίγουρος τι έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου του στο παλάτι. Προσπάθησε να θυμηθεί αλλά μάταια. Εκεί περνούσε όλη τη μέρα κλεισμένος στην αίθουσα συσκέψεων. Κοιμόταν ελάχιστα και διασκέδαζε ακόμη λιγότερο.
Κι έτσι όπως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του δεν πήρε είδηση προς τα πού πήγαινε παρά μόνο αφού έφτασε κάτω από τα παράθυρα της αΜάντας. Τρόμαξε και στάθηκε στη θέση του προσπαθώντας να σκεφθεί ποια θα ήταν η καλύτερη κίνηση για κείνον.
Η αμάντα ξύπνησε μισή ώρα αργότερα. Ένιωθε ξεκούραστη κι ανανεωμένη, δε χρειαζόταν πιο πολύ ύπνο. Έτσι, πέταξε τα σκεπάσματα κι έτρεξε στο παράθυρο. Το άνοιξε κι ο χώρος γέμισε από τη γλυκιά ευωδιά των φρούτων.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι άρχισε να ντύνεται και πάλι με το επίσημο της φόρεμα. Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα δεν είχε καλέσει κοντά της τη Ραλτίνα. Ήθελε να την αφήσει να ασχοληθεί με τις δουλειές της για να είναι ελεύθερη το βράδυ. Καθώς άλειφε το σώμα της με ένα αρωματικό λάδι αναρωτιόταν πόσα θα της αποκάλυπτε η Ρέντα κι αν τα χρήματα που είχε δώσει θα έφερναν κάποιο αποτέλεσμα. Έπειτα πήρε τη χρυσή της χτένα και κάθισε και πάλι κοντά στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στα λουλούδια που την περιτριγύριζαν.
Ο Μπάρτον πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω όταν είδε το παράθυρο να ανοίγει. Η ανάσα του κόπηκε όταν είδε ένα πανέμορφο πρόσωπο να του χαμογελάει. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί ευχόμενος το πρόσωπο αυτό να ανήκε σε κάποια από τις κυρίες που ζούσαν στο παλάτι και πλαισίωναν την ΑΜάντα. Όμως βαθιά μέσα του το ένιωθε πως αυτή που έβλεπε ήταν η ίδια η πριγκίπισσα.Την είχε δει μόνο μια φορά, λίγο μετά το θάνατο του βασιλιά αλλά τότε βρισκόταν σε σύγχιση ενώ τώρα βρισκόταν ακόμη αρκετά μακριά από εκείνη.

Η αμάντα τον είδε πρώτη. Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του αρχίζοντας να τον εξετάζει. Σύντομα κατάλαβε πως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ παρά μόνο μια φορά στο παρελθόν.Άρχισε να αναρωτιέται για την ταυτότητα και το επάγγελμά του όταν της ήρθε άξαφνα μια σκέψη. Ο άνθρωποςαυτός δεν ήταν πολεμιστής. Αν ήταν θα το καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή αφού τους είχε συνηθίσει από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Τεντώθηκε στη θέση της κοιτώντας τον πιο προσεκτικά. Ναι, του έλειπε το σπαθί.
Ο Μπάρτον πιο πολύ ένιωσε παρά είδε το βλέμμα της πάνω του. Κι όλη του η θέληση σχεδόν παρέλυσε καθώς τα μάτια του μαγνητήστηκαν από τα δικά της. Ναι, αυτή ήταν, η μέλλουσα βασίλισσα. Είχε καθυστερήσει υπερβολικά να το παραδεχθεί. Έκανε τα τελευταία βήματα για να βρεθεί ακριβώς κάτω από το παράθυρο της.
Η Αμάντα άπλωσε το χέρι της για να τον χαιρετίσει κι εκείνος ανταπέδωσε δειλά το χαιρετισμό της.
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί και οι δυο αλλά όταν τελικά άνοιξε ο μπάρτον το στόμα του η ραλτίνα τους πρόλαβε.
Μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας αιφνηδιάζοντας την ΑΜάντα που έκλεισε το παράθυρο κατατρομαγμένη.
-πότε ξύπνησες;
-πριν λίγο. Θέλησα να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τους κήπους μας. Δεν είναι υπέροχοι;
-είναι. Θα πάμε αύριο μια βόλτα αν βρεις λίγο ελεύθερο χρόνο.
-ναι, θα το κανονίσω. Τι ήθελες; Να με ξυπνήσεις;
-Ναι, και αυτό. Ήθελα να σου πω πως είναι όλα έτοιμα για το βραδυ. Θα φύγουμε όταν χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Η ΑΜάντα ανατρίχιασε.
-δεν πιστεύω να φοβάσαι;
-όχι, ύψωσε τη φωννή της που είχε γίνει σαν ψίθυρος. Δε φοβάμαι, νιώθω πως κάτι καλό θα γίνει απόψε.
-Μακαρι, αυτό θέλω κι εγώ. Τι θα κάνεις τώρα;
-θα μιλήσω με τον αρχιερέα κι ύστερα ίσως επισκεφθώ τον Κραντ για λίγο.
-εντάξει, αν με χρειαστείς κάτι ειδοποιησε με. Στράφηκε κατά την πόρτα αλλά ξαναγύρισε σε λίγο.
-Ξέρεις όταν έβγαινα από εδώ το μεσημέρι συνάντησα κάποιον που επιθυμούσε να κανονίσω μια συνάντηση μαζί σου.
Ποιος ήταν; Τον ξέρω;
-μάλλον ναι, τον λένε μπάρτον.Η Αμάντα έσφιξε τα χείλη νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά. Δεν έπρεπε να φανερώσει τίποτα στη ραλτίνα.
-δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Μα για στάσου… Τότε που μίλησα με τους φρουρούς για τον πατέρα μου… Άρχισε να τρίβει το μέτωπό της περιμένοντας τη Ραλτίνα.
-έρχεται από το νότο.
αΛήθεια;
-Ναι, έτσι μου είπε.
-Και; Τι θέλει;
-θα μιλούσε με το βασιλιά μας. Η Αμάντα χλωμιασε αλλά κατόρθωσε να επιβληθεί στον εαυτό της. αυτός ήταν, καμιά σχέση δεν είχε με τους στρατιώτες μαζί με τους οπιούς την είχε συναντήσει. Κάτι συνέβαινε εδώ.
-είναι διπλωμάτης;
-μάλλον, πάντως δε δείχνει για πολεμιστής. Λοιπόν; Τι να του πω; Θα τον δεχθείς;
-ναι, αύριο για μεσημεριανό φαγητό. Η ραλτίνα έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά η ΑΜάντα δεν την άφησε.
-το ξέρω πως δε συνηθίζεται αλλά εγώ φτιάχνω τους νόμους. Θα πας και θα τονπροσκαλέσεις.
-εντάξει, μην ταράζεσαι, έτσι θα γίνει. Τη χαιρέτισε και βγήκε με την κατάπληξη ζωγραφισμένη στα μάτια.
Ο μπάρτον καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί έκανε μεταβολή κι άρχισε να επιστρέφει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στα διαμερίσματά του. Μόνο όταν έκλεισε καλά πίσω του την πόρτα και κάθισε να ηρεμήσει συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Άρχισε να μαλώνει σιωπηρά τον εαυτό του για τον αυθορμητισμό και την απερισκεψία του. Σε τι είδους μπελάδες πήγαινε να μπλέξει; Ξαφνικά ο λόγος του ερχομού του εκεί τον καθήλωσε με τη σοβαρότητά του. Η σημασία του μηνύματος που μετέφερε του έκοψε την ανάσα. Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε στη ντουλάπα. Άρχισε να πετάει έξω τα ρούχα του ψάχνοντας το μήνυμα. Δεν άργησε να το βρει.
Ανακούφιση τον πλημμύρισε. Μα τι τον είχε πιάσει; Το έσφιξε πάνω του κι ύστερα άρχισε να ελέγχει μια μια τις σφραγίδες για να βεβαιωθεί πως καμιά δεν είχε σπάσει. Όταν βεβαιώθηκε και γι’αυτό το έκρυψε στη ζώνη του και τακτοποίησε ξανά τα υπόλοιπα ρούχα του μέσα στη ντουλάπα. Αν ο βασιλιάς του μάθαινε τι είχε κάνει θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. Κανένας άλλος εκτός από την αΜάντα δεν επιτρεπόταν να το διαβάσει.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας στο νου του τη συζήτηση με την προσωπική της υπηρέτρια. Ευχόταν να κανονίσει τη συνάντηση όσο πιο σύντομα μπορούσε. Να ήξερε άραγε την ταυτοτητά του η πριγκίπισσα;
Κι αν όχι; Να τον θυμόταν από τη μια και μοναδική τους συνάντηση; Τότε το βλέμμα της ήταν φουρτουνιασμένο και παρακολουθούσε σχεδόν μόνο τον κεμ. Είχε καταλάβει άραγε κάτι από αυτά που της έκρυβε;Γιατί τον είχε χαιρετίσει; Να ήταν η ραλτίνα που τους είχε διακόψει; Θα ήταν σύμμαχος ή εχθρός;

σεμίρα

Οκτώβριος 2, 2011

Κεφάλαιο ενδέκατο
Η Βάλμα στράφηκε προς το μέρος του άνδρα της.
Το μόνο που κάλυπτε τη γύμνια της ήταν ένα λεπτότατο αραχνούφαντο πέπλο διανθισμένο με πολύχρωμες χάντρες. Ήταν το παραδοσιακό ένδυμα αυτού του βασιλείου για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Τα μάτια της καρφώνονταν μέσα στα δικά του σαν να ήθελαν να τα σκλαβώσουν, να τα κυριεύσουν για πάντα. τΗν κοίταζε κι εκείνος ανήμπορος να αρθρώσει λέξη. Η ομορφιά της αποκοίμιζε τη λογική και ξυπνούσε το κορμί του συνταράζοντάς το πολύ βαθιά. Αυτή δε θα ήταν βέβαια η πρώτη φορά που θα έκανε έρωτα μαζί της αλλά καταλάβαινε πως όλα από εδώ και στο εξής θα ήταν διαφορετικά, πιο έντονα και ίσως και πιο άγρια. Μα αυτό δεν τον δυσαρεστούσε καθόλου. Το είχε αποδεχθεί πως όλη του η ζωή θα άλλαζε από εκείνη την ώρα που άκουσε την προσταγή του βασιλιά. Έπρεπε λοιπόν να την απολαύσει όσο περισσότερο του επιτρεπόταν και παράλληλα να κάνει ο,τι μπορεί για να τη σώσει.
-δε σου αρέσω; Η Βάλμα ήρθε πιο κοντά του ανεμίζοντας επιδεικτικά τα μακριά της μαλλιά. Ένα βαρύ άρωμα τριαντάφυλλου γέμισε την ατμόσφαιρα κι ο Αρντάν ένιωσε να ξυπνάει στη στιγμή.
Την άρπαξε με βία σχεδόν κολλώντας τη πάνω του με αποτέλεσμα το πέπλο να σχιστεί στα δυο. Λεπτές λουρίδες υφάσματος έμειναν στα δάκτυλά του αλλά εκείνος δεν έδειχνε να τις αντιλαμβάνεται. Η βάλμα ωστόσο το πρόσεξε και αναρίγησε. Ήξερε αυτό που έλεγαν, πως δηλαδή αν συνέβαινε κάτι τέτοιο κάποιος από τους δυο θα πέθαινε προτού περάσει πολύς καιρός. Μα αυτό αντί για αναστάτωση της προκάλεσε μια έντονη ερωτική διέγερση.
Έτσι ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό στο αγκάλιασμα του άνδρα της.
-Φυσικά και μου αρέσεις, είπε εκείνος κολλώντας και τα χείλη του στα δικά της. Πάρα πολύ, πώς μπορείς και το ρωτάς; Είσαι δική μου, επιτέλους, έγινες δική μου.
Την έσφιξε ακόμη περισσότερο σε σημείο που της προξένησε έναν ελαφρύ πόνο, αλλά δεν του έδωσε καμιά σημασία. Θα έβλεπε πως θα ξυπνούσε αύριο, κι αν της άφηνε κάποιο σημάδι θα του φερόταν ανάλογα. Για την ώρα υπήρχαν άλλα πιο σημαντικά πράγματα που την περίμεναν.

Ο Λόρεν κατέβηκε από τον καναπέ προσπαθώντας να γλιστρήσει κάτω από το σώμα της νεκρής γυναίκας. Της είχε κάνει έρωτα πολλές φορές με έναν τρόπο γλυκό στην αρχή αν και δεν το σκόπευε. Ωστόσο όσο περνούσε η ώρα ο θυμός του φούντωνε όλο και περισσότερο ώσπου στο τέλος τον κυρίευσε ολοκληρωτικά. Η κάρλα δεν είχε πάψει να διαμαρτύρεται με αποτέλεσμα να της κλείσει το στόμα με κάτι πρόχειρο. Κι αυτό του άρεσε ακόμη πιο πολύ, η εξουσία που φαινόταν να ασκεί πάνω της, τα πνιχτά βογκητά της, η κοφτή της αναπνοή… όλα τον ερέθιζαν κι έτσι κατέληξε να περάσει μαζί της περισσότερες ώρες από όσες υπολόγιζε. Μια δυο φορές η πόρτα της χτύπησε, κάποιος προφανώς την αναζητούσε αλλά εκείνος δεν ανησύχησε καθόλου. Ολοι ήξεραν τις συνήθειες της αρχιμουσικού, δε θα τους ξάφνιαζε η απουσία της.
Μα όχι, για στάσου, αυτό ήταν ψέμα. Η κάρλα ήταν συνεπής, δε θα μπορούσε να λείψει από αυτό το γεγονός…
Τη σκέψη αυτή την έκανε τώρα, καθώς ντυνόταν. Συνειδητοποίησε πως μέσα στο πάθος του είχε κάνει λάθη που θα μπορούσαν να του έχουν κοστίσει ακριβά. Θα έπρεπε να φύγει από εδώ, και μάλιστα πολύ γρήγορα αφού και η δική του απουσία δε θα περνούσε απαρατήρητη. Το σχέδιό του είχε ανατραπεί. Εκείνος λογάριαζε να τελειώνει γρήγορα μαζί της, αυτό υπολόγιζε όταν ερχόταν εδώ, ήθελε να τη σκοτώσει και μετά να πάει να συναντήσει τους υπόλοιπους και να περάσει όμορφα αλλά αυτή η καταραμένη γυναίκα τον είχε τρελάνει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσε ξανά. Όμως κι εκείνος της είχε φερθεί όπως της άξιζε. Την είχε πνίξει την τελευταία φορά. Εκείνη πάλεψε όσο μπορούσε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ντυμένος πια έριξε μια ματιά στο χώρο προσπαθώντας να υπολογίσει σε πόσες ώρες θα τον ανακάλυπταν. Η οργή του βασιλιά ήταν παραπάνω από βέβαιη, η τιμωρία σκληρή, δεν έπρεπε να χάνει άλλο χρόνο. Θα εξαφανιζόταν για πάντα, θα άφηνε το σκοτάδι να τον καταπιεί. Θα γινόταν ένα με τον άνεμο.
Ξαφνικά χαμογέλασε. Όταν εκείνοι θα ανακάλυπταν την ταυτότητά του, αυτός, ο λόρεν, θα ήταν πια πολύ μακριά.
Άνοιξε την πόρτα αποφασιστικά. Κανένας φρουρός δε στεκόταν απ’έξω. Το πιθανότερο ήταν πως όλοι θα κοιμόνταν αγκαλιά με τις γυναίκες του παλατιού που δεν ήταν και λίγες! Κι αυτό τον βόλευε. Έκλεισε πίσω του την πόρτα κι άρχισε νατρέχει.

Η βάλμα άνοιξε τα μάτια της αργά αργά και τεντώθηκε. Από τα χείλη της ξέφυγε ένα ελαφρύ βογκητό. Όλο της το σώμα ήταν πιασμένο. Ο Αρντάν το είχε παρακάνει, θα μιλούσε μαζί του γι’αυτό αργότερα. αΛήθεια πού ήταν; άΠλωσε το χέρι της να τον αναζητήσει αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο.
Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της προσπαθώντας να ξυπνήσειεντελώς. Μεμιάς ο νους της καθάρισε, είχε δουλειά να κάνει. Θα επισκεπτόταν τη βασίλισσα εκείνο το πρωινό, θα τη γνώριζε και θα διαλυόταν και το μυστήριο της απουσίας της από το γάμο και τη δεξίωση.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι συμπαρασύροντας μαζί και τα σκεπάσματα. Είχε το χρόνο να ετοιμαστεί; Άρχισε να φωνάζει τις υπηρέτριες ξεχνώντας πως ήταν εντελώς γυμνή.
Αργότερα θα έψαχνε και τον Αρντάν, θα είχε κι εκείνος σίγουρα πολλές δουλειές να κάνει.
Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε η κοπέλα που είχε πληγώσει την προηγούμενη μέρα.
-καλημέρα, μουρμούρισε σαστισμένη από αυτό που έβλεπε.
-Τι με κοιτάς έτσι; Η βάλμα τυλήχτηκε με ένα λουλουδάτο σεντόνι και ξανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Πότε έφυγεο άνδρας μου;
-πριν λίγο, κυρία, ζήτησε να μη σας ενοχλήσουμε.
Η βάλμα έγνεψε αδιόρατα.
-πες να μου ετοιμάσουν το αφρόλουτρο κι ένα καλό πρωινό και μετά φώναξε την υπεύθυνη για τα ρούχα μου, με περιμένει η βασίλισσα. Βιάσου.
Η κοπέλα έγνεψε ξανά και βγήκε.

Ο βασιλιάς μπήκε στην αίθουσα του θρόνου νωρίτερα από τη συνηθισμένη του ώρα. Αν και είχε αργήσει να κοιμηθεί ένιωθε φρέσκος και ξεκούραστος. Ήθελε να στρωθεί αμέσως στη δουλειά αφού υπήρχαν υποθέσεις που δε μπορούσαν να περιμένουν. Ήταν αλήθεια πως αυτό που είχε ζητήσει από τον Αρντάν το είχε κάνει κυρίως για να τον δοκιμάσει και για να του περιορίσει λίγο την έπαρση αλλά σε περίπτωση που πετύχαινε το βήμα θα ήταν καθοριστικό για τη χώρα του. Μα αν άρχιζε η εξυγείανση τότε έπρεπε να ακολουθήσουν κι όλοι οι κλάδοι.
-καλημέρα, βασιλιά μου, Ο ραλφ στεκόταν κοντά του γεμάτος αμηχανία. Έπλεκε και έσφιγγε μεταξύ τους τα χέρια του παλεύοντας να μιλήσει την κατάλληλη στιγμή για να μην ανησυχήσει το βασιλιά αλλά και για να μη φανεί πως τον παρακολουθούσε ώρα πολλή χωρίς να του μιλάει.
-Ραλφ, εδώ είσαι; Πότε ήρθες;
-τώρα, βασιλιά μου.
Ο βασιλιάς τον κοίταξε πιο προσεκτικά.
-είσαι καλά; Φαίνεσαι σχεδόν άρρωστος. Γιατί βιάστηκες να με ακολουθήσεις; Έπρεπε να μείνεις στο κρεβάτι για λίγο ακόμη.
Ο ραλφ κρέμασε τα χέρια στα πλευρά. Κι έπειτα ξεροκατάπιε.
-συμβαίνει κάτι;
-μάλιστα, βασιλιά μου, κάτι συμβαίνει. Δεν υπάρχει χρόνος για ξεκούραση και ύπνο σε τούτο το παλάτι ακόμη κι αν η προηγούμενη νύχτα ήταν νύχτα γιορτής και γλεντιού.
-μίλα λοιπόν, ραλφ.Πες αυτό που έχεις να πεις.
-ήρθε και με ξύπνησε ο αρχίατρος.
Ο βασιλιάς χλώμιασε.
-Η βασίλισσα…
-όχι, η φωνή του άλλου ακούστηκε στριγκή από τον τρόμο και τη βιασύνη, η βασίλισσα είναι μια χαρά. Ήθελε να μου μιλήσει για την Κάρλα.
-Για την Κάρλα;
-ναι, το προσέξατε ίσως πως δεν εμφανίσθηκε στη δεξίωση χθες.
-ναι τώρα που το λες… έχεις δίκιο, θυμάμαι πως με απασχόλησε κάποια στιγμή αλλά μετά το ξέχασα. Τι της συνέβη; αΡρώστησε;
-όχι ακριβώς… ο ραλφ φάνηκε να πνίγεται αλλά τελικά το πήρε απόφαση.
-Η Κάρλα βασιλιά μου, είναι νεκρή!

η άρπα της Αμάντας

Σεπτεμβρίου 24, 2011

-πρέπει να θυμάσαι πως χωρίς πειθαρχία ο πλούτος η τόλμη και οι άλλες μορφές της αρετής παραμένουν ανεκμετάλευτες κι αναξιοποίητες. Ο κραντ σηκώθηκε από τη θέση του για να πλησιάσει τη μελλοντική βασίλισσα που του χαμογέλασε δαγκώνοντας ελαφρά το κάτω χείλος της. Τα χαρακτηρηστικά του προσώπου της ήταν τραβηγμένα κι ο ηλικιωμένος άνδρας δεν άργησε να το προσέξει.
-συγγνώμη, πριγκίπισσα, σε κούρασα περισσότερο από ό,τι ήθελα. Μα δεν ήταν στις προθέσεις μου. Μόνο που αισθάνομαι την ανάγκη να σου δώσω όλα όσα έχω, να σε προικίσω με σύνεση και σοφία. Ούτε εγώ τα διαθέτω στον υπέρτατο βαθμό αλλά τα τόσα βιβλία που έχω διαβάσει με βαραίνουν πολύ τώρα πια.
Η αμάντα σηκώθηκε με τη σειρά της και πήγε και στάθηκε απέναντί του.
-μη σε απασχολεί αυτό, Κραντ, νιώθω καλά, έχω ανάγκη αυτά τα μαθήματα. Θέλω να κρατώ απασχολημένο το μυαλό μου γιατί αλλιώς… φοβάμαι πως θα λυγίσω. Έφερε τα χέρια στο κεφάλι της και πίεσε ελαφρά τους κροτάφους της. Ο κραντ την πλησίασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και για μια σύντομη στιγμή έφερε το χέρι του στα μαλλιά της.
Κι αυτό το άγγιγμα από το χέρι αυτού του ανθρώπου ήταν αρκετό για να την κάνει να νιώσει αμέσως καλύτερα.
-πες μου την αλήθεια, Κραντ, πιστεύεις πως θα τα καταφέρω να φορέσω το στέμμα με αποτελεσματικότητα κι αξιοπρέπια; Θέλω ο πατέρας μουνα είναι περήφανος για μένα.
-Να είσαι σίγουρη πως θα γίνεις μια σοφή κι αγαπητή βασίλισσσα που θα κυβερνά με δικαιοσύνη και βαθιά γνώση. Εγώ θα το φροντίσω αυτό. Κι επιπλέον η τέχνη που τόσο λατρεύεις σε έχει ήδη εφοδιάσει με μια γλυκιά πραότητα που θα κάνει την εμφάνισή της κάθε φορά που κάτι τέτοιο θα κρίνεται απαραίτητο. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Πήγαινε να ξεκουραστείς και μην ανησυχείς άλλο.
Η Αμάντα έμεινε να τον κοιτά για λίγο αλλά τελικά ύστερα από ένα ακόμη ενθαρρυντικό γνέψιμο στράφηκε προς την έξοδο. Η δάρκα την ακολούθησε φτερουγίζοντας. Ήταν ώρα να μιλήσει με τη μεγάλη μητέρα για να πάρει νέες εντολές.
Η Αμάντα μπήκε στα διαμερίσματά της κι άρχισε να ξεντύνεται βιαστικά. Δεν είχε καλέσει τη ραλτίνα επειδή ήξερε πως από στιγμή σε στιγμή εκείνη θα άνοιγε την πόρτα. Πράγματι αυτό δεν άργησε να γίνει. Η υπηρέτρια μπήκε κρατώντας ένα μεγάλο βαρυφορτωμένο δίσκο.
-Μα γιατί δε με κάλεσες; Είπε βλέποντάς τη να ντύνεται μόνη της, γιατί δε με ειδοποίησες τουλάχιστον;
Η αμάντα τελείωσε το ντύσιμο και σωριάστηκε στην άκρη του κρεβατιού της εξουθενωμένη.
-δεν υπήρχε λόγος, τα κατάφερα και μόνη, η ραλτίνα πισοπάτησε αλλά προσπάθησε να μη δείξει την ενόχλησή της.
-εντάξει, όπως επιθυμείς. Πώς πήγε το μάθημα; Ήταν καλός μαζί σου ο Κραντ;
-ναι, είναι βαθύς γνώστης της ιστορίας και της διπλωματίας. Ποτέ δε θα μάθω ούτε τα μισά από αυτά που θέλει να μου διδάξει αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ.
Η Ραλτίνα άρχισε να ετοιμάζει το σερβίτσιο.
-εγώ σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, θα τα πας περίφημα. Μπορείς να έρθεις να φας και δε θα δεχθώ καμιά άρνηση.
Η αμάντα σηκώθηκε αργά αργά και πλησίασε το στρωμένο τραπέζι. Έριξε μια ματιά στα διάφορα φαγητά και μισοχαμογέλασε.
-Μα δε μπορεί να πιστεύετε στ’αλήθεια πως θα τα φάω όλα αυτά μόνη μου!
-θα φας όσο θελήσεις, αλλά εγώ θα είμαι εδώ και θα σε παρακολουθώ.
Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στην πόρτα.
Η αμάντα στέναξε κι άρχισε να τρώει μια κρύα σούπα με ψάρι.
-λοιπόν; Τι γίνεται μέσα στο παλάτι;
-όλοι είναι ανήσυχοι, αποκρίθηκε ειλικρινά η άλλη κοπέλα. Αλλά μη σταματάς να τρως, αλλιώς δε θα σου πω τίποτα. Μίλησα πριν λίγο με τον αρχιερέα.
Η αμάντα της έγνεψε να συνεχίσει δοκιμάζοντας μια πίτα με κρέας και λαχανικά.
-Μου είπε πως θα έρθει να σε βρει κάποια στιγμή μέσα στη μέρα. Θέλει λέει να συζητήσετε κάποια πράγματα για τη στέψη σου.
-Ναι, βέβαια, θα τον περιμένω. Σκεφτόμουν κι εγώ πως έπρεπε να μιλήσουμε.
-Κι ακόμη έμαθα πως ετοίμασε για σένα κάποιο ισχυρό φυλαχτό.
-αλήθεια;
-Ναι, είναι πολύ καλός σε κάτι τέτοια, θα σε προστατεύει είμαι σίγουρη. Αλλά θα σου τα πει καλύτερα κι ο ίδιος αργότερα. Ετοιμάστηκε να σηκωθεί.
-Πού θα πας;
-είναι πολλά που πρέπει να γίνουν ως το βράδυ. Δεν πιστεύω να το ξέχασες;
Η Αμάντα έγνεψε φέρνοντας στο νου της τη Μάγισσα.
-όχι βέβαια, το θυμάμαι καλά. Θέλω κάποιες απαντήσεις και θα τις πάρω απόψε. Θα έρθεις να με βρεις λοιπόν;
-Φυσικά, όταν όλοι πάνε για ύπνο.
Η δάρκα το σημείωσε στο νου της, Δεν ήταν βέβαιη γι’αυτό που πήγαινε να κάνει η αμάντα, αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να την εμποδίσει.
-Λες να μας αντιληφθεί κανείς; Αν γίνει κάτι τέτοιο καταστράφηκα.
-όχι, μην το σκέφτεσαι, δε θα αφήσω ποτέ να καταστραφείς. Η ραλτίνα την πλησίασε κι άρχισε να μαζεύει τα πιατικά.
-Ξεκουράσου λίγο, το χρειάζεσαι.
Η αμάντα πήγε και κάθισε πάλι στο κρεβάτι.
-Θα το ήθελα μα πρέπει να μελετήσω.
-αν το κάνεις τώρα δε θα έχει αποτέλεσμα. Αν κοιμηθείς λίγο θα δεις πόσο πιο εύκολο θα γίνει σε λίγο.
-Λες;
-Ναι, βέβαια. Ξάπλωσε. Την πλησίασε πάλι και τη βοήθησε να ξαπλώσει. Κι ύστερα τη φίλησε στο μέτωπο τυληγοντας τη με τα μυρωδάτα σκεπάσματα.
-κοιμίσου ήρεμα, εγώ θα είμαι εδώ. Η Αμάντα αναστέναξε ανακουφισμένη και η υπηρέτρια ετοιμάστηκε να βγει αλλά η φωνή της τη σταμάτησε.
-είχαμε κανένα νέο από την καινούρια μου δασκάλα;
-Δυστυχώς όχι. Η Ραλτίνα έφτασε στην πόρτα.
-Δε θα έρθει ξανά;
-Μη γίνεσαι ανόητη, θα έρθει. πΟλύ σύντομα, θα το δεις. Αφού δε σου λέω ποτέ ψέματα! Λοιπόν, καλή ξεκούραση. Βγήκε γρήγορα για να μην της δώσει χρόνο να μιλήσει. Ήταν βέβαιη πως θα κοιμόταν πριν περάσουν λίγα λεπτά.
Βγήκε από το δωμάτιο με σκοπό να κατευθυνθεί προς την αίθουσα υποδοχής όταν ξαφνικά άκουσε το όνομά της από κάπου κοντά. Στράφηκε να δει και αντίκρυσε το Μπάρτον που στεκόταν δίπλα της στο διάδρομο. Του χαμογέλασε ψυχρά.
-Γεια σου Ραλτίνα, της μίλησε πρώτος.
-Γεια σου κι εσένα μπάρτον, αποκρίθηκε κάπως ψυχρά εκείνη. Αντιμετοπίζεις κανένα πρόβλημα με τη φιλοξενία μας εδώ;
-Όχι, όλα είναι πολύ καλά. Δεν έχω κανένα παράπονο. Τιμάτε πολύ τους πρεσβευτές εδώ.
-Χαίρομαι που το λες. Θα μπορούσα να κάνω κάτι για σένα;
Ο μπάρτον έκανε ένα βήμα προς το μέρος της αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν της άρεσε.
-νομίζω πως ναι. Ξέρεις καλά την πριγκίπισσα, έτσι δεν είναι;
Η ραλτίνα έσφιξε δυνατά το δίσκο.
-ναι, γιατί το ρωτάς;
Ο άνδρας την κοίταξε διαπεραστικά κιεκείνη ρίγησε χωρίς να το θέλει.
-σου ζητάω συγνώμη που πήρα το θάρρος να σου μιλήσω εδώ γι’αυτό, αλλά είσαι η μόνη που γνωρίζω εδώ μέσα που θα μπορούσε να με φέρει σε επαφή μαζί της.
-γιατί να το κάνω αυτό; Τι θέλεις να συζητήσεις μαζί της;
-το θέμα είναι λεπτό, μην ξεχνάς πως είμαι…
-Ναι ναι, το θυμάμαι. Κατανοώ πως κάποιος σοβαρός λόγος σε φέρνει εδώ αλλά η στιγμή που διάλεξες δεν είναι κατάλληλη για τέτοιες συζητήσεις.
-Λυπάμαι που θα το πω αυτό αλλά γνωρίζω πιο πολλά από εσένα για το συγκεκριμένο αυτό θέμα. Η σπουδαιότητα του είναι μεγάλη. Δεν ήρθα εδώ για ασήμαντη αιτία.
Η Ραλτίνα το σκέφτηκε για λίγο.
-Σου ζητάω συγνώμη είπε κάπως πιο μαλακά. Θα μιλήσω στην αΜάντα για σένα αμέσως μόλις μου δοθεί η ευκαιρία. Εκείνη είναι που θα αποφασίσει πότε θα σε δεχθεί. Ο Μπάρτον της χαμογέλασεφιλικά και εκείνη έκανε τη σκέψη πως δεν ήταν άσχημος άνδρας.
-ευχαριστώ πολύ. Θα περιμένω κάποια ειδοποίηση, σου ζητάω και πάλι συγγνώμη. Τη χαιρέτισε με ένα κούνημα του κεφαλιού και χάθηκε στη στροφή του διαδρόμου, αφήνοντάς τη μόνη, να κρατάει το δίσκο στα χέρια.

σεμίρα

Σεπτεμβρίου 16, 2011

Κεφάλαιο δέκατο
Η μαθητευόμενη γιατρός έτρεξε κοντά στο κρεβάτι της βασίλισσας. ανασήκωσε τη μια άκρη της κουρτίνας κι έσκυψε γεμάτη ενδιαφέρον κι αγωνία πάνω από τη χλωμή γυναίκα.
-είστε καλα; Νιώθετε ζάλη;
Η Μάλφα σκούπισε το ιδρωμένο της μέτωπο με το δεξί της χέρι.
-Όχι, το κεφάλι μου… το στομάχι μου… δεν ξέρω, νιώθω μια δυσφορία.
Η νεαρή κοκκινομάλλα έγνεψε κι άφησε την κουρτίνα πίσω στη θέση της.
-επιστρέφω αμέσως, μην ανησυχείτε.
Χάθηκε στο διάδρομο.
Μόνη η βασίλισσα προσπάθησε να ελέγξει το σώμα της, είχε αρχίσει να τρέμει. Δεν το είχε ομολογήσει στη γιατρό που την παρακολουθούσε κάθε στιγμή πως η κύρια αιτία της ενόχλησής της ήταν ένας τρομερός εφιάλτης που ήρθε να την αναστατώσει ακριβώς την ώρα που η γαλήνη της χαμογελούσε. Δε θα το έλεγε σε κανέναν, δε θα μιλούσε για κείνο το όνειρο επειδή κανείς δε θα την καταλάβαινε. Κι εξάλλου αυτή ήταν η βασίλισσα, η πιο ισχυρή γυναίκα της χώρας, δεν της επιτρέπονταν φοβίες κι ανασφάλειες.
Ωστόσο είχε δει το βασιλιά στον ύπνο της, κάποιος τον κυνηγούσε, δε μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του διώκτη του, ούτε και την ίδια τη μορφή του καλά καλά επειδή φορούσε κάτι που θύμιζε πέπλο.
Στην αρχή ο βασιλιάς έτρεχε να ξεφύγει αλλά σιγά σιγά η απόσταση που τους χώριζε μίκραινε. Η μάλφα ήθελε να του φωνάξει να τρέξει πιο γρήγορα αλλά φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της. Κι έτσι ο διώκτης πλησίαζε όλο και περισσότερο. Κάποτε όμως ο βασιλιάς έπαψε να τρέχει κι εκείνος τον έφτασε και τον άδραξε. Κι εκεί τέλειωνε το όνειρο, τα υπόλοιπα δεν πρόλαβε να τα δει.
Η Μέλντα γύρισε κοντά της λίγα λεπτά αργότερα. Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι κι ακούμπησε στο μέτωππό της ένα βρεγμένο μεταξωτό μαντίλι.
-Θα σας ανακουφίσει, βασίλισσα μου, θα νιώσετε καλύτερα και θα κοιμηθείτε ξανά.
Η μάλφα άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες. Την εμπιστευόταν αυτή την κοπέλα, είχε τη δύναμη να τη βοηθήσει.
-Πιείτε κι αυτό. Η Μέλντα της έδωσε ένα μικροσκοπικό ασημένιο φλιτζάνι.
-εσύ δε θα κοιμηθείς; Τη ρώτησε καθώς εκείνη άρχισε να της τακτοποιεί τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια.
-όχι ακόμη, βασίλισσά μου. Πρώτα θα αναπαυθείτε εσείς κι έπειτα εγώ.
-σε παιδεύω πολύ, έτσι δεν είναι;
-μην το σκέφτεσθε, άλωστε όλα γίνονται για καλό σκοπό. Είναι χαρά μου να μένω στο πλευρό σας.
Η μάλφα αναστέναξε, είχε αρχίσει ήδη να γαληνεύει.
-σε ευχαριστώ πολύ, για όλα. Λες να τελείωσε η γαμήλια δεξίωση;
-είναι πολύ πιθανό. Η ώρα έχει περάσει.
-ελπίζω να γνωρίσω σύντομα τη νύφη. Τα βλέφαρά της είχαν αρχίσει να βαραίνουν.
-ναι βασίλισσά μου, θα κανονισθεί όποτε το επιθυμείτε.
Η μάλφα χαμογέλασε, δε μίλησε ξανά.

-είσαι έτοιμη να αποσυρθούμε, Βάλμα; Ο αρντάν ήρθε πλάι της και τύληξε το δεξί του χέρι γύρω από τη λεπτή της μέση. Η Βάλμα κόλλησε το σώμα της στο δικό του με ευχαρίστηση.
-ναι, αρντάν, είμαι. Είσαι ευτυχισμένος τώρα;
Ο αρχιδικαστής το σκέφθηκε για μια στιγμή. Θα έλεγε την αλήθεια.
-Είμαι, μα θα γίνω ακόμη περισσότερο σύντομα. Την έσφιξε πάνω του. εσύ; Πώς αισθάνεσαι;
-περίφημα, ομολόγησε εκείνη χωρίς δισταγμό κι αναζήτησε τα χείλη του.
Το φιλί έγινε απότομα βαθύ αλλά κανείς από τους δυο δεν είχε τη διάθεση να σταματήσει.
-θέλω όλα να γίνουν σωστά, μούρμουρισε κάποτε ξέπνοα ο αρντάν. Ξέρεις πόση σημασία έχουν για μένα αυτά.
Η βάλμα στέναξε και τραβήχθηκε απρόθυμα από την αγκαλιά του.
-το ξέρω, αρντάν, έλα πάμε, θα μου πάρει λίγη ώρα να ετοιμαστώ.
Την πήρε από το χέρι κι άρχισαν να περπατούν βιαστικά.
-σου άρεσε ο γάμος, η δεξίωση;
-όλα ήταν υπέροχα, αντάξιά σου.
Της χαμογέλασε στο σκοτάδι της νύχτας.
-ήσουν πανέμορφη, αληθινή θεά.
-αλήθεια το λες;
-βέβαια, θα είμαι πάντα ειλικρινής μαζί σου. Της έσφιξε πιο δυνατά το χέρι καθώς σκέφθηκε τις συνέπειες των τελευταίων του λόγων.
-ήθελα να σε ρωτήσω κάτι, ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που ήρθε να μας βρει στη δεξίωση κάπως καθυστερημένη;
-η Ρόνια. Μια από τις αναρίθμητες αυλητρίδες του παλατιού.
-δεν είναι μέλος της βασιλικής ορχήστρας, σωστά;
-Πολύ σωστά. Είναι στην υπηρεσία της βασίλισσας αλλά τον τελευταίο καιρό δεν παίζει πολύ για κείνη. Όλοι την εκτιμούν για το ήθος της. Ο βασιλιάς την ευνοεί, είμαι σίγουρος πως πολύ σύντομα θα της βρει σύζυγο.
-το κάνει συχνά αυτό;
-αρκετά συχνά, θέλει να έχει παντού τον πρώτο λόγο.
-σωστά ενεργεί.
-βρίσκεις;
Η βάλμα δάγκωσε τα χείλη της.
-Αλήθεια πώς σου φάνηκε; Τον συμπάθησες;
-αρκετά. Δείχνει επιβλητικός κι ακριβοδίκαιος. Μα ας μη μιλάμε άλλο για αυτόν απόψε. Θα βρούμε κάτι καλυτερο να κάνουμε.
Είχαν μόλις φτάσει στα διαμερίσματά τους.
Ο αρντάν συγκατένευσε. Η βάλμα έβαλε το χέρι στον ώμο του κι έσκυψε στο αφτί του.
-θέλω λίγο χρόνο για να προετοιμαστώ για σένα.
-δε χρειάζομαι τίποτα περισσότερο.
Ξαφνικα βιαζόταν πολύ.
Άπλωσε το χέρι του αλλά εκείνη γλίστρησε μακριά του με μια χορευτική κίνηση.
-Δε θυμάσαι τι έλεγες πριν; άσε με να κάνω αυτό που πρέπει, δε θα τα μετανιώσεις. Δε θα αργήσω.
Ο αρχιδικαστής αναστέναξε νικημένα.
-εντάξει, με έπεισες. Θα σε περιμένω εδώ. Κάθισε σε έναν καναπέ κι έκλεισε τα μάτια.
Η βάλμα μπήκε στο εσωτερικό ενός μικρού δωματίου κι άρχισε να πετάει από πάνω της τα βαριά της ρούχα. Ήθελε να αλείψει το σώμα της με έλαια κι ακριβά αρώματα κι ακόμη να χτενίσει τα μαλλιά της και να φορέσει ένα αραχνούφαντο πέπλο. Έπειτα θα τον καλούσε.

-θα σε σκοτώσω, Κάρλα. Ο Λόρεν τύληξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της κι άρχισε να τον χαιδεύει.
-δε μπορεί να το εννοείς αυτό. Το ρίγος που τη διαπέρασε ήταν έντονο μα έκρυβε μέσα του και μια γλυκιά σαγήνη.
-θα το κάνω, κι υστερα θα φύγω για πάντα από το παλάτι. Όλοι θα καταλάβουν πως το έκανα εγώ όταν σε βρουν.
Η Κάρλα προσπάθησε να τραβηχθεί αλλά τα χάδια του έγιναν πιο γλυκά.
-μου λες ψέματα.
Ο Λόρεν την ξάπλωσε στον καναπέ κι άρχισε να της ξεκουμπώνει το μακρύ της φόρεμα.
-για την ώρα αγάπη μου, θέλω να ζήσω μαζί σου λίγες στιγμές, όσες σου απομένουν.
Η διαστροφή της χτυπούσε την πόρτα αλλά εκείνη δεν της άνοιγε να μπει. Όσο το μυαλό της ούρλιαζε να φύγει άλλο τόσο το σώμα της βούλιαζε στην ηδονή. Ο Λόρεν ήταν καλός εραστής, ήξερε πώς να την ικανοποιήσει. Θα το έκανε και τούτη τη φορά κι ύστερα θα την άφηνε και θα έφευγε. Δεν ήξερε αν θα προλάβαινε την αρχή της δεξίωσης αλλά ίσως τελικά να μην είχε και μεγάλη σημασία αυτό τώρα. Θα άρχιζαν χωρίς εκείνη.
-Θα είμαι ο τελευταίος άνδρας που σε φίλησε, ο τελευταίος άνδρας που σε άγγιξε. Ο λόρεν έλυσε τη ζώνη του κι έπειτα άρχισε να λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του.
-αν δεν ήθελες την αποκλειστικότητα όλα θα ήταν πιο εύκολα για μας.
Μιλούσε χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να το θέλει.
-πάντα παίρνω αυτό που θέλω, το ξέρεις.
Πέταξε και τα υπόλοιπα ρούχα του και ξάπλωσε δίπλα της.
-τώρα θα ξεχάσεις το νεαρό σου σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μόνο το όνομά μου θα μείνει μέσα σου.

Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 12, 2011

-Ναι μα η αράλ είναι μεγάλη θεά, κι αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο ισχυρή από τη στρίλντα. Πώς τα κατάφερε να τη διώξει;
Η Λίγκρα ανασήκωσε τους ώμους της μισοχαμογελώντας.
-για να πω την αλήθεια, αυτό δεν το ξέρω, αλλά κάτι υποψιάζομαι.
-δηλαδή;
-Να, φαίνεται πως έχει κάποιο μυστικό όπλο το οποίο δεν το έχει αποκαλύψει ούτε σε εμένα.
Η στρίλντα τους πλησίασε και κάθισε κοντά τους. Έδειχνε εξουθενωμένη αλλά χαρούμενη.
-Λοιπόν; Τι συμβαίνει τώρα μέσα στην άρπα; Η Λίγκρα μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Δεν ήθελε να ταράξει τις σκέψεις της θεάς.
-Θα δεις, Λίγκρα, τώρα θα δεις.
Κι όταν τελείωσε τη φράση της η μουσική άρχισε ξανά, γλυκιά κι αέρινη. Ολόκληρη η άρπα έμοιαζε να δονείται παράξενα.
Τότε η στρίλντα σηκώθηκε ξανά κι άρχισε να μιλάει δυνατά και διαπεραστικά.
-Μπρούνκαλ με ακούς;
-Μπρούνκαλ;
-Ναι, Στρίλντα, η φωνή του πολεμιστή ακούστηκε πεντακάθαρη.
-πώς αισθάνεσαι εκεί μέσα;
-Η άρπα είναι φιλόξενη κατοικία για την ψυχή μου. Ελπίζω μόνο το σώμα μου να είναι ασφαλές κοντά σου.
-είναι, μη σε απασχολεί αυτό. Φρόντισε να κάνεις καλά τη δουλειά σου και το σώμα σου θα σε περιμένει εδώ, θα σε υπηρετεί πάντα με την ίδια αφοσίωση, αρκεί να έχεις στο νου σου τη συμφωνία που κάναμε.
-Μείνε ήσυχη, στρίλντα, θυμάμαι όλα όσα είπαμε. Πότε θα φύγω;
Η θεά ανασήκωσε τα καλοσχηματισμένα της φρύδια και στράφηκε να κοιτάξει τη νεράιδα η οποία ανταποκρίθηκε αμέσωςστο βλέμμα της.
Πότε θα είσαι έτοιμη να φύγεις;
-Όποτε το προστάξεις, ακόμα και τώρα. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ο νέος πολεμιστής που έχουμε μαζί μας.
Κοίταξε το Δάλκιρ δίπλα της και η στρίλντα τη μιμήθηκε.
-μη σε νοιάζει γι’αυτόν, ξέρω καλά τι θα κάνω μαζί του.
Ο Δάλκιρ που όλο εκείνο το διάστημα πάλευε να ακούσει ξανά τη φωνή παράτησε την προσπάθεια και στράφηκε να τις κοιτάξει.
-Νομίζω πως είναι ώρα να μάθω τους σκοπούς σας για μένα. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω ψάχνοντας για το σπαθί του.
-μη βιάζεσαι τόσο, δε χρειάζεται. Θα τα μάθεις όλα, φτάνει να μην είσαι τόσο ανυπόμονος.
-δεν έχετε δικαίωμα να με κρατάτε αιχμάλωτο εδώ, έχω άλλη αποστολή.
-τι είδους; Αυτή που σου ανατέθηκε χθες απέτυχε, το ξέχασες;
Ο δάλκιρ χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος. Το θυμόταν πολύ καλά. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Είχε απογοητεύσει τη μεγάλη μητέρα, κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. έπρεπε να επανορθώσει.
Στο μεταξύ η η Λίγκρα εξακολουθούσε να μιλάει.
-αν είναι όλα έτοιμα μπορώ να πάω και πάλι πίσω στο παλάτι, άλωστε νομίζω πως η αμάντα θα αναρωτιέται που πήγα. Αν δηλαδή την αφήσει η θλίψη της.
Η στρίλντα χαμογέλασε.
-Ναι, θα είναι πολύ λυπημένη αλλά εμείς δεν είμαστε, έτσι δεν είναι;
Πήγε προς το μέρος της άρπας και την πήρε με προσοχή στα χέρια της.
-σου την παραδίδω, λίγκρα. Νομίζω πως ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
Η νεράιδα εγνεψε καταφατικά.
-μείνε ήσυχη στρίλντα, το ξέρω καλά το καθήκον μου. Όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις. Εγώ κι ο μπρούνκαλ θα σε ενημερώνουμε τακτικά και θα ζητάμε τη συμβουλή σου.
Θα περιμένω νέα σου.
-Και τι θα κάνεις με το δάλκιρ;
-θα σου πω όταν αποφασίσω.
Ο πολεμιστής τις πλησίασε βιαστικά.
-Μη με αφησεις εδώ, κοίταξε ικετευτικά τη νεράιδα.
-δε μπορώ να σε πάρω. Λυπάμαι. Ίσως προκαλέσεις δυσκολίες στα σχέδιά μας.
-δε θέλω να μείνω εδώ. Ο δάλκιρ άρχισε να τρέχει ψάχνοντας μια πιθανή διέξοδο. Το γέλιο της θεάς έφτασε απειλητικά σκληρό ως τα αφτιά του.
-μην κουράζεσαι άδικα, δε θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ χωρίς τη βοήθιά μου.
-Μα πού πάει; Η λίγκρα τύληξε τα χέρια της γύρω από την άρπα.
-Μην τον σκέφτεσαι, θα καταλήξει στη φωλιά του σκοταδιού χωρίς αμφιβολία. Εκεί η καρδιά του θα παγώσει κι ο νους του θα ατονίσει γρήγορα. Εκτός κι αν κάνω εγώ κάτι γι’αυτό. Θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά του.
Η Λίγκρα την κοίταξε μελαγχολικά.
-είναι κρίμα, είναι ωραίος άνδρας.
-αλήθεια, το διασκέδασες μαζί του, έτσι δεν είναι; Ξεχνάς πως στην πραγματικότητα είναι ξωτικό.
Η νεράιδα τίναξε κάπως ενοχλημένη τα μαλλιά της.
-αν μου το επέτρεπες εγώ θα φρόντιζα να τον μεταμορφώσω, θα έμενε μαζί μου.
-αλήθεια; Τέτοια σχέδια έχεις λοιπόν; Μα εντάξει, γιατί όχι; Άκου τι θα κάνουμε, αν τα καταφέρεις καλά στη δουλειά σου ο δάλκιρ θα γίνει δικός σου.
-Το λες αλήθεια;
-ναι, έχεις το λόγο μου.
Η Στρίλντα της άπλωσε το χέρι της. Τα μάτια της άστραφταν, την είχε μελετήσει καλά την κίνησή της, θα έδινε στον καθένα ό,τι ήθελε φτάνει να την εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο.
Η Λίγκρα με την άρπα στην αγκαλιά της βγήκε από το δωμάτιο βιαστική. Θα πήγαινε αμέσως να συναντήσει τη φρουρά που πλαισίωνε τον Μπρούνκαλ για να ξεκινήσουν όλοι μαζί για το παλάτι της αμάντας. Δεν ήθελε να χάσει άλλο χρόνο εκεί. Ευτυχώς η επιστροφή στον κόσμο των ανθρώπων θα γινόταν με τρόπο πολύ πιο γρήγορο χάρη στις ξεχωριστές της ικανότητες. Οι πολεμιστές την πλησίασαν χωρίς λέξη και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω της, εκείνη τους κοίταξε για λίγο, έναν έναν, συγκρίνοντάς τους με τον άνδρα που είχε αφήσει πίσω της, Κανείς δεν του έμοιαζε, ο μόνος ίσως που θα μπορούσενα συγκριθεί μαζί του ήταν ο Μπρούνκαλ. Αλλά κι αυτός θα έδειχνε την αξία του πολύ σύντομα. Καθώς έβγαινε από το παλάτι αναρωτήθηκε για τελευταία φορά ποια τύχη περίμενε τον δάλκιρ.
Η Ραλκ σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι ο αέρας γύρω της λιγόστευε. Τα λόγια της μεγάλης μητέρας έκαναν κύκλους στο νου της κάνοντάς τη να νιώθει όλο και πιο άσχημα. «είσαι εκεί που δεν πρέπει να είσαι «».
Μα πώς είχε βρεθεί εκεί; Ποιος την είχε οδηγήσει στο άγνωστο; Ο δάλκιρ μήπως; Πήρε μια βαθιά ανάσα νιώθοντας μια σουβλιά πόνου στο στήθος της. Ο αέρας λιγόστευε επικίνδυνα. Μα ναι, η φωνή του ήταν, χωρίς αμφιβολία. Δε μπορούσε ωστόσο να την είχε παγιδεύσει με τη θέλησή του. Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά. Εκείνη είχε παρατήσει τα πάντα για το χατίρι του, ήταν ποτέ δυνατό να της το ξεπλήρωνε με τέτοιο τρόπο;
Καποιο λάθος είχε γίνει σίγουρα και θα το ανακάλυπτε. Αργά και με προσοχή σήκωσε τα μάτια της ψηλά για να παρατηρήσει τα διάφορα σύμβολα. Όλα ήταν τόσο αντιφατικά, της θύμιζαν μια παράξενη αρχαία γραφή για την οποία τους μιλούσε κάθε τόσο η μεγάλη μητέρα. Να ήταν άραγε η ίδια; Μα τι ανόητη σκέψη, αν ήταν δε θα της το ανέφερε λίγο πριν;
Όταν ένιωσε τα αφτιά της να αρχίζουν να βουίζουν κατάλαβε πως ο χρόνος της τελείωνε. Ήταν ώρα να πάρει την απόφασή της. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ελεύθερα πια μα αυτό ήταν το λιγότερο. Άρχισε να χαιδεύει τα διάφορα χαράγματα προσπαθώντας να νιώσει κάποια καθοδηγητική άβρα αλλά κανένα σημάδι δεν της αποκαλυπτόταν. Η επιλογή δεν ήταν εύκολη. Τρόμος την κυρίευσε στη σκέψη του κόσμου της λήθης, θα ήταν κρύα και δυσάρεστα εκεί κάτω. Κανείς δε θα την περίμενε κι εκείνη δε θα έβλεπε ξανά τον αγαπημένο της δάλκιρ.
Όταν άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της κι άγγιξε έναν κύκλο που στο κέντρο του ήταν ζωγραφισμένο ένα αστέρι. Με όση δύναμη της είχε απομείνει το πίεσε κι ύστερα λιποθύμησε.
Δεν ένιωσε τίποτα, ούτε τις δονήσεις του εδάφους, ούτε τις αστραπές που έσκισαν τον αέρα. Η τελευταία της σκέψη ήταν πως έπρεπε να πιέσει με δύναμη το αστέρι γιατί αν έμενε εκεί μέσα λίγο παραπάνω θα πέθαινε.

Σεμίρα

Σεπτεμβρίου 9, 2011

Κεφάλαιο ένατο
Η κάρλα μπήκε στα διαμερίσματά της κι έκλεισε την πόρτα αθόρυβα πίσω της. Ένιωθε πολύ κουρασμένη και ήξερε πως ο χρόνος που είχε στη διάθεσή της ήταν ελάχιστος.
Θα έπινε γρήγορα ένα κοκτειλ κι ύστερα θα άλλαζε ρούχα.
Αυτά που φορούσε τώρα είχαν αρχίσει να τη στενεύουν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Έβγαλε τα παπούτσια της και τα έστειλε στη γωνία του προθάλαμου, ενώ την ίδια στιγμή άρχισε να καλεί δυνατά τη Μάρα, την τελευταία της υπηρέτρια.
Δεν εγκατέλειπε ποτέ τα διαμερίσματα της χωρίς την έγκρισή της μα τώρα δεν της απαντούσε.
Κι αυτό την εξόργισε. Έτρεξε ξιπόλητη κι άνοιξε τη τζαμένια πόρτα που έβγαζε κατευθείαν στο κεντρικό της σαλόνι. Τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κατακόκκινα και τα μάτια της σπίθιζαν έντονα.
Ετοιμάστηκε να βάλει ξανά τις φωνές χωρίς να μπει στον κόπο να την ψάξει στο χώρο αλλά την πρόλαβαν τα λόγια κάποιου άλλου.
-Καλησπέρα, Κάρλα, πώς ήταν η τελετή; Δε ρωτάω για το παίξιμό σου, είμαι σίγουρος πως διέπρεψες.
Τα χέρια της γυναίκας γλίστρησαν από την πόρτα κι έπεσαν στα πλευρά της. Μόνο τα μάτια της εξακολουθούσαν να κινούνται ανεξέλεγκτα χωρίς να εστιάζουν πουθενά στο χώρο. Έτσι ο άνδρας που καθόταν αναπαυτικά στο μεγάλο καναπέ με τα φουσκωτά μαξιλάρια μίλησε ξανά χαμογελώντας πιο πλατιά.
-τι συμβαίνει, καλή μου; Σε τρόμαξα; Σε ξάφνιασα; Δε χαίρεσαι που με βλέπεις ξανά;
Η κάρλα έσυρε τα πόδια της και μπήκε στο σαλόνι κλείνοντας ωστόσο την πόρτα την τελευταία στιγμή. Αυτό δε θα ξεχνούσε ποτέ να το κάνει, είχε πάρει πολλά μαθήματα μέσα σε κείνο το παλάτι.
Πήγε κατευθείαν σε ένα από τα αναρίθμητα ράφια που κάλυπταν όλες τις πλευρές του τοίχου και τράβηξε ένα μικρό τετράγωνο μπουκαλάκι. Το άνοιξε και ήπιε μια γερή γουλιά.
Μόνο έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα βρήκε το κουράγιο να καθίσει απέναντι του.
-Πώς μπήκες εδώ μέσα; Πού είναι η Μάρα;
Ο άνδρας άπλωσε το χέρι στο τραπεζάκι μπροστά του και πήρε κι εκείνος ένα μισογεμάτο χαμηλό ποτήρι. Δεν ήπιε ωστόσο προτού της απαντήσει.
-Η μάρα ήταν πολύ κουρασμένη, δεν αισθανόταν πολύ καλά. Της είπα πως μπορούσε να αποσυρθεί.
Το μπουκάλι άρχισε να τρέμει μέσα στα χέρια της γυναίκας.
-όσο για το πώς μπήκα… έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του και όταν το ξαν’α’βγαλε κρατούσε ένα ασημένιο κλειδί.
-μα πώς… Αφού μου το έδωσες όταν χωρίσαμε! Η Κάρλα άφησε κι εκείνη το μπουκάλι στο τραπέζι κι άπλωσε το δεξί της χέρι να το πάρει.
Ο άνδρας της το έδωσε χωρίς καθυστέρηση.
-είμαι προνοητικός, καλή μου. Πριν σου το επιστρέψω φρόντισα να βγάλω αντικλείδι.
-γιατί;
-είναι απλό, εσύ δε θα με άφηνες να ξαναμπώ ποτε πια εδώ μέσα, σωστά;
Εκείνη έγνεψε καταφατικά πετώντας το κλειδί πλάι στο μπουκάλι.
-φυσικά, κι είχα δώσει τις ίδιες εντολές και στη Μάρα αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο τις παρέβλεψε.
-λίγα ασημένια νομίσματα ήταν αρκετά.
Η Κάρλα εξαγριώθηκε.
-πώς τολμάς να μιλάς έτσι;
-νόμιζα πως με εκτιμούσες για την ευθύτητά μου…
-γιατί ήρθες, Λόρεν; Όλα μεταξύ μας τελείωσαν πριν δυο μήνες. Τότε τα είπαμε όλα, κάνω λάθος;
-ναι, μεγάλο λάθος.
Ο Λόρεν σηκώθηκε κι άρχισε να κάνει το γύρο του τραπεζιού.
Η κάρλα έμεινε να τον κοιτάζει παρά τη θέλησή της. Αναμφίβολα ήταν ωραίος άνδρας, το πρόσωπό του στόλιζαν δυο γαλάζια μάτια που όταν χαμογελούσε θύμιζαν θάλασσα κι όταν θύμωνε γίνονταν όμοια με πάγο. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, σγουρά και μακριά και το σώμα του γυμνασμένο. Κι όλα αυτά μαζί την είχαν κερδίσει.
-με κοιτάς, ωραία. Κάθισε δίπλα της με άνεση. Αυτό σημαίνει πως σου αρέσω ακόμη;
-όχι, δηλαδή ναι, είσαι ωραίος άνδρας αλλά δε μπορώ να γυρίσω σε εσένα. Περάσαμε όμορφα, πολύ όμορφα αλλά τώρα…
Άφησε μισή τη φράση της σταυρώνοντας τα χέρια της στα γόνατά της.
-τωρα τι; Είσαι με κάποιον άλλον;
-Ναι.
-Ξέρω με ποιον.
Ο Λόρεν άρπαξε το μπουκάλι της και ήπιε λαίμαργα φέρνοντάς το στα χείλη του.
-Ξέρεις; Πώς ξέρεις; Κανείς δε μας είδε ποτέ.
Ήπιε και πάλι. Η αναστάτωσή της ήταν ολοφάνερη.
-εγώ ναι, σας είδα. Η μάρα ήταν πολύ πρόθυμη…
-Ξέρω ξέρω, για λίγα νομίσματα.
-μαθαίνεις, αυτή τη φορά πρόσθεσα κι ένα δαχτυλίδι. Έχει ένα λουλούδι… αλήθεια δεν το έχεις προσέξει ποτέ στο χέρι της;
-μην είσαι ανόητος, δεν το έχει φορέσει εδώ μέσα.
-σωστά. Καλά, λίγη σημασία έχει αυτό τώρα. Γεγονός είναι πως γνωρίζω την ταυτότητα του τελευταίου εραστή σου. Είναι ο φάρεν, το μικρότερο μέλος της βασιλικής μπάντας.
Η κάρλα έπνιξε την κραυγή φρίκης που ανέβηκε ως το λαιμό της. Ο φάρεν ήταν ανήλικος. Αν μαθευόταν η σχέση τους τότε το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε δε θα είχε προηγούμενο.
-Λοιπόν, γιάυτόν με χώρισες; Τι του βρήκες αλήθεια;
-είναι καλός μουσικός, αν ακούει τις συμβουλές μου ίσως μια μέρα με διαδεχθεί.
-δε νομίζω πως κοιμάσαι μαζί του για να τον εκπαιδεύσεις, έτσι δεν είναι; Μα τώρα που το σκέφτομαι έχεις πολλά να του μάθεις.
-σταμάτα. Η Κάρλα σηκώθηκε.
-Πού πας;
-πρέπει να ετοιμαστώ για την τελετή. Αν καθυστερήσω λίγο ακόμη όλοι θα αρχίσουν να ανησυχούν.
-Ο άνδρας την κάθισε και πάλι στον καναπέ αφήνοντας το χέρι του στην πλάτη της.
-αυτό είναι βέβαιο, όλι θα ανησυχούν σύντομα για εσένα αν δεν κάνεις αυτό που πρέπει.
Η Κάρλα ανατρίχιασε. Τον κοίταξε περιμένοντας τον να συνεχίσει.
-τι θέλεις να πεις; Θα με εκβιάσεις; Θα προδώσεις το μυστικό μου;
Το χέρι του Λόρεν άρχισε να γλιστράει κάθετα στην πλάτη της.
-δεν έχω τέτοια πρόθεση, όλοι έχουμε δικαίωμα στο λάθος αρκεί να το διορθώνουμε έγκαιρα.
Την τράβηξε πιο κοντά του κι εκείνη δε βρήκε τη δύναμη να αντισταθεί.
-τι θέλεις από εμένα;
-να ξαναγίνεις δική μου. Θέλω να ξεχάσεις το νεαρό και να αφοσιωθείς σε εμένα. Δε θα σε δω ποτέ πια με άλλον άνδρα.
Η κάρλα επιτέλους προσπάθησε να τραβηχθεί μακριά του αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν πιο δυνατός από εκείνη και το ήξερε, κάποτε μάλιστα αυτό τη συνάρπαζε.
Ωστόσο αυτό που της πρότεινε δε θα το άντεχε για κανέναν λόγο. Δε θα μπορούσε να μείνει πιστή σε κάποιον άνδρα παραπάνω από λίγους μήνες.
-Αλλιώς τι θα κάνεις;
Είχε μιλήσει χωρίς να το πολυσκεφθεί και τώρα το μετάνιωνε αλλά ο χρόνος δε γύριζε πίσω πια.
-αυτό θα το μάθεις πολύ σύντομα αν αρνηθείς.
Την αγκάλιασε και παίρνοντας το πρόσωπό της στα χέρια του το έστρεψε προς το δικό του.
Η ανάσα της κόπηκε στη στιγμή. Δεν τον είχε εγκαταλείψει επειδή της ήταν αδιάφορος πια αλλά εξαιτίας της φύσης του χαρακτήρα της που δεν της επέτρεπε να κάνει μια μόνιμη σχέση. Δεν της άρεσε η ασφάλεια.
-σκέψου το λίγο, κάρλα. Σκέψου το σκάνδαλο, τις επιπτώσεις που θα έχει στις ζωές σας, στη δουλειά σου…
-δε μπορώ να μείνω μαζί σου για πάντα, το ξέρεις, δε μπορώ…
-γιατί; τόσο πολύ τον ερωτεύθηκες αυτό το νεαρό;
-όχι, δεν είναι αυτό… τα μάτια της βούρκωσαν. Ο φάρεν είναι καλός, με λατρεύει αλλά δε μένω μαζί του γι’αυτό. Ξέρω πως δε θα τολμήσει ποτέ να μου ζητήσει περισσότερα από αυτά που του δίνω. Αυτό με κρατάει κοντά του ως τώρα.
-ναι αλλά ο Φάρεν δε θα σου φερθεί ποτέ όπως εγώ. Δεν έχει τη δική μου οικονομική άνεση, ούτε το δικό μου χαρακτήρα, ούτε τη δική μου εμπειρία σε τόσο σοβαρά θέματα όπως η πολιτική κι ο πόλεμος.
Η κάρλα ήξερε πως εδώ ο Λόρεν είχε δίκιο. Δούλευε για το βασιλιά σαν διπλωμάτης και κάποτε που εκείνος τον είχε χρειασθεί δεν είχε διστάσει να πολεμήσει στο πλευρό του με μεγάλη επιτυχία.
-Το ξέρω αυτό… μα δε μπορώ…
-Ούτε κι εγω μπορώ να σε μοιράζομαι. Καμιά γυναίκα δε με είχε απορρίψει πριν από εσένα, καμιά γυναίκα δεν αγάπησα περισσότερο από εσένα.
Σταμάτησε να μιλάει και πίεσε τα χείλη του πάνω στα κλειστά δικά της.