Τέλος;

Ιουνίου 19, 2013

Αυτό το κείμενο έρχεται σαν συνέχεια του προηγουμένου.
δεν ξέρω που βρίσκω το κουράγιο να γράψω, ίσως συμβαίνει επειδή ένα μέρος του εαυτού μου δε θέλει να πιστέψει αυτό που συμβαίνει και αρνείται πεισματικά να το κάνει.
Πότε καταλαβαίνουμε οτι μια σχέση τελείωσε όταν οι λέξεις δεν έρχονται;
μήπως όταν ο πόνος γίνεται τόσο οξύς ώστε να μην αντέχεται;
Μπα, αυτό δε μπορεί, θα συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονται ευνοικά για διάφορους λόγους.
Ας σκεφθούμε κάτι άλλο… μήπως όταν έχουμε μια τόσο πικρή γεύση μετά από τη λήξη της συνομιλίας που δε μας εγκαταλείπει έπειτα από ώρες;
αυτό είναι νομίζω πιθανό, τι λέτε;
Και το τέλος αλήθεια, τι γεύση έχει;
ας τα πάρουμε από την αρχή, η ίδια η σχέση;
Μμμμ… στην αρχή πολύ γλυκιά θα έλεγα, μετά, όταν το πρώτο συννεφάκι εμφανίζεται προστίθεται στη γλύκα και μια υποψία γαρύφαλου ή κανέλας…
Μετά καθώς ο καιρός περνάει η γλύκα εξασθενεί κάπως παραχωρώντας τη θέση της σε τι… σε κάτι αδιευκρίνιστα όμορφο και οικείο που μένει πάντα μαζί μας.
το τέλος λοιπόν τι γεύση έχει; Μάλλον πικρή μαζί με μια όξινη και μια αλμυρή νότα. πόσο διαφορετική είναι αυτή η γεύση από το φιλί… ένα απίστευτο χάσμα υπάρχει μεταξύ τους…
το φιλί είναι η αρχή, η ελπίδα, το φως, η αισιοδοξία…
Αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που και το ίδιο το φιλί σηματοδοτεί το τέλος της σχέσης οπότε η γεύση του αλλάζει. όλη η ζεστασιά φεύγει δίνοντας τη θέση της στην τρομακτική αίσθηση του πάγου.
τι γεύση να έχει άραγε εκείνο το τελευταίο φιλί; Φαντάζομαι μια άγρια μεταλλική γεύση που ανακατεύει το στομάχι και κάνει το εσωτερικό μας να αναδεύεται.
τι κρατάμε από όλα αυτά;
μάλλον πως οι γεύσεις είναι όλες μαζί παντού και συγχωνεύονται ασταμάτητα. το ποια θα μας τύχει την κάθε στιγμή… άγνωστο.

Advertisements

στιγμ’ες και σχ’εσεις

Ιουνίου 18, 2013

‘εχετε αναρωτηθε’ι ποτ’ε για την εξ’ελιξη ‘ολων των διαπροσωπικ’ων σχ’εσεων; φαντ’αζομαι ναι και μ’αλιστα πολλες φορές. Γρ’αφοντας αυτό το κομμάτι είχα κυρίως στο νου μου τις ερωτικες σχέσεις που είναι πολύ σημαντικές για την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής. Πώς γίνονται ξένοι ξαφνικά δυο άνθρωποι που έχουν μοιραστεί τόσα πράγματα; τόσες στιγμές γεμάτες μυστικούς κώδικες κι έντονες αλληλεπιδράσεις; Πώς γίνεται ξένος για σένα κάποιος που ήταν τα πάντα΄ως λίγο καιρό πριν;
Και τι μένει όταν όλα τα σχέδια πεθαίνουν; μόνο οι αναμνήσεις; Κι αυτές τις φυλάει κάποιος σαν πολύτιμο θησαυρό ή κάνει τα πάντα για να τις αποτινάξει; Και τα σχέδια πού καταλήγουν; χΙλιάδες σχέδια, μικρά και μεγάλα για σημαντικά κι ασήμαντα θέματα που δίνουν τόση χαρα…

ανοιγοντας το κουτι

Φεβρουαρίου 3, 2013

Γεια σε ολους, δηλαδη γεια σε οσους εχουν απομεινει να διαβαζουν το πετραδι και φανταζομαι δε θα ειναι και πολλοι πια. Κι αυτο ειναι λογικο αφου κι εγω η ιδια το ξεχασα μεσα στο κουτι για μηνες και μαλιστα το κουτι γεμισε και σκονη.
Η αληθεια ειναι πως αυτη η εποχη δεν ειναι πολυ καλη για μενα, ο χρονος ειναι πολυ περιορισμενος και οι συνθηκες γενικα δεν ευνοουν το γραψιμο.
θυμαμαι καλα ωστοσο οτι εχω αφησει μισες καποιες ιστοριες. για να ειμαι ειλικρινης ξερω ακριβως τι θελω να γραψω σε καθε ιστορια αλλα δεν εχω ιδεα ποτε θα βρω το χρονο και κυριως τη διαθεση.
Η αρπα της αμαντας κοντευει να ολοκληρωθει, το πρωτο μερος της για να ειμαστε ακριβεις κι ετσι ισως το παρω αποφαση να ασχοληθω μαζι της πιο συντομα απο τις αλλες.
Η σεμιρα παλι εχει πολλα να μας αποκαλυψει και πολλα να μαθει και η ιδια, πολλα που θα τη βαλουν σε μπελαδες και θα αλλαξουν εντελως τη ζωη της.
οσο για την πριγκιπισσα των ροδων… ε αυτη ειναι νομιζω η αγαπημενη μου ιστορια για εναν πολυ προσωπικο λογο κι εδω τα μυστικα θα εξακολουθησουν να διαδεχονται το ενα το αλλο ταχυτατα και με ραγδαιες συνεπειες για ολους, αν βεβαια αποφασισω να ανοιξω ενα καινουριο εγγραφο κειμενου στον υπολογιστη μου.
Τελοσ υπαρχουν σχεδια για μια νεα ιστορια οταν ολοκληρωθει η αρπα της αμαντας η οποια θα ειναι κατι σαν… ψυχολογικο thriller νομιζω.
αλλα σε καποια αλλη αναρτηση θα πω πιο πολλα για αυτη την ιστορια.
για την ωρα σας χαιρετω ολους κι ελπιζω να ειστε καλα και η νεα χρονια να σας εχει βρει γεματους ελπιδα αισιοδοξια και φυσικα δημιουργικοτητα.
δε θα αργησω να επανελθω.
ε

σεμίρα

Ιουνίου 29, 2012

Κεφάλαιο 15ο.
-Και τ’ωρα; Ο βασιλιάς στράφηκε να κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια τη λεπτ’η κοκκινομάλλα γυναίκα που στεκόταν όρθια δίπλα του.
-ακούω, βασιλι’α μου.
-Χρειαζόμαστε έναν νέο αρχιμουσικό, έτσι δεν είναι;
Η κοκκινομάλλα έγνεψε αδιόρατα.
-νομίζω πως ναι.
-Νομίζεις ή χρειαζόμαστε, νέλνα; Ο άνδρας έκανε ένα ακόμη βήμα προς το μέρος της.
Η Νέλνα ήταν υπεύθυνη για οτιδήποτε ήταν σχετικό με τον πολιτισμό και τις τέχνες στο παλάτι. Κανείς δε μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τις γνώσεις της και η ίδια δε βοηθούσε σ’αυτό επειδή ήταν ελάχιστα κοινωνική όταν αυτό της επιτρεπόταν από τις συνθήκες και τα δεδομένα της κάθε μέρας.
-είμαι βέβαιη πως χρειαζόμαστε τον αντικαταστάτη της αρχιμουσικού που… που…
-Της αρχιμουσικού που δολοφονήθηκε, συμπλήρωσε ο βασιλιάς προσπαθώντας να κατευνάσει κάπως τον ίδιο του τον εαυτό. Την εκτιμούσε τη Νέλνα, εκείνη δεν είχε καμιά σχέση με την Κάρλα. Ήταν χαμηλών τόνων κι εξυπηρετική. Έκανε αθόρυβα αυτά που έπρεπε και δεν εμφανιζόταν παρά μόνο αν κάποιος την καλούσε επίσημα.
-Άκουσε, νέλνα. Η βασίλισσα περιμένει το παιδί μου, κι αυτό φτάνει για να οργανώσουμε μια μεγάλη γιορτή. Με καταλαβαίνεις;
-φυσικά, βασιλιά μου, η γυναίκα χαμογέλασε ελαφρά αποκαλύπτοντας ένα μικρό κενό ανάμεσα σε δυο από τα μπροστινά της δόντια.
-Στο τέλος της γιορτής όλοι θα φάνε και θα πιούνε με την ψυχή τους. Αλλά ως τότε… θέλω να γίνουν πολλά άλλα πράγματα. Θέλω ήχο και θέαμα που θα σαγηνεύσει το νου και θα αιχμαλωτίσει την ψυχή όλων των παρισταμένων, θέλω ποιότητα ανάλογη με τούτο το γεγονός που θα γιορτάσουμε.
Η νέλνα κούνησε ζωηρά το κεφάλι της περιμένοντάς τον να συνεχίσει.
-Λοιπόν, η γιορτή θα γίνει σε τρεις εβδομάδες. Φυσικά θα τα αναλάβεις όλα εσύ.
-Φυσικά, όπως πάντα.
-ωραία, γι’αυτό μας χρειάζεται άμεσα ο νέος αρχιμουσικός. Τον θέλω εδώ το συντομότερο δυνατό.
-θέλετε ένα νέο πρόσωπο η η επιλογή μπορεί να…
-θέλω φρεσκάδα κι ενεργητικότητα. Θέλω κάποιον που δεν έχει κουραστεί από τις ίντριγκες αυτου εδώ του παλατιού, κάποιον με βαθιά γνώση του αντικειμένου και γεμάτο όρεξη για δουλειά.
Η γυναίκα κούνησε και πάλι το κεφάλι.
-καταλαβαίνω. Θα ξεκινήσω αμέσως την έρευνα παράλληλα με τη διοργάνωση της γιορτής.
-πΟλύ ωραία, γι’αυτό σε εκτιμάω τόσο, επειδή δε χάνεις ποτέ χρόνο. Θα σε περιμένω εδώ έπειτα από μια εβδομάδα για να ακούσω όσα θα έχεις να μου πεις.
Η Νέλνα υποκλίθηκε ελαφρά κι ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει την αίθουσα όταν η φωνή του τη σταμάτησε.
-για πες μου και κάτι ακόμη, μήπως σου λείπει τίποτα;
Η γυναίκα στράφηκε ξαφνιασμένη. Η φωνή του βασιλιά ακουγόταν τώρα εντελώς διαφορετική, απαλαγμένη από τη σκληρότητα και την εξουσία.
-όχι, βασιλιά μου, έχω όλα όσα επιθυμώ. Το μόνο που χρειάζομαι είναι κάποια νέα έργα σχετικά με το αντικείμενό μου. Αν θα είχατε την καλοσύνη…
-δώσε τις παραγγελίες σου σε κάποιον από τους συμβούλους μου κι εκείνος θα κάνει το καλύτερο δυνατό στο όνομά μου. Δε θα σε απογοητεύσω, αφού κι εσύ δεν πρόκειται να απογοητεύσεις εμένα.
-Ευχαριστώ, βασιλιά μου. Και κάτι ακόμη, χαίρομαι πολύ για το μωρό που έρχεται.
Τα μάτια του άνδρα γέμισαν φως.
-να είσαι καλά, νέλνα, να είσαι καλά.

Το σπιτάκι ήταν μικρό μα πολύ περιποιημένο. Μπροστά είχε έναν κήπο γεμάτο μυρωδιές και χρώματα. Η σεμίρα κοντοστάθηκε να τον χαζέψει για λίγο, ίσως και για να ηρεμήσει και να τακτοπποιήσει τις σκέψεις της. Ακόμη δεν ήταν εντελώς σίγουρη γι’αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει ωστόσο κάτι μέσα της την έσπρωχνε να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε. Θα έπαιρνε αυτό που ήθελε κι ύστερα…
Κανείς δε θα την υποχρέωνε να το χρησιμοποιήσει, κανείς. Η απόφαση θα ήταν αποκλειστικά δική της.
Έφτασε μπροστά στην ξύλινη πόρτα κι άπλωσε το χέρι να αγγίξει το χερούλι με το ζωγραφισμένο ποτήρι. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα ερχόταν εδώ… είχε ακούσει κάποτε τη μητέρα της να μιλάει για την ιδιοκτήτρια του σπιτιού αλλά τότε είχε γελάσει περιφρονητικά. Εκείνη ποτέ δε θα κατέφευγε σε τέτοιες λύσεις.
-Λοιπόν; Γιατί στέκεσαι έξω μόνη; Φοβάσαι πως θα σου συμβεί κάτι κακό αν μπεις εδώ μέσα;
Αναπήδησε αλαφιασμένη. Η πόρτα είχε ανοίξει και στο κατώφλι στεκόταν μια κοπέλα στη δική της ηλικία περίπου.
Η σεμίρα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω με αποτέλεσμα η άλλη κοπέλα να ξεσπάσει σε δυνατά γέλια.
-τι συμβαίνει λοιπόν; Δε με φανταζόσουν έτσι; Αυτό είναι;
-Εεε, όχι ακριβώς. Η σεμίρα προχώρησε μπροστά ξαναβρίσκοντας την ψυχραιμία και τους καλούς της τρόπους.
-έλα τώρα, το ξέρω πως αυτό είναι. Όλες έτσι αντιδρούν την πρώτη φορά που με συναντούν, το έχω συνηθίσει. Έλα μέσα.
Παραμέρισε για να την αφήσει να μπει στο σπίτι κι έκλεισε πίσω της.
Η σεμίρα κοίταξε γύρω της όσο πιο αδιάφορα μπορούσε. Το δωμάτιο ήταν μικρό, γεμάτο ράφια και ντουλάπια. Σε κάποια διέκρινε ένα σωρό βιβλία και βάζα όλων των μεγεθών.
-μα κάθισε λοιπόν, η άλλη γυναίκα της χαμογέλασε εγκάρδια και μόνο τότε πρόσεξε η σεμίρα πόσο όμορφη ήταν. Το πρόσωπό της ήταν στρογκυλό και ρόδινο και στεφανωνόταν από κατάμαυρες μπούκλες όπως ακριβώς μαύρα ήταν και τα μάτια της. Στο λαιμό της ήταν περασμένη μια λεπτή αλυσίδα κι από αυτήν κρεμόταν ένα χρυσό αστέρι με ένα οβάλ πετράδι στο κέντρο.
-σου αρέσει το κόσμημα ε; η κοπέλα το έκλεισε ανάμεσα στη χούφτα της.
-Πολύ, παραδέχτηκε βραχνά η σεμίρα.
-είναι το σύμβολο της ιδιότητάς μου, εξήγησε χαμηλόφωνα η άλλη κοπέλα. Ήταν δώρο της μητέρας μου πριν πεθάνει. Το είχε χαρίσει και σε κείνη η δική της μητέρα…
Τα μάτια της βούρκωσαν στη στιγμή, και η γυναίκα σταμάτησε αμέσως να μιλάει. Σηκώθηκε και την πλησίασε. Στα ρουθούνια της ήρθε ένα υπέροχο άρωμα κανέλλας και τριαντάφυλλου κι ένιωσε αμέσως καλύτερα.
-Ζητάω συγγνώμη, σεμίρα, ο θάνατος έπληξε πρόσφατα το σπίτι σου, φέρθηκα ανόητα, δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω έτσι.
Η σεμίρα μίλησε χωρίς να το καλοσκεφθεί.
-Ώστε ξέρεις ποια είμαι;
-φυσικά. Όλοι ξέρουν την κοπέλα με την αγγελική φωνή και τις ουράνιες μελωδίες. Είναι τιμή μου που ήρθες ως εδώ. Της άπλωσε ευγενικά το χέρι.
-ξέρεις πως εγώ είμαι η σερένα, έτσι δεν είναι;
-Φυσικά. Η Σεμίρα της το έσφιξε ευγενικά. Μου μίλησε για σένα η μητέρα μου κάποτε.
-καταλαβαίνω. Τη θυμάμαι τη μητέρα σου, ήταν καλός άνθρωπος.
Η σεμίρα στέναξε. Η σερένα μίλησε γρήγορα.
-Άκουσε, δε θέλω να σε παιδεύω, νομίζω πως ξέρω τι θέλεις από εμένα.
-Αλήθεια; Μα πώς;
-όλες το ίδιο θέλουν, μα ακόμη κι αν δεν το υποπτευόμουν… Χάιδεψε το αστέρι στο λαιμό της που είχε αρχίσει να ζεσταίνεται. Η πέτρα μου μιλάει όταν κάποιος είναι κοντά.
-μα πώς;
-είναι μυστικό αλλά θα σου πω, αλλάζει η υφή και η θερμοκρασία της.
-δεν το πιστεύω…
-Είναι τέχνη κι αυτή όπως και η δική σου. Της χαμογέλασε πλατιά και πλησίασε ένα ντουλάπι. Λίγες στιγμές αργότερα της έβαζε στο χέρι ένα μεταλλικό βαζάκι.
-ρίξε λίγο στο φαγητό σου απόψε. Θα ξυπνήσεις τη νύχτα με πόνους, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς έκλειναν γύρω από το βαζάκι.
-Ξέρω, μα για πες μου, είναι εντελώς ακίνδυνο για μένα;
-ναι, έχεις το λόγο μου.εσύ δε θα πάθεις απολύτως τίποτα.
Η Σεμίρα την ευχαρίστησε ανακουφισμένη.
-έλα να με δεις ξανά όποτε θέλεις. Θα χαρώ να μου μιλήσεις για σένα. Ίσως έχω να σου πω κάτι όταν ξεμπερδέψεις με αυτή την περιπέτεια. Τα μάτια της άστραψαν πονηρά και χαρούμενα.
-σαν τι;
-Μη βιάζεσαι, περίμενε την πέτρα. Δε θα σε προδώσει ποτέ.
Η κουβέντα της φάνηκε αινιγματική αλλά αποφάσισε να μην πει τίποτα άλλο για ττην ώρα. ΑΝ όλα πήγαιναν καλά ίσως το αποφάσιζε να ξαναέρθει ως εδώ. Κι άλωστε της άρεσε η σερένα, ακόμη κι αν την προβλημάτιζαν κάπως τα λόγια της.
Βγήκε αφήνοντας σε ένα χαμηλό τραπέζι διακριτικά την πληρωμή της άλλης γυναίκας.

σεμίρα

Ιουνίου 28, 2012

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο
-Δουλειά; πΟύ; Η Σεμίρα γέμισε ξανά το πιάτο του Σέλμοντ. Η ίδια είχε σταματήσει να τρώει και είχε προσηλωθεί στα λόγια του.
-σε ένα χάνι, εδώ κοντά. Ο σέλμοντ άρχισε ξανά να τρώει.
-Εσύ δεν έλεγες πως η δουλειά αυτή είναι κακοπληρωμένη;
Ο άνδρας ανασήκωσε τους ώμους και της χαμογέλασε.
-αυτή τη φορά τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Θα δουλέψω σαν μάγειρας.
-Αλήθεια το λες; Τα μάτια της κοπέλας γέμισαν φως.
-ναι, φυσικά. Μίλησα με τον υπεύθυνο. Με προσέλαβαν.
-θα παίρνεις πολλά χρήματα;
-αρκετά για να ζούμε άνετα μαζί.
Ο Σέλμοντ σκούπισε τα χέρια του και σηκώθηκε. Την πλησίασε και την αγκάλιασε από τους ώμους.
-Δε θα σου λείψει τίποτα, αγάπη μου, σου το υποσχέθηκα. Θα παντρευτούμε αμέσως μόλις το θελήσεις εσύ και θα ζήσουμε ευτυχισμένοι.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα κι ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Μέχρι χθες αυτό που της πρότεινε ο σέλμοντ θα σηματοδοτούσε την ευτυχία της αλλά σήμερα…
-Τι συμβαίνει; Ο Σέλμοντ άρχισε να τη χαιδεύει όσο πιο τρυφερά μπορούσε.
-τίποτα, απλά… ξέρεις πως νιώθω.
-το ξέρω, ησύχασε, δε βιαζόμαστε, όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Θέλω μόνο να είσαι χαρούμενη, δεν είσαι;
-Πολύ. Η Σεμίρα μίλησε σιγανά. Εκείνη την ώρα πάλευε με τον εαυτό της. Προσπαθούσε να αποφασίσει αν η στιγμή ήταν η κατάλληλη για να του εκμυστηρευτεί τις υποψίες της. Κάτι την ενοχλούσε αλλά δεν ήταν βέβαιη τι της προκαλούσε αυτή την ενόχληση.
-το ξέρω πως είσαι βαθιά λυπημένηκι ας λες το αντίθετο, συνέχισε ανυποψίαστος ο Σέλμοντ. Δε θα σε πίεζα ποτέ, ήθελα μόνο…
-το ξέρω τι ήθελες. Η φωνή της μαλάκωσε κι άλλο. Αν δεν είχα κι εσένα δεν ξέρω τι θα έκανα. Τον αγκάλιασε αποφασίζοντας να μην του πει τίποτα για την ώρα. Θα ξεκαθάριζε πρώτα αυτό που την παίδευε, θα βεβαιωνόταν κι έπειτα θα ενεργούσε ανάλογα. Έπρεπε πρώτα να μιλήσει με κάποιον, έπειτα όλα θα γίνονταν πιο εύκολα.

Ο Αρντάν έκλεισε το βαρύ τόμο και στήρηξε τα χέρια στο γραφείο. Το κεφάλι του πονούσε πολύ ώρες τώρα. Είχε σηκωθεί πολύ νωρίς, είχε εγκαταλείψει τη Βάλμα παρά τη θέλησή του, κι είχε τρέξει στη βασιλική βιβλιοθήκη. Το μόνο που ήθελε ήταν να αρχίσει αμέσως τη δουλειά. Είχε αποφασίσει να διαβάσει όσο περισσότερες υποθέσεις τον αφορούσαν. Ο προκάτοχός του, ο ράνταν, είχε κάνει πολύ καλή δουλειά στο παρελθόν. Τη θέση του αρχιδικαστή την κατείχε 35 ολόκληρα χρόνια κι ο προηγούμενος βασιλιάς του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Το ίδιο πίστευε ο αρντάν πως θα συνέβαινε και με αυτόν αλλά τώρα διαπίστωνε ξανά πόσο λάθος έκανε.
Όσο διάβαζε καταλάβαινε πως έπρεπε ταυτοχρόνως να αρχίσει και τη σύνταξη των δικών του προτάσεων. Η αλήθεια ήταν πως είχε κάποιες ιδέες και ήξερε πως σιγά σιγά η σκέψη του θα ξεκαθάριζε και θα έγραφε πιο γρήγορα. Έπρεπε ωστόσο να ενεργήσει συγκροτημένα και με φρόνηση.
Σηκώθηκε και πλησίασετην απέναντι πλευρά του τοίχου, έψαχνε τον επόμενο τόμο που φιλοξενούσε τις αποφάσεις μιας ακόμη χρονιάς. σΙγά σιγά κατανοούσε την πολιτική του Ράνταν, αλλά ένιωθε πως είχε κάνει και κάποια λάθη, τα οποία θα μπορούσε να τα καταδείξει ο ίδιος.
Βρήκε τον τόμο και τον κουβάλησε πίσω στο γραφείο του. Θα τον πίστευε άραγε ο βασιλιάς ή αν επιχειρούσε να τον πείσει θα επιδείνωνε τη θέση του; Και η Βάλμα; Τι θα έλεγε για όλα αυτά; Χθες δεν είχε μπορέσει να της μιλήσει αφού ήταν απασχολημένοι ολόκληρη τη μέρα αλλά και τη νύχτα. Μήπως έπρεπε να το κάνει σήμερα;
Άρχισε να γυρνά τις λεπτές σελίδες με άπειρη προσοχή. Τι να έκανε τώρα εκείνη; Θα του είχε θυμώσει που έφυγε χωρίς ένα αντίο; Σϊγουρα θα έβρισκε τον τρόπο να την κατευνάσει αν χρειαζόταν. Την ήθελε με το μέρος του. Ίσως να πανικοβαλόταν όταν άκουγε την αλήθεια από τα χείλη του αλλά ήταν βέβαιος πως η λογική της θα υπερίσχυε τελικά και θα στεκόταν στο πλάι του, πολύτιμη σύμβουλος και συνεργάτης. Ναι, θα της μιλούσε το βράδυ.

-Λείπει ο Λόρεν; Ο βασιλιάς μόρφασε μπερδεμένος κι ανήσυχος. Βρισκόταν ακόμη στην αίθουσα του θρόνου μαζί με το ραλφ κι έναν υψηλόβαθμο στρατιωτικό αξιωματούχο.
-μάλιστα, βασιλιά μου. Το εξακρίβωσα ο ίδιος.
-Πότε;
-νωρίς το πρωί. Δεν είναι πουθενά.
-ψάξατε καλά;
Ο άνδρας έγνεψε συγκαταβατικά προσπαθώντας να κρύψει την ενόχλησή του.
-μάλιστα. Ο Λόρεν είχε υπηρεσία, θέλω να πω…
-Ναι, ήταν σε αποστολή, το γνωρίζω πολύ καλά. Εγώ ο ίδιος ορίζω τα καθήκοντά του, μήπως το ξέχασες;
Ο άνδρας χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος.
-Πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω;
-ήταν χθες στο γάμο;
-Όχι.
-Από πότε έχεις να τον δεις; Εσύ ή οι υπόλοιποι; Ο γραμματέας του;
-Ο ΑΛφ; Μίλησα μαζί του πριν έρθω εδώ. Τον είδε για τελευταία φορά χθες το μεσημέρι.
-πρόσεξε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του;
-είπε πως φαινόταν νευρικός. Κανείς άλλος δεν τον είδε αργότερα.
-Δηλαδή έφυγε, μάλιστα. Πολύ παράξενο.
Ξαφνικά στράφηκε στο ραλφ που άκουγε συλλογισμένος κι αμίλητος.
-θα ήθελες να μοιραστείς τη σκέψη σου μαζί μας; Στοιχηματίζω πως θα μας είναι πολύτιμη.
Ο ραλφ χαμογέλασε ανακουφισμένος. Τον ήξερε καλά αυτόν τον τόνο στη φωνή του βασιλιά και τον αποζητούσε. Ήταν σημάδι αποδοχής και συντροφικότητας.
Έκανε ένα βήμα μπροστά.
-Είναι αλήθεια πως κάτι σκέπτομαι. Γνωρίζω πως ο λόρεν διατηρούσε στο παρελθόν ερωτική σχέση με την Κάρλα.
Ο βασιλιάς συνοφριώθηκε ελαφρά.
-Πότε το ανακάλυψες αυτό;
-φροντίζω να μαθαίνω αυτά που ίσως κάποτε σας φανούν χρήσιμα βασιλιά μου.
-Και πότε χώρισαν;
-πριν λίγο καιρό.
-για ποιο λόγο; Το ξέρεις κι αυτό;
Ο ραλφ μόρφασε. Φυσικά και το ήξερε αλλά τώρα έπρεπε να υπολογίσει πόσα θα αποκάλυπτε στο βασιλιά. Ήξερε πως μια παραπάνω λέξη ήταν ικανή να τον βάλει σε μπελάδες. Ήταν αδύνατο να μαντέψει την αντίδραση του βασιλιά αν μάθαινε την ταυτότητα του τελευταίου εραστή της αρχιμουσικού.
-Ξέρω πως η Κάρλα… πως προτίμησε κάποιον άλλον άνδρα.
-Α, έτσι. πΟιον;
-Αυτό δεν το ξέρω.
-Είσαι σίγουρος; Τα μάτια του βασιλιά τον κοίταξαν διερευνητικά αλλά ο Ραλφ έμεινε εντελώς ατάραχος.
-Απόλυτα. Θα μάθω ωστόσο και θα σας ενημερώσω αμέσως.
-σύμφωνοι, θα περιμένουμε.
Στράφηκε στον αξιωματούχο.
-μπορείς να πηγαίνεις. Δες τους υπόλοιπους διπλωμάτες, κάνε έρευνα, μίλα μαζί τους. Θέλω γρήγορα τα αποτελέσματα. Μπορεί οι δυο περιπτώσεις να μη συνδέονται μεταξύ τους.
Ο αξιωματούχος υποκλίθηκε κι ετοιμάστηκε να φύγει αλλά τότε στην είσοδο της αίθουσας έκανε την εμφάνισή του ο αρχίατρος.
-έλα κοντά μας, τον ενθάρρυνε ο βασιλιάς κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, ολοφάνερο σημάδι εύνοιας.
-πες μας τι ανακάλυψες.
Ο αρχίατρος τους πλησίασε και υποκλίθηκε.
-το είχα υποψιαστεί από νωρίς αλλά ήθελα να εξετάσω πάλι μόνος μου το πτώμα της άτυχης.
-λοιπόν; Τώρα σιγουρεύτηκες;
-ναι. Τώρα μπορώ να σας ανακοινώσω με βεβαιότητα πως η αρχιμουσικός έπεσε θύμα δολοφονίας.
Τρία ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω του.
-κάποιος άνδρας τη στραγκάλισε αφού πρώτα τη βίασε πολλές φορές.
Ο βασιλιάς ανάσανε με θόρυβο.
-ειδοποιήστε αμέσως τον Νταν, τον θέλω εδώ το συντομότερο δυνατό. Δώστε του ο,τι χρειάζεται, κι εξηγήστε του την κατάσταση, ξέρει εκείνος, θα καταλάβει.

Η μαγείρισσα μπήκε στο δωμάτιο του Λόρεν λίγα λεπτά αργότερα που του φάνηκαν αιώνας. Κουβαλούσε ένα δίσκο μέσα στον οποίο υπήρχε ένα παραγεμισμένο πιάτο, μια γαβάθα και μια κούπα κρασί.
Τα ακούμπησε μπροστά του χαμογελώντας κι έχοντας την ίδια λάμψη στα μάτια.
-Ορίστε, ελπίζω να σε εξυπηρέτησα καλά. Φαίνεσαι πεινασμένος.
-και είμαι. Ο Λόρεν σήκωσε το δίσκο κι άρχισε να τον εξετάζει. Το φαγητό μύριζε όμορφα αλλά απείχε πολύ από αυτά που συνήθιζε να τρώει.
-είσαι σίγουρος πως δεν θέλεις παρέα; Έχω μια κοπέλα, τη λένε Μάντια και…
-είμαι απόλυτα σίγουρος, σε ευχαριστώ. Δεν έχω καθόλου χρόνο όπως σου είπα. Κι άκου και κάτι ακόμη…
Την κοίταξε όσο πιο έντονα μπορούσε ελπίζοντας να πετύχει το σκοπό του πριν συνεχίσει.
-δε με είδες εδώ, δε μπορείς να με περιγράψεις σε κανέναν, σύμφωνοι;
Εκείνη έγνεψε χωρίς να μιλήσει.
-Αν μιλήσεις θα το μάθω και τότε θα δεις το σπίτι σου να διαλύεται. Έχωσε το χέρι στην τσέπη και την επόμενη στιγμή εκείνη έπιανε στον αέρα άλλο ένα νόμισμα.
Ο Λόρεν στράφηκε στο δίσκο. Αυτή τη φορά ήταν βέβαιος πως η γυναίκα τον καταλάβαινε απόλυτα.
-στο καλό, μουρμούρισε καθώς έβγαινε. Κανείς δε σε είδε ποτέ εδώ, δεν πέρασες ποτέ αυτήν την πόρτα.
Ο λόρεν άρχισε να τρώει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήξερε πως ήταν λάθος αυτό που έκανε αλλά θα φρόντιζε να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Αν δεν έτρωγε κι αν δεν έπινε δε θα άντεχε για πολύ. Πίστευε πως η γυναίκα δε θα μιλούσε ακόμη κι αν της πρόσφεραν χρήματα. Οι απειλες έπιαναν σε αυτόν τον τόπο. Δε φαινόταν καθόλου κουτή, το ήξερε πως είχε μεγάλη δύναμη. Δε θα μιλούσε παρά μόνο αν τη βασάνιζαν. Θα το έκανε ο βασιλιάς; Μάλλον ναι.
Σηκώθηκε αδειάζοντας την κούπα. Το κρασί ήταν μάλλον ανακατεμένο με μέλι. Σίγουρα κατώτερης ποιότητας. Αλλά τώρα αυτό δεν τον ένοιαζε, ο χρόνος του εκεί μέσα είχε τελειώσει.

σεμίρα

Φεβρουαρίου 23, 2012

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο
Η σεμίρα σηκώθηκε αναστενάζοντας κι έτρεξε ως το μπάνιο. Πέταξε το νυχτικό της κι άρχισε να κοιτάει το σώμα της. Η κοιλιά της ήταν σχεδόν επίπεδη, το στήθος της μικρό και στητό. Ήταν λεπτή με λείο δέρμα κι αναμφίβολα αν το προσπαθούσε και το επεδίωκε πολλοί άνδρες θα ρίσκαραν για να βρεθούν μαζί της. Ωστόσο αυτή η προοπτική δεν την είχε απασχολήσει ποτέ ως σήμερα. Αυτή έναν άνδρα είχε γνωρίσει μονάχα, τον πρώτο και καλύτερο παιδικό της φίλο που δεν ήταν άλλος από το σέλμοντ.
Τον αγαπούσε με μια αγάπη τρυφερή, χωρίς εξάρσεις και σκαμπανεβάσματα. Είχε αποφασίσει πως θα έδενε τη ζωή της μαζί του κάποια στιγμή, πως θα τον παντρευόταν πως θα έκανε παιδιά μαζί του…
Αυτό το τελευταίο αν και το τοποθετούσε στο μέλλον φοβόταν πως δε θα αργούσε να γίνει. Είχε καθυστέρηση λίγων μόλις εβδομάδων κι αυτό από μόνο του δε θα ήταν και τόσο ανησυχητικό αφού τα γεγονότα των τελευταίων ημερών μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιες αλλαγές στον κύκλο της. Γνώριζε πως μια έντονη και μακριά θλίψη ήταν αρκετή για ορισμένες τέτοιες διαταραχές και πως το άγχος δε βοηθούσε την κατάσταση.
Ωστόσο λίγο καιρό τώρα ξυπνούσε με έντονη ζάλη και ναυτία. Το στομάχι της ανακατευόταν πολύ και κάποια φαγητά της προκαλούσαν αηδία. Όλο και πιο πολύ φοβόταν πως το μωρό είχε αρχίσει ήδη το ταξίδι του, όλο και πιο πολύ κυριευόταν από το άγχος. Ήξερε πως ο σέλμοντ θα χαιρόταν πολύ αλλά εκείνη δεν ένιωθε έτοιμη για κάτι τέτοιο. Αν ζούσε η μητέρα της… σκούπισε τα μάτια της και άρχισε να τρίβει το σώμα της προσεκτικά με το σαπούνι. Ήταν μόνη, κανείς εκτός από τον ίδιο της τον εαυτό δε θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Καταλάβαινε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της και πως αν το καθυστερούσε ο σέλμοντ θα καταλάβαινε πως κάτι της συνέβαινε. Ο Σέλμοντ που τη στήριζε κάθε μέρα όλο και πιο πολύ.
Φόρεσε καθαρά ρούχα και μπήκε στην κουζίνα να ετοιμάσει το πρωινό της. Εκείνος έλειπε, έψαχνε για κάποια δουλειά που θα χάριζε και στους δυο καλύτερες μέρες.
Όταν τον άκουσε να μπαίνει ήταν έτοιμη να καθίσει στο τραπέζι. Έπλυνε τα χέρια της και έτρεξε να τον υποδεχθεί.
-Καλημέρα, σεμίρα. Έκλεισε την πόρτα και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Είσαι καλά; Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς;
Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά. Είχε αρχίσει να νιώθει και πάλι προστατευμένη.
-είμαι καλά, σέλμοντ, δε σε περίμενα τόσο νωρίς. Στην πραγματικότητα ετοιμαζόμουν να πάρω το πρωινό μου.
Ο Σέλμοντ άρχισε να περπατάει προς την κουζίνα κρατώντας την πάντα αγκαλιά.
-Τι έχεις φτιάξει, μυρίζει υπέροχα.
-τηγανήτες με μέλι και τριμμένα καρύδια.
-Μμμ… και για εμένα;
-φυσικά.
-υπέροχα, έλα, πάμε, έχω να σου πω νέα.
-Τι νέα;
-μη βιάζεσαι, ας καθίσουμε. Βολεύτηκαν σε δυο καρέκλες ο ένας απέναντι στον άλλον και η σεμίρα άρχισε να γεμίζει τα πιάτα.
Ο Σέλμοντ πήρε μια τηγανήτα και τη δάγκωσε ανέμελα.
-Λοιπόν; Δε μπορώ να περιμένω άλλο, πες μου τουλάχιστον αν τα νέα είναι καλά!
-είναι καλά, καλύτερα δε θα μπορούσαν να είναι. Μα φάε, κι εγώ θα σου τα πω όλα.
Η σεμίρα πήρε μια τηγανήτα και τον περίμενε να συνεχίσει.

Ο Λόρεν περπατούσε ώρες πολλές. Όταν έφυγε από το παλάτι το σκοτάδι ήταν πυκνό αλλά τώρα είχε αρχίσει πια να φέγγει. Περπατούσε με μεγάλα κι ακούραστα βήματα χωρίς να σταματάει για να ξεκουραστεί. Το μόνο που ήθελε ήταν να απομακρυνθεί από το παλάτι. Ήξερε πως κι αυτό δεν ήταν αρκετό, πως τα πόδια του δε θα άντεχαν έτσι για πολύ αλλά θα έκανε υπομονή ώσπου να έβρισκε κάποιο κατάλληλο μέρος για να ξεκουραστεί.
Χωρίς να κόψει το βήμα του έχωσε το δεξί του χέρι στην τσέπη του κι άγγιξε τα νομίσματα που είχε πάρει μαζί του. Δεν ήταν και λίγα. Τα είχε σκορπίσει σε όλα του τα ρούχα για να μην τα χάσει όλα αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτά θα του εξασφάλιζαν όλα όσα χρειαζόταν τις επόμενες μέρες.
Είδε το κακοχτισμένο χάνι αλλά στην αρχή δεν κατάλαβε τι ήταν, τόση ήταν η κούρασή του και τόσο μακριά έτρεχε το μυαλό του. Μόνο όταν έφτασε πολύ κοντά σταμάτησε να περπατάει αρχίζοντας να το παρατηρεί πιο προσεκτικά. Ήταν πετρόχτιστο αλλά κάτι στην όψη δεν του άρεσε. Μεγάλο, γεμάτο παράθυρα.
Σήκωσε τα μάτια. Το φως του ήλιου γινόταν όλο και πιο λαμπρό. Υπολόγισε βιαστικά την απόσταση που τον χώριζε από το παλάτι. Έμεινε ικανοποιημένος. Σϊγουρα θα τους έπαιρνε κάμποσο μέχρι να τον φτάσουν. Από την άλλη εκείνος θα κατέρρεε σύντομα αν δεν έτρωγε κάτι κι αν δεν έπινε.
Αν έδινε ένα ασημένιο νόμισμα θα τον εξυπηρετουσαν πολύ γρήγορα. Αναστέναξε κι έσπρωξε την πόρτα.
Το κτίριο ήταν γεμάτο χωρίσματα και φασαρία. Στα αφτιά του έφταναν φωνές κοριτσίστικες, ανδρικές, ακόμη και παιδικές. Προς στιγμήν έμεινε αναποφάσιστος μην ξέροντας σε ποιο δωμάτιο να μπει αλλά τελικά διάλεξε το πρώτο που ήταν και το πιο μεγάλο.
Αμέσως μόλις πέρασε την πόρτα βρέθηκε ανάμεσα σε μεγάλα στρωμένα τραπέζια τα πιο πολλά από τα οποία ήταν ήδη γεμάτα παρά την ώρα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας έτρωγαν κι έπιναν. Σκέφθηκε πως ίσως δεν είχε κάνει καλά που ήρθε ως εδώ αλλά μετά ησύχασε κάπως. Δεν έβγαινε πολύ συχνά από το παλάτι τα τελευταία χρόνια. Είχε αποσυρθεί μετά τον πόλεμο και περιοριζόταν στη δουλειά του, να συντάσσει και να δέχεται μηνύματα από τις γειτονικές χώρες. Το πιο πιθανό ήταν πως δε θα τον αναγνώριζαν πολλοί. Βγήκε ωστόσο αθόρυβα, δε θα προκαλούσε την τύχη του.
Μια γυναίκα γύρω στα τριαντα τον πλησίασε χαμογελώντας στραβά. Φορούσε ποδιά γύρω από τη μέση της και είχε τα μαλλιά της τυληγμένα σε ένα σκουφάκι, θα ήταν μαγείρισσα σίγουρα.
-καλώσ’τον, είπε γλυκά, θα καθίσεις μαζί μας;
Ο λόρεν το σκέφθηκε για λίγο.
-Θα ήθελα κάτι να φαω και να πιω, αρκεί να μη μείνω εκεί μέσα με όλους αυτούς. Έδειξε την κλειστή πόρτα. Η φασαρία με ενοχλεί.
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι.
-καταλαβαίνω, ένα δωμάτιο για εσένα.
Ο λόρεν της έδωσε ένα ασημένιο νόμισμα προσέχοντας να μην τους δει κανείς. Ευτυχώς όλοι φαίνονταν πολύ απασχολημένοι.
Εκείνη το πήρε και του έγνεψε να την ακολουθήσει.
-Έρχεσαι από μακριά;
-ναι, είπε ψέματα ο λόρεν. Είμαι πολύ κουρασμένος όμως και δεν έχω διάθεση για κουβέντες.
Εκείνη φάνηκε να το καταλαβαίνει γιατί δεν ξαναμίλησε ώσπου του άνοιξε μια πόρτα.
-μείνε εδώ και περίμενε, είπε μόνο και εξαφανίσθηκε.
Ο λόρεν σωριάστηκε στο μαλακό σιδερένιο κρεβάτι. Σίγουρα δε θα μπορούσε να μείνει για πολύ εκεί μέσα.

Η Μπέρντα είχε περάσει τα 60. τα μαλλιά της ήταν λευκά και πολλά από τα δόντια της είχαν αρχίσει να πέφτουν εδώ και χρόνια. Εϊχε έρθει στο παλάτι πάνω από 30 χρόνια πριν για να φροντίζει τα φυτά του βασιλιά. Ζούσε σχεδόν απομονωμένη αφού δεν ήταν καλή στη συναναστροφή με τους ανθρώπους.
Επισκεπτόταν τα διαμερίσματα όσων το επιθυμούσαν τις ώρες που εκείνοι έλειπαν κι έκανε ήσυχα τη δουλειά της. Κι όταν κάποιος ήθελε κάτι, ερχόταν, πλήρωνε και το έπαιρνε χωρίς πολλά λόγια. Η κοπέλα που τώρα στεκόταν μπροστά της ήταν πολύ νέα, γύρω στα 17. την ήξερε, ήταν στην υπηρεσία της αδερφής της βασίλισσας.
-τι χρειάζεσαι; Της μίλησε ξερά, σχεδόν απότομα.
-δηλητήριο.
-για ποιον;
-δε μπορώ να πω.
-για άνθρωπο βέβαια.
Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
-δεν πουλάω, δε σκοτώνω ανθρώπους. η κοπέλα δεν έδειξε να ανησυχεί. Της έδωσε ένα μικρό πορτοφόλι. Η μπέρντα το άνοιξε και μέτρησε δωδεκα χρυσά νομίσματα. Δεν ήταν και λίγα. Το έριξε σε ένα συρτάρι και σηκώθηκε.
-Πόσο ισχυρό;
-Πολύ.
Άρχισε να ανακατεύει τα ράφια ώσπου βρήκε αυτό που έψαχνε.
-πες στην κυρά σου να το προσέχει. εΓώ δε σκοτώνω ανθρώπους. Μια σταγόνα είναι ευεργετική για τα λουλούδια που είχε στο διαμέρισμα για τους καλεσμένους. ΚΙ ακόμη αν ρίξει λίγο από αυτό στα λουλούδια της σύντομα θα μπορεί να φτιάξει ωραία αρώματα.
Η κοπέλα πήρε το μπουκαλάκι χωρις να της δίνει σημασία. Πάντα τα ίδια έλεγε.
-δε με είδες ποτέ, μπέρντα, είπε ενώ κατευθυνόταν προς την πόρτα.
-ούτε εσύ. Εγώ μόνο λουλούδια φροντίζω.
Η κοπέλα βγήκε. Καθώς έτρεχε να απομακρυνθεί άρχισε να αναρωτιέται πόσο πλούσια ήταν η μπέρντα. Τα μπουκαλάκια της είχαν σκοτώσει πολλούς εκεί μέσα. Αυτό έλεγαν όσοι ήξεραν. ΟΙ υπόλοιποι τη θεωρούσαν απλώς κάπως εκκεντρική κι απόμακρη. Ο ίδιος ο βασιλιάς δε φαινόταν να γνωρίζει κάτι για τις δραστηριότητές της. Τάχυνε το βήμα της. Για ποιον να το ήθελε άραγε αυτό η ράνα;

σεμίρα

Οκτώβριος 21, 2011

Κεφάλαιο δωδέκατο
-είναι νεκρή; Ο βασιλιάς άρχισε να πλησιάζει το Ραλφ με τις γροθιές του σφιγμένες.
-Ναι, μάλιστα βασιλιά μου. Ο άνδρας ζάρωσε από το φόβο του. Μπορεί να απολάμβανε τη φιλία του βασιλιά αλλά αυτό δε θα εξοστράκιζε την οργή του.
-Ποιος σου το είπε;
-Ο αρχίατρος. Την εξέτασε πριν λίγο.
Ο βασιλιάς ανασήκωσε μπερδεμένος τα φρύδια.
-τι ακριβώς ξέρεις; Τι σου είπε;
-η κάρλα δεν εμφανίσθηκε χθες στη δεξίωση, κι αυτό έβαλε σε σκέψεις… τους φίλους της. Ο Ραλφ κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα.
-Κατάλαβα, και;
-οΙ φίλοι και οι συνεργάτες της ανησύχησαν και σήμερα το πρωί έσπευσαν στα διαμερίσματά της για να βεβαιωθούν πως ήταν καλά.
-και λοιπόν; Η φωνή του βρόντηξε πάνω στους τοίχους.
-τη βρήκαν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού της. Ήταν παγωμένη και μελανιασμένη.
-Απίστευτο, λοιπόν;
-Κάποιος από αυτούς ειδοποίησε τον αρχίατρο.
-Ποιος από όλους;
Ο Ραλφ έξυσε το πηγούνι του.
-Ο φάρεν, το μικρότερο μέλος της βασιλικής μπάντας.
-ώστε έτσι…
-λοιπόν ο αρχίατρος έτρεξε εκει και την εξέτασε. Είπε πως η Κάρλα έπεσε θύμα δολοφονίας.
Ο βασιλιάς κοπάνησε με δύναμη το πόδι του στο δάπεδο. Όχι πως ξαφνιαζόταν, ήξερε καλά τι ζωή έκανε η Κάρλα αλλά παρόλ’αυτά τη συμπαθούσε και θαύμαζε το ταλέντο και τις γνώσεις της. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έγινε γιατί εκτός από όλα τα’άλλα φανέρωνε πόσο διεφθαρμένο ήταν το παλάτι του.
Τελικά στράφηκε στο Ραλφ που έστεκε αμίλητος περιμένοντας τις εντολές του.
-πες στον αρχίατρο πως τον περιμένω τώρα αμέσως.
Ο ραλφ υποκλίθηκε αμήχανα κι έπειτα εξαφανίσθηκε.

Η βασίλισσα άνοιξε τα μάτια της και χασμουρήθηκε αθόρυβα. Το φάρμακο που της έδωσε η Μέλντα το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει θαύματα. σήμερα αισθανόταν καλύτερα το σώμα της και η διάθεσή της ήταν αισθητά βελτιωμένη. Ανασήκωσε την κουρτίνα του κρεβατιού της και αναζήτησε τη μαθητευόμενη γιατρό. Δεν άργησε να την εντοπίσει. Η μέλντα καθόταν γονατιστή κοντά στο κρεβάτι και διάβαζε.
Φαινόταν απορροφημένη αλλά αμέσως μόλις ένιωσε πάνω της το βλέμμα της βασίλισσας άφησε στην άκρη αυτό που διάβαζε και σηκώθηκε.
-Καλημέρα, βασίλισσά μου. Της χαμογέλασε και παραμέρισε ελαφρά τις κουρτίνες του κρεβατιού. Πώς νιώθετε;
Η μάλφα έτριψε τα μάτια της.
-Πολύ καλύτερα, νομίζω πως χθες μου έδωσες αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν. Κάνεις προόδους νομίζω, Μέλντα. Θα πρέπει να μιλήσω για σένα στον αρχίατρο, σε προσέχει αλήθεια;
-ναι, πολύ, δεν έχω κανένα παράπονο. Με βοηθά κι ελέγχει την πρόοδό μου. Πιστεύω πως όταν έρθει η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας θα είμαι έτοιμη.
-Εγώ είμαι σίγουρη γι’αυτό. Θα διαπρέψεις.
Το χαμόγελο της κοπέλας έγινε πιο πλατύ.
-Να σαςφέρω το πρωινό σας;
Η βασίλισσα έγνεψε καταφατικά, ξαφνικά πεινούσε.
-Τι θα θέλατε να κάνουμε σήμερα;
Η μέλντα πλησίασε την πόρτα.
-εχεις καμιά ιδέα;
Νομίζω πως ναι. Η σύζυγος του αρχιδικαστή επιθυμεί να σας γνωρίσει. Σκέφθηκα να το αναβάλλουμε αλλά αφού νιώθετε καλύτερα…
-δε χρειάζεται, κι άλωστε θέλω κι εγώ να τη γνωρίσω. Θα την περιμένω μετά το πρόγευμα. Αλήθεια, η αδερφή μου πού είναι;
-νομίζω πως δεν έχει ξυπνήσει, θέλετε να την ειδοποίησω;
-όχι, δε χρειάζεται, υποθέτω πως αφού χθες γνώρισε τη Βάλμα θα τη συνοδεύσει ως εδώ η ίδια. Το μόνο που θέλω είναι να με βοηθήσετε να ετοιμαστώ, πες να φέρουν κοσμήματα κι ακριβά φορέματα. Δε θέλω να με κακοχαρακτηρίσει η Βάλμα.
-Μην ανησυχείτε, αυτό δε θα γίνει, είστε πανέμορφη.

-δεν έχω καμιά αμφιβολία, βασιλιά μου, κάποιος τη δολοφόνησε.
Ο αρχίατρος στεκόταν κοντά στο βασιλιά και του μιλούσε ώρα πολλή εκθέτοντάς του τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.
-με ποιο τρόπο;
-τη στραγκάλισε. Η κάρλα πάλεψε αλλά δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Ο άνδρας ήταν δυνατός, πολύ δυνατός.
-είσαι σίγουρος πως πρόκειται για άνδρα;
-Απόλυτα σίγουρος.
-γιατί; Κάποιες γυναίκες εδώ μέσα…
-με όλο το σεβασμο, βασιλιά μου, το ξέρω γιατί πριν τη σκοτώσει τη βίασε πολλές φορές.
Τα μάτια του βασιλιά γούρλωσαν από την έκπληξη. Εντάξει, η Κάρλα ήταν πολύ ζωηρή αλλά αυτό παραπήγαινε.
-κάποιος από τους παλιούς της εραστές;
Ο αρχίατρος συνοφριώθηκε. Υποθέτω πως ναι.
-πΟιος;
-Αυτό δεν το ξέρω.
-Με ποιον κοιμόταν τώρα τελευταία η κάρλα;
-θα φροντίσω να μάθω.
-Κάνε το, σε παρακαλώ, αν και ξέρω πως αυτή δεν είναι δουλειά για εσένα.
-μείνετε ήσυχος. Τι θα κάνουμε με τη νεκρή;
-Θα τη θάψουμε με όλες τις τιμές. Εγώ θα τα αναλάβω όλα. Πες να το φροντίσουν οι αρμόδιοι, σε παρακαλώ και αν μπορείς φώναξε το ραλφ. Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά σου και αμέσως μόλις έχεις κάποιο νέο έλα πάλι να με βρείς, εντάξει;
-μάλιστα, βασιλιά μου.
Ο αρχίατρος βγήκε σκυφτός.

Η ράνα διάλεξε ένα σκουρόχρωμο στενό και μακρύ φορεμα και το πέρασε αναστενάζοντας πάνω από τους ώμους της. Ήξερε πως θα δυσαρεστούσε πιθανότατα τη βασίλισσα με αυτό αλλά πίστευε πως θα την καταλάβαινε. Η ψυχή της ήταν βαριά, δε μπορούσε να το αγνοήσει τέτοιο βάρος. Θα εκτελούσε ωστόσο τα καθήκοντά της και θα της παρουσίαζε τη γυναίκα του εκλεκτού της αλλά θα ήταν διακριτική και σιωπηλή, κλεισμένη στον εαυτό της. Κι έπειτα, όταν η επίσκεψη θα τελείωνε θα βεβαιωνόταν πως η υγεία της αδερφής της ήταν καλή και θα ζητούσε να αποχωρήσει. Κι όταν αυτό συνέβαινε…
Μάζεψε τα μαλλιά της πίσω με μια χρυσή στέκα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το αποτέλεσμα την άφησε αδιάφορη σχεδόν. Δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσει περισσότερο, ήταν ευπρεπής τουλάχιστον, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό.
Πήρε ένα μικροσκοπικό τετράγωνο τσαντάκι κι έριξε μέσα μια ντουζίνα χρυσά νομίσματα ευχόμενη να φτάσουν. Δεν έπρεπε να το παρακάνει γιατί αλλιώς θα την υποψιαζόταν κάποιος. Κι ύστερα βγήκε από τα διαμερίσματά της κι άρχισε να περπατάει αργά αργά μέσα στους τεράστιους διαδρόμους του παλατιού.

-δε μου αρέσει αυτό το φόρεμα. Η Βάλμα τράβηξε με τόση δύναμη το ρούχο από πάνω της που λίγο έλειψε να σχιστεί κι αυτό όπως το πέπλο της και το πέταξε στο πάτωμα.
-μα γιατί; Είναι υπέροχο! Η Σέλμα έσκυψε και το μάζεψε χαιδεύοντάς το με υπέρμετρο θαυμασμό.
Το ρούχο ήταν καταπράσινο, χωρίς κανένα στολίδι.
-Σου το χαρίζω αν το θες, είπε η γυναίκα ενθυμούμενη τον τρόπο που της είχε φερθεί την προηγούμενη μέρα. Θα έβλεπε αν θα το εκτιμούσε.
Η Σέλμα το έσφιξε στο στήθος της.
-ευχαριστώ, κυρία, ευχαριστώ πολύ.
-φέρε μου κάτι άλλο, κάτι μεγαλοπρεπές.
Η κοπέλα έτρεξε προς τον τεράστιο σωρό των ρούχων και διάλεξε ένα άλλο φόρεμα γεμάτο βαριά πετράδια και δαντέλες. Το άπλωσε προτείνοντάς το.
Τα μάτια της άλλης άστραψαν.
-αυτό θέλω, αυτό! Δε μπορούσες να το φέρεις πρώτο;
Η Σέλμα έκανε ένα βήμα πίσω. Το είχε δει από την αρχή το φόρεμα αλλά δεν το είχε προτείνει επειδή φοβόταν πως με την υπερβολική του λάμψη θα ξυπνούσε το φθόνο της βασίλισσας. Μπορεί να ήταν γλυκιά η μάλφα αλλά κάτι τέτοια δεν τα αναιχόταν. Θα ήταν σε θέση να ντυθεί κατάλληλα για την περίσταση; ΑΝ ναι σίγουρα θα φορούσε κάτι καλύτερο από αυτό, μα αν όχι… τότε η οργή της θα ξεσπούσε σε κείνη κι όλα θα ήταν χαμένα πια.
-Ξέρετε, βάλμα… φοβάμαι μήπως είναι υπερβολικά φανταχτερό αυτό.
Η Βάλμα σηκώθηκε και το άρπαξε. Ήταν έξυπνη, δε χρειαζόταν να ακούσει περισσότερα.
-άΚου, Σέλμα, κάνε όπως σου λέω διαφορετικά θα με δεις πολύ θυμωμένη. Εγώ είμαι η πιο όμορφη εδώ μέσα, το κατάλαβες; Εγώ θα είμαι και η πιο φροντισμένη.
-μα η βασίλισσα;
Η Βάλμα φάνηκε να ηρεμεί.
-Η βασίλισσα έχει δική της λάμψη, δεν της χρειάζονται τα στολίδια, με μια της λέξη όλο αυτό το παλάτι παίρνει φωτιά και γίνεται στάχτη. Κι εγώ αυτήν θέλω να την υπηρετήσω όσο καλύτερα μπορώ. Γι’αυτό θα ντυθώ όπως αρμόζει στην περίσταση αυτή. Φέρε μου λοιπόν κοσμήματα.
Η σέλμα έφυγε και η Βάλμα άρχισε να παίρνει κοφτές ανάσες. Είχε παρασυρθεί για μια ακόμη φορά κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. Κόντευε να τα διαλύσει όλα από την πρώτη μέρα. Έκανε κακό στον εαυτό της, κι αυτό ήταν ο,τι χειρότερο μπορούσε να κάνει. Έπρεπε να βάλει μυαλό πολύ σύντομα διαφορετικά…

Η άρπα της Αμάντας

Οκτώβριος 14, 2011

Ο μπάρτον επέστρεψε στα διαμερίσματα που του είχαν παραχωρηθεί κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τα είχε καταφέρει καλά ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να σκέφτεται όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Κι ενώ σκεφτόταν την αποστολή που του είχαν αναθέσει και την επικείμενη συνάντηση με την αΜάντα τα μάτια του άρχισαν να περιπλανιούνται στους ατέλειωτους κήπους του παλατιού. Του άρεσε το θέαμα που σε λίγο απέσπασε την προσοχή του από το λόγο του ερχομού του εκεί. Οι κήποι απλώνονταν ως εκεί όπου έφτανε το μάτι του και η επιθυμία να τους επισκεφθεί ξύπνησε μέσα του. Έτσι σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο ενώ αναρρωτιόταν γιατί δεν του είχαν βάλει φρουρά έξω από την πόρτα. Ίσως απλά να το είχαν αμελήσει, δεν είχαν γίνει και λίγα στο παλάτι…
Έφτασε στους κήπους κι άρχισε να εισπνέει άπληστα σχεδόν τον βαρυφορτωμένο με αρώματα αέρα. Φρούτα και λουλούδια σε διάφορα σχήματα και χρώματα που πολλά τα έβλεπε για πρώτη φορά τράβηξαν αμέσως την προσοχή του. Έσκυψε κι άγγιξε απαλά έναν στρογγυλό καρπό που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Αναρωτήθηκε αν όλα αυτά φύτρωναν και στο νότο και η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει. Στην πατρίδα του δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιους όμορφους περιπάτους. Δεν ήταν σίγουρος τι έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου του στο παλάτι. Προσπάθησε να θυμηθεί αλλά μάταια. Εκεί περνούσε όλη τη μέρα κλεισμένος στην αίθουσα συσκέψεων. Κοιμόταν ελάχιστα και διασκέδαζε ακόμη λιγότερο.
Κι έτσι όπως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του δεν πήρε είδηση προς τα πού πήγαινε παρά μόνο αφού έφτασε κάτω από τα παράθυρα της αΜάντας. Τρόμαξε και στάθηκε στη θέση του προσπαθώντας να σκεφθεί ποια θα ήταν η καλύτερη κίνηση για κείνον.
Η αμάντα ξύπνησε μισή ώρα αργότερα. Ένιωθε ξεκούραστη κι ανανεωμένη, δε χρειαζόταν πιο πολύ ύπνο. Έτσι, πέταξε τα σκεπάσματα κι έτρεξε στο παράθυρο. Το άνοιξε κι ο χώρος γέμισε από τη γλυκιά ευωδιά των φρούτων.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι άρχισε να ντύνεται και πάλι με το επίσημο της φόρεμα. Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα δεν είχε καλέσει κοντά της τη Ραλτίνα. Ήθελε να την αφήσει να ασχοληθεί με τις δουλειές της για να είναι ελεύθερη το βράδυ. Καθώς άλειφε το σώμα της με ένα αρωματικό λάδι αναρωτιόταν πόσα θα της αποκάλυπτε η Ρέντα κι αν τα χρήματα που είχε δώσει θα έφερναν κάποιο αποτέλεσμα. Έπειτα πήρε τη χρυσή της χτένα και κάθισε και πάλι κοντά στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στα λουλούδια που την περιτριγύριζαν.
Ο Μπάρτον πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω όταν είδε το παράθυρο να ανοίγει. Η ανάσα του κόπηκε όταν είδε ένα πανέμορφο πρόσωπο να του χαμογελάει. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί ευχόμενος το πρόσωπο αυτό να ανήκε σε κάποια από τις κυρίες που ζούσαν στο παλάτι και πλαισίωναν την ΑΜάντα. Όμως βαθιά μέσα του το ένιωθε πως αυτή που έβλεπε ήταν η ίδια η πριγκίπισσα.Την είχε δει μόνο μια φορά, λίγο μετά το θάνατο του βασιλιά αλλά τότε βρισκόταν σε σύγχιση ενώ τώρα βρισκόταν ακόμη αρκετά μακριά από εκείνη.

Η αμάντα τον είδε πρώτη. Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του αρχίζοντας να τον εξετάζει. Σύντομα κατάλαβε πως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ παρά μόνο μια φορά στο παρελθόν.Άρχισε να αναρωτιέται για την ταυτότητα και το επάγγελμά του όταν της ήρθε άξαφνα μια σκέψη. Ο άνθρωποςαυτός δεν ήταν πολεμιστής. Αν ήταν θα το καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή αφού τους είχε συνηθίσει από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Τεντώθηκε στη θέση της κοιτώντας τον πιο προσεκτικά. Ναι, του έλειπε το σπαθί.
Ο Μπάρτον πιο πολύ ένιωσε παρά είδε το βλέμμα της πάνω του. Κι όλη του η θέληση σχεδόν παρέλυσε καθώς τα μάτια του μαγνητήστηκαν από τα δικά της. Ναι, αυτή ήταν, η μέλλουσα βασίλισσα. Είχε καθυστερήσει υπερβολικά να το παραδεχθεί. Έκανε τα τελευταία βήματα για να βρεθεί ακριβώς κάτω από το παράθυρο της.
Η Αμάντα άπλωσε το χέρι της για να τον χαιρετίσει κι εκείνος ανταπέδωσε δειλά το χαιρετισμό της.
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί και οι δυο αλλά όταν τελικά άνοιξε ο μπάρτον το στόμα του η ραλτίνα τους πρόλαβε.
Μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας αιφνηδιάζοντας την ΑΜάντα που έκλεισε το παράθυρο κατατρομαγμένη.
-πότε ξύπνησες;
-πριν λίγο. Θέλησα να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τους κήπους μας. Δεν είναι υπέροχοι;
-είναι. Θα πάμε αύριο μια βόλτα αν βρεις λίγο ελεύθερο χρόνο.
-ναι, θα το κανονίσω. Τι ήθελες; Να με ξυπνήσεις;
-Ναι, και αυτό. Ήθελα να σου πω πως είναι όλα έτοιμα για το βραδυ. Θα φύγουμε όταν χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Η ΑΜάντα ανατρίχιασε.
-δεν πιστεύω να φοβάσαι;
-όχι, ύψωσε τη φωννή της που είχε γίνει σαν ψίθυρος. Δε φοβάμαι, νιώθω πως κάτι καλό θα γίνει απόψε.
-Μακαρι, αυτό θέλω κι εγώ. Τι θα κάνεις τώρα;
-θα μιλήσω με τον αρχιερέα κι ύστερα ίσως επισκεφθώ τον Κραντ για λίγο.
-εντάξει, αν με χρειαστείς κάτι ειδοποιησε με. Στράφηκε κατά την πόρτα αλλά ξαναγύρισε σε λίγο.
-Ξέρεις όταν έβγαινα από εδώ το μεσημέρι συνάντησα κάποιον που επιθυμούσε να κανονίσω μια συνάντηση μαζί σου.
Ποιος ήταν; Τον ξέρω;
-μάλλον ναι, τον λένε μπάρτον.Η Αμάντα έσφιξε τα χείλη νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά. Δεν έπρεπε να φανερώσει τίποτα στη ραλτίνα.
-δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Μα για στάσου… Τότε που μίλησα με τους φρουρούς για τον πατέρα μου… Άρχισε να τρίβει το μέτωπό της περιμένοντας τη Ραλτίνα.
-έρχεται από το νότο.
αΛήθεια;
-Ναι, έτσι μου είπε.
-Και; Τι θέλει;
-θα μιλούσε με το βασιλιά μας. Η Αμάντα χλωμιασε αλλά κατόρθωσε να επιβληθεί στον εαυτό της. αυτός ήταν, καμιά σχέση δεν είχε με τους στρατιώτες μαζί με τους οπιούς την είχε συναντήσει. Κάτι συνέβαινε εδώ.
-είναι διπλωμάτης;
-μάλλον, πάντως δε δείχνει για πολεμιστής. Λοιπόν; Τι να του πω; Θα τον δεχθείς;
-ναι, αύριο για μεσημεριανό φαγητό. Η ραλτίνα έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά η ΑΜάντα δεν την άφησε.
-το ξέρω πως δε συνηθίζεται αλλά εγώ φτιάχνω τους νόμους. Θα πας και θα τονπροσκαλέσεις.
-εντάξει, μην ταράζεσαι, έτσι θα γίνει. Τη χαιρέτισε και βγήκε με την κατάπληξη ζωγραφισμένη στα μάτια.
Ο μπάρτον καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί έκανε μεταβολή κι άρχισε να επιστρέφει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στα διαμερίσματά του. Μόνο όταν έκλεισε καλά πίσω του την πόρτα και κάθισε να ηρεμήσει συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Άρχισε να μαλώνει σιωπηρά τον εαυτό του για τον αυθορμητισμό και την απερισκεψία του. Σε τι είδους μπελάδες πήγαινε να μπλέξει; Ξαφνικά ο λόγος του ερχομού του εκεί τον καθήλωσε με τη σοβαρότητά του. Η σημασία του μηνύματος που μετέφερε του έκοψε την ανάσα. Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε στη ντουλάπα. Άρχισε να πετάει έξω τα ρούχα του ψάχνοντας το μήνυμα. Δεν άργησε να το βρει.
Ανακούφιση τον πλημμύρισε. Μα τι τον είχε πιάσει; Το έσφιξε πάνω του κι ύστερα άρχισε να ελέγχει μια μια τις σφραγίδες για να βεβαιωθεί πως καμιά δεν είχε σπάσει. Όταν βεβαιώθηκε και γι’αυτό το έκρυψε στη ζώνη του και τακτοποίησε ξανά τα υπόλοιπα ρούχα του μέσα στη ντουλάπα. Αν ο βασιλιάς του μάθαινε τι είχε κάνει θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. Κανένας άλλος εκτός από την αΜάντα δεν επιτρεπόταν να το διαβάσει.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας στο νου του τη συζήτηση με την προσωπική της υπηρέτρια. Ευχόταν να κανονίσει τη συνάντηση όσο πιο σύντομα μπορούσε. Να ήξερε άραγε την ταυτοτητά του η πριγκίπισσα;
Κι αν όχι; Να τον θυμόταν από τη μια και μοναδική τους συνάντηση; Τότε το βλέμμα της ήταν φουρτουνιασμένο και παρακολουθούσε σχεδόν μόνο τον κεμ. Είχε καταλάβει άραγε κάτι από αυτά που της έκρυβε;Γιατί τον είχε χαιρετίσει; Να ήταν η ραλτίνα που τους είχε διακόψει; Θα ήταν σύμμαχος ή εχθρός;

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 6, 2011

17.
Η Μέριλιν γύρισε στο σπίτι της μια ώρα αργότερα. Ήταν φορτωμένη με ένα σωρό σακούλες, χάρτινες και πλαστικές. Αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι άρχισε να φωνάζει στη φίλη της να έρθει να τη βοηθήσει. Εκείνη κατέφθασε λίγες στιγμές αργότερα. Ήταν χαμογελαστή και τα μάτια της άστραφταν χαρούμενα. Με βιαστικές κινήσεις άρχισε να μεταφέρει τις σακούλες στην κουζίνα κι ενώ τις άδειαζε άρχισε να φλυαρεί.
-Νόμιζα πως θα αργούσες να επιστρέψεις, δεν πρόλαβα να κάνω και πολλά όσο έλειπες. Η μέριλιν ανασήκωσε τους ώμους κι έβγαλε το περιεχόμενο από μια χάρτινη σακούλα.
-Κρύωνα λίγο κι έπειτα… βιαζόμουν να γυρίσω, να δω το μωρό και να μαγειρέψουμε. Η ανζελίν γέλασε δυνατά και στράφηκε να την κοιτάξει. Η μέριλιν είχε σταματήσει να ασχολείται με τα ψώνια και γέμιζε ένα ποτήρι με νερό. Η Ανζελίν την παρακολουθούσε να πίνει άπληστα ενώ σκεφτόταν γρήγορα.
-είσαι εντάξει;
Η μέριλιν ακούμπησε το ποτήρι στο νεροχύτη κι ανασήκωσε ξανά τους ώμους, με μια κίνηση κάπως υπερβολική.
-μα ναι, γιατί ρωτάς;
-Νομίζω πως δείχνεις κάπως… ταραγμένη.
-η αλήθεια είναι πως… καθάρισε το λαιμό της πριν συνεχίσει, είχα μια παράξενη αίσθηση βγαίνοντας από εδώ σήμερα.
-δηλαδή; Η ανζελίν άνοιξε το ψυγείο με απόλυτη φυσικότητα κι άρχισε να το γεμίζει με τα τρόφιμα.
-να… δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω… σαν να ένιωθα πάνω μου καρφωμένα τα μάτια κάποιου.
-Μα τι λες; Σε παρακολουθούσε κάποιος;
-κοίταξα αλλά δεν είδα κανέναν. Μη δίνεις σημασία, καμιά φορά σκέφτομαιδιάφορα.
-φταίνε τα βιβλία που διαβάζεις…
-δεν είναι έτσι και το ξέρεις καλά… διαβάζω αυτά που μου δίνεις τον τελευταίο καιρό. Λοιπόν, πάω να δω το μωρό μου κι έρχομαι να μαγειρέψουμε, σε εμπιστεύομαι, φτιάξε το μενού όσο θα λείπω εντάξει;
Βγήκε από την κουζίνα προσπαθώντας να διώξει από πάνω της το βάρος εκείνων των ματιών. Η ανζελίν έμεινε για λίγο αμίλητη να την κοιτά. Ήξερε πόσο έξυπνη ήταν κι ακόμη γνώριζε την ευαισθησία της γύρω από κάποια πράγματα. Για κείνη η μέριλιν διέθετε αυτό που αποκαλούσαν έκτη αίσθηση. Αν είχε νιώσει κάτι τέτοιο σίγουρα κάτι θα είχε συμβεί. Ξαφνικά μια σκέψη ήρθε να την ταράξει, να είχε επιστρέψει άραγε ο πατέρας του παιδιού;
Η Σολ άφησε με προσοχή το φλιτζάνι μέσα στο πιατάκι του. Δίπλα της ο σύζυγός της την κοιτούσε με μάτια γεμάτα αγάπη. Είχαν επιστρέψει από την εκκλησία λίγο πριν κι είχε σπεύσει να της ετοιμάσει ένα καταπραυντικό ρόφημα που τους είχε συστήσει κάποιος γιατρός λίγο καιρό πριν. Ήταν πολύ αποτελεσματικό αφού έδιωχνε την ένταση από πάνω της γρήγορα και για πολλές ώρες ήταν σχεδόν φυσιολογική. Τότε, εκείνες τις ώρες ήταν πολύ ευτυχισμένος κοντά της και ξαναθυμόταν τους λόγους για τους οποίους την είχε αγαπήσει. Ήταν τόσο γλυκιά, τόσο εύθραυστη και όμορφη, τόσο ήρεμη…
Τι σκέφτεσαι; Η φωνή της τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ακόμη κάπως σκληρή αλλά σύντομα θα γινόταν γαλήνια, όπως παλιά.
Κάθισε δίπλα της στον καναπέ και τύληξε τρυφερά το χέρι του γύρω από τους λεπτούς της ώμους.
-Πόσο πολύ σε αγαπάω.
-αλήθεια; Η Σολ ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.
-μα ναι, δεν το πιστεύεις;
-φυσικά και το πιστεύω. Απλά…
-Τι;
Τα μάτια της βούρκωσαν ξαφνικά.
-τώρα τελευταία δεν είμαι καλά, το ξέρω πως φέρομαι παράξενα, ξεσπάω σε εσένα χωρίς λόγο, όλα μου φταίνε…
Άρχισε να χαιδεύει τα μαλλιά της με σίγουρες κινήσεις, ήξερε πόσο της άρεσε αυτό και σύντομα τα δάκρυα που λίγο πριν απειλούσαν να ξεχυθούν χάθηκαν από τα μάτια της.
-το ξέρω πως περνάς δύσκολες μέρες αλλά δεν είναι τίποτα. Θα το ξεχάσουμε όταν γίνεις καλά.
-Αλήθεια, τι έχω;
Το χέρι του σταμάτησε για μια στιγμή αλλά το κατάλαβε έγκαιρα ώστε να μην την ανησυχήσει περισσότερο. Διάλεξε τις λέξεις μια μια με προσοχή.
-τίποτα σοβαρό, τα νεύρα σου έχουν κλονισθεί, εξαιτίας των άσχημων γεγονότων που συνέβησαν στην οικογένειά σου.
Η Σολ ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει.
-Λες για το θάνατο της μαμάς;
-ναι κι ακόμα… ξέρεις τι θέλω να πω.
-Ξέρω, για το παιδί που χάσαμε.
-ναι. Η φωνή του έγινε πιο τραχιά. πΟτέ δε γκρίνιαζε γι’αυτό αλλά το ήξεραν καλά πως αυτό τον είχε στενοχωρήσει πολύ. Η Σολ ήταν πολύ μικροκαμωμένη κι ακόμη κάποιο πρόβλημα στη μήτρα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. οΙ γιατροί τους είχαν προειδοποιήσει να κάνουν υπομονή εξηγώντας πως ίσως περνούσαν χρόνια πριν τα καταφέρουν, αν τα κατάφερναν δηλαδή.
Εκείνη για πολύ καιρό τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, εκείνος απέφευγε να της μιλάει γι’αυτό. Ώσπου λίγο αργότερα κατάλαβε πως ήταν πολύ αδύναμη και πως έπρεπε να βρει το θάρρος να τη στηρήξει, να βρει τη δύναμη να πάνε παρακάτω. Και τα κατάφεραν ως εκείνη τη μέρα που η μαμά της πέθανε εντελώς ξαφνικά. Τότε τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα. Η Σολ έγινε ευερέθιστη και τις πιο πολλές νύχτες δεν κοιμόταν.
-θα κάνουμε άλλο παιδί, έτσι δεν είναι; Η φωνή της έτρεμε όπως και το χέρι της καθώς αναζητούσε το δικό του.
Την έσφιξε πάνω του με δύναμη πριν απαντήσει.
-βέβαια, θα κάνουμε, αρκεί να μη σε αγχώνει αυτό. Δε βιαζόμαστε, είμαστε και οι δυο πολύ νέοι. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε…
-Μην το λες αυτό, θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί γι’αυτό.
-το ξέρω αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρουμε εγώ θα σε αγαπάω πάντα το ίδιο και θα είμαι πολύ ευτυχισμένος που σε παντρεύτηκα. Αλλά όταν νιώσεις καλύτερα, θα αποκτήσουμε ένα δικό μας παιδί και η οικογένειά μας θα μεγαλώσει. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να ηρεμήσεις και να δυναμώσεις. Θα μου υποσχεθείς πως θα προσπαθήσεις;
-ναι, η Σολ χαμογέλασε και τον αγκάλιασε κι εκείνη.
Έμειναν αμίλητοι για λίγο αλλά τελικά εκείνη έσπασε ξανά τη σιωπή.
-πώς σου φάνηκε ο αντικαταστάτης του τόνιο;
-Χμμμ… κάπως παράξενος δε μου μοιάζει και τόσο με ιερέα.
-αλήθεια;
-ναι, εσύ πώς τον βρίσκεις;
-γοητευτικό. Ξέσπασε σε γέλια καθώς είδε την έκφρασή του να αλλάζει.
-δε μπορεί να το πιστεύεις αυτό στ’αλήθεια;
-Κοίτα… έχει κάποια γοητεία, αλλά κανείς δεν είναι πιο γοητευτικός από εσένα.
-πάλι καλά που το είπες αυτό, είχα αρχίσει να τον ζηλεύω.
-δεν έχεις λόγο, άλωστε δεν τον πρόσεξα και πολύ. Δεν ήμουν πολύ καλά, αλλά θα σου πω τη γνώμη μου όταν τον δω ξανά.
-Θα πας στην εκκλησία; Πότε;
-αύριο μάλλον, σε πειράζει;
-όχι, κάνε αυτό που σε ευχαριστεί, το μόνο που θέλω είναι να σε βλέπω χαρούμενη. Έσκυψε για να αγγίξει με τα χείλη του τα δικά της.

σεμίρα

Οκτώβριος 2, 2011

Κεφάλαιο ενδέκατο
Η Βάλμα στράφηκε προς το μέρος του άνδρα της.
Το μόνο που κάλυπτε τη γύμνια της ήταν ένα λεπτότατο αραχνούφαντο πέπλο διανθισμένο με πολύχρωμες χάντρες. Ήταν το παραδοσιακό ένδυμα αυτού του βασιλείου για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Τα μάτια της καρφώνονταν μέσα στα δικά του σαν να ήθελαν να τα σκλαβώσουν, να τα κυριεύσουν για πάντα. τΗν κοίταζε κι εκείνος ανήμπορος να αρθρώσει λέξη. Η ομορφιά της αποκοίμιζε τη λογική και ξυπνούσε το κορμί του συνταράζοντάς το πολύ βαθιά. Αυτή δε θα ήταν βέβαια η πρώτη φορά που θα έκανε έρωτα μαζί της αλλά καταλάβαινε πως όλα από εδώ και στο εξής θα ήταν διαφορετικά, πιο έντονα και ίσως και πιο άγρια. Μα αυτό δεν τον δυσαρεστούσε καθόλου. Το είχε αποδεχθεί πως όλη του η ζωή θα άλλαζε από εκείνη την ώρα που άκουσε την προσταγή του βασιλιά. Έπρεπε λοιπόν να την απολαύσει όσο περισσότερο του επιτρεπόταν και παράλληλα να κάνει ο,τι μπορεί για να τη σώσει.
-δε σου αρέσω; Η Βάλμα ήρθε πιο κοντά του ανεμίζοντας επιδεικτικά τα μακριά της μαλλιά. Ένα βαρύ άρωμα τριαντάφυλλου γέμισε την ατμόσφαιρα κι ο Αρντάν ένιωσε να ξυπνάει στη στιγμή.
Την άρπαξε με βία σχεδόν κολλώντας τη πάνω του με αποτέλεσμα το πέπλο να σχιστεί στα δυο. Λεπτές λουρίδες υφάσματος έμειναν στα δάκτυλά του αλλά εκείνος δεν έδειχνε να τις αντιλαμβάνεται. Η βάλμα ωστόσο το πρόσεξε και αναρίγησε. Ήξερε αυτό που έλεγαν, πως δηλαδή αν συνέβαινε κάτι τέτοιο κάποιος από τους δυο θα πέθαινε προτού περάσει πολύς καιρός. Μα αυτό αντί για αναστάτωση της προκάλεσε μια έντονη ερωτική διέγερση.
Έτσι ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό στο αγκάλιασμα του άνδρα της.
-Φυσικά και μου αρέσεις, είπε εκείνος κολλώντας και τα χείλη του στα δικά της. Πάρα πολύ, πώς μπορείς και το ρωτάς; Είσαι δική μου, επιτέλους, έγινες δική μου.
Την έσφιξε ακόμη περισσότερο σε σημείο που της προξένησε έναν ελαφρύ πόνο, αλλά δεν του έδωσε καμιά σημασία. Θα έβλεπε πως θα ξυπνούσε αύριο, κι αν της άφηνε κάποιο σημάδι θα του φερόταν ανάλογα. Για την ώρα υπήρχαν άλλα πιο σημαντικά πράγματα που την περίμεναν.

Ο Λόρεν κατέβηκε από τον καναπέ προσπαθώντας να γλιστρήσει κάτω από το σώμα της νεκρής γυναίκας. Της είχε κάνει έρωτα πολλές φορές με έναν τρόπο γλυκό στην αρχή αν και δεν το σκόπευε. Ωστόσο όσο περνούσε η ώρα ο θυμός του φούντωνε όλο και περισσότερο ώσπου στο τέλος τον κυρίευσε ολοκληρωτικά. Η κάρλα δεν είχε πάψει να διαμαρτύρεται με αποτέλεσμα να της κλείσει το στόμα με κάτι πρόχειρο. Κι αυτό του άρεσε ακόμη πιο πολύ, η εξουσία που φαινόταν να ασκεί πάνω της, τα πνιχτά βογκητά της, η κοφτή της αναπνοή… όλα τον ερέθιζαν κι έτσι κατέληξε να περάσει μαζί της περισσότερες ώρες από όσες υπολόγιζε. Μια δυο φορές η πόρτα της χτύπησε, κάποιος προφανώς την αναζητούσε αλλά εκείνος δεν ανησύχησε καθόλου. Ολοι ήξεραν τις συνήθειες της αρχιμουσικού, δε θα τους ξάφνιαζε η απουσία της.
Μα όχι, για στάσου, αυτό ήταν ψέμα. Η κάρλα ήταν συνεπής, δε θα μπορούσε να λείψει από αυτό το γεγονός…
Τη σκέψη αυτή την έκανε τώρα, καθώς ντυνόταν. Συνειδητοποίησε πως μέσα στο πάθος του είχε κάνει λάθη που θα μπορούσαν να του έχουν κοστίσει ακριβά. Θα έπρεπε να φύγει από εδώ, και μάλιστα πολύ γρήγορα αφού και η δική του απουσία δε θα περνούσε απαρατήρητη. Το σχέδιό του είχε ανατραπεί. Εκείνος λογάριαζε να τελειώνει γρήγορα μαζί της, αυτό υπολόγιζε όταν ερχόταν εδώ, ήθελε να τη σκοτώσει και μετά να πάει να συναντήσει τους υπόλοιπους και να περάσει όμορφα αλλά αυτή η καταραμένη γυναίκα τον είχε τρελάνει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσε ξανά. Όμως κι εκείνος της είχε φερθεί όπως της άξιζε. Την είχε πνίξει την τελευταία φορά. Εκείνη πάλεψε όσο μπορούσε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ντυμένος πια έριξε μια ματιά στο χώρο προσπαθώντας να υπολογίσει σε πόσες ώρες θα τον ανακάλυπταν. Η οργή του βασιλιά ήταν παραπάνω από βέβαιη, η τιμωρία σκληρή, δεν έπρεπε να χάνει άλλο χρόνο. Θα εξαφανιζόταν για πάντα, θα άφηνε το σκοτάδι να τον καταπιεί. Θα γινόταν ένα με τον άνεμο.
Ξαφνικά χαμογέλασε. Όταν εκείνοι θα ανακάλυπταν την ταυτότητά του, αυτός, ο λόρεν, θα ήταν πια πολύ μακριά.
Άνοιξε την πόρτα αποφασιστικά. Κανένας φρουρός δε στεκόταν απ’έξω. Το πιθανότερο ήταν πως όλοι θα κοιμόνταν αγκαλιά με τις γυναίκες του παλατιού που δεν ήταν και λίγες! Κι αυτό τον βόλευε. Έκλεισε πίσω του την πόρτα κι άρχισε νατρέχει.

Η βάλμα άνοιξε τα μάτια της αργά αργά και τεντώθηκε. Από τα χείλη της ξέφυγε ένα ελαφρύ βογκητό. Όλο της το σώμα ήταν πιασμένο. Ο Αρντάν το είχε παρακάνει, θα μιλούσε μαζί του γι’αυτό αργότερα. αΛήθεια πού ήταν; άΠλωσε το χέρι της να τον αναζητήσει αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο.
Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της προσπαθώντας να ξυπνήσειεντελώς. Μεμιάς ο νους της καθάρισε, είχε δουλειά να κάνει. Θα επισκεπτόταν τη βασίλισσα εκείνο το πρωινό, θα τη γνώριζε και θα διαλυόταν και το μυστήριο της απουσίας της από το γάμο και τη δεξίωση.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι συμπαρασύροντας μαζί και τα σκεπάσματα. Είχε το χρόνο να ετοιμαστεί; Άρχισε να φωνάζει τις υπηρέτριες ξεχνώντας πως ήταν εντελώς γυμνή.
Αργότερα θα έψαχνε και τον Αρντάν, θα είχε κι εκείνος σίγουρα πολλές δουλειές να κάνει.
Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε η κοπέλα που είχε πληγώσει την προηγούμενη μέρα.
-καλημέρα, μουρμούρισε σαστισμένη από αυτό που έβλεπε.
-Τι με κοιτάς έτσι; Η βάλμα τυλήχτηκε με ένα λουλουδάτο σεντόνι και ξανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Πότε έφυγεο άνδρας μου;
-πριν λίγο, κυρία, ζήτησε να μη σας ενοχλήσουμε.
Η βάλμα έγνεψε αδιόρατα.
-πες να μου ετοιμάσουν το αφρόλουτρο κι ένα καλό πρωινό και μετά φώναξε την υπεύθυνη για τα ρούχα μου, με περιμένει η βασίλισσα. Βιάσου.
Η κοπέλα έγνεψε ξανά και βγήκε.

Ο βασιλιάς μπήκε στην αίθουσα του θρόνου νωρίτερα από τη συνηθισμένη του ώρα. Αν και είχε αργήσει να κοιμηθεί ένιωθε φρέσκος και ξεκούραστος. Ήθελε να στρωθεί αμέσως στη δουλειά αφού υπήρχαν υποθέσεις που δε μπορούσαν να περιμένουν. Ήταν αλήθεια πως αυτό που είχε ζητήσει από τον Αρντάν το είχε κάνει κυρίως για να τον δοκιμάσει και για να του περιορίσει λίγο την έπαρση αλλά σε περίπτωση που πετύχαινε το βήμα θα ήταν καθοριστικό για τη χώρα του. Μα αν άρχιζε η εξυγείανση τότε έπρεπε να ακολουθήσουν κι όλοι οι κλάδοι.
-καλημέρα, βασιλιά μου, Ο ραλφ στεκόταν κοντά του γεμάτος αμηχανία. Έπλεκε και έσφιγγε μεταξύ τους τα χέρια του παλεύοντας να μιλήσει την κατάλληλη στιγμή για να μην ανησυχήσει το βασιλιά αλλά και για να μη φανεί πως τον παρακολουθούσε ώρα πολλή χωρίς να του μιλάει.
-Ραλφ, εδώ είσαι; Πότε ήρθες;
-τώρα, βασιλιά μου.
Ο βασιλιάς τον κοίταξε πιο προσεκτικά.
-είσαι καλά; Φαίνεσαι σχεδόν άρρωστος. Γιατί βιάστηκες να με ακολουθήσεις; Έπρεπε να μείνεις στο κρεβάτι για λίγο ακόμη.
Ο ραλφ κρέμασε τα χέρια στα πλευρά. Κι έπειτα ξεροκατάπιε.
-συμβαίνει κάτι;
-μάλιστα, βασιλιά μου, κάτι συμβαίνει. Δεν υπάρχει χρόνος για ξεκούραση και ύπνο σε τούτο το παλάτι ακόμη κι αν η προηγούμενη νύχτα ήταν νύχτα γιορτής και γλεντιού.
-μίλα λοιπόν, ραλφ.Πες αυτό που έχεις να πεις.
-ήρθε και με ξύπνησε ο αρχίατρος.
Ο βασιλιάς χλώμιασε.
-Η βασίλισσα…
-όχι, η φωνή του άλλου ακούστηκε στριγκή από τον τρόμο και τη βιασύνη, η βασίλισσα είναι μια χαρά. Ήθελε να μου μιλήσει για την Κάρλα.
-Για την Κάρλα;
-ναι, το προσέξατε ίσως πως δεν εμφανίσθηκε στη δεξίωση χθες.
-ναι τώρα που το λες… έχεις δίκιο, θυμάμαι πως με απασχόλησε κάποια στιγμή αλλά μετά το ξέχασα. Τι της συνέβη; αΡρώστησε;
-όχι ακριβώς… ο ραλφ φάνηκε να πνίγεται αλλά τελικά το πήρε απόφαση.
-Η Κάρλα βασιλιά μου, είναι νεκρή!